136/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 136 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 136/2007 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2΄ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο ΧατζηπανταÎ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 136 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 136/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ανδρέα Μαρκάκη, Ηλία Γιαννακάκη, Αθανάσιο Θεμέλη, Μάριο-Φώτιο Χατζηπανταζή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Τηλεπικοινωνιακών Συστημάτων Κρήτης", που εδρεύει στην Πολυτεχνειούπολη Ακρωτηρίου Χανίων Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Δημήτριο Σαραφιανό και Παναγιώτη Περάκη. Του αναιρεσίβλητου: ....., καθηγητή του Πολυτεχνείου Κρήτης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Σφακιωτάκη, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/12/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και την από 3/3/2003 ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 248/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 469/2005 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17/11/2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 31/10/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 18/1995, που δημοσιεύθηκε στο 8/26-1-1995 Φ.Ε.Κ. (τεύχος Α΄), ιδρύεται νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα με την επωνυμία "Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Τηλεπικοινωνιακών Συστημάτων Κρήτης" με έδρα τα Χανιά. Το Ινστιτούτο αυτό έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, εποπτεύεται από το Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και λειτουργεί στα πλαίσια του Πολυτεχνείου Κρήτης. Κατά δε το άρθρο 2 παρ. 1 του εν λόγω Π.Δ., σκοπός αυτού είναι η διεξαγωγή βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας σε περιοχές της επιστήμης και της τεχνολογίας των τηλεπικοινωνιών, η εκπαίδευση των μεταπτυχιακών φοιτητών, για τη λήψη μεταπτυχιακών και διδακτορικών διπλωμάτων στην ευρύτερη περιοχή των τηλεπικοινωνιών, η παραγωγή προϊόντων και η προσφορά υπηρεσιών στις περιοχές ερευνητικών δραστηριοτήτων του. Επίσης, κατά το άρθρο 4 παρ. 1, 2 και 5α του αυτού ως άνω Π.Δ., όργανα της διοικήσεως του Ε.Π.Ι. είναι το Διοικητικό Συμβούλιο, ο Διευθυντής και ο Αναπληρωτής Διευθυντής, από τους οποίους οι δύο τελευταίοι διορίζονται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 17 παρ. 7 του Ν. 2083/1992, όπως ισχύει, το δε ύψος των αποδοχών του Διευθυντή ορίζεται το 50% των πάσης φύσεως τακτικών αποδοχών της οργανικής τους θέσης. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 6 παρ. 1 εδ. α΄, δ΄ και 2 του αυτού Π.Δ., το Ινστιτούτο χρηματοδοτείται από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων επί τρία έτη από την ίδρυσή του, η δε περαιτέρω πορεία του καθορίζεται από τη δυνατότητα αυτοχρηματοδότησής του και ο προϋπολογισμός αυτού υποβάλλεται από το Διευθυντή στο Διοικητικό Συμβούλιο. Ακόμη, κατά το άρθρο 7 του ανωτέρω Π.Δ., τα έσοδα του Ινστιτούτου, από οποιαδήποτε πηγή και αν προέρχονται, κατατίθενται σε ιδιαίτερο λογαριασμό τράπεζας στο όνομα αυτού, η δε ανάληψη, διάθεση ή πραγματοποίηση οποιασδήποτε δαπάνης από το λογαριασμό αυτό γίνεται με ειδική έγγραφη εντολή του Διευθυντή ή του Αναπληρωτή Διευθυντή σύμφωνα με τον εγκεκριμένο προϋπολογισμό και κατά το άρθρο 9 παρ. 1 του αυτού Π.Δ., ο τακτικός έλεγχος της οικονομικής διαχείρισης του Ινστιτούτου γίνεται από έναν ορκωτό ελεγκτή, τον οποίο ορίζει το Δ.