Supreme Court allows appeal against defamation conviction due to lack of specific and detailed reasoning in the lower court's decision.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal regarding the lack of specific and detailed reasoning in the lower court's conviction for defamation. The defendant argued that the judgment failed to adequately address the facts and misapplied Article 510 of the Criminal Code. The court found the appeal admissible because the lower court's decision was substantively flawed by its insufficient justification.
Legislator headnote
AI generatedArticles 510 paragraphs 1 letters D and E of the Criminal Code; A criminal judgment is void if it lacks specific and detailed reasoning regarding the facts and the application of the law, thereby violating the right to a fair trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1369 / 2020 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1369/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη και Νικόλαο Βεργιτσάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 16 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Ο. Γ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Ζευκιλή, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 522/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς. Με πολιτικώς ενάγοντα - υποστηρίζοντα την κατηγορία: Γ. Α. του Α., κάτοικο ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κακαντώνη.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Πειραιώς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 8.9.2020 αίτησή του, (ασκηθείσα με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 10.9.2020), που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1001/2020.
Αφού άκουσε Την Εισαγγελέα η οποία πρότεινε: α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, β) να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το σκέλος και τη διάταξή της που αφορά στην μερικότερη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης με χρόνο τέλεσης την 18.12.2012, για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και γ) να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη εναντίον της αναιρεσείουσας για την μερικότερη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης και δη του ότι "Στον ... στις 31.7.2012 ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον....βλ. διατακτικό..." και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Η υπό κρίση από 8-9-2020 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 10-9-2020) της Ο. Γ. του Κ., κάτοικου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 522/7-7-2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, με την οποία αυτή κηρύχθηκε ένοχη για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε λόγους αναίρεσης, α) την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β') την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης (άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' ΚΠΔ) και συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη βασιμότητα των λόγων της. Επισημαίνεται πως κλητεύθηκε νομότυπα ο υποστηρίζων την κατηγορία Γ. Α. και εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης.
II. Η καταδικαστική απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ιδρύεται έτσι ο εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, όταν, μεταξύ άλλων, δεν μνηνονεύονται σ' αυτήν τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσεώς του περί της ενοχής του κατηγορουμένου. Ειδικότερη αναφορά τούτων δεν είναι αναγκαία, ούτε και παράθεση των περιστατικών που προέκυψαν από καθένα, πρέπει, όμως, να υπάρχει βεβαιότητα, για την οποία αρκεί η μνεία όλων των αποδεικτικών μέσων κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη το σύνολο αυτών. Η επιλεκτική παράθεση ορισμένων, από την οποία δημιουργείται αμφιβολία για το αν λήφθηκαν υπόψη και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, τα οποία ούτε κατά κατηγορία μνημονεύονται, συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, εκτός εάν, από το όλο περιεχόμενο της αιτιολογίας της αποφάσεως, προκύπτει κατά τρόπο αναμφισβήτητο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα (ΑΠ 600/2020).
III. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πειραιώς , που δίκασε ως Εφετείο, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 522/2020 αποφάσεώς του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, με αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα μέρος, του σκεπτικού της τα ακόλουθα κατά λέξη πραγματικά περιστατικά : "...βλ. σκεπτικό προσβαλλομένης...".
"Η κατηγορουμένη, στον ..., στις 31•7•2012 κατά την κατάθεση της από 30.7.2012 και υπ'ΑΒΜ Α12/866/31.7.2012 μήνυσης της ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών ... και στις ΐ8.10.2012 κατά την ένορκη εξέταση της ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών, ισχυρίστηκε για τον Γ. Α. τα εξής : Ότι... "αμέσως μετά το θάνατο τον συζύγου μου ο Γ.
Α., αδελφός του σε άμεση συνεργασία με τον τότε υπάλληλο τον συζύγου μου, Κ. Β. ... και το λογιστή της εταιρίας του Ι. Τ., με κάλεσε για να με ενημερώσει δήθεν περί των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του συζύγου μου. Κατά την ενημέρωση αυτή εκτός τον ότι μου απέκρυψαν την ύπαρξη και άλλων εταιριών τον συζύγου μου, φρόντισαν να με παραπληροφορήσουν και να με εξαπατήσουν κυρίως για θέματα που αφορούσαν τη λειτουργία και τη μετοχική σύνθεση της ανωτέρω εταιρίας.
Με ... "ενημέρωσαν" λοιπόν, δια της τηρήσεως και "πρακτικών" της συζήτησης, μεταξύ άλλων, ότι δήθεν ο Γ. Α. και ο σύζυγος μου μετείχαν κατά 50% στην εταιρία N. H. ltd και ότι δήθεν από κοινού συμμετείχαν στη διοίκηση της. Περαιτέρω μου ανέφεραν ότι δήθεν αναζητείται το μαύρο κουτί με τα πρωτότυπα καταστατικά της εταιρίας, ενώ το είχαν ήδη αυτοί στην κατοχή τους και γνώριζαν το περιεχόμενο του, ότι δηλαδή ουδεμία συμμετοχή είχε ο Γ..
