Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of prior objection and unfounded EU state aid claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Third Instance Court's final decision dismissing their electricity sales claim. The appellant argued the lower court erred by applying a specific law without first raising an EU state aid objection, but the court found this argument inadmissible because it was not raised in the original appeal. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 108(3) TFEU; An appeal argument based on a failure to raise a state aid objection is inadmissible if not previously raised in the appeal or if the alleged measure is not a selective state aid.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1369 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1369/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΣ ΑΙΟΛΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΩΝ ΠΗΓΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΣ ΑΙΟΛΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Γεωργακόπουλο, ο οποίος ανακάλεσε την με ημερομηνία κατάθεσης 24-1-2024 δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΑΠΕ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΔΑΠΕΕΠ Α.Ε.", που εδρεύει στον Πειραιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα.
Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Μπεγνή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2906/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 201/2021 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-7-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 6-7-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ.201/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας - ενάγουσας κατά της υπ' αριθ. 2906/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε απορρίψει την αγωγή της, με την οποία αυτή (ενάγουσα - παραγωγός ηλεκτρικής ενέργειας) είχε ζητήσει να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη - εναγομένη ("ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΣ ΑΓΟΡΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε." και ήδη "ΔΑΠΕΕΠ Α.Ε.") να της καταβάλει, όπως περιόρισε το αίτημα της αγωγής της, το συνολικό ποσό των 205.114,07 ευρώ, λόγω πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας προς την εναγομένη κατά τους μήνες από Οκτώβριο του 2013 έως Φεβρουάριο του 2014.
Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρα 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 του Συντάγματος, καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική και οικονομική ζωή της Χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη.
Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε δικαίωμα (ατομικό) η συμμετοχή στην οικονομική ζωή της χώρας και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία. Ειδική πλευρά της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία των συμβάσεων Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συμβιβάζεται, κατ' αρχήν, μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ελευθερία αυτή προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων ή ασκείται κατά παραβίαση του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών, καθώς επίσης κατά τις περιπτώσεις που αυτή ασκείται προς βλάβη της Εθνικής Οικονομίας (άρθρα 5 παρ. 1, 25 παρ. 3 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος).
Επίσης η ελευθερία αυτή μπορεί να περιορισθεί όπου τούτο επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος (ΑΠ 9/2012). Στις εξαιρετικές αυτές περιπτώσεις δεν αρκεί η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη (αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης) του ιδιώτη για να αποκλείσει την επέμβαση του νομοθέτη σε βάρος υφιστάμενων συμβάσεων και ειδικά με ανώνυμη εταιρεία που ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (Ολ.Α.Π.2/1998), όπως είναι η αναιρεσίβλητη. Επομένως, ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται, κατ` αρχήν, να προσδώσει στο νόμο αναδρομική δύναμη, με περιορισμό τη μη προσβολή συνταγματικώς προστατευόμενων δικαιωμάτων. Η αναδρομική ισχύς νόμου είναι μεν επιτρεπτή, δεν μπορεί, όμως, να υπερβεί τα όρια που θέτουν τα άρθρα 2 παρ.1 (προστασία της αξίας του ανθρώπου), 4 παρ.1 (αρχή ισότητας) και 17 (προστασία της ιδιοκτησίας) του Συντάγματος, καθώς και οι υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 παρ.1 του Συντ.) διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκαν συγχρόνως με το ν.δ. 53/1974.
Ειδικότερα με την τελευταία διάταξη (άρθρο 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ) ορίζεται ότι "παν φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται ειρηνικής απολαύσεως των αγαθών του. Ουδείς δύναται να στερηθεί των αγαθών αυτού ει μη δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.
Αι προαναφερόμεναι διατάξεις ουδαμώς θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως εφαρμόση νόμους ούς ήθελε κρίνει αναγκαίους προς έλεγχον της χρήσεως της ιδιοκτησίας συμφώνως προς το γενικόν συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, που περιλαμβάνει όχι μόνον τα εμπράγματα αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα, καθώς και τα κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα.
Καλύπτονται έτσι και τα δικαιώματα (απαιτήσεις) ενοχικής φύσεως, είτε αναγνωρισμένα με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε γεννημένα κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον κατά το χρόνο της προσφυγής στο δικαστήριο δίκαιο, και μπορούν να ικανοποιηθούν. Μόνο δε για λόγους δημόσιας ωφέλειας μπορεί να στερηθεί την περιουσία του φυσικό ή νομικό πρόσωπο (πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου:
Pressos Compania Naviera S.A. κ.α. κατά Βελγίου, (Α332): (1995), παραγρ. 28 επ., Pine Valley Development κατά Ιρλανδίας (Α222): (1992), παραγρ. 51, κ.α. Ομοίως. Ολ.Α.Π.40/1998, Α.Π.974/2003). Δηλαδή, μέσω της αναδρομικής ισχύος του νόμου είναι δυνατόν να επέρχεται απόσβεση ή κατάργηση δικαιωμάτων που έχουν απονεμηθεί με προγενέστερο νόμο, ακόμη και σε εκκρεμείς δίκες, εφόσον δεν έχει εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση (ΣτΕ.824/2012, Α.Π.1127/2006), μόνον εφόσον η κατάργηση ή απόσβεση επιβάλλεται για λόγους δημόσιας ωφέλειας, ήτοι για λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος και εφόσον η αναδρομικότητα αυτή δεν προσκρούει στην αρχή της προστασίας της αξίας του ανθρώπου και της ισότητας (άρθρα 2 παρ.1 και 4 παρ.1 του Συντάγματος), που συμβαίνει όταν δημιουργούνται διακρίσεις χωρίς γενικότερο δημόσιο ή κοινωνικό συμφέρον (Ολ.Α.Π.1067/1979, Α.Π.1127/ 2006, Α.Π.188/2005).
Περαιτέρω, μετά την τροποποίηση του νόμου 2773/1999 περί απελευθερώσεως της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας με τις διατάξεις του νόμου 3175/2003, θεσπίσθηκε το έτος 2005 ο Κώδικας Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΚΔΣ ΣΗΕ 2005), με τον οποίο υιοθετήθηκε ένα συγκεκριμένο σχήμα οργάνωσης και λειτουργίας της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, που είναι αυτό της υποχρεωτικής χονδρεμπορικής αγοράς.
Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού δεν επιτρέπονται διμερή συμβόλαια μεταξύ των συμμετεχόντων στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά αντίθετα, το σύνολο των συναλλαγών διεξάγεται μέσω της χονδρεμπορικής αγοράς, όπου κεντρικός ρόλος αποδίδεται στον "Διαχειριστή του Συστήματος". Ως τέτοιος ορίσθηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." και διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Σ.Μ.Η.Ε." ή "Διαχειριστής του Συστήματος", η ίδρυση της οποίας προβλέφθηκε με το άρθρο 14 του νόμου 2773/1999.