Σ. σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 18 του Π.Δ. 226/1992. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 και 2 εδ. α΄ στοιχ. δ΄, ε΄, στ΄, ζ΄, ι΄, και εδ. β΄ του Ν. 2530/1997, τα μέλη ΔΕΠ εντάσσονται σε μια από τις κατηγορίες της πλήρους απασχόλησης και της μερικής απασχόλησης. Τα μέλη αυτά της πλήρους απασχόλησης δύνανται μόνο δ) δα αμείβονται από χρηματοδοτούμενα ερευνητικά προγράμματα ή από Ερευνητικά Ινστιτούτα ή Κέντρα υπό την εποπτεία της Γενικής Γραμματείας ΄Ερευνας και Τεχνολογίας ή υπό την εποπτεία άλλων Υπουργείων ή από Ερευνητικά Πανεπιστημιακά Ινστιτούτα υπό την εποπτεία ή τη συνεποπτεία του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ε) να αμείβονται από κάθε είδους έργο, στ) να ασκούν εξωπανεπιστημιακή υπερωριακή απασχόληση, εφόσον δεν αμείβονται από τη θέση για την οποία παρέχουν την υπερωριακή τους απασχόληση, ζ) να ασκούν ελεύθερο επάγγελμα...... ι) να συμμετέχουν ως έμμισθα μέλη σε δύο κατ΄ ανώτατο όριο επιτροπές και ΔΣ του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, στις οποίες προβλέπεται υποχρεωτικώς από το νόμο η συμμετοχή τους, καθώς και σε Διοικούσες Επιτροπές Α.Ε.Ι. και ως μέλη της Ακαδημίας Αθηνών του Επιστημονικού Συμβουλίου και των Επιτροπών της Βουλής, καθώς και ως μέλη των ανεξάρτητων Διοικητικών Αρχών, εξαιρούμένων των Προέδρων τους. Οι ως άνω αμοιβές των μελών ΔΕΠ πλήρους απασχόλησης υπό στοιχεία δ΄, ε΄, στ΄ και ζ΄ εισπράττονται δια μέσου του "Ειδικού Λογαριασμού για την αξιοποίηση κονδυλίων του Ιδρύματος". Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι απαιτήσεις του Διευθυντή Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου υπάγονται στην περίπτωση δ΄ της παρ. 2 του άρθρου 2 του Ν. 2530/1997, ενώ η περίπτωση ι΄ της παρ. 2 του αυτού άρθρου του Νόμου αφορά μέλη ΔΕΠ πλήρους απασχόλησης, που συμμετέχουν ως έμμισθα μέλη στις αναφερόμενες ως άνω επιτροπές και Δ.Σ., στις Διοικούσες Επιτροπές Α.Ε.Ι. κ.λ.π. και οι αμοιβές των μελών ΔΕΠ πλήρους απασχόλησης υπό στοιχείο δ΄ εισπράττονται υποχρεωτικώς δια μέσου του ως άνω Ειδικού Λογαριασμού για την αξιοποίηση κονδυλίων του Ιδρύματος, ο δε αναιρεσίβλητος Διευθυντής ΕΠΙ νομιμοποιείται παθητικώς να στραφεί κατά του αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ, αξιώνοντας την καταβολή της αμοιβής του, διότι τούτο αφ΄ ενός έχει οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια και αφ΄ ετέρου έχει δικό του προϋπολογισμό και υπόκειται σε οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα και τα εξής : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος είναι καθηγητής Α΄ βαθμίδας του Τμήματος Ηλεκτρονικής και Μηχανικών Υπολογιστών του Πολυτεχνείου Κρήτης και με την υπ΄ αριθ. Φ715/15/Β7/111 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, που δημοσιεύθηκε στο 187/30-1-1995 ΦΕΚ (τεύχος Β΄ ), διορίσθηκε Διευθυντής του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ΕΠΙ με πενταετή θητεία, ήτοι από 18-3-1995 έως 17-3-2000. Ο αναιρεσίβλητος κατά τη διάρκεια της θητείας του άσκησε τις προβλεπόμενες από το άρθρο 4 παρ. 3 του Π.Δ. 18/1995 δραστηριότητες και ειδικότερα, εκπροσωπούσε αυτό σε κάθε σχέση του με τρίτους, δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς, σε δικαστικές αρχές και γενικά ασκούσε κάθε αρμοδιότητα, που του είχε ανατεθεί με το εν λόγω Π.Δ., τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του ή με απόφαση του Δ.Σ. αυτού Το αναιρεσείον όμως και μετά τη λήξη της θητείας του αναιρεσιβλήτου δεν κατέβαλε σ΄ αυτόν το σύνολο των αναφερομένων αποδοχών του, που δικαιούται σύμφωνα με τις διατάξεις του ως άνω Π.