Α. στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρίας και ότι μοναδικός μέτοχος και διευθυντής και δη κατά ποσοστό 100% ήταν ο Κ. Α., καθώς επίσης και ότι οι λογαριασμοί της άνω εταιρίας ανήκαν από κοινού στο Γ. Α. και στον Κ. Α. που ήταν επίσης ψευδές. Πέραν αυτών, ο Γ..Α. μου ανέφερε ότι η εν λόγω εταιρία μετά το θάνατο του συζύγου μου, αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα εκπροσωπήσεως, γεγονός που θα προκαλούσε μεγάλη οικονομική ζημία τόσο στην εταιρία, όσο και στον ίδιο, ο οποίος ήταν δήθεν μέτοχος αυτής κατά ποσοστό 50%.
Με την ανωτέρω απατηλή συμπεριφορά του ο Γ. Α., συνεπικουρούμενος από τους άλλους, οι οποίοι όχι μόνο επιβεβαίωσαν όσα απατηλά μου γνωστοποίησε ο Γ. Α., αλλά και ως εκ της θέσεώς τον στην εταιρία με έπεισε να αναγνωρίσω ότι το κληρονομικό δικαίωμα εμού και της ανήλικης κόρης μου περιοριζόταν τελικώς στο ποσοστό 50% του συνόλου των μετοχών της ως άνω λιβεριανής εταιρίας και ότι το λοιπό ποσοστό ανήκε στον ίδιο.
Περαιτέρω, με έπεισε ότι οι εταιρικές μετοχές έπρεπε να εκδοθούν και να διανεμηθούν, κατά το ως άνω ποσοστό εταιρικής συμμετοχής....". "Ο αποβιώσας σύζυγός μου, ουδέποτε μέχρι το θάνατό του προέβη, ούτε σε διορισμό τρίτου προσώπου, ούτε σε μεταβίβαση, ούτε σε εκχώρηση, με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, κανενός εκ μέρους των μετοχικών δικαιωμάτων του επί της ως άνω λιβεριανής εταιρίας, ούτε προς τον πρώτο μηνυόμενο, ούτε και προς κανένα άλλο, τρίτο πρόσωπο.
Μετά το άνοιγμα των ανωτέρω λογαριασμών και την εκ μέρους μου, μετά από παροτρύνσεις του Γ. Α., μεταφορά των ανωτέρω χρηματικών ποσών τα οποία ανήκουν αποκλειστικά σε μένα και στην ανήλικη κόρη μου, ως μοναδικές κληρονόμους του αποβιώσαντος συζύγου μου, ο Γ. Α. εν πλήρει γνώσει ότι ουδέν δικαίωμα είχε στα ανωτέρω χρηματικά ποσά τα οποία δεν του ανήκαν τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, διαπράττοντας έτσι, το αδίκημα της υπεξαίρεσης και μάλιστα σε βαθμό κακουργήματος."...
Τα παραπάνω κατατεθέντα εκ μέρους της κατηγορουμένης γεγονότα είναι ψευδή και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του Γ. Α., εκείνη δε το γνώριζε και παρά ταύτα προχώρησε στις παραπάνω πράξεις. Ειδικότερα, ο σύζυγος της κατηγορουμένης Κ. Α. που πέθανε στην Αθήνα στις 20.2.1997" ήταν αδελφός του εγκαλούντα Γ.
Α., μικρότερος κατά 11 έτη. Ο Γ. Α., επί δεκαετίες απασχολείτο στον τομέα της Εμπορικής Ναυτιλίας, και είχε προτρέψει και το μικρότερο αδελφό του Κ., να απασχοληθούν από κοινού στον τομέα των ναυτιλιακών επιχειρήσεων, όπως και έγινε. Για το σκοπό αυτό συνέστησαν την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Ν.
Ε. Ν. ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ (N. G. S. ENTERPRISES COMPANY LIMITED) και διακριτικό τίτλο Ν.ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ (N. G. LTD), με έδρα τον ... στην οποία συμμετείχαν με μία μερίδα έκαστος, η Ά. Α. σύζυγος του εγκαλούντα με 45 εταιρικά μερίδια, ο Κ. Α. με 18 εταιρικά μερίδια και ο Β. Ν. με 27 εταιρικά μερίδια, και με αντικείμενο τη διαμεσολάβηση έναντι προμήθειας για την ανάθεση ναυπηγοεπισκευαστικών εργασιών πλοίων σε ναυπηγεία της αλλοδαπής κυρίως της Πολωνίας, όπου ο εγκαλών Γ.ς Α., ναυπηγός μηχανολόγος, που διέθετε επαγγελματικές γνώσεις και εμπειρία δεν συμμετείχε εμφανώς την εταιρεία αυτή αλλά χρησιμοποιούσε τη σύζυγο του ως παρένθετο πρόσωπο, διότι δεν επιθυμούσε να εμφανίζεται, καθώς εργαζόταν ταυτόχρονα ως αρχιμηχανικός και ναυτιλιακή εταιρεία με το διακριτικό τίτλο Θ....
Έτσι πραγματικοί εταίροι της ανωτέρω εταιρείας ήταν οι δύο αδελφοί Γ. του Κ. Α., οι οποίοι ανέπτυξαν και σημαντική επιχειρηματική δραστηριότητα με την ίδρυση νομικών προσώπων με συναφή αντικείμενα. Χαρακτηριστικά, από το 1987 έως τις αρχές της δεκαετίας του 1990, η ανωτέρω εταιρία που δραστηριοποιήθηκε στο ναυπηγεία της πόλης ...