Ο ΚΔΣ ΣΗΕ 2005 αντικαταστάθηκε από τους νέους Κώδικες που θεσπίσθηκαν το 2012, κατ` εξουσιοδότηση του νόμου 4001/2011, ήτοι τον Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος (ΚΔΣ) και τον Κώδικα Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΚΣΗΕ), οι οποίοι εγκρίθηκαν, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 3 και 120 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, με απόφαση της ανεξάρτητης αρχής Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας (ΡΑΕ) και ισχύουν από 1.2.2012.
Στο πλαίσιό τους, ο παραγωγός πωλεί το παραγόμενο αγαθό, ο δε προμηθευτής αγοράζει τούτο. Με τον τρόπο που είναι οργανωμένη, κατά το νομοθετικό πλαίσιο που αναλύθηκε ανωτέρω, η αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, οι παραγωγοί και οι προμηθευτές αυτής δεν συνάπτουν μεταξύ τους διμερείς συμβάσεις για την πώληση.
Το θεσμικό πλαίσιο της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας προβλέπει ένα σύστημα υποχρεωτικής κατάρτισης, με προσχώρηση των παραγωγών και προμηθευτών ηλεκτρικής ενέργειας, σε μια αναγκαστική σύμβαση, η οποία ρυθμίζεται με τους κατωτέρω κανόνες, χωρίς να μπορούν να επιλέξουν τον αντισυμβαλλόμενό τους, ούτε να διαπραγματευθούν τους όρους της σύμβασης.
Την οργάνωση της αγοράς διαχειρίζονται στα διάφορα στάδια αυτής, συγκεκριμένοι θεσμικοί φορείς, ένας από τους οποίους ήταν, υπό το ισχύον στην κρινόμενη υπόθεση νομικό καθεστώς, ο Λειτουργός Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΛΑΗΓΕ Α.Ε., πρώην ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε.), ήδη μετονομασθείσα ως "Διαχειριστής ΑΠΕ και Εγγυήσεων Προέλευσης" με τον διακριτικό τίτλο "ΔΑΠΕΕΠ Α.Ε., δηλαδή η αναιρεσίβλητη εταιρία.
Σύμφωνα με την προβλεφθείσα οργάνωση της σχετικής αγοράς οι υποβάλλοντες προσφορές έγχυσης, δηλαδή ιδίως οι παραγωγοί, λαμβάνουν αμοιβή για την ενέργεια που εγχέουν στο Σύστημα και οι Εκπρόσωποι Φορτίου, δηλαδή ιδίως οι προμηθευτές, καταβάλλουν πληρωμές για την ενέργεια που απορροφούν από το Σύστημα.
Οι πληρωμές αυτές πραγματοποιούνταν μέσω του Λειτουργού της Αγοράς, ήτοι της εταιρίας "ΛΑΗΓΕ Α.Ε.", η οποία αποτελούσε τον εκ του νόμου αποκλειστικό εκκαθαριστή της αγοράς (άρθρο 118 ν. 4001/2011) και τον υποχρεωτικό ενδιάμεσο φορέα μεταξύ παραγωγών και προμηθευτών. Εξάλλου ο νόμος 3468/2006, με τον οποίο τέθηκαν δεσμευτικοί εθνικοί στόχοι σύμφωνα με την Οδηγία 2001/77/ΕΚ, συμπεριέλαβε στα άρθρα 9 επ., μεταξύ άλλων, ρυθμίσεις σχετικά με την κατά προτεραιότητα ένταξη των σταθμών παραγωγής από ΑΠΕ (Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας) στο Σύστημα ή το Δίκτυο (άρθρο 9) καθώς και στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά (άρθρο 10), τη σύναψη συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας (άρθρο 12) και την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ (άρθρο 13), καταργώντας τις προϊσχύσασες διατάξεις των άρθρων 35 παρ. 1-3, 36, 37, 38 και 39 του νόμου 2773/1999 (άρθρο 28 παρ. 1 περ.
β', βλ. και άρθρο 27 παρ. 7). Ακολούθως, με τον νόμο 3851/2010, με τον οποίο επήλθαν ευρείας έκτασης τροποποιήσεις επιμέρους διατάξεων του νόμου 3468/2006, επιδιώχθηκε, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2009/28/ΕΚ, η προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ως περιβαλλοντική και ενεργειακή προτεραιότητα ύψιστης σημασίας για την χώρα.
Για τον σκοπό της εκπληρώσεως των διεθνών δεσμεύσεων και των συναφών ευρωπαϊκών υποχρεώσεων της χώρας προς μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου, κρίθηκε αναγκαία η μεταβολή του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Με το νόμο δε αυτόν (3751/2010) καθορίσθηκαν οι εθνικοί στόχοι για τις ΑΠΕ μέχρι το 2020 και, περαιτέρω, τροποποιήθηκαν οι σχετικές με τις συμβάσεις πώλησης και με την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ διατάξεις του ν. 3468/2006 (άρθρα 1 και 5 παρ. 1 και 2 ν. 3851/2010).
Έτσι, σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 3468/2006, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 5 παρ. 1 του νόμου 3851/2010: "1. Για την ένταξη σταθμών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.) ή από μονάδες Συμπαραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας και Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης (Σ.Η.Θ.Υ.Α.) στο Σύστημα ή στο Δίκτυο, περιλαμβανομένου και του Δικτύου των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 10, ο Διαχειριστής του Συστήματος, εφόσον οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας συνδέονται στο Σύστημα είτε απευθείας είτε μέσω του Δικτύου ή ο Διαχειριστής Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, εφόσον οι εγκαταστάσεις παραγωγής συνδέονται με το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, υποχρεούνται να συνάπτουν σύμβαση πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας με τον κάτοχο της άδειας παραγωγής της. 2.
Η Σύμβαση Πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από σταθμούς Α.Π.Ε. και Σ.Η.Θ.Υ.Α. ισχύει για είκοσι (20) έτη και μπορεί να παρατείνεται, σύμφωνα με τους όρους της άδειας αυτής, μετά από έγγραφη συμφωνία των μερών, εφόσον ισχύει η σχετική άδεια παραγωγής.... 3. Με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, μετά από εισήγηση του αρμόδιου Διαχειριστή και γνώμη της Ρ.Α.Ε., καθορίζονται ο τύπος, το περιεχόμενο και η διαδικασία κατάρτισης των συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, καθώς και κάθε ειδικότερο θέμα και αναγκαία λεπτομέρεια".
