Legislator Case Law & Legislation
136/2008 AI generated

136/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 136/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

136/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, το υπηρεσιακό καθεστώς του προσωπικού της αναιρεσίβλητης (ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.") διέπεται από τον Οργανισμό της, ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 226698/1980 της 6-3-1973 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 339/2-4-1973 Φ.Ε.Κ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 136 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 136/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη, Αντιπρόεδρο, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Νοεμβρίου 2007, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρος και με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Χαλιακόπουλο. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραχοντζίτη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και με την πρόσθετη παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 178/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 6857/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου, διάβασε την από 22-10-2007 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο αναιρεσείων και ο πληρεξούσιός του ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή στην παρ. 13 του άρθρου 25 του ν. 2190/1994 ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: "Υπάλληλοι της Κεντρικής Υπηρεσίας Διαχείρισης Εγχωρίων Προϊόντων (Κ.Υ.Δ.Ε.Π.)" οι οποίοι απολύθηκαν με τη θέση της Κ.Υ.Δ.Ε.Π. υπό εκκαθάριση, εγγράφονται μετά αίτησή τους στους πίνακες επαναπροσληπτέων του Υπουργείου Γεωργίας και των υπαγομένων σ' αυτό νομικών προσώπων, περιλαμβανομένης της Αγροτικές Τράπεζας και των θυγατρικών της επιχειρήσεων, κατανεμόμενοι στις υπηρεσίες του Υπουργείου και στα ανωτέρω νομικά πρόσωπα, αναλόγως των αναγκών και των οικονομικών δυνατοτήτων και η επαναπρόσληψή τους περατούται έως την 31η Δεκεμβρίου 1995.

Οι διατάξεις που αφορούν τους υπαλλήλους της Κεντρικής Υπηρεσίας Διαχείρισης Εγχωρίων Προϊόντων (Κ.Υ.Δ.Ε.Π.) εφαρμόζονται και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που είχε προσληφθεί από την Κ.Υ.Δ.Ε.Π. κατόπιν εντολών του Υπουργείου Γεωργίας και αμειβόταν από τους λογαριασμούς Ειδικές Διαχείρισης Σπόρων της Κρατικής Σποροπαραγωγής και είχε διατεθεί στις Υπηρεσίες του Υπουργείου Γεωργίας και στα εποπτευόμενα από αυτό ν.π.δ.δ.

Για τους επαναπροσλαμβανομένους εφαρμόζονται και οι διατάξεις των παραγράφων 6 και 7 του παρόντος άρθρου..... Ως υπάλληλοι νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου νοούνται για την εφαρμογή του παρόντος και όσοι διέπονταν από σχέση έμμισθης εντολής, καθώς και οι δικηγόροι μέλη νομικών συμβουλίων νομικών προσώπων της παρ. 1 του παρόντος άρθρου".

Η ως άνω καταληκτική προθεσμία ειδικά για τους απασχολούμενους στην πιο πάνω εκκαθάριση παρατάθηκε, με βάση το άρθρο 3 παρ. 4 του ν. 2349/1995, μέχρι την απόλυσή τους ή των ολοκλήρωση της εκκαθαρίσεως. Από τις αμέσως παραπάνω παρατιθέμενες διατάζεις σαφώς προκύπτει ότι προϋπόθεση για την επαναπρόσληψη των κατά την πιο πάνω έννοια "υπαλλήλων" της Κ.Υ.Δ.Ε.Π., οι οποίοι απολύθηκαν με τη θέση της τελευταίας υπό εκκαθάριση, στους οποίους περιλαμβάνονται και "όσοι διέπονταν από σχέση έμμισθης εντολής, καθώς και οι δικηγόροι μέλη νομικών συμβουλίων νομικών προσώπων της παρ. 1 του ...... (ως άνω) άρθρου " 25 του ν. 2190/1994, είναι η από αυτούς υποβολή αιτήσεως για εγγραφή τους στους ως άνω πίνακες επαναπρρσληπτέων χωρίς όμως και να υφίσταται οποιαδήποτε περαιτέρω υποχρέωση του Υπουργείου Γεωργίας ή των καθοριζόμενων και σ' αυτό υπαγομένων νομικών προσώπων για ένταξή τους σε οργανική θέση επαναπρόσληψη, αυτών δυναμένων να ενεργήσουν με μοναδικό κριτήριο τις ανάγκες και τις οικονομικές τους δυνατότητες, σε συνδυασμό με το σκοπό της ως άνω διατάξεως, που συνίσταται στην αποφυγή της ανεργίας των προαναφερόμενων εργαζομένων, στους οποίους, κατά τη διάταξη, περιλαμβάνονται και "όσοι διέπονταν από σχέση έμμισθης εντολής, καθώς και οι δικηγόροι, μέλη νομικών συμβουλίων νομικών προσώπων της παρ. 1 του.... (ως άνω) άρθρου" 25 του ν. 2190/1994.