της Πολωνίας, εισέπραξε προμήθειες άνω των $ 500.000. Το ποσό της προμήθειας που αναλογούσε στην εταιρεία από την ανωτέρω ιδιαιτέρως επιτυχημένη δραστηριότητα, κατατίθετο σε κοινό λογαριασμό του Κ. Α. και της κατηγορούμενης συζύγου του, στην τράπεζα A. Ε., δοθέντος ότι ο Κ. Α. εξαιτίας της ιδιότητας του ως ναυτικού είχε τη δυνατότητα να διακινεί συνάλλαγμα χωρίς περιορισμούς.
Ωστόσο, κυρίαρχο ρόλο στην επιδίωξη του εταιρικού σκοπού της ΕΠΕ είχε ο εγκαλών, που διέθετε και την επιστημονική κατάρτιση ως ναυπηγός μηχανικός, αλλά και το αναγκαίο πελατολόγιο, που είχε διαμορφώσει κατά την πολυετή δραστηριοποίηση του σε καίριες θέσεις της ναυτικής βιομηχανίας από το έτος 1977• Ο ίδιος δε, μεσολαβούσε μεταξύ των ενδιαφερομένων πλοιοκτητριών εταιρειών και των πολωνικών ναυπηγείων για την κατάρτιση των σχετικών συμβάσεων, με το μεγαλύτερο ποσοστό προς επισκευή να ανήκουν στην εταιρεία Θ....
Είχε συστήσει και άλλη εταιρεία με αντίστοιχο αντικείμενο, την K... LTD, την οποία έλυσε με σκοπό να δρομολογηθεί η συνεργασία με τον αδερφό του. Το 1992, συνεστήθη στη ... της Λιβερίας όπου και η έδρα της, η εταιρία N. H. LTD, με μοναδικό αρχικό εταίρο έναν λιβεριανό υπήκοο, ο οποίος αυθημερόν μεταβίβασε κάθε δικαίωμα, τίτλο και συμφέρον από την εταιρεία αυτή στον Κ.
Α., ο τελευταίος δε πραγματοποίησε την πρώτη συνεδρίαση της εταιρίας στον ... όπου ήταν και η πραγματική της έδρα, στα ίδια γραφεία που στεγαζόταν και η ελληνική ως άνω εταιρεία Ν. Ε. ΕΠΕ. Επίσης ο Κ. Α. όρισε τον εαυτό του Πρόεδρο, Γραμματέα και Ταμία της εταιρίας αυτής. Οι δύο παραπάνω εταιρείες με την επωνυμία Ν., ελληνική και λιβεριανή, αποτελούσαν τα επιχειρηματικά εργαλεία των δύο αδελφών Α.
και χρησιμοποιήθηκαν από αυτούς για την επίτευξη των επιχειρηματικών τους σκοπών, αν και ο Γ.. Α. δεν είχε την ιδιότητα του εταίρου σε καμία από τις δύο εταιρείες, πλην όμως η ενεργός συμμετοχή τους στις εταιρείες ήταν αδιαμφισβήτητα σημαντική. Λίγο αργότερα οι δύο εταιρείες κατήρτισαν ξεχωριστές συμβάσεις αποκλειστικής αντιπροσώπευσης των πολωνικών ναυπηγείων της πόλης ..., η δε ελληνική εταιρεία εμφανιζόταν από το 1993 έως το 1996 με μηδενικό κύκλο εργασιών και είχε παραμείνει σε αδράνεια, στην πραγματικότητα όμως, συνέχιζε τη δράστηριότητά της στο εξωτερικό, ενώ η λιβεριανή εταιρεία αποτελούσε το βοηθητικό εργαλείο των εμπορικών δραστηριοτήτων της ελληνικής εταιρείας για την υλοποίηση των επαγγελματικών σχεδίων των αδελφών Α., παρέχοντας τη δυνατότητα σε αυτούς να διατηρούν λογαριασμούς σε συνάλλαγμα στους οποίος κατατίθεντο οι προμήθειες και οι αμοιβές τους σε συνάλλαγμα χωρίς τις γραφειοκρατικές διαδικασίες που θα απαιτούνταν για την έγκριση συναλλάγματος από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα.
Δηλαδή, μετά την ίδρυση της λιβεριανής εταιρείας η διαδικασία πληρωμής των προμηθειών προς την ελληνική εταιρεία αλλά και στις υπόλοιπες επιχειρήσεις συμφερόντων Α., γινόταν ευκολότερα μέσω της λιβεριανής εταιρείας ειδικότερα στους λογαριασμούς που υποδείκνυαν οι αδελφοί Α., ήτοι τον υπ'αριθ. 5044178 της A.
E., με δικαιούχους τον Κ. Α. και την κατηγορούμενη, που προϋπήρχε της λιβεριανής εταιρείας, τον υπ'αριθ. 7134355 κοινό λογαριασμό της κατηγορουμένης του Γ. Α. και του Κ. Β. και τον υπ' αριθ. 2348756 της A. E.πού ήταν ο κεντρικός εισπρακτικός λογαριασμός με δικαιούχο τη λιβεριανή εταιρεία. Με λίγα λόγια, η λιβεριανή εταιρεία αποτελούσε εισπρακτική εταιρεία στην οποία γίνονται οι καταβολές των προμηθειών - αμοιβών από τις ναυπηγοεπισκευαστικές επιχειρήσεις Α.