Με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου έλαβε χώρα τροποποίηση των προβλέψεων του άρθρου 13 του ν. 3468/2006 σχετικά με την τιμολόγηση της ηλεκτρικής ενέργειας. Περαιτέρω, με την εκδοθείσα κατ' εφαρμογήν της προμνησθείσης εξουσιοδοτικής διατάξεως της παραγράφου 3 του άρθρου 12 του ν. 3468/2006, όπως τροποποιήθηκε κατά τα προεκτεθέντα, εκδόθηκε η απόφαση Α.Υ/Φ1/οικ.17149/ 30.8.2010 της Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (ΦΕΚ Β' 1497).
Με αυτήν καθορίσθηκαν (άρθρο 1) ο τύπος και το συνολικό περιεχόμενο των συμβάσεων πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας που συνάπτονται μεταξύ του Διαχειριστή του Συστήματος (ήδη τότε ΛΑΓΗΕ ΑΕ) και των παραγωγών, οι οποίοι αξιοποιούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, συμμετέχοντας στη συμπαραγωγή ηλεκτρισμού και θερμότητας υψηλής απόδοσης, και συνδέονται στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο της χώρας.
Το άρθρο πρώτο του προτύπου συμβάσεως προβλέπει ότι η ΛΑΓΗΕ ΑΕ αναλαμβάνει την υποχρέωση να αγοράζει ηλεκτρική ενέργεια από τον παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας από σταθμούς ΑΠΕ ή ΣΗΘΥΑ και αντίστοιχα ο παραγωγός να πωλεί την ενέργεια αυτή στη ΛΑΓΗΕ ΑΕ, ενώ το άρθρο δεύτερο προβλέπει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνται να ενεργούν σύμφωνα με τις διατάξεις των οικείων κωδίκων διαχείρισης "καθώς επίσης και με το σύνολο του νομοθετικού πλαισίου που διέπει την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας".
Το άρθρο έβδομο αναφέρεται στην τιμολόγηση ηλεκτρικής ενέργειας και ορίζει, εκτός των άλλων, τα εξής: "Ο Παραγωγός, ο σταθμός του οποίου συνδέεται στα δίκτυα χαμηλής, μέσης ή υψηλής τάσης και λειτουργεί παράλληλα με το διασυνδεδεμένο σύστημα, δικαιούται να λαμβάνει το τίμημα που αντιστοιχεί στο σύνολο της καθαρής παραγωγής ενέργειας που παραδίδει στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο και απορροφάται από αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του Ν. 3468/2006, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 27Α του Ν. 3734/2009 και το άρθρο 5 του Ν. 3851/2010 καθώς και τη λοιπή νομοθεσία που διέπει την αγορά και πώληση ηλεκτρικής ενέργειας".
Το άρθρο δωδέκατο, με τίτλο "Λογαριασμοί και Πληρωμές", προβλέπει περαιτέρω τα ακόλουθα: "1. Ο υπολογισμός του τιμήματος της ηλεκτρικής ενέργειας που εγχύθηκε στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο και απορροφήθηκε από αυτό γίνεται από το ΛΑΓΗΕ σύμφωνα με τον Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας, το Ν. 3468/2006, το άρθρο 27Α του Ν. 3734/2009, το άρθρο 5 του Ν. 3851/2010 και τη λοιπή κείμενη νομοθεσία.
Προς τούτο αποστέλλεται στον Παραγωγό σχετικό σημείωμα στο οποίο αναφέρονται και τυχόν χρέωση αέργου ισχύος και τυχόν απαιτήσεις του ΛΑΓΗΕ κατ' αυτού. Ο Παραγωγός βάσει του πιο πάνω σημειώματος εκδίδει τιμολόγιο, στο οποίο οι απαιτήσεις αυτές συμψηφίζονται με το τίμημα που ο ΛΑΓΗΕ πρέπει να καταβάλει στον Παραγωγό.
Το τιμολόγιο του Παραγωγού αποστέλλεται στο ΛΑΓΗΕ για εξόφληση και είναι πληρωτέο μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την κατάθεσή του στο ΛΑΓΗΕ. 2. Η εξόφληση του τιμολογίου του Παραγωγού γίνεται μέσα στην προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου, ακόμη και αν υπάρχουν αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη όσον αφορά την ακρίβεια του λογαριασμού.
Το συμβαλλόμενο μέρος που έχει αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις τις γνωστοποιεί αμελλητί στο άλλο μέρος. Σε περίπτωση που τελικά διαπιστωθεί σφάλμα, το συμβαλλόμενο μέρος σε βάρος του οποίου προκύπτει διαφορά, οφείλει να την επιστρέψει στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος έντοκα, με το νόμιμο τόκο της υπερημερίας από την ημέρα εξόφλησης των τιμολογίων, μέχρι την ημέρα επιστροφής της διαφοράς. 3.
Σε περίπτωση καθυστέρησης της εξόφλησης λογαριασμού ή τιμολογίου πέραν της προθεσμίας της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, ο ΛΑΓΗΕ οφείλει να πληρώσει στον Παραγωγό και τόκο υπερημερίας επί του οφειλομένου ποσού, από την επομένη της λήξης της προθεσμίας εξόφλησης και χωρίς άλλη ειδοποίηση. 4. Η εκκαθάριση και οι πληρωμές θα γίνονται από το ΛΑΓΗΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας".
Εξάλλου, με το άρθρο 40 του νόμου 2773/1999 συνεστήθη ειδικός λογαριασμός, υπό την διαχείριση της ΔΕΣΜΗΕ ΑΕ και μετέπειτα, κατά το άρθρο 143 του νόμου 4001/2011, της ΛΑΓΗΕ ΑΕ, για την πληρωμή των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ και συμπαραγωγή, με τις τιμές που, κατά τα προαναφερθέντα, ορίζονται με νόμο και δυνάμει των οποίων συνομολογούνται οι οικείες συμβάσεις πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας.
Ειδικότερα, προβλέφθηκε ότι "1. Ο Διαχειριστής του Συστήματος και ο Διαχειριστής του Δικτύου ανακτούν πλήρως τα ποσά που καταβάλλουν στους αντισυμβαλλόμενους σύμφωνα με τα άρθρα 35, 36, 37, 38 και 39 μέσω ειδικού Λογαριασμού τον οποίο διαχειρίζεται ο Διαχειριστής του Συστήματος. 2. Ο Διαχειριστής του Συστήματος υποχρεούται να συστήσει το αργότερο μέχρι την 30ή Απριλίου 2001 τον ειδικό Λογαριασμό της προηγούμενης παραγράφου. 3.