Εξάλλου, το υπηρεσιακό καθεστώς του προσωπικού της αναιρεσίβλητης (ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.") διέπεται από τον Οργανισμό της, ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ' αριθ. 226698/1980 της 6-3-1973 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 339/2-4-1973 Φ.Ε.Κ.

τ.Β' και κυρώθηκε τόσο η ίδια όσο και ο ως άνω Οργανισμός της αναιρεσίβλητης με το ν.δ. 213 της 4/5-10-1973 (Φ.Ε.Κ. τ. Α' 270). Στον οργανισμό αυτόν α) στο άρθρο του 104 καθορίζονται τα θέματα που σχετίζονται με τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία για τις προαγωγές, β) στο άρθρο του 106 γίνεται μνεία για κατάρτιση πινάκων προακτέων υπαλλήλων με βάση την επετηρίδα που έχει συνταχθεί σύμφωνα με το άρθρο 105 του ίδιου Οργανισμού, γ) στο άρθρο του 75 καθορίζονται τα προσόντα και τα κωλύματα για διορισμό, μεταξύ των οποίων προέχουσας σημασίας είναι το ανώτατο όριο ηλικίας για διορισμό, που προκειμένου για πτυχιούχους Α.Ε.Ι.

ορίζεται στο 35ο έτος της ηλικίας, δ) στο άρθρο του 33 καθορίζονται οι κλάδοι του προσωπικού, στους οποίους περιλαμβάνεται υπό τον αριθμό 5 ο "κλάδος νομικών", ενώ με το άρθρο του 43 ρυθμίζονται τα του κλάδου αυτού, στον οποίο ανήκουν μόνιμοι ενταγμένοι δικηγόροι, ε) στο άρθρο του 31 παρ. 2 στοιχ. β' ορίζεται ότι "στο μόνιμο προσωπικό υπάγονται και ι ενταγμένοι δικηγόροι της Διευθύνσεως Δικαστικού" (ήδη Διευθύνσεως Νομικών Υπηρεσιών).

Ακόμη, με το άρθρο 130 παρ. 2 του ίδιου ως άνω Οργανισμού της αναιρεσίβλητης προβλέπεται η δυνατότητα προσλήψεως δικηγόρων με σύμβαση (δηλαδή μη ενταγμένων, κατά τα πιο πάνω) για τα Καταστήματα των πόλεων στις οποίες εδρεύει πρωτοδικείο και, κατ' εξαίρεση, και για τα καθοριζόμενα Καταστήματα πόλεων, στις οποίες δεν εδρεύουν πρωτοδικεία, κατά τα ειδικότερα στην εν λόγω διάταξη οριζόμενα.

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Οργανισμού της αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι οι ενταγμένοι με βάση τις διαγραφόμενες στον Οργανισμό της τελευταίας προϋποθέσεις δικηγόροι αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία εργαζομένων, διακρινόμενοι από τους δικηγόρους που απασχολούνται υπό καθεστώς μόνιμης εντολής με πάγια αντιμισθία, δηλαδή τους μη μόνιμους και μη ενταγμένους δικηγόρους".

Περαιτέρω, στο άρθρο 27 παρ. 8 στοιχ. α' του ίδιου ως άνω Οργανισμού της αναιρεσίβλητης ορίζεται, μεταξύ άλλων, και ότι "με απόφαση του Διοικητή, μετά από πρόταση της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών, μόνιμοι ενταγμένοι δικηγόροι της Διεύθυνσης Νομικών Υπηρεσιών μπορεί να τοποθετούνται στα Καταστήματα Αττικής και Πειραιά για τη νομική εξυπηρέτηση των Καταστημάτων αυτών και των Καταστημάτων των Νομών Αττικής και Πειραιά".

