Legislator Case Law & Legislation
136/2009 AI generated

136/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 136/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/9/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 130/2005 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/11/2007 αίτησή του και τους από 5/9/2008 πρόσθετους λόγους αυτής.

Legislator headnote

AI generated

136/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι προαναφερόμενες διατάξεις του Ν 653/1977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωσή της με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 136 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 136/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Περικλή Στρούμπο και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντος στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/9/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 39/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 130/2005 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/11/2007 αίτησή του και τους από 5/9/2008 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελευθέριος Μάλλιος, ανέγνωσε την από 29/10/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου της από 21/1///2007 αίτησης αναίρεσης και του από 5/9/2008 πρόσθετου λόγου. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κλπ", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.

Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ, κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις του Ν 653/1977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωσή της με το Ν.Δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του Ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).

Το τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως και γι' αυτή.

Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου εισαγόταν προς κρίση κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου, διότι κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη (ΟλΑΠ 1/1988, ΟλΑΠ 8/1999) δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας, άποψη που τελικά κρίθηκε ότι παραβιάζει το άρθρο 1 ΠρΠρΠρ (ΟλΑΠ 10/2004).

Τέλος, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 33 του ν. 2971/19.12.2001, "το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου".

Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου "ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης".

Κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή ...". Με το άρθρο 37 του ίδιου ως άνω άρθρου, ορίζεται ότι "η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει? α) των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί.

Στις περιπτώσεις, που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του". Με το ανωτέρω άρθρο 33 του Ν 2971/2001 θεσπίστηκε ότι το τεκμήριο είναι μαχητό και από το συνδυασμό των διατάξεων αυτού και του άρθρου 37 σαφώς συνάγεται, ότι οι διατάξεις του πρώτου από αυτά εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, καθώς και γι' αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος), δεν εφαρμόζονται δε για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεων. (ΑΠ 1056/2008).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 39/2004 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, εξαφάνισε την απόφαση αυτή, η οποία είχε δικάσει, κατά την τακτική διαδικασία, την από 24-9-2002 αγωγή του ιδίου και είχε κρίνει μη νόμιμο το κεφάλαιό της για επιδίκαση αποζημίωσης, για το τμήμα της ιδιοκτησίας του, που δεν αποζημιώθηκε, για το οποίο θεωρείται ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, και την απέρριψε κατά το κεφάλαιο αυτό ως απαράδεκτη.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων με την από 24-9-2002 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, ισχυρίστηκε, ότι με την 1119727/8468/0010/4-12-1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ κηρύχθηκε αναγκαστικώς απαλλοτριωτέα, για λόγους δημόσιας ωφέλειας και συγκεκριμένα για την κυκλοφοριακή σύνδεση λιμένα ......, έκταση στην οποία περιλαμβάνεται και η ιδιοκτησία του, αρχικού εμβαδού 1.222,80 τ.μ., (με αριθμό ...

του κτηματολογικού πίνακα), από την οποία απαλλοτριώθηκε τμήμα αυτού, εμβαδού 692,80 τ.μ. Με τις 273/1998 και 199/1999 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας και Εφετείου Κερκύρας αντίστοιχα, καθορίστηκε προσωρινή και οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις εκτάσεις που απαλλοτριώθηκαν, καθώς και για τη δική του ιδιοκτησία των 692,80 τ.μ., καθώς και τα επικείμενα, αναγνωρίστηκε δε δικαιούχος της αποζημίωσης με την 44/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας, που έχει γίνει τελεσίδικη.

Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση σε βάρος της ιδιοκτησίας του συντελέστηκε το έτος 1999, δηλαδή πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του άρθρου 33 του Ν. 2791/2001, μάλιστα το αναιρεσίβλητο (εναγόμενο) Ελληνικό Δημόσιο κατέβαλε σ' αυτόν (ύστερα από παρακατάθεση της προσωρινής τιμής αποζημίωσης που καθορίστηκε με την 273/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσπρωτίας στο Τ.Π.