Έσοδα του ειδικού Λογαριασμού είναι: (α) Τα ποσά που καταβάλλουν οι κάτοχοι άδειας παραγωγής και προμήθειας του Συστήματος μέσω της διαδικασίας διευθέτησης των Αποκλίσεων Παραγωγής-Ζήτησης του άρθρου 20, τα οποία αναλογούν στην ισχύ που εντάσσεται κατά προτεραιότητα στο Σύστημα από το Διαχειριστή του Συστήματος κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 35, 37 και 38. (β) Τα ποσά που καταβάλλει η Δ.Ε.Η.
ως αποκλειστικός Προμηθευτής στα Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά... (γ)... Το Ειδικό Τέλος για τη Μείωση Εκπομπών Αερίων Ρύπων (ΕΤΜΕΑΡ), που επιμερίζεται ομοιόμορφα για όλη την ελληνική επικράτεια σε κάθε πελάτη, περιλαμβανομένων και των αυτοπαραγωγών, σύμφωνα με μεθοδολογία η οποία καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, που εκδίδεται μετά από γνώμη της Ρ.Α.Ε., και η οποία λαμβάνει υπόψη την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνει ο κάθε πελάτης και συντελεστές που διαφοροποιούν τον επιμερισμό κατά κατηγορία πελατών, έτσι ώστε να προκύπτει χρέωση που εξισορροπεί τις οικονομικές συνέπειες μεταξύ των κατηγοριών πελατών.
Οι αριθμητικές τιμές των συντελεστών της ανωτέρω μεθοδολογίας προσδιορίζονται κάθε έτος με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης μετά από πρόταση της Ρ.Α.Ε., που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως....". Ρύθμιση σχετικά με αυτό το λογαριασμό περιέλαβε και το άρθρο 143 του νόμου 4001/2011, με το οποίο, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην κρινόμενη περίπτωση χρόνο, ορίσθηκαν τα εξής: "1.
Η ΛΑΓΗΕ ΑΕ και η ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ ανακτούν πλήρως τα ποσά που καταβάλλουν στους αντισυμβαλλόμενους κατά τις διατάξεις της περίπτωσης θ' της παραγράφου 2 του άρθρου 118 και της περίπτωσης η' της παραγράφου 2 του άρθρου 129 αντίστοιχα, μέσω του ειδικού διαχειριστικού Λογαριασμού, όπως αυτός δημιουργήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 40 του νόμου 2779/1999, τον οποίο διαχειρίζεται η ΛΑΓΗΕ ΑΕ. 2.
Έσοδα του ειδικού Λογαριασμού είναι: (α) Τα ποσά που καταβάλλουν οι παραγωγοί και οι προμηθευτές στο πλαίσιο του ημερήσιου ενεργειακού προγραμματισμού του άρθρου 120 και της Εκκαθάρισης των Αποκλίσεων παραγωγής - ζήτησης κατά το άρθρο 105, τα οποία αναλογούν στην ισχύ που εντάσσεται κατά προτεραιότητα στο σύστημα μεταφοράς και στο δίκτυο διανομής της ηπειρωτικής χώρας και των συνδεδεμένων με αυτά νησιών κατά τα οριζόμενα στον ν. 3851/2010. (β) Τα ποσά που καταβάλλουν οι Προμηθευτές στα Μη Διασυνδεμένα Νησιά, για την ηλεκτρική ενέργεια που απορροφάται στα συστήματα των νησιών αυτών, που παράγεται από τις μονάδες που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 129... (γ) Έσοδα από την επιβολή ειδικού τέλους επί της κατανάλωσης που διαφοροποιείται ανά κατηγορία Πελατών, περιλαμβανομένων και των αυτοπαραγωγών, ομοιόμορφα για όλη την ελληνική επικράτεια, σύμφωνα με μεθοδολογία η οποία καθορίζεται με προεδρικό διάταγμα.
Η μεθοδολογία περιλαμβάνει συντελεστές που διαφοροποιούν το ειδικό τέλος κατά κατηγορία Πελατών, έτσι ώστε να προκύπτει χρέωση που εξισορροπεί τις οικονομικές συνέπειες μεταξύ των κατηγοριών Πελατών. Οι αριθμητικές τιμές των συντελεστών της ανωτέρω μεθοδολογίας προσδιορίζονται κάθε έτος με απόφαση της ΡΑΕ που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως... (Α.Π.2043/2022, Α.Π.661/2023).
Με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος ΙΓ υποπαράγραφος ΙΓ.1 του ν. 4254/2014 "Μέτρα στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας στο πλαίσιο εφαρμογής του Ν.4046/2012", έγινε επανακαθορισμός (κατά κανόνα μείωση) των τιμών τιμολόγησης της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από λειτουργούντες σταθμούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ, με έναρξη εφαρμογής των νέων τιμών την 1η Απριλίου 2014.
Στη δε επόμενη υποπαράγραφο ΙΓ.3 του ως άνω άρθρου, η οποία φέρει τον τίτλο "Παροχή έκπτωσης", ορίζονται τα ακόλουθα: "1. Εντός δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος της παρούσας παραγράφου, οι παραγωγοί ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ... προβαίνουν στην έκδοση και παράδοση πιστωτικού τιμολογίου με βάση το Ειδικό Ενημερωτικό Σημείωμα που θα εκδώσουν ο ΛΑΓΗΕ για το Διασυνδεδεμένο Σύστημα και ο ΔΕΔΔΗΕ για το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών.
Οι παραγωγοί ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ υποχρεούνται να εκδώσουν πιστωτικό τιμολόγιο κατά τον Κώδικα Φορολογικής Απεικόνισης Συναλλαγών (ΚΦΑΣ) (ν. 4093/2012), με το οποίο παρέχουν έκπτωση επί της συνολικής αξίας της εγχεόμενης κατά το 2013 ενέργειας: α) σε ποσοστό 34% για φωτοβολταϊκούς σταθμούς που συνδέθηκαν έως 31.12.2009, β) σε ποσοστό 35% για φωτοβολταϊκούς σταθμούς που συνδέθηκαν από 1.1.2010 έως 31.12.2011, γ) σε ποσοστό 37% για φωτοβολταϊκούς σταθμούς που συνδέθηκαν από 1.1.2012 έως 31.12.2012, δ) σε ποσοστό 37,5% για φωτοβολταϊκούς σταθμούς που συνδέθηκαν από 1.1.2013 έως 31.12.2013, ε) σε ποσοστό 20% ειδικά για φωτοβολταϊκούς σταθμούς έως και 100 kW (συμπεριλαμβανομένων των σταθμών που ανήκουν σε κατ` επάγγελμα αγρότες), στ) σε ποσοστό 10% για τις υπόλοιπες ΑΠΕ/ΣΗΘΥΑ. 2.Μέχρι την έκδοση και παράδοση στο ΛΑΓΗΕ του πιστωτικού τιμολογίου που αναφέρεται στην περίπτωση αυτή, αναστέλλεται η υποχρέωση του ΛΑΓΗΕ για το Διασυνδεδεμένο Σύστημα και του ΔΕΔΔΗΕ για το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, καταβολής τιμήματος για την ποσότητα ενέργειας που έχει παραδοθεί και δεν έχει εξοφληθεί.
