Supreme Court dismisses appeal against lower court's rejection of contract termination claim due to lack of standing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision rejecting the appellant's claim for damages. The appellant argued the lower court incorrectly applied the burden of proof regarding the termination of the distribution agreement, but the court found the evidence sufficient. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellant was ordered to pay the costs of the first appellant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 558, 566, 559 para. 13 of the Code of Civil Procedure; An appeal must be directed against the opponent of the appellant, who must be a party capable of holding rights and obligations, and the legal personality ceases to be a party if dissolved by law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1369 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1369/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Εταιρείας με την επωνυμία "... ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιάκωβο Βενιέρη και Μιχαήλ Μαρίνο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΑΣ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΩΝ ΜΕΛΑΝΙΩΝ ΚΑΙ ΧΡΩΜΑΤΩΝ ... ΕΛΛΑΣ" που εδρεύει στον ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΛΑΝΙΩΝ ΚΑΙ ΧΡΩΜΑΤΩΝ", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Αριστείδη Χιωτέλλη και Χαράλαμπο Παμπούκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/12/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5110/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 318/2016 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/6/2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 318/2016 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση που είχε ασκήσει η πρώτη αναιρεσίβλητη κατά της 5110/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η από 21.12.2009 αγωγή αυτής και της δεύτερης αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε στο σύνολό της την απόφαση αυτή και κρίνοντας κατ' ουσίαν δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την αναιρεσείουσα, ενώ απέρριψε την αγωγή ως προς τη μη διάδικο στην παρούσα δίκη αρχικά δεύτερη εναγόμενη.
Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τα άρθρα 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον του αντιδίκου του αναιρεσείοντος. Για να απευθυνθεί η αίτηση κατά του αντιδίκου αυτού, πρέπει ο τελευταίος να είναι ικανός να είναι διάδικος, δηλαδή να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
Αν πρόκειται για αντίδικο νομικό πρόσωπο η ικανότητα αυτού να είναι διάδικος παύει αφότου τούτο κατά νόμο έχει λυθεί. Έτσι, αν το νομικό πρόσωπο έχει λυθεί νόμιμα, πράγμα που συμβαίνει και σε περίπτωση συγχώνευσης εταιρείας ή εταιρειών με απορρόφηση, κατά την οποία μια η περισσότερες εταιρίες (απορροφούμενες), οι οποίες λύονται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση, μεταβιβάζουν σε άλλη υφιστάμενη εταιρία (απορροφούσα) το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της περιουσίας τους, η απορροφούσα εταιρία, υποκαθιστάμενη σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφούμενης και εξομοιούμενη εντεύθεν με καθολική διάδοχο αυτής, συνεχίζει αυτοδικαίως την εκκρεμή δίκη χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση εκ μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται λόγω της συγχώνευσης διακοπή της δίκης, ούτε απαιτείται δήλωση για την επανάληψή της, με την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρώς, λόγω μη ειδικής αμφισβήτησης, η ιδιότητα της συνεχίζουσας τη δίκη ως καθολικής διαδόχου με απορρόφηση της αρχικής διαδίκου εταιρίας, η οποία ιδιότητα, αν αμφισβητείται από τον αντίδικο, εξετάζεται από το δικαστήριο παρεμπιπτόντως (ΑΠ 904/2010).
Έτσι, η απορροφούμενη εταιρεία παύει να υπάρχει και η αναίρεση δεν μπορεί να απευθύνεται κατ' αυτής, εφόσον το γεγονός τούτο ήταν σε γνώση του αναιρεσείοντος κατά την άσκηση της αναίρεσης. Εάν παρά ταύτα ο αναιρεσείων απευθύνει την αναίρεση κατά του μη υπάρχοντος πλέον νομικού προσώπου (απορροφούμενης εταιρείας), αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Το απαράδεκτο αυτό εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 512/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Η πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρεία και η δεύτερη αναιρεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΜΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΜΕΛΑΝΙΩΝ ΚΑΙ ΧΡΩΜΑΤΩΝ", άσκησαν, κατά της αναιρεσείουσας και της εταιρείας με την επωνυμία "...", την από 21-12-2009 αγωγή τους, απευθυνόμενη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για αξιώσεις από τις επικαλούμενες μεταξύ τους συμβάσεις.
Με την 5110/2011 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου η αγωγή απορρίφθηκε κατά ένα μέρος ως αόριστη και κατά τα υπόλοιπα αιτήματά της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής, η πρώτη αναιρεσίβλητη, ως ηττηθείσα διάδικος, καθώς επίσης και ως καθολική διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως δι' απορροφήσεως της δεύτερης ενάγουσας, επίσης ηττηθείσας διαδίκου, άσκησε την από 28-12-2011 έφεση, αιτούμενη την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και την παραδοχή της αγωγής.
Το Εφετείο Αθηνών, με την 318/2016 απόφαση, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, δικάζοντας επί της αγωγής, απέρριψε αυτήν ως προς τη δεύτερη εναγόμενη (που δεν είναι διάδικος στη δίκη επί της ως άνω αιτήσεως αναίρεσης) και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την αναιρεσείουσα, υποχρεώνοντας αυτήν να καταβάλει το εν αυτή χρηματικό ποσό στην ενάγουσα-πρώτη αναιρεσίβλητη, ατομικά και ως καθολική διάδοχο της ως άνω αρχικά δεύτερης ενάγουσας.
Η αναιρεσείουσα, άσκησε κατά της απόφασης αυτής την κρινόμενη από 30-6-2016 αίτηση αναίρεσης, την οποία στρέφει κατά αμφοτέρων των αρχικά εναγουσών. Όμως, η δεύτερη αναιρεσίβλητη, δεν υφίσταται ως νομικό πρόσωπο, αφού έχει λυθεί νόμιμα, λόγω της απορρόφησής της, δια συγχωνεύσεως, από την πρώτη αναιρεσίβλητη.
Η αναιρεσείουσα, αναφέρει στο δικόγραφο της αναίρεσης ότι γνωρίζει την απορρόφηση της δεύτερης αναιρεσίβλητης από την πρώτη τούτων και συνεπώς τη λύση αυτής, ενόψει μάλιστα και του ότι στη δίκη στο Εφετείο, την έφεση είχε ασκήσει, για το λόγο αυτό, μόνο η πρώτη αναιρεσίβλητη, η οποία και είχε παρασταθεί στη συζήτηση, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν ήταν διάδικος και κατ' ακολουθία αντίδικος της αναιρεσείουσας στη δίκη.