στην Πολωνία, διαθέτοντας τους λογαριασμούς της ώστε να εισάγονται τα συναλλαγματικά εμβάσματα, που ανήκαν στην ελληνική εταιρεία Ν. και στις άλλες συναφείς επιχειρήσεις Α.. Γι'αυτό άλλωστε, δεν υπήρχε λόγος διανομής μετοχών μεταξύ των αδελφών Α., οι οποίοι συνέχιζαν την κοινή επιχειρηματική τους δραστηριότητα.
Η κατηγορούμενη γνώριζε το χαρακτήρα της εταιρείας αυτής ως εισπρακτικής, με βάση τα παραπάνω γεγονότα τα οποία και η ίδια βίωνε, τόσο μέσω του συζύγου της, όσο και διότι εργαζόταν στα γραφεία των εταιρειών Ν. στον ... και εκτελούσε και η ίδια πολλές φορές τραπεζικές εργασίες μεταφοράς χρημάτων από τους λογαριασμούς της λιβεριανής εταιρείας προς τις άλλες εταιρίες συμφερόντων Α..
Γνώριζε επίσης, ότι ο σύζυγος της Κ. και ο Γ.. Α. ασκούσαν κοινές επιχειρηματικές δραστηριότητες σχετικά με τη διαμεσολάβηση σε επισκευές πλοίων, ίδρυαν διάφορες εταιρίες μεταξύ των οποίων και η λιβεριανή εταιρεία η οποία είχε συσταθεί προκειμένου οι αδελφοί Α. να τυγχάνουν ευνοϊκής φορολογικής μεταχείρισης και για να έχουν συναλλαγματικές διευκολύνσεις με την καταβολή στους λογαριασμούς της των προμηθειών των εταιρειών συμφερόντων τους σε συνάλλαγμα χωρίς τις διαδικασίες που απαιτούνται για την έγκριση εξαγωγής συναλλάγματος.
Χαρακτηριστικά μάλιστα ότι ως προς τη λιβεριανή εταιρεία ποτέ δεν είχαν διανεμηθεί οι μετοχές της σε αντίθεση με τις λοιπές εταιρείες συμφερόντων των αδελφών Α.. Τ'ανωτέρω είναι δείγματα της απεριόριστης εμπιστοσύνης που υπήρχε μεταξύ των αδελφών Α.. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, όπως δέχεται το υπ'αριθ. 245/2004 αμετάκλητο βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Πειραιώς Ωστόσο, μετά το θάνατο του Κ.
Α., στις 20.2.1997, η κατηγορουμένη και ο εγκαλών ξεκίνησαν σφοδρή αντιδικία με αφορμή την αμφισβήτηση εκ μέρους της κατηγορουμένης της πραγματικής δραστηριότητας της λιβεριανής εταιρείας και τη συμμετοχή του Γ. Α. σ' αυτήν. Η κατηγορουμένη δέχτηκε αρχικά την εξ ημισείας συμμετοχή των αδελφών Α. στις επιχειρηματικές δραστηριότητες, όπως της εξέθεσε ο εγκαλών μετά το θάνατο του συζύγου της και τη, συνεπεία του θανάτου του Κ.
Α., διαμόρφωση των ποσοστών της ανήλικης θυγατέρας της και της ίδιας σε 38% και 12% αντίστοιχα, και 50% στον εγκαλούντα μετά την έκδοση 100 μετοχών στη συνεδρίαση της 20.3-1997. καθώς και τη συνέχιση της δραστηριότητας της λιβεριανής εταιρίας με τη συμμετοχή της ίδιας, του γιου του εγκαλούντος, Α. Α. και του Κ. Β., με συναλλαγές διενεργούμενες από την ίδια και τον Κ.
Β., (δοθέντος ότι ο Α. Α. δεν ήταν μέλος του Διοικητικού συμβουλίου) και κυρίως με τη δική της γνώση, διότι για συναλλαγές άνω των $ 10.000 απαιτείτο η συναίνεση όλων, καθώς και το γεγονός ότι στη συνέχεια έκλεισε τον υπ' αριθ. 5044178 κοινό λογαριασμό και άνοιξε δύο νέους κοινούς λογαριασμούς στους οποίους συμμετείχε και η ίδια, όπου μεταφέρθηκε το υπόλοιπο του και απ' όπου εκείνη ανέλαβε το ποσό των $ 105.273,52 και ο Α.
Α. το ποσό των $ 300.000. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι, όπως δέχεται το υπ'αριθ. 245/2004 αμετάκλητο βούλευμα του συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, από τον ανωτέρω λογαριασμό ανελήφθησαν μεγάλα χρηματικά ποσά τα οποία κατατέθηκαν στη συνέχεια σε κοινό λογαριασμό των αδελφών Α. στην Ελβετία, πράγμα που ενισχύει την από κοινού δραστηριοποίηση των αδελφών Α.