Τα ακριβή οικονομικά και φορολογικά στοιχεία του πιστωτικού τιμολογίου θα παρέχονται στους παραγωγούς ΑΠΕ/ΣΗΘΥΑ από το ΛΑΓΗΕ και το ΔΕΔΔΗΕ μέσω του Ειδικού Ενημερωτικού Σημειώματος...". Με τις ως άνω διατάξεις θεσπίσθηκαν νέες ρυθμίσεις για την τιμολόγηση της παραγόμενης από ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ ηλεκτρικής ενέργειας και επιδιώχθηκε η επίλυση των προβλημάτων που αντιμετώπιζε η αγορά των Α.Π.Ε.
και είχαν οδηγήσει στην έλλειψη ρευστότητας και συνακόλουθα σε μεγάλες καθυστερήσεις στις πληρωμές προς τους παραγωγούς καθώς και η ρύθμιση θεμάτων τιμολόγησης ΣΗΘΥΑ. Οι ρυθµίσεις αυτές αποτελούν τη συνέχεια µιας σειράς παρεµβάσεων µε στόχο τον εξορθολογισµό της αγοράς των Α.Π.Ε. και ΣΗΘΥΑ. Πιο συγκεκριµένα, από τον Ιανουάριο του 2012 ελήφθησαν µέτρα µε σκοπό τη µείωση της επιβάρυνσης από το κόστος της ενέργειας που παράγεται από έργα Α.Π.Ε.
καθώς και την παράλληλη ενίσχυση του υποστηρικτικού µηχανισµού µε την εξεύρεση νέων πόρων. Η ραγδαία µείωση όµως του κόστους των επενδύσεων σε φωτοβολταϊκά (φ/β) σε συνδυασµό µε τις µειωµένες αλλά ικανοποιητικές εγγυηµένες τιµές, η υπερπροσφορά εξοπλισµού στην αγορά τη δεδοµένη χρονική περίοδο καθώς και η στρατηγική επιλογή των πιστωτικών ιδρυµάτων να χρηµατοδοτήσουν έργα Α.Π.Ε., διατήρησαν τον ρυθµό νέων εγκαταστάσεων σε υψηλά επίπεδα.
Κατά το 2012 καθώς και κατά το πρώτο εξάµηνο του 2013, παρά τα ληφθέντα µέτρα, συνεχίστηκε µε αµείωτη ένταση η εγκατάσταση φ/β συστηµάτων σε όλη την επικράτεια, µε συνέπεια τη συνεχιζόµενη επιβάρυνση του Ειδικού Λογαριασµού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999. Βάσει των ανωτέρω κρίθηκε απολύτως απαραίτητη η άµεση ρύθµιση της αγοράς Α.Π.Ε.
και η αναπροσαρµογή των τιµών αποζηµίωσης των παραγωγών Α.Π.Ε. και ΣΗΘΥΑ ώστε να καταστεί βιώσιµος ο µηχανισµός στήριξης και να µηδενιστεί το έλλειµµα του Ειδικού Λογαριασµού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999 έως το τέλος του 2014 σύµφωνα µε τις δεσµεύσεις της χώρας. Οι βασικές αρχές σχεδιασμού των εισαχθεισών ρυθμίσεων συνοψίζονται ως εξής:
Διασφάλιση ασφαλούς και φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας. Αντιμετώπιση του συσσωρευμένου χρέους του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του ν. 2773/1999. Διασφάλιση της βιωσιμότητας του ανωτέρω Ειδικού Λογαριασμού χωρίς την δημιουργία νέων ελλειμμάτων, σε μακροχρόνια βάση. Προστασία των καταναλωτών από υπέρμετρες αυξήσεις στο Ειδικό Τέλος Εκπομπής Αερίων Ρύπων (Ε.Τ.Μ.Ε.Α.Ρ.) το οποίο, εάν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα, θα αυξηθεί σημαντικά.
Συμμετοχή στα νέα μέτρα όλων των έργων και τεχνολογιών κατά το δυνατόν ανάλογα με τα περιθώρια απόδοσης των σχετικών επενδύσεων, παράγοντας στον οποίο αντικατοπτρίζεται και η συμμετοχή τους στην δημιουργία του ελλείμματος. Θέσπιση κριτηρίων με σκοπό την αξιολόγηση των αποδόσεων των επενδύσεων και της βιωσιμότητας αυτών.
Ειδικότερα, η ως άνω ρύθμιση για την παροχή έκπτωσης επί της ηλεκτρικής ενέργειας που τιμολογήθηκε εντός της διαχειριστικής χρήσης του 2013, έχει θεσπιστεί για λόγους προστασίας της εθνικής οικονομίας και του δημοσίου συμφέροντος, και συγκεκριμένα για την εξυγίανση, την εξασφάλιση της βιωσιμότητας και της αποτροπής κατάρρευσης του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του Ν. 2773/1999, ο οποίος αποτελεί το βασικό μηχανισμό στήριξης των ΑΠΕ, διότι η έως τότε ελλειμματική λειτουργία του Ειδικού Λογαριασμού είχε αποσταθεροποιήσει και διακύβευε τόσο την αγορά των ΑΠΕ (λόγω των καθυστερήσεων πληρωμών των παραγωγών), όσο και το σύνολο της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (λόγω των προβλημάτων που προκαλούνται στο ΛΑΓΗΕ- διαχειριστή του Λογαριασμού και Λειτουργό της όλης αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας).
Ταυτόχρονα, η κάλυψη του ελλείματος του παραπάνω Λογαριασμού με τον ως άνω τρόπο θεσπίστηκε και προς προστασία του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος (ΣτΕ.2406/2024) υπό τις επικρατούσες συνθήκες οικονομικής κρίσης, ώστε να μην υπάρξει υπέρμετρη αύξηση του τέλους που πληρώνουν οι τελικοί καταναλωτές (οικιακοί, βιοτεχνικοί, βιομηχανικοί).