Επομένως, η αίτηση αναίρεσης ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη, είναι απαράδεκτη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.τ.λ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και ΟλΑΠ 28/1998). Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και η υπαγωγή αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΟλΑΠ 9/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από την πιο πάνω διάταξη λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης, με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (ΟλΑΠ 13/1995).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993). Με βάση τον έλεγχο του περιεχομένου αυτού του αιτιολογικού της απόφασης, και όχι του περιεχομένου άλλων εγγράφων ή αποφάσεων, σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη νόμιμης βάσης και τη βασιμότητα ή μη του προκείμενου λόγου αναίρεσης.
Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που δεν αποτελούν αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων, αλλά συνέχονται με την αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, και να ιδρύεται λόγος αναίρεσης από την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (ΑΠ 533/2016, ΑΠ 614/2009).
Επίσης, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984), γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 156/2017).
Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 852/2015, ΑΠ 1987/2007).
Περαιτέρω, η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, απόρροια της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους που καθιερώνεται με το άρθρο 361 ΑΚ, είναι ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση εμπορικής συνεργασίας, με βάση την οποία ο ένας συμβαλλόμενος, που είναι ο παραγωγός ή ο χονδρέμπορος, υποχρεούται να πωλεί αποκλειστικά στον άλλο συμβαλλόμενο, που είναι ο διανομέας, τα εμπορεύματα που έχουν συμφωνηθεί σε σχέση με ορισμένη γεωγραφική περιοχή και τα οποία, στη συνέχεια, ο διανομέας μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
Δηλαδή ο διανομέας ενεργεί ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις του εμπορίου. Ωστόσο, με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, ο διανομέας αναλαμβάνει, συνήθως, την υποχρέωση να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλούμενων προϊόντων, να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού, να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών.
Η έννοια, ειδικότερα, της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός αυτοδεσμεύεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή ευθύνης του και αντίστροφα ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεούται, κατά κανόνα, να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή (Ολ ΑΠ 16/2013, ΑΠ 191/2016, ΑΠ 852/2015), δηλαδή ίδια προϊόντα άλλου παραγωγού (ΑΠ 1935/2009, ΑΠ 1933/2009).
Με τα χαρακτηριστικά αυτά η σύμβαση αποκλειστικής διανομής διαφοροποιείται από αυτή του εμπορικού αντιπρόσωπου, ο οποίος εκτελεί βοηθητικές εργασίες διαμεσολάβησης , όπως τη διαπραγμάτευση για την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, καθώς και τη σύναψη των σχετικών συμβάσεων, στο όνομα και για λογαριασμό του ιδίου του αντιπροσωπευόμενου, δεδομένου ότι ο διανομέας ενεργεί στο δικό του όνομα και για λογαριασμό του.
Η σύμβαση αποκλειστικής διανομής δεν ρυθμίζεται με ειδικές διατάξεις, έχει όμως τα στοιχεία εντολής, οπότε το υφιστάμενο ακούσιο (γνήσιο) κενό καλύπτεται με αναλογική, κατ' αρχήν, εφαρμογή των διατάξεων του ΑΚ για την εντολή (άρθρα 713-729 ΑΚ). Ήδη, με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007, ορίστηκε ότι, οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ/τα 249/1993, 88/1994 και 312/1995, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον στο πλαίσιο αυτών ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, που κυρίως σημαίνει ότι ακολουθεί τις οδηγίες του ως προς τις τεχνικές προώθησης των πωλήσεων και την εμφάνιση των προϊόντων, δικαιούμενος να χρησιμοποιεί τα σήματά του, αλλά και υποχρεούμενος να παρέχει σ' αυτόν πληροφορίες σχετικά με το πελατολόγιο του και τις εξελίξεις στην αγορά ευθύνης του.
Το π.δ/γμα 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε για την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, για το συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους, αφορά μόνον τους εμπορικούς αντιπροσώπους, με αντικείμενο, μάλιστα, δραστηριότητας αποκλειστικά την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων και όχι και την παροχή υπηρεσιών προς τον εντολέα τους.
Όμως, δεν αποκλείεται η διαμεσολαβητική λειτουργία και άλλων επαγγελματιών, όπως προπάντων είναι ο διανομέας και ο παραγγελιοδόχος, να προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της. Τέτοια ομοιότητα υπάρχει, ιδίως, όταν οι επαγγελματίες αυτοί αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με τις υποχρεώσεις που απορρέουν για τον εμπορικό αντιπρόσωπο από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του π.δ/τος 219/1991, και ειδικότερα:
α) να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχο του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιο τους.
Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους.
Δηλαδή, αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι' αυτόν όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασής τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη.
Στις περιπτώσεις αυτές, ναι μεν δεν είναι δυνατή στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991, όμως, με βάση πάντοτε τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης, είχε γίνει δεκτή και πριν από το ν. 3577/2007, η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεών του και στις συμβάσεις αυτές, και γενικότερα σε όσες διαμεσολαβητικές εμπορικές συμβάσεις εμφανίζουν τα βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και υπάρχει παρόμοια κατάσταση συμφερόντων, που δημιουργεί αντίστοιχη ανάγκη προστασίας.
Οπωσδήποτε, η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του π.δ/τος 219/ 1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο και σε άλλες μορφές εμπορικών διαμεσολαβητικών δραστηριοτήτων, κρίνεται κατά περίπτωση, με την έννοια όχι βέβαια επιλεκτικά, έτσι ώστε η αναλογία να αποτελεί για την περίπτωση αυτή εισαγωγή στην πραγματικότητα ατομικού δικαίου, αλλά θα πρέπει η ατομική περίπτωση να συγκεντρώνει τα στοιχεία που δικαιολογούν εξ αντικειμένου την επέκταση και σ' αυτή των ρυθμίσεων του ως άνω π.δ/τος.
Δηλαδή, με βάση τα στοιχεία αυτά, επιτυγχάνεται η αναλογική εφαρμογή του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε όμοια περίπτωση και όχι αποκλειστικά στην κρινόμενη ατομική περίπτωση και μάλιστα κατά τον ίδιο αντικειμενικό τρόπο εξειδικεύεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής των επιμέρους διατάξεων του π.δ/τος στο σύνολο των όμοιων περιπτώσεων, οπότε ασφαλώς δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη από το άρθρο 26 του Συντάγματος άσκηση νομοθετικού έργου από τα δικαστήρια.
Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991 σε κάθε δυνατή περίπτωση και η επιδίκαση έτσι της προβλεπόμενης, από την παρ. 1 εδ. α' αυτού, αποζημίωσης πελατείας, που δικαιολογείται συνεπώς και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, όταν συντρέχουν τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία.
Ειδικότερα, κατά τις εφαρμοζόμενες αναλογικά και στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής διατάξεις της παρ. 1 του εν λόγω άρθρου, ο διανομέας δικαιούται μετά τη λύση της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας-παραγωγός διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες που χάνει ο διανομέας από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία κατά ποσό δεν μπορεί να υπερβαίνει το ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου (ΟλΑΠ16/2013).
Στο ίδιο εξάλλου πλαίσιο κρίνεται η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής και των λοιπών διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας ( ΑΠ 650/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ύστερα από την εκτίμηση των προσκομισθέντων νόμιμα αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η πρώτη ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρεία Παραγωγής, Εμπορίας και Αντιπροσωπείας τυπογραφικών μελανιών και χρωμάτων ...
ΕΛΛΑΣ" και το διακριτικό τίτλο "..." δραστηριοποιείται στην εμπορία και παραγωγή μελανιών και χρωμάτων και ειδικότερα στους κλάδους μελανιών εύκαμπτης συσκευασίας (μελανιών για υλικά συσκευασίας), μελανιών γραφικών τεχνών (offset, για εκτύπωση εντύπων, εφημερίδων, περιοδικών κλπ) και οικοδομικών χρωμάτων.
Με τις .../31.3.2009 .../15.10.2009 συμβολαιογραφικές πράξεις της συμβολαιογράφου Αθηνών Ευφροσύνης Σιμοπούλου, η πρώτη ενάγουσα προέβη σε απόσχιση του κλάδου μελανιών που αφορούσε τη δραστηριότητά της στην Ελλάδα και στην εισφορά αυτού στη δεύτερη ενάγουσα, ήδη δεύτερη εκκαλούσα, 100% θυγατρική της, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "…...
Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία μελανιών και χρωμάτων" και το διακριτικό τίτλο "..., στην οποία μεταβίβασε το σύνολο της περιουσίας του κλάδου αυτού (ενεργητικό και παθητικό), ενώ η ίδια διατήρησε, μέσω των θυγατρικών εταιρειών της, που είχε ιδρύσει στην περιοχή των Βαλκανίων (..., ...), την παραγωγή και εμπορία μελανιών εκτός Ελλάδος.
Ήδη, με την Κ2-8869/28.12.2012 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ 12455/2.11.2012 και 12695/9.11.2012), εγκρίθηκε η συγχώνευση των εκκαλουσών εταιρειών με απορρόφηση της δεύτερης από την πρώτη τούτων, δυνάμει της .../21.12.2012 πράξης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου και, επομένως, η πρώτη ενάγουσα κατέστη καθολική διάδοχος της δεύτερης και υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτής.
Η πρώτη εναγομένη είναι γερμανική εταιρεία, που ανήκει στον Όμιλο ... με έδρα το Μόναχο, ο οποίος δραστηριοποιείται σε όλο τον κόσμο στην παραγωγή και πώληση μελανιών και βερνικιών εκτύπωσης, προσθέτων υγρών μέσων, βοηθημάτων εκτύπωσης και υλικών πλήρωσης τηλεπικοινωνιακών καλωδίων, η ίδια δε (η πρώτη εναγομένη) είναι ένας από τους μεγαλύτερους κατασκευαστές μελανιών εκτύπωσης παγκοσμίως.
Το έτος 1998 η πρώτη εναγομένη αποφάσισε να διευρύνει την επιχειρηματική της δραστηριότητα στην ελληνική αγορά μέσω συνεργασίας με Έλληνα συνεργάτη και στα πλαίσια των επιδιώξεών της αυτών, προσέγγισε την πρώτη ενάγουσα, η οποία είναι κυρίαρχη εταιρεία στη βιομηχανία μελανιών εύκαμπτης συσκευασίας στην Ελλάδα, και κατήρτισαν μεταξύ τους την από 1.1.1999 σύμβαση διανομής/εμπορίας, με την οποία η πρώτη ενάγουσα ανέλαβε ως διανομέας την προώθηση στην Ελλάδα των προϊόντων παραγωγής της πρώτης εναγομένης, ήτοι μελανιών εκτύπωσης, βερνικιών, βοηθητικών προϊόντων και άλλων παρόμοιων προϊόντων σε μη αποκλειστική βάση, καθόσον, σύμφωνα με το άρθρο 3 της εν λόγω συμβάσεως, συνεργασία αυτή αποσκοπούσε σε μία διμερή πρώτη δοκιμαστική φάση για μια στενότερη συνεργασία που θα άρχιζε την 3η Ιανουάριου 2000 είτε με τη μορφή κοινοπραξίας είτε με τη μορφή νέας συμβάσεως πρακτορείας/ εμπορίας/διανομής.
Κατά τη σύμβαση αυτή η πρώτη ενάγουσα θα αγόραζε από την πρώτη εναγομένη τα ανωτέρω προϊόντα και θα τα μεταπωλούσε στο όνομά της ως ανεξάρτητος εργολάβος, οργανώνοντας και διεξάγοντας τη δραστηριότητά της με δικές της δαπάνες και κίνδυνο. Η διάρκεια της συμβάσεως ορίστηκε σε ένα έτος, αρχόμενη από την 1η Ιανουάριου 1999, με αυτόματη ανανέωση αυτής, αν δεν προηγηθεί καταγγελία, με προμήνυση τριών μηνών από οποιοδήποτε μέρος.
Παράλληλα τα δύο μέρη συνέχισαν τις διαπραγματεύσεις, εξετάζοντας τις πιθανότητες στενότερης μεταξύ τους συνεργασίας ή κοινοπραξίας για την ελληνική αγορά μελανιών εκτύπωσης και για συμφωνηθείσες περιοχές εξαγωγών, χρησιμοποιώντας την πρώτη ενάγουσα ως πιθανή συμμετοχική εταιρεία και στα πλαίσια αυτά κατήρτισαν την από 22.1.2009 σύμβαση εμπιστευτικότητας για τις πληροφορίες που θα περιήρχοντο σε κάθε μέρος σχετικά με τις δραστηριότητες και τα στοιχεία, οικονομικά, τεχνικά, μάρκετινγκ, του άλλου μέρους.
Οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν στην υπογραφή της από 28.6.1999 συνεργασίας, με την οποία η πρώτη ενάγουσα ανέλαβε ως αποκλειστικός πλέον διανομέας την προώθηση στην Ελλάδα και την Κύπρο των προϊόντων παραγωγής της πρώτης εναγομένης, και συγκεκριμένα μελανιών γραφικών τεχνών (offset), βερνικιών γραφικών τεχνών, ημικατεργασμένων μελανιών γραφικών τεχνών και άλλων προϊόντων που σχετίζονται με γραφικές τέχνες και παράγονται από την πρώτη ενάγουσα, όπως αυτά καταγράφονται ειδικότερα στο παράρτημα I της συμβάσεως.
Επιπροσθέτως η σύμβαση συνεργασίας περιελάμβανε και σύμβαση ανταλλαγής τεχνογνωσίας, δυνάμει της οποίας η πρώτη εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύει την πρώτη ενάγουσα με όλα τα απαραίτητα συμπυκνωμένα διαλύματα, βερνίκια, προσθετικά και εν γένει όλα τα άλλα προϊόντα και επιπλέον την απαιτούμενη τεχνολογία, τις τεχνικές προδιαγραφές, το σύστημα των χρωματικών αποχρώσεων, τις μεθόδους εκτύπωσης, τις τεχνικές παραγωγής ώστε η πρώτη ενάγουσα, υπό την καθοδήγηση της πρώτης εναγομένης, να χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά τον σταθμό ανάμειξης ή οποιαδήποτε άλλη κατάλληλη παραγωγική διαδικασία ώστε να παρασκευάζει όλους τους τύπους χρωματικών αποχρώσεων και τις κατηγορίες των ανωτέρω συμβατικών προϊόντων, που αναφέρονται στο παράρτημα I της συμβάσεως.
Έτσι, όσον αφορά τα μελάνια γραφικών τεχνών, η ενάγουσα είχε το συμβατικό δικαίωμα είτε να τα παρασκευάζει στο σταθμό ανάμειξης, σε εκτέλεση της εν λόγω συμβάσεως ανταλλαγής τεχνογνωσίας, είτε να τα παραγγέλλει έτοιμα από την πρώτη εναγομένη (άρθρο 2 παρ. γ). Η διάρκεια της συμβάσεως συμφωνήθηκε αορίστου χρόνου, με έναρξη ισχύος αυτής την 1.7.1999.
Σχετικά με το οικονομικό μέρος της συμφωνίας, το κέρδος της πρώτης ενάγουσας καθορίσθηκε με βάση το άμεσο κόστος (ήτοι την τιμή που αγόραζε η πρώτη εναγομένη την πρώτη ύλη μετά από αφαίρεση κάθε έκπτωσης και απαλλαγής, συν το κόστος συσκευασίας και μεταφοράς) συν την καθαρή τιμή πώλησης (ήτοι την τελική τιμή πώλησης στον πελάτη) μείον το άμεσο κόστος δια δύο, ώστε το περιθώριο κέρδους να κατανέμεται εξίσου μεταξύ των μερών (50-50).
Προκειμένου να εφαρμοσθεί η ανωτέρω οικονομική συμφωνία, ορίσθηκε, με το άρθρο 3 παρ. 7 της συμβάσεως, ότι και τα δύο μέρη έχουν το δικαίωμα να ελέγχουν όλες τις συναφείς πληροφορίες και να έχουν πρόσβαση σε όλα τα πρωτότυπα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τον έλεγχο της τιμής μεταβίβασης, ενώ ως προς τις τιμές των πρώτων υλών και τους προμηθευτές συμφωνήθηκε ότι τα μέρη δύνανται να ανταλλάσουν πληροφορίες (άρθρ. 4 § 1).
Με την από 6.6.2001 συμπληρωματική συμφωνία, που καταρτίσθηκε μεταξύ της πρώτης ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, η σύμβαση διανομής επεκτάθηκε και στην περιοχή της Ρουμανίας. Στις 27.11.2002 υπογράφηκε η πρώτη τροποποιητική σύμβαση της συμβάσεώς συνεργασίας και αποκλειστικής διανομής, με την οποία επεκτάθηκε η συνεργασία μεταξύ των μερών και στον τομέα των υδατοδιαλυτών μελανιών (συμπυκνωμάτων), στον οποίο η πρώτη εναγομένη διέθετε παλαιά και νέα παραγωγική ικανότητα και τεχνογνωσία αντίστοιχων ενώσεων, και συμφωνήθηκε η πρώτη εναγομένη να αναπτύξει από κοινού με τον Όμιλο H., ένα βελτιωμένο σύστημα υδατοδιαλυτού συμπυκνώματος πολλαπλών χρήσεων, το οποίο θα διαθέσει στους αντίστοιχους κλάδους πωλήσεων του Ομίλου και η πρώτη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να προμηθεύεται αποκλειστικά από την πρώτη ενάγουσα όλα τα συμπυκνώματα υδατοδιαλυτών έγχρωμων μελανιών, που χρειαζόταν για την κάλυψη των αναγκών της σε πρώτη ύλη για την παραγωγή υδατοδιαλυτών έγχρωμων μελανιών, να καταβάλει δε κάθε δυνατή προσπάθεια να αγοράζει μία αμοιβαία καθοριζόμενη ποσότητα μαύρων μελανιών τύπου web offset coldest για φθηνές εφαρμογές (για εφημερίδες), η οποία θα ήταν αναγκαία για το δικό της δίκτυο διανομής, να δεσμεύσει δε τους συνεργάτες της στο δίκτυο διανομής, τις θυγατρικές της καθώς και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο , το οποίο εμπλέκεται στο δίκτυο διανομής της για να αγοράσει τα ανωτέρω προϊόντα.
Επίσης, συμφωνήθηκε η επέκταση της συμβάσεώς συνεργασίας στις χώρες της Βουλγαρίας, Σκοπιών, Σερβίας, Μολδαβίας, Βοσνίας, Μαυροβούνιου και Αλβανίας και η από κοινού επέκταση των δύο εταιρειών σε άλλες περιοχές σχετικά με τα μελάνια εύκαμπτης συνεργασίας και τα μελάνια γραφικών τεχνών καθώς και η μη είσοδος του ενός μέρους σε οποιαδήποτε αγορά χωρίς τη συναίνεση του άλλου.
Την εν λόγω τροποποιητική σύμβαση υπέγραψε ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη η δεύτερη των εναγομένων, η οποία είναι η μητρική εταιρεία της πρώτης τούτων, έχοντας τον έλεγχο αυτής σε ποσοστό 100%, και δεσμεύθηκε να σέβεται όλους τους όρους της συμβάσεως που υπέγραψε καθώς και όλους τους όρους της συμβάσεως συνεργασίας και της από 1.1.1999 συμβάσεως διανομής/εμπορίας.