και τη συμμετοχή του εγκαλούντος ως συνδικαιούχου. Μάλιστα, λίγες ημέρες πριν το θάνατο του, ο Κ. Α. είχε ζητήσει να αντικατασταθεί η κατηγορουμένη - σύζυγος του από τον ανωτέρω κοινό λογαριασμό (υπ' αριθ. 5044178) με τον εγκαλούντα. Ωστόσο, λίγους μήνες μετά το θάνατο του συζύγου της, η συμπεριφορά της μεταβλήθηκε και ισχυρίστηκε ότι ο εγκαλών δεν είχε καμία συμμετοχή στη λιβεριανή εταιρία, ότι αυτή ανήκε αποκλειστικά στο σύζυγο της και κατά συνέπεια στην ίδια και στην ανήλικη θυγατέρα της κατά το κληρονομικό τους δικαίωμα και ότι ο εγκαλών την εξαπάτησε, παριστώντας της ότι συμμετείχε και εκείνος με ποσοστό 50%" με αποτέλεσμα να αναγνωρίσει αυτή τη μετοχική ιδιότητα του εγκαλούντος και να δεχθεί τη διανομή των μετοχών.
Ακολούθησαν αντιδικίες σε αστικό, αρχικά, επίπεδο, που οδήγησαν στην αδρανοποίηση της λιβεριανής εταιρίας και τη διακοπή συνεργασίας της με τα πολωνικά ναυπηγεία, τα οποία έκτοτε συνεργάζονταν με τη νέα εταιρία του Γ. Α. "M. M. sa" στην οποία μεταφέρθηκε και το προσωπικό της λιβεριανής εταιρίας (και στις 4-6.1998 καταγγέλθηκε και η εργασιακή σχέση της κατηγορουμένης με την τελευταία), αλλά και υποβολή εκ μέρους της κατηγορουμένης, μηνύσεων σε βάρος α) του εγκαλούντος, του Α.
Α. και του Κ. Β. για το αδίκημα της απάτης, (από 1.8.2007, υπ'ΑΒΜ Γ08/2500), αλλά και σε βάρος του εγκαλούντος, της συζύγου του, του Α. Α. του Κ. Β., του Ι. Τ., του Κ. Α. και του Δ. Τ., (αό 26.7.2000, υπ'ΑΒΜ Α00/1977), ισχυριζόμενη τα ίδια περιστατικά, ότι δηλαδή ο εγκαλών μεταξύ άλλων, την παραπλάνησε ως προς τη διανομή των μετοχών της λιβεριανής εταιρίας, ότι της παρέστησαν ψευδώς ότι αντιμετωπίζει προβλήματα εκπροσώπησης και ρευστότητας (η εταιρία), κοκ και έτσι την έπεισαν να διανείμει τις μετοχές της λιβεριανής εταιρίας και να κρατήσει για την ίδια και την ανήλικη θυγατέρα της μόνο το 50%.
Επί των ως άνω μηνύσεων, εξεδόθησαν τα υπ'αριθ. 2285/2012 και 3173/2012 βουλεύματα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και το υπ'αριθ. 245/2004 βούλευμα του συμβουλίου Εφετών ..., ήδη αμετάκλητο, τα οποία αποφάνθηκαν αμετάκλητα να μη γίνει κατηγορία εναντίον του εγκαλούντος για τα περιστατικά που αποτελούν αντικείμενο και της παρούσας δίκης, το τελευταίο δε δέχθηκε τα ίδια ως άνω γεγονότα σχετικά με την αφανή συμμετοχή του εγκαλούντος στη λιβεριανή εταιρία, το χαρακτήρα αυτής ως εισπρακτικής των αμοιβών της ελληνικής εταιρίας και την εξ ημισείας συμμετοχή των αδελφών Α., κατά τη βούλησή τους.
Μάλιστα, με το υπ'αριθ. 3173/2012 ως άνω βούλευμα, κρίθηκε ότι η κατηγορουμένη είχε ιδία αντίληψη για τα ανωτέρω γεγονότα αφού η ίδια εργάστηκε ως υπάλληλος αλλά διετέλεσε και Πρόεδρος της λιβεριανής εταιρίας επί ι6 μήνες (Μάρτιος 1997 έως Ιούνιος 1998) και είχε πρόσβαση στους εταιρικούς τραπεζικούς λογαριασμούς και γνώση του χαρακτήρα της λιβεριανής εταιρίας ως εισπρακτικής, ενώ με το υπ'αριθ. 245/2004 ως άνω βούλευμα κρίθηκε ότι ο εγκαλών ήταν εν τοις πράγμασι εταίρος (αφανής) και όχι διαχειριστής της λιβεριανής εταιρίας κατά ποσοστό 50%, ότι αυτή λειτουργούσε ως εισπρακτική εταιρία των επιχειρήσεων Α.
και ότι ουδεμία εξαπάτηση έλαβε χώρα από τον εγκαλούντα σε βάρος της κατηγορουμένης. Εξάλλου, το υπ'αριθ. 2285/2012 ως άνω βούλευμα δέχτηκε ότι η κατηγορουμένη γνώριζε τ'ανωτέρω, εν όψει δε της δυσχέρειας του εγκαλούντα να εκπροσωπεί και να διαχειρίζεται τη λιβεριανή εταιρία λόγω της εργασιακής σχέσης του με την εταιρία Θ..., επεδίωξε ν' αποκτήσει τον έλεγχο της λιβεριανής εταιρίας αποκλείοντας τον εγκαλούντα, ο οποίος εν όψει της κατάστασης αυτής, ίδρυσε άλλες εταιρίες στις οποίες μετέφερε τη δραστηριότητα της λιβεριανής εταιρίας.