Περαιτέρω, η ανωτέρω νομοθετική επέμβαση σε συνεστημένη συμβατική σχέση, ως εξαιρετικό μέτρο, ελήφθη βάσει γενικών, αντικειμενικών και πρόσφορων κριτηρίων, τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας των τιμών αποζημίωσης και έγινε με εύλογα και δίκαια κριτήρια (τεχνολογία, κόστος κατασκευής, μέγεθος εγκαταστάσεων, χορήγηση ή μη επιδότησης, χρόνος λειτουργίας κ.λ.π.), ώστε να υπάρξει δίκαιη και αναλογική κατανομή του οικονομικού βάρους στους παραγωγούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ με τήρηση του κανόνα της κοινής οικονομικής απόδοσης (ομογενοποίηση αποδόσεων διαφορετικών τεχνολογιών και εγκαταστάσεων, αποκλεισμός/ περιορισμός περιπτώσεων "υπεραποδόσεων" (βλ.
εισηγητική έκθεση του ν. 4254/2014). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, με τις προαναφερόμενες ρυθμίσεις του άρθρου πρώτου παράγραφος ΙΓ υποπαράγραφοι ΙΓ.1 και 3 του ν. 4254/2014, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 παρ. 1, 5 παρ.1, 17, 25 του Συντάγματος, καθώς και των υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 παρ.1 του Συντ.) διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκαν συγχρόνως με το ν.δ. 53/1974, αφού έχουν θεσπιστεί για λόγους προστασίας της εθνικής οικονομίας και του δημοσίου συμφέροντος και ελήφθησαν βάσει γενικών, αντικειμενικών και πρόσφορων κριτηρίων, τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας των τιμών αποζημίωσης και έγιναν με εύλογα και δίκαια κριτήρια.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.Α.Π.7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π.20/2005, Ολ.Α.Π.32/1996).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρία δραστηριοποιείται πολλά έτη στον τομέα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ως παραγωγός ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία παράγεται από το Φωτοβολταϊκό Σταθμό αυτής, που είναι εγκατεστημένος στη θέση "Σκούπα Δ.Ε.
Καρυών" του Δήμου Σπάρτης του Νομού Λακωνίας. Η εναγομένη ιδρύθηκε με βάση το Ν. 4001/2011 για τη λειτουργία ενεργειακών αγορών ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου για έρευνα, παραγωγή και δίκτυα μεταφοράς υδρογονανθράκων... και ασκεί τις δραστηριότητες που ασκούσε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." (ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε."), της οποίας, σύμφωνα με τα άρθρα 117 παρ. 1, 2, 3 και 118 του ανωτέρω Νόμου, αποτελεί καθολικό διάδοχο, πλην των δραστηριοτήτων εκείνων, οι οποίες σύμφωνα με το άρθρο 99 του εν λόγω νόμου, μεταφέρθηκαν στην "Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." (ΑΔΜΗΕ Α.Ε.) (ήδη αναιρεσίβλητη η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΑΠΕ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ Α.Ε.", όπως μετονομάστηκε η εναγομένη εταιρεία "ΛΑΓΗΕ Α.Ε.").
Δυνάμει της από 5-7-2011 έγγραφης σύμβασης πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία καταρτίσθηκε στον Πειραιά μεταξύ της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." (ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε."), εκπροσωπούμενη στην εν λόγω σύμβαση από το Χ. Λ. (Προϊστάμενο του Τμήματος Στελέχους Στάθμης), η οποία, όπως προαναφέρθηκε, αντικαταστάθηκε από την κατά νόμο καθολική διάδοχο ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Λειτουργός της Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε." (ΛΑΓΗΕ Α.Ε.), ήτοι την εναγομένη, και της ενάγουσας (παραγωγός), η οποία εκπροσωπήθηκε από τη Β.
Α., η ανωτέρω "ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε." συμφώνησε και ανέλαβε την υποχρέωση να αγοράζει από την ενάγουσα (παραγωγό) ηλεκτρική ενέργεια και η τελευταία ανέλαβε αντίστοιχα την υποχρέωση να πωλεί στην ως άνω "ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε." ηλεκτρική ενέργεια, η οποία παράγεται από τον προαναφερόμενο φωτοβολταϊκό σταθμό της, κατά τους όρους και συμφωνίες που περιλαμβάνονται στην ανωτέρω σύμβαση, που είναι ενσωματωμένη στην ένδικη αγωγή.
Η διάρκεια της σύμβασης συμφωνήθηκε για είκοσι (20) έτη από την ημερομηνία έκδοσης της άδειας λειτουργίας του σταθμού του παραγωγού (η ενάγουσα κατέχει την υπ' αριθ. πρωτ. .../2010 'Αδεια Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας σε συνδυασμό με την υπ' αριθ. ...-2011 Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων της Περιφέρειας Πελοποννήσου).
Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 12 της (ως άνω σύμβασης "Ο υπολογισμός του τιμήματος της ηλεκτρικής ενέργειας, που εγχύθηκε στο Σύστημα ή το Διασυνδεδεμένο Δίκτυο και απορροφήθηκε από αυτό γίνεται από το ΔΕΣΜΗΕ, σύμφωνα με τον Κώδικα Διαχείρισης του Συστήματος και Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας, το Ν. 3468/2006, το άρθρο 27Α του Ν. 3734/2009, το άρθρο 5 του Ν. 3851/2010 και τη λοιπή κείμενη νομοθεσία.
Προς τούτο αποστέλλεται στον Παραγωγό σχετικό σημείωμα στο οποίο αναφέρονται και τυχόν χρέωση άεργου ισχύος και τυχόν απαιτήσεις του ΔΕΣΜΗΕ κατ' αυτού. Ο Παραγωγός βάσει του πιο πάνω σημειώματος εκδίδει τιμολόγιο στο οποίο οι απαιτήσεις αυτές συμψηφίζονται με το τίμημα που ο ΔΕΣΜΗΕ πρέπει να καταβάλει στον Παραγωγό.
Το τιμολόγιο αποστέλλεται στο ΔΕΣΜΗΕ για εξόφληση και είναι πληρωτέο μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την κατάθεσή του στο ΔΕΣΜΗΕ". Η ενάγουσα, ως παραγωγός, άρχισε να πωλεί αρχικά στον ΔΕΣΜΗΕ Α.Ε. και εν συνεχεία μετά το Ν. 4001/2011 στην εναγομένη ηλεκτρική ενέργεια, την ποσότητα της οποίας και την τιμή μονάδας αυτής καθόριζε πάντα το αντισυμβαλλόμενο μέρος, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 12 της ως άνω σύμβασης.