Η εν λόγω σύμβαση υπογράφηκε και από τη δεύτερη εναγομένη, διότι αυτή ανέλαβε να καταβάλλει προσπάθειες, ως μητρική εταιρεία, για την πώληση της πρώτης ύλης που θα παρήγαγε η πρώτη ενάγουσα, στα λοιπά μέλη του ομίλου, χωρίς όμως να προκύπτει ότι υπεισήλθε στις κύριες συμβατικές υποχρεώσεις της συμβάσεως συνεργασίας-αποκλειστικής διανομής ούτε ότι ανέλαβε τις υποχρεώσεις της συμβαλλόμενης σε αυτές πρώτης εναγομένης.
Επίσης, στις 27.12.2002, η δεύτερη εναγομένη αγόρασε από τον κύριο μέτοχο και διευθύνοντα σύμβουλο της πρώτης ενάγουσας Γ. Κ. μετοχές που αντιστοιχούσαν στο 6,44 % των μετοχών της πρώτης ενάγουσας, σταδιακά δε μέχρι και το έτος 2004 αύξησε τη συμμετοχή της με αγορά μετοχών και κατέχει ήδη 1.562.220 μετοχές που αντιστοιχούν σε ποσοστό 13 % του μετοχικού κεφαλαίου της πρώτης ενάγουσας.
Σύμφωνα με τους όρους της από 1.1.1999 συμβάσεως διανομής, οι διατάξεις της οποίας παρέμειναν σε ισχύ και εφαρμογή, εφόσον δεν ήταν αντίθετες με τις διατάξεις της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής (άρθρο 2 παρ. β4), η πρώτη ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη να προωθεί και να προάγει ενεργά τις πωλήσεις των προϊόντων εντός της συμβατικής γεωγραφικής περιοχής με οποιοδήποτε κατάλληλο μέσο, συμπεριλαμβανομένων προσωπικών επισκέψεων και αλληλογραφίας με τους αγοραστές, παρακολούθησης εμπορικών εκθέσεων, απασχόλησης προσωπικού πωλήσεων και απασχόλησης τεχνικού προσωπικού για την παροχή τεχνικής υποστήριξης προς τους πελάτες, να γνωστοποιεί στην πρώτη εναγομένη πληροφορίες αναφορικά με την κατάσταση των πωλήσεων από εμπορική και τεχνική άποψη, να παραγγέλλει εγκαίρως τα προϊόντα και να μην παρέχει εγγυήσεις σε σχέση με αυτά, εκτός των εγγυήσεων που παρείχε ο παραγωγός, να απέχει από ενέργειες προσέλκυσης παραγγελιών, διαφήμισης και εγκατάστασης αποθηκών σε χώρες εκτός της συμβατικής περιοχής της, να έχει επαρκές σε ποσότητα απόθεμα για την κάλυψη των αναγκών των πελατών, να διατηρεί καθόλη τη διάρκεια της συμβάσεως και για περίοδο πέντε ετών από τη λύση ή την καταγγελία, λαμβάνοντας σχετικά μέτρα και ως προς τους υπαλλήλους της και εκπροσώπους της, αυστηρώς απόρρητες και εμπιστευτικές τις τεχνικές και εμπορικές πληροφορίες, που λάμβανε από την πρώτη εναγομένη σχετικά με τα προϊόντα και την επιχείρηση αυτής.
Από την άλλη πλευρά η πρώτη εναγομένη όφειλε να στηρίζει την πρώτη ενάγουσα στην προσπάθειά της να προωθήσει τις πωλήσεις των προϊόντων, παρέχοντας σε αυτήν πληροφορίες σχετικά με τα προϊόντα, τη χρήση τους καθώς και τεχνική βοήθεια υπό προϋποθέσεις. Επίσης, με την από 28.6.1999 σύμβαση συνεργασίας συμφωνήθηκε:
α) παροχή τεχνογνωσίας από την παραγωγό στη διανομέα, ώστε η τελευταία να χρησιμοποιεί αποτελεσματικά το σταθμό ανάμειξης των προϊόντων που αγόραζε ημικατεργασμένα από την προμηθεύτρια πρώτη εναγομένη, β) ρήτρα εμπιστευτικότητας, κατά την οποία όλα τα στοιχεία, εκθέσεις, αρχεία, επιστημονικά ή τεχνικά στοιχεία, συμβάσεις πώλησης, εμπορικές συναλλαγές και/ή άλλες παρόμοιες πληροφορίες, που απέκτησε οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη σύμφωνα με τη σύμβαση, συμπεριλαμβανομένης της συμβάσεως (ανταλλαγής) τεχνογνωσίας και της συμβάσεως διανομής-αντιπροσωπείας, θα ήταν εμπιστευτικά κατά τη διάρκεια της συμβάσεως καθώς και μετά και δεν θα μπορούσαν να αποκαλυφθούν με οποιοδήποτε τρόπο σε οποιοδήποτε τρίτο μέρος χωρίς την προηγούμενη γραπτή έγκριση των μερών, την ίδια δε ρήτρα ήταν υποχρεωμένοι να υπογράψουν και οι υπάλληλοι και τα πρόσωπα, που έπρεπε να εμπλακούν στην εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων, γ) ρήτρα μη άσκησης ανταγωνισμού κατά τη διάρκεια της συμβάσεως και για ένα έτος μετά τη λήξη της, κατά τη διάρκεια δε του έτους αυτού τα μέρη συμφώνησαν να συνεχίσουν να συνεργάζονται σε τέτοιο βαθμό ώστε να είναι δυνατή η υποκατάσταση του αντίστοιχου πρώην συνεργάτη.
Την ίδια δε υποχρέωση μη ανταγωνισμού ανέλαβε προσωπικά και ο κύριος μέτοχος της πρώτης ενάγουσας Γ. Κ.. Επιπλέον η πρώτη ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη να ενημερώνει την πρώτη εναγομένη για κάθε αλλαγή σχετικά με τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της, να της παρέχει ετήσιο κατάλογο με τους μετόχους της, που αντιπροσώπευαν τουλάχιστον το 5% του μετοχικού κεφαλαίου της, να εκδίδει έναν κατάλογο μετόχων σε κάθε περίπτωση άμεσης ή έμμεσης αλλαγής των μετόχων της σε ποσοστό μεγαλύτερο του 5%, καθώς και μία αναφορά στο τέλος του έτους σχετικά με την παρούσα κατάσταση και αντίγραφο δισκέτας σχετικά με την πώληση και αγορά των μετοχών της στο Χρηματιστήριο.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι η πρώτη ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση αποκλειστικότητας, αλλά μπορούσε να εμπορεύεται προϊόντα ομοειδή από άλλους προμηθευτές, είναι αβάσιμος, αφού στην από 28.6.1999 σύμβαση ρητώς αναφέρεται ότι οι δύο συμβαλλόμενες εταιρείες παρέχουν αποκλειστικότητα η μία στην άλλη, επιφυλάχθηκε δε εξαίρεση μόνο ως προς τα προϊόντα ...