Παράλληλα, σε αστικό επίπεδο, ο εγκαλών, κατέθεσε την από 29.5-2001 αίτηση ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου της .. για λύση και εκκαθάριση της λιβεριανής εταιρίας, νομιμοποιούμενος με βάση την εταιρική του ιδιότητα κατά ποσοστό 50% και ισχυριζόμενος ότι λόγω διενέξεων μεταξύ των μετόχων η εταιρία αυτή αδυνατεί να λειτουργήσει, Σχετική κλήση προς συζήτηση επιδόθηκε στην κατηγορουμένη τις 31.7.2001, όμως, παρά το γεγονός ότι η τελευταία αρνήθηκε να την παραλάβει, παραστάθηκε νομίμως, συμμετείχε στη σχετική δίκη και ανέπτυξε και εγκατέστησε πλήρως την άμυνά της.
Επί της αίτησης αυτής εξεδόθη η από 16.8.2005 απόφαση του λιβεριανού δικαστηρίου δυνάμει της οποίας η αίτηση έγινε δεκτή και διορίστηκε εκκαθαριστής κοινοποιήθηκε δε στην κατηγορουμένη στις 10.2.2006 (βλ. υπ. αριθ. 10610β'/10.2.06 εκθ. επίδοσης του Δικ. Επιμελητή ... Δ. Α.) και κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα δυνάμει της υπ' αριθ. 1496/2012 απόφασης στου Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Εν όψει όλων των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι τα όσα ισχυρίστηκε η κατηγορουμένη με την από 31-7-2012 έγκλησή της σε βάρος του ήδη εγκαλούντος Γ. Α. και αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης ήταν ψευδή και εκείνη το γνώριζε, από πληροφόρηση από το σύζυγο της, από τη δική της εργασιακή σχέση στη λιβεριανή εταιρία κατά τα ανωτέρω, αλλά και από το περιεχόμενο του υπ'αριθ. 245/2004 ως άνω αμετάκλητου βουλεύματος και της απόφασης του δικαστηρίου της ...
Επίσης γνώριζε ότι τα ανωτέρω αναφερθέντα περιστατικά μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος στο κοινωνικό και επαγγελματικό του περιβάλλον, αλλά παρόλ' αυτά υπέβαλε τους ανωτέρω ψευδείς ισχυρισμούς της και συνακόλουθα πρέπει ν' απορριφθεί ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης ότι η κατηγορία πρέπει να μεταβληθεί σε απλή δυσφήμηση και ότι συντρέχει λόγος άρσης του αδίκου, κατ' άρθρ. 367§1γ Π.Κ.
Ακολούθως το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε την αναιρεσείουσα κατηγορούμενη ένοχη της αξιόποινης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης κατ' εξακολούθηση και της επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών. Ειδικότερα την κήρυξε ένοχη του ότι: "Στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του.
Τα γεγονότα ήταν ψευδή και γνώριζε ότι αυτά είναι ψευδή και ειδικότερα, αφενός στον ..., στις 31/7/2012, κατά την κατάθεσή μήνυσης ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, αφ' ετέρου στην Αθήνα στις 18/10/2012 κατά την ένορκη εξέτασή της, ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών, ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα Γ.
Α., τα εξής γεγονότα: "...Αμέσως μετά το θάνατο του συζύγου μου, ο Γ.. Α., αδερφός του, σε άμεση συνεργασία με τον μέχρι τότε υπάλληλο του συζύγου μου, Κ. Β.... και λογιστή της εταιρίας του Ι. Τ., με κάλεσε για να με ενημερώσει δήθεν περί των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του συζύγου μου. Κατά την ενημέρωση αυτή εκτός του ότι μου απέκρυψαν την ύπαρξη και άλλων εταιρειών του συζύγου μου, φρόντισαν να με παραπληροφορήσουν και να με εξαπατήσουν κυρίως για τα θέματα που αφορούσαν τη λειτουργία και τη μετοχική σύνθεση της ανωτέρω εταιρείας.
Με... "ενημέρωσαν" λοιπόν, δια της τηρήσεως και "Πρακτικών της συζήτησης" μεταξύ άλλων, ότι δήθεν ο Γ.. Α. και ο σύζυγος μου μετείχαν κατά 50% στην εταιρεία N. H. LTD, και ότι δήθεν από κοινού συμμετείχαν στη διοίκηση της. Περαιτέρω μου ανάφεραν ότι δήθεν αναζητείται το μαύρο κουτί με τα πρωτότυπα καταστατικά της εταιρείας, ενώ το είχαν αυτοί ήδη στην κατοχή τους και γνώριζαν το περιεχόμενο του, ότι δηλαδή ουδεμία -συμμετοχή είχε ο Γ.