Η εναγόμενη μέχρι την επίδοση σ' αυτήν της ένδικης αγωγής την, 26-3-2014, δεν είχε καταβάλει στην ενάγουσα τα ποσά που αντιστοιχούν στην πώληση ηλεκτρικής ενέργειας προς αυτήν για τους μήνες από Ιούλιο του έτους 2013 έως και Φεβρουάριο του έτους 2014. Τα ποσά που αντιστοιχούν στους μήνες αυτούς, η ποσότητα ηλεκτρικής ενέργειας που πωλήθηκε, η τιμή μονάδας, με βάση την οποία έγινε υπολογισμός, ο αναλογών Φ.Π.Α. (ο οποίος είχε πληρωθεί από την ενάγουσα ολοσχερώς), καθώς και οι κρατήσεις από το τίμημα για την Έκτακτη Ειδική Εισφορά Αλληλεγγύης που τη βαρύνει, ποσοστού 37%, αναγράφονται στα εκδοθέντα από την ενάγουσα τιμολόγια, τα οποία συνοδεύονται χωριστά από το αντίστοιχο ενημερωτικό σημείωμα της εναγομένης προς αυτήν (ενάγουσα) ανά μήνα για την έκδοση του κάθε τιμολογίου.
Τα τιμολόγια που έχουν εκδοθεί από την ενάγουσα προς την εναγομένη και που αφορούν τους παραπάνω μήνες και συναλλαγή, ήτοι την πώληση των σ' αυτά αναγραφόμενων ποσοτήτων ηλεκτρικής ενέργειας, είναι τα υπ' αριθ. ...-2013, ποσού 72.185,80 ευρώ, ...-2013, ποσού 84.628,59 ευρώ, ...-2013 ποσού 70.398,59 ευρώ, ...-2013 ποσού 60.916,7 ευρώ, ...-2013 ποσού 38.638,35 ευρώ, ...-2013 ποσού 38.610,79 ευρώ, ...-2014 ποσού 28.869,19 ευρώ και ...-2014 ποσού 38.079,17 ευρώ, τα οποία σε πρωτότυπο απεστάλησαν στην εναγομένη, η οποία όφειλε εντός 20 ημερών να τα εξοφλήσει.
Η τελευταία την 2-4-2014, 22-4-2014 και 14-5-2014 κατέβαλε στον τραπεζικό λογαριασμό που τηρεί η ενάγουσα στην Εθνική Τράπεζα τα ποσά των 72.185,80 ευρώ, 84.628,59 ευρώ και 70.398,59 ευρώ, που αντιστοιχούν στην αγορασθείσα ηλεκτρική ενέργεια των μηνών Ιουλίου 2013, Αυγούστου 2013 και Σεπτεμβρίου 2013 αντίστοιχα, για τα οποία (ποσά) η ενάγουσα είχε εκδώσει τα υπ' αριθ. ...-2013, ...-2013 και ...-2013 τιμολόγια, συνολικού ποσού 227.212,98 ευρώ.
Για το λόγο αυτό η ενάγουσα, όπως προαναφέρθηκε, περιόρισε το αίτημα της ένδικης αγωγής της στο ποσό των 205.114,07 ευρώ (432.327 ευρώ - 227.212,98 ευρώ), που αφορά τα εκδοθέντα από αυτή υπ' αριθ. ...-2013, ...-2013, ...-2013, ...-2014 και ...-2014 τιμολόγια, ποσού 60.916,7 ευρώ, 38.638,35 ευρώ, 38.610,79 ευρώ, 28.869,19 ευρώ και 38.079,17 ευρώ αντίστοιχα. Μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4254/2014 (ΦΕΚ τεύχος Α' 85/7-4-2014) και σύμφωνα με την Υποπαράγραφο ΙΓ.3 (Παροχή έκπτωσης) του άρθρου Πρώτου του ως άνω νόμου, κατά την οποία εντός δύο μηνών από την έναρξη ισχύος της παρούσας παραγράφου, οι παραγωγοί ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ, πλην των εντασσόμενων στο ειδικό πρόγραμμα Φ/Β στεγών, υποχρεούνταν να προβούν στην έκδοση και παράδοση πιστωτικού τιμολογίου με βάση το Ειδικό Ενημερωτικό Σημείωμα που έπρεπε να εκδώσει η εναγόμενη για τους αντισυμβαλλομένους της ηλεκτροπαραγωγούς, καθώς και με το πρώτο εδάφιο της περίπτωσης 2 της ανωτέρω υποπαραγράφου κατά την οποία μέχρι την έκδοση και παράδοση στο ΛΑΓΗΕ του πιστωτικού τιμολογίου, που αναφέρεται στην περίπτωση αυτή, αναστέλλεται η υποχρέωση, του ΛΑΓΗΕ για το Διασυνδεδεμένο Σύστημα και του ΔΕΔΔΗΕ για το Δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, καταβολής τιμήματος για την ποσότητα ενέργειας που έχει παραδοθεί και δεν έχει εξοφληθεί, η εναγομένη προέβη στην έκδοση για την ενάγουσα Πιστωτικού Σημειώματος για το έτος 2013, ύψους 256.691,83 ευρώ και στη συνέχεια η ενάγουσα εξέδωσε το υπ' αριθ. ...-2014 πιστωτικό τιμολόγιο, με το οποίο παρασχέθηκε στην εναγόμενη έκπτωση, συνολικού ποσού 256.691,83 ευρώ.
Σημειωτέον ότι ειδικά για το σταθμό ηλεκτροπαραγωγής της ενάγουσας ισχύος άνω των 100 KW, που συνδέθηκε στο δίκτυο μέσης τάσης μετά την 1-1-2013, προβλέφθηκε έκπτωση σε ποσοστό 37,5% επί της συνολικής αξίας της εγχεόμενης κατά το 2013 ενέργειας. Το ως άνω πιστωτικό τιμολόγιο καταχωρίσθηκε την 28-5-2014 στο λογιστικό λογαριασμό που τηρεί η εναγόμενη για την ενάγουσα και το αναγραφόμενο σ' αυτό πληρωτέο ποσό συμψηφίσθηκε με υποχρεώσεις της εναγόμενης έναντι της ενάγουσας για την πιστωθείσα ενέργεια των μηνών Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2013 και Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου και Απριλίου 2014.
Έτσι, η συνολική ένδικη απαίτηση της ενάγουσας, ποσού 205.114,07 ευρώ, που απορρέει από τα υπ' αριθ. ...-2013, ...- 2013, ...-2013, ...-2014 και ...-2014 τιμολόγια, ποσού 60.916,7 ευρώ, 38.638,35 ευρώ, 38.610,79 ευρώ, 28.869,19 ευρώ και 38.079,17 ευρώ αντίστοιχα αποσβέστηκε με το μονομερή συμψηφισμό μέρους της απαίτησης της εναγομένης κατά της ενάγουσας εκ του προαναφερθέντος πιστωτικού τιμολογίου έκπτωσης, ποσού 256.691,83 ευρώ.