και ..., τα οποία μπορούσε να πωλεί η πρώτη ενάγουσα, διότι δεν επρόκειτο για ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα προς τα συμβατικά. Συγκεκριμένα, η εξαίρεση αφορούσε έναν τύπο φθηνού μαύρου μελανιού για εφημερίδες, που συμφωνήθηκε να εξακολουθήσει να προμηθεύεται η πρώτη ενάγουσα από την ..., διότι οι ελληνικές εταιρείες δεν προτιμούσαν την ακριβότερη γερμανική ποιότητα αυτού του τύπου μελανιού και για εμπορικούς λόγους, προκειμένου δηλαδή να μη χαθεί το σχετικό μερίδιο αγοράς, η πρώτη εναγομένη αποδέχθηκε να μην συμπεριλαμβάνεται αυτό το είδος στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής Από το έτος 2003 δε η πρώτη ενάγουσα έπαψε να προμηθεύεται το μελάνι αυτό, καθόσον το παρήγαγε πλέον η ίδια, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων με την πρώτη τροποποιητική σύμβαση.
Όσον αφορά τα προϊόντα ... επρόκειτο για μικρής αξίας ειδικά αναλώσιμα (όχι μελάνια), που συμφωνήθηκε να εξακολουθήσει να διαθέτει η πρώτη ενάγουσα για την εξυπηρέτηση των πελατών της, για να μη χάσει τη γενικότερη συνεργασία της με αυτούς. Εξάλλου, η δραστηριότητα της πρώτης ενάγουσας αναφορικά με την παραγωγή και εμπορία οικοδομικών χρωμάτων δεν ήταν ανταγωνιστική, διότι η σύμβαση αποκλειστικής διανομής δεν αφορούσε αυτού του είδους τα προϊόντα, ούτε δε οι εναγόμενες ασκούσαν την εν λόγω δραστηριότητα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στα πλαίσια λειτουργίας της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, η πρώτη ενάγουσα ανέπτυξε ένα εκτεταμένο δίκτυο διανομής και υπηρεσιών τεχνικού service, επένδυσε σε logistics, διατηρούσε αποθήκες και αποθέματα 2 με 2,5 μηνών, είχε υποκατάστημα στην Βόρεια Ελλάδα και θυγατρικές εταιρείες στις συμβατικές γεωγραφικές περιοχές των Βαλκανίων.
Κατά τη σύμβαση, η πρώτη ενάγουσα είχε την ευθύνη της εφαρμογής της εμπορικής πολιτικής - τα κύρια σημεία όμως έπρεπε να έχουν συμφωνηθεί και από τα δύο μέρη - ήτοι της διαφήμισης των προϊόντων, της προσέλκυσης των πελατών, του μάρκετινγκ, της τιμολογιακής πολιτικής και της ανάλυσης της αγοράς και γενικά ήταν υποχρεωμένη να προβαίνει σε κάθε πράξη που θα προωθούσε τα συμφέροντα της πρώτης εναγομένης, έχοντας τη διακριτική ευχέρεια να προωθεί τα προϊόντα είτε με τη δική της επωνυμία είτε με τα σήματα της εναγόμενης, τα οποία και μόνο χρησιμοποιούσε μετά το αρχικό στάδιο της συνεργασίας (βλ.
την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγουσών). Κατά τη διάρκεια λειτουργίας της συμβάσεως, η πρώτη εναγομένη γνώριζε την τιμολογιακή πολιτική και την πολιτική προώθησης των προϊόντων που ακολουθούσε η πρώτη ενάγουσα, επίσης γνώριζε το πελατολόγιο της τελευταίας και τα προϊόντα που προμηθευόταν κάθε πελάτης, ενημερωνόταν με e-mail για τις προσφορές που δίνονταν σε μεγάλους πελάτες και ο διευθυντής πωλήσεως του κλάδου όσο και οι υπάλληλοι της πρώτης ενάγουσας είχαν καθημερινή επικοινωνία με τους εκπροσώπους της πρώτης εναγομένης αναφορικά με τις τιμές των προϊόντων, επιπλέον δε κάθε εξάμηνο η πρώτη ενάγουσα ενημέρωνε την πρώτη εναγομένη για τις τιμές πωλήσεως προκειμένου να γίνει η εκκαθάριση, να προσδιορισθεί η τιμή μεταβίβασης και να καθορισθεί το περιθώριο κέρδους κατά 50-50, για την εφαρμογή δε των ανωτέρω όρων είχε προβλεφθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη με το παράρτημα II της συμβάσεώς συνεργασίας και αποκλειστικής διανομής ανάπτυξη από κοινού προγράμματος λογισμικού.
Έτσι η όλη λειτουργία της επιχειρήσεως της πρώτης ενάγουσας ήταν οργανωμένη κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι πλήρως ενταγμένη στο δίκτυο διανομής της πρώτης εναγομένης, πωλώντας αποκλειστικά τα προϊόντα της μόνο στις περιοχές που εκείνη της είχε υποδείξει. Οι εναγόμενες, παρά τη γενική άρνηση που προβάλλουν σχετικά με τη συνδρομή της προϋπόθεσης εντάξεως της πρώτης ενάγουσας στο δίκτυο διανομής τους, ομολογούν, σε άλλα σημεία των προτάσεών τους (σελ. 10 και 18), ότι γνώριζαν το πελατολόγιο της πρώτης ενάγουσας και ότι αυτή στην εμπορική πραγματικότητα και στις συναλλαγές ήταν σημαντικό κομμάτι της εμπορικής τους δραστηριότητας και προώθησης των προϊόντων και των συμφερόντων τους, ότι η πρώτη ενάγουσα, λόγω της σταθερής μεταξύ τους συνεργασίας επί πολλά χρόνια, γνώριζε πλήρως την αγορά και τους πελάτες, κατείχε τη μυστική τεχνογνωσία τους τόσο στην παραγωγή των προϊόντων τους (εφευρέσεις, τεχνικές προδιαγραφές κατασκευής) όσο και τη μεθοδολογία προώθησης των προϊόντων, επέκτασης στις αγορές, προσέγγισης των πελατών και διείσδυσης στην αγορά - ομολογώντας έτσι ότι η πρώτη ενάγουσα ακολουθούσε τις υποδείξεις και οδηγίες της προμηθεύτριάς της πρώτης εναγομένης ως προς τις εν λόγω ενέργειες- και ότι η πρώτη ενάγουσα ουσιαστικά ήταν ενταγμένη στο δίκτυό τους σε τέτοιο βαθμό ώστε να απομένει μόνο η τυπική ενσωμάτωσή της μέσω εξαγοράς από αυτές ή δημιουργίας θυγατρικής μεταξύ τους εταιρείας.