Εξάλλου, σε καμία διάταξη του παραπάνω Οργανισμού της αναιρεσίβλητης ή κάποιου νόμου δεν υπάρχει πρόβλεψη για υποχρέωση της τελευταίας (αναιρεσίβλητης) να καλύψει όλες τις προβλεπόμενες οργανικές θέσεις του προσωπικού της. 'Ετσι αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωση του Διοικητή της αναιρεσίβλητης Τράπεζας (εργοδότιδας-εντολέα) να τοποθετεί στα παραπάνω Καταστήματά της ενταγμένους δικηγόρους για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται αναγκαίο.

Η εν λόγω εξουσία του Διοικητή ως έκφραση του διευθυντικού δικαιώματος δεν συνεπάγεται την υποχρεωτικότητα της αναγκαστικής τοποθετήσεως ενταγμένων δικηγόρων στα καταστήματα αυτά, ούτε είναι ερμηνεύσιμη ως υποχρέωση της Τράπεζας να εντάξει σε οργανική θέση προβλεπομένη από τον Οργανισμό της το δικηγόρο, ο οποίος με σύμβαση έμμισθης εντολέα ανέλαβε την υποχρέωση να προσφέρει τις νομικές του υπηρεσίες κατά τα ως άνω.

Κατά συνέπεια η μη ένταξη σε οργανική θέση προβλεπόμενη από τον Οργανισμό της αναιρεσίβλητης Τράπεζας του απασχολούμενου δυνάμει συμβάσεως έμμισθης εντολής δικηγόρου δεν καθιστά την άσκηση του διευθυντικού αυτής δικαιώματος αντικειμενικώς καταχρηστική, δηλαδή καθ' υπέρβαση προφανή των ορίων που, κατά το άρθρο 201 του ΑΚ, επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Εξάλλου, από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως η οποία απορρέει από τα άρθρα 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, 141 (πρώην άρθρο 119) της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και 288 του ΑΚ, προκύπτει ότι στα πλαίσια της εργασιακής συμβάσεως δεν επιτρέπεται η άνιση μεταχείριση από τον εργοδότη των μισθωτών της ίδιας εκμεταλλεύσεως που έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες υπό τις ίδιες συνθήκες, εκτός αν δικαιολογείσαι εξαίρεση ή απόκλιση εξαιτίας εποίκους αντικειμενικού λόγου, και ότι με βάση την εν λόγω αρχή ο εργοδότης οφείλει να επεκτείνει σε όλους τους εργαζομένους, που παρέχουν την ίδια εργασία υπό τις ίδιες συνθήκες και με τα ίδια προσόντα, τις προς ορισμένους από αυτούς οικειοθελείς μισθολογικές και άλλες εργασιακές παροχές.

Δεν είναι όμως συνταγματικώς ανεπίτρεπτη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος, με τις οποίες καθιερώνονται, αντίστοιχα, η αρχή της ισότητας των Ελλήνων ενώπιον του νόμου και το δικαίωμα όλων των εργαζομένων, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, για ίση αμοιβή για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας, η ευνοϊκότερη μισθολογική ή άλλη εργασιακή μεταχείριση ορισμένης κατηγορίας εργαζομένων, που παρέχει εργασία υπό διαφορετικές προΰποθέσεις και συνθήκες (βλ.

σχ .Ολ. ΑΠ 9-10/1999). Στην προκείμενη περίπτωση στην ένδικη από 23-9-2001 αγωγή του ο αναιρεσείων εξέθεσε, κατ' εκτίμηση, τα ακόλουθα : Αυτός προσλήφθηκε το έτος 1983 από την Κ.Υ.Δ.Ε.Π. για να παρέχει, δυνάμει συμβάσεως έμμισθης εντολής, με πάγια αντιμισθία, τις υπηρεσίες του ως δικηγόρου, ενταγμένου στη Νομική Υπηρεσία της εργοδότιδας - εντολέα του, της οποίας Υπηρεσίας από το έτος 1992 έγινε Προϊστάμενος, θέση στην οποία παρέμεινε μέ3χρι τη θέση κατά το έτος 1993 της Κ.Υ.Δ.Ε.Π.