Κατόπιν τούτων η παραδεκτώς προβληθείσα. πρωτοδίκως, ένσταση συμψηφισμού της εναγομένης είναι ουσιαστικά βάσιμη. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια και εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις του Ν. 4254/2014, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και οι περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι της εφέσεως, με τους οποίους η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι η διάταξη της υποπαραγράφου ΙΓ.3 του άρθρου πρώτου του Ν. 4254/2014 είναι αντισυνταγματική, διότι παραβιάζει την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρ. 5 παρ.
I του Συντ.), την αρχή της ισότητας (άρθρ. 4 παρ. 1 του Συντ.), την αρχή της αναλογικότητας και της εμπιστοσύνης του διοικούμενου, καθώς επίσης είναι αντίθετη προς το άρθρο 14 της Ε.Σ.Δ.Α., 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., 17 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και στο άρθρο 108 παρ. 3 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.), είναι απορριπτέοι ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της ενάγουσας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση που έκρινε όμοια και είχε απορρίψει την αγωγή της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Με αυτά, που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη της υποπαραγράφου ΙΓ.3 του άρθρου πρώτου του Ν. 4254/2014, η οποία δεν παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 4 παρ.1, 5 παρ.1, 17, 25 του Συντάγματος, καθώς και των υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 παρ.1 του Συντ.) διατάξεων των άρθρων 6 παρ. 1, 14 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκαν συγχρόνως με το ν.δ. 53/1974, καθόσον η ως άνω ρύθμιση για την παροχή έκπτωσης επί της ηλεκτρικής ενέργειας που τιμολογήθηκε εντός της διαχειριστικής χρήσης του 2013, έχει θεσπιστεί για λόγους προστασίας της εθνικής οικονομίας και του δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα για την εξυγίανση, την εξασφάλιση της βιωσιμότητας και της αποτροπής κατάρρευσης του Ειδικού Λογαριασμού του άρθρου 40 του Ν. 2773/1999, ο οποίος αποτελεί το βασικό μηχανισμό στήριξης των ΑΠΕ, διότι η έως τότε ελλειμματική λειτουργία του Ειδικού Λογαριασμού είχε αποσταθεροποιήσει και διακύβευε τόσο την αγορά των ΑΠΕ (λόγω των καθυστερήσεων πληρωμών των παραγωγών), όσο και το σύνολο της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (λόγω των προβλημάτων που προκαλούνται στο ΛΑΓΗΕ- διαχειριστή του Λογαριασμού και Λειτουργό της όλης αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας), καθώς και προς προστασία του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος υπό τις επικρατούσες συνθήκες οικονομικής κρίσης, ώστε να μην υπάρξει υπέρμετρη αύξηση του τέλους που πληρώνουν οι τελικοί καταναλωτές (οικιακοί, βιοτεχνικοί, βιομηχανικοί), ελήφθη δε σε συνεστημένη συμβατική σχέση, ως εξαιρετικό μέτρο, βάσει γενικών, αντικειμενικών και πρόσφορων κριτηρίων, τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας των τιμών αποζημίωσης και έγινε με εύλογα και δίκαια κριτήρια (τεχνολογία, κόστος κατασκευής, μέγεθος εγκαταστάσεων, χορήγηση ή μη επιδότησης, χρόνος λειτουργίας κ.λ.π.), ώστε να υπάρξει δίκαιη και αναλογική κατανομή του οικονομικού βάρους στους παραγωγούς ΑΠΕ και ΣΗΘΥΑ.
Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Ο από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται όταν έλλειψη αιτιολογίας ή ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες υπάρχουν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δηλαδή στις παραδοχές του δικαστηρίου, που ανάγονται στο πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε ή που έπρεπε να εφαρμοστεί, και όχι στην ερμηνεία του νόμου και υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών, αφού την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ελέγχει πάντοτε ο Άρειος Πάγος βάσει του άρθρου 559 αριθ.1 σε συνδυασμό με το άρθρο 578 ΚΠολΔ (Α.Π.1446/2019, Α.Π.1192/2013).
Επομένως, ο πέμπτος, από τον αριθ.19 του άρθρου 559, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται μη επαρκή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ερμηνεία της διάταξης της υποπαραγράφου ΙΓ.3 του άρθρου πρώτου του Ν. 4254/2014, δηλαδή ότι αυτή δεν αντίκειται στις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, είναι απαράδεκτος, καθόσον η επικαλούμενη με αυτόν αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται σε έλλειψη αιτιολογίας κατά την ερμηνεία διάταξης ουσιαστικού δικαίου, με συνέπεια να μην ιδρύεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του ν. 4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ' άρθρο 116 παρ.2 εδ. β του ίδιου νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται σ' αυτό ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ή ότι συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π.267/2021, Α.Π.1851/2007).
Συνεπώς, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (Α.Π.1401/2008). Έτσι, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) μπορούσε να γίνει (Α.Π.267/2021, Α.Π.781/2020, Α.Π.382/2020).
Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνον από τον αριθμό 1 του εν λόγω άρθρου (Α.Π.1591/2023, Α.Π.274/2020, Α.Π.4/2020, Α.Π.259/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 107 (κρατικές ενισχύσεις) παρ.1 της ΣΛΕΕ (πρώην άρθρο 87 της ΣΕΚ) "ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη μέλη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό δια της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν οι Συνθήκες ορίζουν άλλως". Κατά δε το άρθρο 108 παρ.3 της ΣΛΕΕ, "η Επιτροπή ενημερώνεται εγκαίρως περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν ενισχύσεις, ώστε να δύναται να υποβάλει τις παρατηρήσεις της....Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν δύναται να εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση".
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσής της, προβάλλει την από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα εφάρμοσε την επίμαχη διάταξη του Ν.4254/2014, η οποία συνιστά κρατική ενίσχυση και είναι παράνομη, καθόσον δεν έχει κοινοποιηθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή προ της θέσπισής της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 108 παρ.3 της ΣΛΕΕ.Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει στο αναιρετήριο ότι πρόβαλε πρωτοδίκως τον ως άνω ισχυρισμό και ότι τον επανέφερε νόμιμα στο Εφετείο με σχετικό λόγο της έφεσής της, σε κάθε δε περίπτωση είναι αβάσιμος, αφού η επίμαχη διάταξη του Ν.4254/2014 δεν συνιστά επιλεκτικό μέτρο και κρατική ενίσχυση.
Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στην αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 6/7/2022 αίτηση της "ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΣ ΑΙΟΛΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΩΝ ΠΗΓΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε." για αναίρεση της υπ` αριθ.201/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