Με τον τρόπο αυτό λειτούργησε η ένδικη σύμβαση μέχρι 31.12.2008, οπότε έληξε κατόπιν καταγγελίας εκ μέρους των εναγομένων, με την από 29.9.2008 ηλεκτρονική επιστολή τους προς την πρώτη ενάγουσα, με την οποία κατήγγειλαν την από'28.6.1999 σύμβαση συνεργασίας, τις από 26.7.2000 και από 27.11.2002 τροποποιητικές συμβάσεις και την από 1.1.1999 σύμβαση διανομής.
Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά αποδεικνύεται ότι η επιχείρηση της πρώτης ενάγουσας ενεργούσε ουσιαστικά ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της πρώτης εναγομένης, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από την τελευταία, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής της, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, ώστε να καθίσταται επιτρεπτή και στην ένδικη περίπτωση η αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" και ιδίως εκείνων του άρθρου 9 για την αποζημίωση πελατείας.
Η πρώτη ενάγουσα λειτουργώντας επί μία τουλάχιστον δεκαετία ως αποκλειστικός διανομέας των προϊόντων της πρώτης εναγομένης για την περιοχή της Ελλάδος και της Κύπρου, και για οκτώ έτη για την περιοχή της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας και της Σερβίας, αύξησε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και προσήλκυσε νέους πελάτες προωθώντας και κάνοντας γνωστά τα προϊόντα της πρώτης εναγομένης στην ανωτέρω γεωγραφική περιοχή δράσης της.
Συγκεκριμένα, κατά την έναρξη της συνεργασίας της με την πρώτη εναγομένη, η τελευταία είχε έξι πελάτες μελανιών web offset στην ελληνική αγορά, και συγκεκριμένα τις επιχειρήσεις "... Εκδοτική ΑΕ.", "…ΑΕ", "…ΑΕ", '… ΑΕ", "Τ. ΑΕ" "Δ. Π". Μέσω της αντιπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Ύ. Σ. Α.Ε", είχε πωλήσει κατά το χρονικό διάστημα από 1.8.1999 μέχρι 31.12.1999 περίπου 89 τόνους μελανιών με συνολικό τζίρο 855.405,66 γερμανικά μάρκα (ήτοι 437.361,76 ευρώ), ο οποίος αναγόμενος σε ετήσια βάση αντιστοιχούσε σε 1.049.668,73 ευρώ.
Επίσης πωλούσε προϊόντα η ίδια απ' ευθείας στη εταιρεία "... Εκδοτική αξίας περίπου 1.200.000 ευρώ και επομένως το σύνολο των πωλήσεών της πρώτης εναγόμενης στην Ελλάδα κυμαινόταν συνολικά σε 2.249.668,73 (1.200.000 + 1.049.668,73) ευρώ, ενώ η πρώτη ενάγουσα, με τις συνεχείς και επίμονες προωθητικές ενέργειες και τη δραστηριότητα που ανέπτυξε, αύξησε το τζίρο με τους συγκεκριμένους πελάτες σε 4.236.202,84 ευρώ κατά το έτος 2008 και με τους 204 νέους πελάτες, που προσήλκυσε, ανέπτυξε ετήσιο κύκλο εργασιών στην ελληνική αγορά 10.970.985,06 ευρώ.
Την ίδια επιτυχημένη δραστηριότητα ανέπτυξε και στις άλλες περιοχές ευθύνης της, ήτοι στη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και τη Σερβία, στις οποίες η πρώτη εναγομένη είχε ελάχιστους πελάτες πριν την είσοδό της σε αυτές μέσω της πρώτης ενάγουσας. Στη Ρουμανία η πρώτη εναγομένη είχε πελάτες τρεις εταιρείες (την "...", την "..." και την "..."), με ετήσιο κύκλο εργασιών 458.377 ευρώ.
Η πρώτη ενάγουσα, από το έτος 2002 που επεξέτεινε την δραστηριότητά της στη χώρα αυτή, μέσω της 100% θυγατρικής της εταιρείας "...", πέτυχε στα οκτώ χρόνια της λειτουργίας της συμβάσεως να εξελιχθεί σε ένα από τους κυριότερους προμηθευτές μελανιών, με ποσοστό 50% της αγοράς σε κυλινδρικά μελάνια γραφικών τεχνών και 25% στα επίπεδα μελάνια γραφικών τεχνών, οι νέοι δε πελάτες της έφθασαν σε αριθμό τους 224, αναπτύσσοντας τον κύκλο εργασιών μέχρι το 2008 σε 3.972.365 ευρώ.
Στη Βουλγαρία, η πρώτη ενάγουσα αγόρασε τη θυγατρική της πρώτης εναγομένης και ανέπτυξε τις πωλήσεις της κατά 26,45% ανά έτος, αποκτώντας 418 πελάτες μέχρι το έτος 2008, με κύκλο εργασιών 2.063.632 ευρώ και τέλος στη Σερβία, όπου επεκτάθηκε η σύμβαση αποκλειστικής διανομής το έτος 2004, δραστηριοποιήθηκε μέσω της 100% θυγατρικής της εταιρείας "..." και αύξησε τις πωλήσεις των προϊόντων της εναγομένης από 248.785 ευρώ σε 729.528 ευρώ το έτος 2008, με 8 πελάτες κατά το χρόνο αυτό.
Έτσι αποδεικνύεται ότι καθόλη τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης των διαδίκων, η πρώτη ενάγουσα κατέβαλε σοβαρές και συστηματικές προσπάθειες για την προώθηση και εδραίωση των προϊόντων της πρώτης εναγομένης, οργάνωσε ένα αποτελεσματικό σύστημα εξυπηρέτησης των πελατών και επέβαλε ως αξιόπιστα τα προϊόντα της πρώτης εναγομένης στις περιοχές της δραστηριότητάς της.