Α. στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, και ότι μοναδικός μέτοχος και διευθυντής και δη κατά ποσοστό 100% ήταν ο Κ. Α., καθώς επίσης και ότι οι λογαριασμοί της ως άνω εταιρείας ανήκαν από κοινού στον Γ. Α. και στον Κ. Α., που ήταν ψευδές. Πέραν αυτών, ο Γ.ς Α. μου ανέφερε ότι η εν λόγω εταιρεία, μετά το θάνατο του συζύγου μου αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα εκπροσωπήσεως, γεγονός που θα προκαλούσε μεγάλη οικονομική ζημιά τόσο στην εταιρεία, όσο και στον ίδιο, οποίος ήταν "δήθεν" μέτοχος αυτής κατά ποσοστό 50%.
Με την ανωτέρω απατηλή συμπεριφορά του, ο Γ.. Α., συνεπικουρούμενος από τους άλλους, οι οποίοι όχι μόνο επιβεβαίωσαν όσα απατηλά μου γνωστοποίησε ο Γ. Α. αλλά και ως εκ της θέσεως του στην εταιρεία, με έπεισε να αναγνωρίσω ότι το κληρονομικό δικαίωμα εμού και της ανήλικης κόρης μου, περιοριζόταν τελικώς στο ποσοστό 50% του συνόλου των μετοχών της ως άνω λιβεριανής εταιρείας και ότι το λοιπό ποσοστό ανήκε στον ίδιο.
Περαιτέρω, με έπεισε ότι οι εταιρικές μετοχές έπρεπε να εκδοθούν και να διανεμηθούν, κατά το ως άνω ποσοστό εταιρικής συμμετοχής[...] Ο αποβιώσας σύζυγος μου, ουδέποτε μέχρι το θάνατο του προέβη, ούτε σε διορισμό τρίτου προσώπου, ούτε σε μεταβίβαση, ούτε σε εκχώρηση, με οποιοδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, κανενός εκ μέρους των μετοχικών δικαιωμάτων του επί της ως άνω Λιβεριανής Εταιρείας, ούτε προς τον πρώτο μηνυόμενο, ούτε και προς κανένα άλλο, τρίτο πρόσωπο.
Μετά το άνοιγμα των ανωτέρω λογαριασμών και την εκ μέρους μου, μετά από παροτρύνσεις του Γ. Α., μεταφορά των ανωτέρω χρηματικών ποσών, τα οποία ανήκαν αποκλειστικά σε εμένα και την κόρη μου, ως μοναδικές κληρονόμους του αποβιώσαντος συζύγου μου, ο Γ.. Α., εν πλήρει γνώσει ότι ουδέν δικαίωμα είχε στα ανωτέρω χρηματικά ποσά, τα οποία δεν του ανήκαν, τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, διαπράττοντας έτσι, το αδίκημα της υπεξαίρεσης και μάλιστα σε βαθμό κακουργήματος[....] IV.
Με τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, στέρησε την απόφασή του από την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού, δεν μνημονεύει ούτε κατ' είδος τα αποδεικτικά μέσα, που έλαβε υπόψη, από τα οποία προέκυψαν τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε για να καταλήξει στην ανωτέρω καταδικαστική για την αναιρεσείουσα κρίση του.
Ειδικότερα, από την παραδεκτή δε για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης, προκύπτει ότι εξετάσθηκαν στο ακροατήριο μάρτυρες κατηγορίας, αναγνώσθηκαν τα διαλαμβανόμενα στην οικεία θέση 83 (ογδόντα τρία) έγγραφα και απολογήθηκε η παρούσα στη δίκη κατηγορούμενη ήδη αναιρεσείουσα, αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν προκύπτει, ούτε από άλλη αναφορά του όλου περιεχομένου της άνω απόφασης, είτε ευθέως, είτε διηγηματικώς ότι αυτά λήφθηκαν πράγματι υπόψη. Έτσι όμως, η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι ειδική και εμπεριστατωμένη.
Συνεπώς , είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'του ΚΠΔ , για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
V. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμελήματα, είναι πενταετής και αρχίζει από τότε που τελέσθηκε η πράξη. Η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 368 εδ. β', και 511 εδ. τελευταίο του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξεως, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, ακόμη και από τον Άρειο Πάγο κατά την διάταξη του άρθρου 511 εδ. γ. Κ.Π.Δ., ο οποίος, διαπιστώνοντας τη συμπλήρωση αυτής, υποχρεούται να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως είναι τυπικά παραδεκτή και περιέχεται σ' αυτήν ένας τουλάχιστον παραδεκτός και βάσιμος λόγος από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 του ΚΠοινΔ (Ολ. ΑΠ 7/2005).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμισης, κατ' εξακολούθηση για τις οποίες καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη, τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, από τη φερόμενη δε τέλεση της κάθε επιμέρους πράξης (31-7-2012 και 18-10-2012) μέχρι τη διάσκεψη επί της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (4-12-2020) παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της οκταετίας και εξαλείφθηκε με παραγραφή το αξιόποινο των πράξεων αυτών. Επομένως, αφού η ένδικη αίτηση περιέχει έναν τουλάχιστον παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, (της επιβαλλομένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ), πρέπει να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά της κατηγορουμένης για την ανωτέρω πράξη, λόγω παραγραφής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Μετά από αυτά, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της ως προς την αναιρεσείουσα και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για την προαναφερθείσα κατ' εξακολούθηση πράξη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 522/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και
Παύει οριστικά την ποινική δίωξη, κατά της Ο. Γ. του Κ. κατοίκου ... του ότι: "Στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ισχυρίστηκε ενώπιον τρίτων για κάποιον άλλον γεγονότα που μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του. Τα γεγονότα ήταν ψευδή και γνώριζε ότι αυτά είναι ψευδή και ειδικότερα, αφενός στον ..., στις 31/7/2012, κατά την κατάθεσή μήνυσης ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, αφ' ετέρου στην Αθήνα στις 18/10/2012 κατά την ένορκη εξέτασή της, ενώπιον του Πταισματοδίκη Αθηνών, ισχυρίστηκε για τον εγκαλούντα Γ.