και Δανείων, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 345Δ/19-5-1999),αποζημίωση (προσωρινή) για μέρος της έκτασης που απαλλοτριώθηκε, 425,80 τ.μ. ενώ για την υπόλοιπη 267 τ.μ. δεν αποζημιώθηκε, επειδή θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 Ν 653/1977, αν και επικαλέστηκε ότι το τμήμα της ιδιοκτησίας του που δεν απαλλοτριώθηκε δεν ωφελείται από τη διάνοιξη της οδού, για τους λόγους που αναφέρει.

Με βάση αυτά ζήτησε να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο (εναγόμενο) να του καταβάλει τα αναφερόμενα στο δικόγραφο ποσά: α) ως αποζημίωση για το τμήμα της ιδιοκτησίας του για τα οποία δεν αποζημιώθηκε. Πλην το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι η αγωγή κατ το παραπάνω κεφάλαιο και αίτημα αυτής είναι απαράδεκτη, επειδή το αίτημα αυτό, που ως βάση και προϋπόθεση έχει την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας του άρθρου 1 Ν 653/1977, ασκήθηκε "μετά την ισχύ του άρθρου 33 Ν. 2971/2001, με αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου και όχι σύμφωνα με τη διαγραφόμενη από το νόμο αυτό διαδικασία και μέσα στην οριζόμενη ανατρεπτική προθεσμία των δύο μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης, και σε κάθε περίπτωση (εφόσον ο Ν. 2971/2001 δεν ίσχυε κατά το χρόνο αυτό), από τη δημοσίευση του νόμου αυτού".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, κατά τη γνώμη που επικράτησε στο Δικαστήριο, υπέπεσε στην πλημμέλεια αληθώς από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, που προβάλλει με τον κύριο και τον πρόσθετο λόγο, διότι, παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αφού η διαδικασία που διαγράφεται από τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Ν. 2971/2001, δεν εφαρμόζεται για τις απαλλοτριώσεις που είχε ολοκληρωθεί η συντέλεση τους κατά το, χρόνο έναρξης ισχύος του, όπως συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή.

Συνεπώς οι ως άνω λόγοι, κατά τη γνώμη που πλειοψήφισε, είναι βάσιμοι. Ένα μέλος του Δικαστηρίου, ο αντιπρόεδρος Γεώργιος Πετράκης, είχε την ακόλουθη γνώμη. Κατά την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων, η θεσπιζόμενη με το άρθρο 32 του Ν 2971/2001 διαδικασία της διαπίστωσης της ανυπαρξίας του κατά το άρθρο 1 του Ν. 653/19977 τεκμηρίου της ωφέλειας του ιδιοκτήτη απαλλοτριωμένου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο επί της διανοιγόμενης οδού, για την οποία κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, εφαρμόζεται τόσο επί συντελεσμένης, όσο και επί μη συντελεσμένης κατά την έναρξη της ισχύος του Ν. 2971/2001 (19-1-2002) απαλλοτρίωσης.

Τούτο συνάγεται από τη γραμματική διατύπωση του ως άνω πρώτου εδαφίου του άρθρου 37 του τελευταίου αυτού νόμου, όπου ορίζεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 33 εφαρμόζονται "και για αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος συντελεστεί", ήτοι προκειμένου να οριστεί η εφαρμογή του Ν. 2971/2001 επί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που δεν έχουν συντελεσθεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, χρησιμοποιείται συμπλεκτικός σύνδεσμος "και", προφανώς, εξ αντιδιαστολής προς τις συντελεσμένες απαλλοτριώσεις, επί των οποίων, κατά τη βούληση του νομοθέτη, κατ' αρχήν, έχει εφαρμογή ο εν λόγω νόμος.

Η βούληση αυτή του νομοθέτη, να εφαρμόζονται δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 33 και 37 του Ν. τόσο στις μη συντελεσμένες όσο και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη του νόμου αυτού απαλλοτριώσεις, αποτυπώνεται στην εισηγητική έκθεση του νόμου αυτού, όπου στο άρθρο 33 διαλαμβάνεται ότι "...γ) εξασφαλίζεται σε κάθε περίπτωση το δικαίωμα των εικαζόμενων ιδιοκτητών με τη δυνατότητα υποβολής αίτησης και μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης".