υπό εκκαθάριση, αλλά και στη συνέχεια παρέμεινε στην ίδια θέση μέχρι τις 122-7-1998 για τα ανάγκες της εκκαθαρίσεως της Κ.Υ.Δ.Ε.Π. Στις 27-7-1998 επαναπροσλήφθηκε, με βάση το άρθρο 25 παρ. 13 του ν. 2190/1994, κατόπιν εγγραφής του στους πίνακες επαναπροσληπτέων στην αναιρεσίβλητη, από την τελευταία, δυνάμει συμβάσεως έμμισθης εντολής, για να παρέχει τις υπηρεσίες του ως δικηγόρου, χωρίς όμως και να ενταχθεί σε οργανική θέση, παρά το ότι υπήρχαν κενές οργανικές θέσεις, στις οποίες αργότερα η αναιρεσίβλητη ενέταξε δέκα άλλους δικηγόρους, τους οποίους προσέλαβε κατά μήνα Δεκέμβριο του έτους 199, κατόπιν επιλογής ύστερα από προκήρυξη, ενώ αυτός (αναιρεσείων) εξακολούθησε να τελεί υπό καθεστώς έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, υπηρετώντας στο Κατάστημα της αναιρεσίβλητης στο Χολαργό, μολονότι παρέχει τις ίδιες υπηρεσίες με τους ενταγμένους σε οργανική θέση προβλεπόμενη από τον Οργανισμό της αναιρεσίβλητης δικηγόρους, και ενώ όλοι οι λοιποί υπάλληλοι της Κ.Υ.Δ.Ε.Π., οι οποίοι επαναπροσλήφθηκαν από την αναιρεσίβλητη, έχουν ενταχθεί σε οργανικές θέσεις. 'Ετσι κατά παραβίαση τόσο του άρθρου 25 παρ. 13 του ν. 2190/1994 και του άρθρου 27 του Οργανισμού της αναιρεσίβλητης, όσο και της συνταγματικής αρχής της ισότητας αυτός (αναιρεσείων) δεν εντάχθηκε σε οργανική θέση του Οργανισμού της αναιρεσίβλητης, η οποία με τη συμπεριφορά της αυτήν ενέργησε καταχρηστικώς.

Ζήτησε δε με την αγωγή του αυτήν ο αναιρεσείων να αναγνωριστεί ότι η αναιρεσίβλητη ήταν υποχρεωμένη να τον εντάξει σε οργανική θέση μόνιμου δικηγόρου από τις 27-7-1998 (χρόνο επαναπροσλήψεώς του) και να υποχρεωθεί η ίδια ( αναιρεσίβλητη) να του καταβάλει για διαφορές αποδοχών κ.λ.π., κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα το συνολικό ποσό των 8.632.000 δραχμών ή το αντίστοιχο ποσό των 25.335 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Η αγωγή αυτή ήταν, σύμφωνα με τα παραπάνω, νομικά αβάσιμη. Και αυτό γιατί, κατά τα σ' αυτήν εκτιθέμενα, η αναιρεσίβλητη, η οποία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 25 παρ. 13 του ν. 2190/1994, επαναπροσέλαβε τον αναιρεσείοντα δυνάμει έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία για να παρέχει σ' αυτήν τις υπηρεσίες του ως δικηγόρου, δεν είχε και την περαιτέρω υποχρέωση να εντάξει αυτόν σε οργανική θέση μόνιμου δικηγόρου, προβλεπόμενη από τον Οργανισμό της, ούτε με βάση την αμέσως πιο πάνω διάταξη του άρθρου 25 παρ. 13 του ν. 2190/1994, αλλ' ούτε και με βάση τις διατάξεις του εν λόγω οργανισμού της.

Ενώ η αναιρεσίβλητη με το να αρνηθεί να εντάξει τον αναιρεσείοντα σε τέτοια οργανική θέση δεν παραβίασε την προ9αναφερόμενη συνταγματική αρχή της ισότητας των Ελλήνων ενώπιον του νόμου (άρθρα 4 παρ. 1 του Συντάγματος). Κα ι αυτό γιατί ο αναιρεσείων, ως έχων την ιδιότητα δικηγόρου της Κ.Υ.Δ.Ε.Π., θεωρείται μεν ως "υπάλληλος" της τελευταίας, μόνον όμως για την εφαρμογή της ως άνω διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 13 του ν. 2190/1934 και συγκεκριμένα για τη δυνατότητα επαναπροσλήψεώς του κατά τη διάταξη αυτήν, χωρίς να υφίσταται και υποχρέωση εντάξεώς του στην προκειμένη περίπτωση σε οργανική θέση μόνιμου δικηγόρου προβλεπόμενη από τον Οργανισμό της αναιρεσίβλητης.