Α., τα εξής γεγονότα: "...Αμέσως μετά το θάνατο του συζύγου μου, ο Γ. Α., αδερφός του, σε άμεση συνεργασία με τον μέχρι τότε υπάλληλο του συζύγου μου, Κ. Β.... και λογιστή της εταιρίας του Ι. Τ., με κάλεσε για να με ενημερώσει δήθεν περί των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του συζύγου μου. Κατά την ενημέρωση αυτή εκτός του ότι μου απέκρυψαν την ύπαρξη και άλλων εταιρειών του συζύγου μου, φρόντισαν να με παραπληροφορήσουν και να με εξαπατήσουν κυρίως για τα θέματα που αφορούσαν τη λειτουργία και τη μετοχική σύνθεση της ανωτέρω εταιρείας.
Με... "ενημέρωσαν" λοιπόν, δια της τηρήσεως και "Πρακτικών της συζήτησης" μεταξύ άλλων, ότι δήθεν ο Γ. Α. και ο σύζυγος μου μετείχαν κατά 50% στην εταιρεία N. H. LTD, και ότι δήθεν από κοινού συμμετείχαν στη διοίκηση της. Περαιτέρω μου ανάφεραν ότι δήθεν αναζητείται το μαύρο κουτί με τα πρωτότυπα καταστατικά της εταιρείας, ενώ το είχαν αυτοί ήδη στην κατοχή τους και γνώριζαν το περιεχόμενο του, ότι δηλαδή ουδεμία -συμμετοχή είχε ο Γ.
Α. στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, και ότι μοναδικός μέτοχος και διευθυντής και δη κατά ποσοστό 100% ήταν ο Κ. Α., καθώς επίσης και ότι οι λογαριασμοί της ως άνω εταιρείας ανήκαν από κοινού στον Γ. Α. και στον Κ. Α., που ήταν ψευδές. Πέραν αυτών, ο Γ. Α. μου ανέφερε ότι η εν λόγω εταιρεία, μετά το θάνατο του συζύγου μου αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα εκπροσωπήσεως, γεγονός που θα προκαλούσε μεγάλη οικονομική ζημιά τόσο στην εταιρεία, όσο και στον ίδιο, οποίος ήταν "δήθεν" μέτοχος αυτής κατά ποσοστό 50%.
Με την ανωτέρω απατηλή συμπεριφορά του, ο Γ.. Α., συνεπικουρούμενος από τους άλλους, οι οποίοι όχι μόνο επιβεβαίωσαν όσα απατηλά μου γνωστοποίησε ο Γ.. Α. αλλά και ως εκ της θέσεως του στην εταιρεία, με έπεισε να αναγνωρίσω ότι το κληρονομικό δικαίωμα εμού και της ανήλικης κόρης μου, περιοριζόταν τελικώς στο ποσοστό 50% του συνόλου των μετοχών της ως άνω λιβεριανής εταιρείας και ότι το λοιπό ποσοστό ανήκε στον ίδιο.
Περαιτέρω, με έπεισε ότι οι εταιρικές μετοχές έπρεπε να εκδοθούν και να διανεμηθούν, κατά το ως άνω ποσοστό εταιρικής συμμετοχής[...] Ο αποβιώσας σύζυγος μου, ουδέποτε μέχρι το θάνατο του προέβη, ούτε σε διορισμό τρίτου προσώπου, ούτε σε μεταβίβαση, ούτε σε εκχώρηση, με οποιοδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, κανενός εκ μέρους των μετοχικών δικαιωμάτων του επί της ως άνω Λιβεριανής Εταιρείας, ούτε προς τον πρώτο μηνυόμενο, ούτε και προς κανένα άλλο, τρίτο πρόσωπο.
Μετά το άνοιγμα των ανωτέρω λογαριασμών και την εκ μέρους μου, μετά από παροτρύνσεις του Γ. Α., μεταφορά των ανωτέρω χρηματικών ποσών, τα οποία ανήκαν αποκλειστικά σε εμένα και την κόρη μου, ως μοναδικές κληρονόμους του αποβιώσαντος συζύγου μου, ο Γ.ς Α., εν πλήρει γνώσει ότι ουδέν δικαίωμα είχε στα ανωτέρω χρηματικά ποσά, τα οποία δεν του ανήκαν, τα ιδιοποιήθηκε παράνομα, διαπράττοντας έτσι, το αδίκημα της υπεξαίρεσης και μάλιστα σε βαθμό κακουργήματος [...] ." ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