Η γνώμη αυτή εξυπηρετεί και το σκοπό της θέσπισης της ανωτέρω βραχυχρόνιας (δίμηνης) προθεσμίας, καθώς και των άλλων βραχυχρόνιων παραγραφών και προθεσμιών, που προβλέπονται για τις επί μέρους πράξεις της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Ν. 2882/2001), ο οποίος αφορά το δημόσιο συμφέρον και συνίσταται στην ανάγκη της άρσης της αβεβαιότητας και την εκκαθάριση των από την αναγκαστική απαλλοτρίωση δημιουργούμενων σχέσεων μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα.

Επίσης εξυπηρετεί και την ανάγκη εκείνου, :που επιδιώκει την απαλλοτρίωση, να έχει σαφή αντίληψη της έκτασης των υποχρεώσεων του, να περατώνεται γρήγορα η διαδικασία της απαλλοτρίωσης, προκειμένου να εκτελεσθεί το έργο, για το οποίο αυτή κηρύχτηκε και να μην τίθεται, με την υποβολή, στο απώτερο μέλλον, διαδοχικών νέων αξιώσεων αποζημίωσης από την ανατροπή του τεκμηρίου της ωφέλειας της απαλλοτριούμενης ιδιοκτησίας, υπό αμφιβολία η συντέλεση της απαλλοτρίωσης.

Δεν συντρέχει κανένας λόγος, που να δικαιολογεί την εξαίρεση από την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 33 και 37 του Ν. 2971/2001 και την άσκηση του δικαιώματος διαπίστωσης της ανυπαρξίας ωφέλειας του απαλλοτριούμενου ακινήτου μέσα στην επίμαχη ανατρεπτική προθεσμία των δύο μηνών από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού των συντελεσμένων απαλλοτριώσεων.

Η μη εφαρμογή της προθεσμίας αυτής και στις εν λόγω απαλλοτριώσεις συνεπάγεται τη διατήρηση σε εκκρεμότητα των απαλλοτριώσεων αυτών επί μακρό χρονικό διάστημα, αφού, εφόσον δεν υπάρχει σχετική ειδική ρύθμιση, το δικαίωμα της διαπίστωσης της ανυπαρξίας ωφέλειας του απαλλοτριούμενου ακινήτου και του καθορισμού της αποζημίωσης και για το μέρος αυτού, που καταλαμβάνει το τεκμήριο ωφελείας, θα υπόκειται στην κατά το άρθρο 249 του ΑΚ γενική εικοσαετή παραγραφή, πράγμα που έρχεται σε αντίθεση προς τους προαναφερθέντες σκοπούς της θέσπισης της επίμαχης προθεσμίας και των βραχυχρόνιων παραγραφών και προθεσμιών για τις πράξεις της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης .

Σύμφωνα, λοιπόν, με την πιο πάνω μειοψηφούσα γνώμη, μετά την ισχύ του Ν. 2971/2001, το δικαίωμα του ιδιοκτήτη ακινήτου, που απαλλοτριώθηκε, για τη διαπίστωση ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας του άρθρου 1 του Ν. 653/1977, κρίνεται από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, προκειμένου και περί απαλλοτριώσεων, που έχουν συντελεστεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (19-1-2002), εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο μηνών από την ημερομηνία αυτή, ήτοι έως τις 19-3-2002.

Επομένως, το Εφετείο, που δέχτηκε τα ίδια, ορθά κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή ως προς το προαναφερόμενο κεφάλαιο ως ασκηθείσα μετά την κατά το άρθρο 37 του Ν. 2971/2001 δίμηνη προθεσμία κι' έτσι δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ο δε σχετικός κύριος και πρόσθετος λόγος έπρεπε να απορριφθεί.

ΙΙΙ. Μετά τα παραπάνω πρέπει αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την αξίωση επιδικάσεως αποζημίωσης για το τμήμα της ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος για το οποίο θεωρήθηκε αυτοαποζημιούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης και να παραπεμφθεί η υπόθεση μόνο κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος προς εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 130/2005 απόφαση του Εφετείου Κέρκυρας και συγκεκριμένα μόνο κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση μόνο κατά το αναιρούμενο μέρος, ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Χ τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