Έτσι δεν υπάγεται ούτε στην κατηγορία των λοιπών υπαλλήλων της Κ.Υ.Δ.Ε.Π. που επαναπροσλήφθηκαν από την αναιρεσίβλητη, αλλ' ούτε και στην ίδια κατηγορία των δικηγόρων οι οποίοι προσλήφθηκαν από την αναιρεσίβλητη και εντάχθηκαν από αυτήν σε οργανικές θέσεις μονίμων δικηγόρων, που προβλέπονται οπό τον Οργανισμό της, με επιλογή ύστερα από προκήρυξη (με βάση το άρθρο 11 του ν. 649/1986) και με τις αυξημένες προϋποθέσεις που τίθενται από τον Οργανισμό αυτόν, αφού στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για ευνοϊκότερη και δικαιολογημένη ιδιαίτερη εργασιακή μεταχείρίση της τελευταία ς κατηγορίας δικηγόρων, ακριβώς διότι αυτοί προσλήφθηκαν με επιλογή ύστερα από προκήρυξη που απαιτούσε, κατά τον Οργανισμό της αναιρεσίβλητης, αλλά και εκ του πράγματος την ύπαρξη αυξημένων ουσιαστικών τουλάχιστον προσόντων στο πρόσωπο των επιλεγέντων δικηγόρων.

Ακόμα, η μη εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ένταξη του αναιρεσειόντος σε οργανική θέση μόνιμου δικηγόρο προβλεπόμενη από τον Οργανισμό της δεν ενέχει καταχρηστικότητα αναφορικά με την άσκηση του διευθυντικού ως εργοδότιδας - εντολέα δικαιώματος της σχετικά με τη μη ένταξη του αναιρεσειόντος σε τέτοια οργανική θέση, εφόσον η συμπεριφορά της, συμφωνά με τα εκτιθέμενα στην έν δίκη αγωγή, καθόλου δεν αντίκειται στα αντικειμενικά κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 231 του ΑΚ, ακριβώς διότι δεν υπερβαίνει και δη προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του εν λόγω δικαιώματος της, πολλώ μάλλον εφόσον, κατά τα προαναφερόμενα, οχ ι μόνο δεν είχε οποιαδήποτε νομική υποχρέωση για ένταξη του αναιρεσείοντος σε οργανική θέση μονίμου δικηγόρου που προβλέπεται από τον Οργανισμό της, αλλ' επιπλέον αποτελεί δικαίωμα και όχι υποχρέωση της η τοποθέτηση ενταγμένων σε τέτοια οργανική θέση δικηγόρων στα Καταστήματα της που βρίσκονται στην Αττική και στον Πειραιά για τη νομική εξυπηρέτηση των Καταστημάτων αυτά;

και των Καταστημάτων των Νομών Αττικής και Πειραιώς, έτσι ώστε η εξυπηρέτηση των Καταστημάτων αυτών να μπορεί να γίνεται από δικηγόρο ή δικηγόρους που συνάγονται με την αναίρεσίβλητη με απλή σύμβαση έμμισθης εντολής, αντί πάγια ς αντιμισθίας, όπως και η περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, του αναιρεσείοντος.

Ειδικότερα δε με την κατά τα πιο κάνω επαναπρόσληψη του αναιρεσείοντος εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και εκπληρώθηκαν οι επιταγές της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών, αλλά και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός της αποφυγής της ανεργίας του αναιρεσείοντος πλήρως εξυπηρετήθηκε, ώστε να μην υφίσταται οποιαδήποτε παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 231 του ΑΚ.

Επομένως το Εφετείο με το να κρίνει και αυτό με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος ήταν νομικά αβάσιμη και στη συνεχεία να απορρίψει κατ' ουσίαν την έφεση αυτού κατά της εκκληθείσας υπ' αριθ. 178/2002 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικυρώνοντας έτσι την τελευταία απόφαση, με την οποία η εν λόγω ένδικη αγωγή είχε απορριφθεί ως νομικά αβάσιμη, δεν παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους) τις προαναφερόμενες διατάζεις του ουσιαστικού δικαίου, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες του άρθρου 25 παρ. 13 του ν. 2190/1994 και του άρθρου 281 του ΑΚ, αλλά και οι καθοριζόμενες διατάξεις του ως άνω Οργανισμού της αναιρεσίβλητης.

Γι' αυτό τόσο ο πρώτος λόγος αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, μέρος του, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, όσο και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το από το άρθρο 559 αριθ· 1 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της) της διατάξεως το υ άρθρου 231 του Α Κ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στο σύνολό τους.