Δ. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, κατά τον οποίο ο αναιρεσίβλητος δεν νομιμοποιείται να στραφεί κατ΄ αυτού για την είσπραξη των αποδοχών του, αλλ΄ έπρεπε να στραφεί κατά του Πολυτεχνείου Κρήτης, για το λόγο ότι οι αμοιβές των μελών ΔΕΠ πλήρους απασχόλησης σε Ερευνητικά Πανεπιστημιακά Ινστιτούτα εισπράττονται υποχρεωτικά δια μέσου του Ειδικού Λογαριασμού Κονδυλίων ΄Ερευνας (ΕΛΚΕ) του Ιδρύματος, στο οποίο υπηρετούν, προς το σκοπό ελέγχου της νομιμότητας των σχετικών αμοιβών και της παρακράτησης από τον ΕΛΚΕ των ποσοστών, που αναλογούν υπέρ αυτού, είναι αβάσιμοι, καθόσον το αναιρεσείον έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και δικό του προϋπολογισμό, που υποβάλλεται από το Διευθυντή στο ΔΣ και ναι μεν στο άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 2530/1997 ορίζεται ότι τα μέλη ΔΕΠ πλήρους απασχόλησης δύνανται να αμείβονται από χρηματοδοτούμενα ερευνητικά προγράμματα..... ή από Ερευνητικά Πανεπιστημιακά Ινστιτούτα και ότι οι αμοιβές των μελών αυτών στην ως άνω περίπτωση εισπράττονται υποχρεωτικώς δια μέσου του Ειδικού Λογαριασμού για την αξιοποίηση κονδυλίων του Ιδρύματος, πλην όμως η διάταξη αυτή δεν αναφέρεται στα έμμισθα μέλη ΔΕΠ, όπως είναι ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος δικαιούται μηνιαίων αποδοχών και όχι αμοιβής. Κατόπιν αυτών το Εφετείο δέχθηκε κατά ένα μέρος την ένδικη από 5-12-2001 αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Τέλος, το Εφετείο με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του και κρίνοντας κατά το άνω μνημονευόμενο τρόπο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο των ανωτέρω διατάξεων, που εφάρμοσε, αφού το αποδεικτικό πόρισμα είναι πλήρες και σαφές στο κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της παθητικής νομιμοποιήσεως του αναιρεσιβλήτου προς αξίωση για καταβολή από το αναιρεσείον των αποδοχών του. Επομένως, ο τέταρτος, κατ΄ αμφότερα τα μέρη του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., που αφορά το κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως περί παραδοχής κατά ένα μέρος της ένδικης αγωγής, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου απέδωσε σ΄ αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από το αληθινό. Παραμόρφωση όμως με την ως άνω έννοια δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο ανέγνωσε σωστά το έγγραφο και, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενό του, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., τον αναιρετικό έλεγχο (Ολ. Α.Π. 1/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αφορά το κεφάλαιο αυτής περί απορρίψεως της ανταγωγής του αναιρεσείοντος προς αποζημίωσή του από αδικοπραξία, η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ΄ αριθ. 1995/4-5-2004 εκθέσεως διαχειριστικού ελέγχου του αναιρεσείοντος, που διενεργήθηκε για τα έτη 1995-2001 από την Οικονομική Επιθεώρηση Κρήτης, με το να δεχθεί ότι κατά τον έλεγχο αυτό προέκυψε πληθώρα παρατυπιών, παραλείψεων, ελλείψεων και αντικανονικών ενεργειών, με αποτέλεσμα τη δημιουργία ελλείμματος, το οποίο καταλογίσθηκε στον αναιρεσίβλητο, πλην όμως η εν λόγω έκθεση, που στηρίζεται κυρίως σε φορολογικές παραβάσεις, δεν αποτελεί ασφαλές αποδεικτικό μέσο για τη δίκη, ενώ το αληθές περιεχόμενο της εκθέσεως αυτής είναι ότι από την πληθώρα των παρατυπιών, ελλείψεων και αντικανονικών ενεργειών προκύπτει η δημιουργία ελλείμματος στο αναιρεσείον ΝΠΙΔ, το οποίο οφείλεται σε παραβάσεις του αναιρεσιβλήτου, που σε καμιά περίπτωση δεν είναι φορολογικές. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, μετά από ορθή ανάγνωση του εν λόγω εγγράφου και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του κατέληξε στο προαναφερόμενο συμπέρασμα, το οποίο είναι διαφορετικό από εκείνο που το αναιρεσείον θεωρεί ως ορθό, η δε κρίση του αυτή αποτελεί εκτίμηση των περιεχομένων στο ως άνω αποδεικτικό έγγραφο πραγματικών περιστατικών.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης (άρθρ. 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογίας και η αιτία, συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, μνεία μόνο της ελλείψεως, αν έχει αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη τους προκύπτει και, αν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποια δηλαδή επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται, που είναι αναγκαία για την επάρκειά τους ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού (Ολ. Α.Π. 32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι στερείται νόμιμης βάσης, διότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθόσον αφορά το κεφάλαιο αυτής περί απορρίψεως της ανταγωγής του αναιρεσείοντος, ως ουσιαστικά αβάσιμης, χωρίς όμως να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου και ποια επιπλέον πραγματικά περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση αυτή, που είναι αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών της. Ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως, υπό την προαναφερόμενη διατύπωσή του, δεν περιέχει τα εκτεθέντα αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία, είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 670 κα 671 Κ.Πολ.Δ., οι οποίες έχουν εφαρμογή και στην κατ΄ έφεση δίκη (άρθρ. 674 παρ. 2 του αυτού Κώδικα), προκύπτει ότι κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμά ελευθέρως, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, εξαιρέσει της ομολογίας (Α.Π. 1329/1997, 83/1992). Ενόψει τούτων, η διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ., με την οποία ιδρύεται λόγο αναιρέσεως αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή, ως ασυμβίβαστη με την ως άνω ειδική διαδικασία, που προβλέπεται από τα άρθρα 663 επ. Κ.Πολ.Δ.. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες του νόμου ως προς τη δύναμη της ως άνω υπ΄ αριθ. 1995/4-5-2004 εκθέσεως διαχειριστικού ελέγχου του αναιρεσείοντος, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε αυτό προς απόδειξη της ανταγωγής του, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, ο ίδιος, κατά το έτερο σκέλος του, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται η μομφή, ότι το Εφετείο δίκασε την παρούσα υπόθεση κατά την ως άνω ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ενώ κατά το νόμο έπρεπε να δικάσει αυτή κατά την τακτική διαδικασία, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι η εκδίκαση της υποθέσεως από το καθ΄ ύλην αρμόδιο δικαστήριο κατά διαδικασία διαφορετική από εκείνη που ορίζει ο νόμος δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ. Α.Π. 402/1981).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
-ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-11-2005 αίτηση του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "Ερευνητικό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο Τηλεπικοινωνιακών Συστημάτων Κρήτης" για αναίρεση της υπ΄ αριθ. 469/2005 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
-ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2006. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