Περαιτέρω, με το υπόλοιπο μέρος του πρώτου λογού αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως της παρ. 12 του άρθρου 25 του ν. 2190/1924. Επί της ειδικότερης αυτής αιτιάσεως θα πρέπει να αναφερθούν τα εξής : Κατά την τελευταία διάταξη, "υπάλληλοι του Δημοσίου, των ν.π.δ.δ. και των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, οι οποίοι απολύθηκαν κατά το από 1 Ιανουαρίου 1990 έως και 31 Οκτωβρίου 1993 χρονικό διάστημα και δεν υπάγονται στην περίπτωση των παραγράφων 2-5 του παρόντος άρθρου (άρθρο 44 του ν. 1882/1990), επαναπροσλαμβάνονται με αίτησή τους στη θέση από την οποία είχαν απολυθεί, εφόσον η αίτηση συνοδεύεται από ευνοϊκή για τον αιτούντα απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, εκδοθείσα μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, χωρίς έρευνα άλλης σχετικής προϋπόθεσης, με την επιφύλαξη του προτελευταίου εδαφίου της παρούσας παραγράφου.

Η αίτηση υποβάλλεται σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, στην υπηρεσία από την οποία ο αιτών απολύθηκε. Η επαναπρόσληψη γίνεται με απόφαση του κατά περίπτωση αρμόδιου οργάνου. Αν δεν υπάρχει κενή θέση του οικείου κλάδου ή ειδικότητας, συνιστάται αυτοδικαίως με την απόφαση επαναπρόσληψης προσωποπαγής θέση που καταργείται επίσης αυτοδικαίως, όταν για οποιονδήποτε λόγο κενωθεί.

Ο κατά περίπτωση αρμόδιος υπουργός ή και ο νομάρχης σε εκχωρημένες αντίστοιχες αρμοδιότητες, δύνανται να επαναπροσλαμβάνουν υπαγόμενους στις διατάξεις του παρόντος άρθρου με τοποθέτησή τους σε κενή θέση άλλης υπηρεσίας ή νομικού προσώπου (π.χ. ασφαλιστικού ταμείου) της αρμοδιότητας ή εποπτείας, του ίδιου υπουργείου, μετά από εκτίμηση των κατά το χρόνο της επαναπρόσληψης αναγκών και των οικονομικών δυνατοτήτων.... .

Στη ρύθμιση αυτή υπάγονται και οι δικηγόροι, οι οποίοι παρέχουν υπηρεσίες στα ΝΠΔΔ και ΝΠΙ με σχέση έμμισθης εντολής" (το τελευταίο εδάφιο προστέθηκε με το άρθρο 48 του ν. 2224/1994). Σύμφωνα όμως με τα ως άνω εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, η περίπτωση του αναιρεσείοντος δεν υπάγεται στη ρύθμιση της αμέσως πιο πάνω διατάξεως, η οποία αφορά την επαναπρόσληψη υπαλλήλων του Δημοσίου και των λοιπών αναφερόμενων σ' αυτή νομικών προσώπων (δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου) καθώς και δικηγόρων, που παρέχουν υπηρεσίες στα ΝΠΔΔ και ΝΠΙΔ, με σχέση έμμισθης εντολής,, στη θέση από την οποία είχαν απολυθεί κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1990 έως και 31-10-1993, εφόσον η σχετική αίτηση του απολυθέντος υπαλλήλου, συνοδεύεται από ευνοϊκή γι' αυτόν απόφαση πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εκδοθείσα μέχρι τη δημοσίευση του ν. 2190/1994 (3-3-1994), αίτηση που θα έπρεπε να υποβληθεί σε προθεσμία ενός μήνα από την τελευταία χρονολογία στην υπηρεσία από την οποία ο αιτών απολύθηκε, όχι όμως και την επαναπρόσληψη υπαλλήλων ή δικηγόρων της Κ.Υ.Δ.Ε.Π., για τους οποίους υφίσταται η προαναφερόμενη ειδική και αποκλειστική ρύθμιση της παρ. 13 του άρθρου 25 του ν. 2190/1994, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη ότι, σε κάθε περίπτωση, ο αναιρεσείων, όπως εκθέτει στην αγωγή του, τελικά απολύθηκε μεταγενεστέρως, δηλαδή στις 22-7-1998 από την υπό εκκαθάριση Κ.Υ.Δ.Ε.Π., ενώ επαναπροσλήφθηκε από διαφορετικό νομικό πρόσωπο, δηλαδή την αναιρεσίβλητη, με βάση τις διατάξεις της παρ. 13 του άρθρου 25 του ν. 2190/1994.

Επομένως το Εφετείο με το να κρίνει και αυτό με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι η ένδικη αγωγή ήταν νομικά αβάσιμη δεν παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία κα μη εφαρμογή της) ούτε την παρ. 12 του άρθρου 25 του ν. 2190/1994, όπως αυτή συμπληρώθηκε με την προσθήκη εδαφίου με το άρθρο 48 του ν. 2224/1994, και γι' αυτό ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και κατά το αμέσως πιο πάνω υπόλοιπο μέρος του, επίσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με το οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. -

2.- Επειδή ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως αφορά ελλείψεις, που ανάγονται αποκλειστικά στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή των γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκρατούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, έτσι ώστε από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους να μην μπορεί να διαγνωστεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς.

Προϋποθέτει δηλαδή ο λόγος αυτός αναιρέσεως ότι το δικαστήριο της ουσίας, ύστερα από ανέλεγκτα αναιρετικώς εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 περ, 1 ΚΠολΔ), δέχτηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμους τους ογωγικούς ή άλλους ουσιώδεις ισχυρισμούς ή απέρριψε ως κατ' ουσίαν οβασίμους τέτοιούς ισχυρισμούς. Τυχόν σφάλμα της αποφάσεως συνδεόμενο με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανένα ουσιαστικού δικαίου, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να κρίνει αν η αγωγή ή η ένσταση κ.λ.π.

είναι ή όχι σύννομη, αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί ή αρκέστηκε σε λιγότερα ελέγχεται μόνο ως παράβαση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Επομένως ο δεύτερος κατά το υπόλοιπο μέρος του λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως σ' αυτήν, επειδή, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση αυτή διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την παραδοχή της ότι η ένδικη αγωγή είναι, με βάση τα όσα εκτίθενται σ' αυτή, νομικά αβάσιμη κατά το μέρος της που, κατά τα πιό πάνω, στηρίζεται σε καταχρηστική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης και δη σε παραβίαση του άρθρου 231 του ΑΚ, και ειδικότερα προβάλλεται εκ πλαγίου παραβίαση της τελευταίας διατάξεως, δηλαδή λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, άπου το Εφετείο απλώς έκρινε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή και κατά την αμέσως πιο πάνω βάση της με βάση εκείνα που εκτίθενται σ' αυτήν, χωρίς να εισέλθει σε περαιτέρω κατ' ουσίαν ερευνά της και στη συνέχεια να διατυπώσει οποιοδήποτε αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά και με την εν λόγω βάση της αγωγής αυτής.- 3.- Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση η αντένσταση, όχι όμως και οι ισχυρισμοί που σχετίζονται με το περιεχόμενο νομικών διατάξεων ή άλλων τέτοιων συναφών προς αυτές, για τις οποίες γεννάται ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση, ή την ορθή ερμηνεία ή την εφαρμογή των διατάξεων αυτών.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο και (τελευταίο) λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 8 (προφανώς εννοείται η περ. α' του αριθμού αυτού) του ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή έλαβε υπόψη ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης αναφορικά τόσο με το περιεχόμενο των καθοριζόμενων διατάξεων του ως άνω Οργανισμού της αναιρεσίβλητης, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε στην πρώτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως, έχει ισχύ νόμου, όσο και την αληθινή έννοια των ουσιαστικών αυτών διατάξεων, παρά το ότι οι "ισχυρισμοί" αυτοί δεν είχαν επαναφερθεί νόμιμα, κατά το λόγο αναιρέσεως, στο Εφετείο σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού οι ισχυρισμοί αυτοί της αναιρεσίβλητης (και υπό την εκδοχή ακόμη ότι περιέχονται μόνο στις πρωτόδικες προτάσεις της αναιρεσίβλητης, οι οποίες απλώς είχαν ενσωματωθεί στις προτάσεις που η ίδια υπέβαλε κατά την κατ' έφεση δίκη, όπως υποστηρίζεται με το λόγο αναιρέσεως), δεν αποτελούν, σύμφωνα με τα παραπάνω, "πράγματα" κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ώστε να μη στοιχειοθετείται ο λόγος αναιρέσεως.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Φεβρουαρίου 2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 6857/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