Μέσω δε της δικής της εμπορικής δραστηριότητας, που ήταν άρρηκτα και αποκλειστικά συνδεδεμένη με την πρώτη εναγομένη, ως αποκλειστικής προμηθεύτριάς της, οι πωλήσεις της τελευταίας αυξήθηκαν στις ανωτέρω περιοχές (Ελλάδα, Ρουμανία, Βουλγαρία και Σερβία), από 4.030.034 ευρώ το 1999, σε 18.351.001 ευρώ το 2008, ενώ εισέφερε στο δίκτυο πελατών αυτής (πρώτης εναγομένης) κατά την τελευταία πενταετία 854 πελάτες, όπως ονομαστικά καταγράφονται στην κρινόμενη αγωγή και δεν αμφισβητούνται από τις εναγόμενες.
Όλοι αυτοί είναι νέοι πελάτες, τους οποίους η πρώτη ενάγουσα, με τις δικές της συστηματικές ενέργειες, τη δική της πρωτοβουλία και με τη δική της αποκλειστικά δραστηριότητα βρήκε και έφερε στο δίκτυο της πρώτης εναγομένης, επιπλέον πρόκειται για σταθερούς πελάτες, δεδομένου ότι προμηθεύονταν από την πρώτη ενάγουσα μελάνια παραγωγής της πρώτης εναγομένης σε μόνιμη βάση τα τελευταία πέντε χρόνια λειτουργίας της ένδικης συμβάσεως και ο όγκος των συναλλαγών με αυτούς παρουσίαζε σταθερή ή ανοδική πορεία.
Ειδικότερα, η πρώτη ενάγουσα με τη δραστηριότητά της στην Ελλάδα, πραγματοποίησε κατά τη διάρκεια των πέντε τελευταίων ετών λειτουργίας της συμβάσεως ττωλήσεις αξίας ίσης με τα κατωτέρω ποσά και εισέπραξε ως προμήθειες (μικτά κέρδη) τα αντίστοιχα ποσά, τα οποία δεν αμφισβητούνται από τις εναγόμενες".
Με βάση τις ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο δέχθηκε ότι η καταρτισθείσα μεταξύ της αναιρεσείουσας και της πρώτης αναιρεσίβλητης περιγραφόμενη, δε, στο αιτιολογικό της απόφασής του, σύμβαση, έχει το χαρακτήρα της αποκλειστικής διανομής των προϊόντων της αναιρεσείουσας από την πρώτη αναιρεσίβλητη, στο γεωγραφικό χώρο που ορίζεται, και εφάρμοσε ως προς τις συνέπειές της αναλογικά τις διατάξεις του π.
δ/τος 219/1991 και ειδικότερα ως προς την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης πελατείας μετά την καταγγελία της σύμβασης αυτής. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991 και 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007. Ειδικότερα, για την παραδοχή ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση είναι αποκλειστικής διανομής, δέχεται ότι συντρέχουν όλα τα στοιχεία που συνθέτουν την έννοια της αποκλειστικότητας της διανομής, τα οποία και παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Συγκεκριμένα, δέχεται ότι οι ίδιοι οι συμβαλλόμενοι χαρακτήρισαν τη μεταξύ τους σύμβαση ως αποκλειστικής διανομής, ότι η διανομέας πρώτη αναιρεσίβλητη, πωλούσε μόνο τα προϊόντα της αναιρεσείουσας παραγωγού στις περιοχές που η τελευταία της είχε υποδείξει και είχαν συμφωνήσει, εκτός των δύο προϊόντων για τα οποία συμφωνήθηκε επιφύλαξη, ότι υπήρχε ρήτρα εμπιστευτικότητας μεταξύ τους κατά τη διάρκεια της σύμβασης και μετά τη λύση αυτής, ως προς τα στοιχεία, τις εκθέσεις, αρχεία, επιστημονικά ή τεχνικά στοιχεία, συμβάσεις, εμπορικές συναλλαγές και άλλες παρόμοιες πληροφορίες που περιήλθαν στα συμβαλλόμενα αυτά μέρη σύμφωνα με τη σύμβαση διανομής, αλλά και τη σύμβαση ανταλλαγής, επιτρεπόμενης της αποκάλυψης των στοιχείων αυτών μόνο ύστερα από γραπτή έγκριση του άλλου μέρους, ότι την ίδια υποχρέωση είχαν και οι υπάλληλοι και τα πρόσωπα των συμβαλλόμενων που θα εμπλέκονταν στην εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων, καθώς και ο κύριος μέτοχος της διανομέα, ότι η διανομέας οφείλει να ενημερώνει την παραγωγό για κάθε αλλαγή των μελών του Δ.Σ.
αυτής και να παρέχει κατάλογο των μετόχων της, ότι στο πλαίσιο της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η διανομέας πρώτη αναιρεσίβλητη, στα πλαίσια και κατά τους όρους της σύμβασης, ανέπτυξε ένα εκτεταμένο δίκτυο διανομής και υπηρεσιών τεχνικού service, επένδυσε σε logistics, διατηρούσε αποθήκες και αποθέματα 2 με 2,5 μηνών, είχε την ευθύνη της εφαρμογής της εμπορικής πολιτικής - όπως κατά τα κύρια σημεία της θα διαμορφώνονταν και από τα δύο μέρη - ήτοι της διαφήμισης των προϊόντων, της προσέλκυσης των πελατών, του μάρκετινγκ, της τιμολογιακής πολιτικής και της ανάλυσης της αγοράς, ότι γενικά ήταν υποχρεωμένη να προβαίνει σε κάθε πράξη που θα προωθούσε τα συμφέροντα της πρώτης εναγομένης, έχοντας τη διακριτική ευχέρεια να προωθεί τα προϊόντα είτε με τη δική της επωνυμία είτε με τα σήματα της εναγόμενης, τα οποία και μόνο χρησιμοποιούσε μετά το αρχικό στάδιο της συνεργασίας, ότι η εντολέας-παραγωγός αναιρεσείουσα γνώριζε την τιμολογιακή πολιτική και την πολιτική προώθησης των προϊόντων που ακολουθούσε η διανομέας, επίσης γνώριζε το πελατολόγιο της τελευταίας και τα προϊόντα που προμηθευόταν κάθε πελάτης, ενημερωνόταν με e-mail για τις προσφορές που δίνονταν σε μεγάλους πελάτες και υπήρχε καθημερινή επικοινωνία μεταξύ των αρμόδιων διευθυντών και υπαλλήλων των μερών, αναφορικά με τις τιμές των προϊόντων, επιπλέον, δε, κάθε εξάμηνο η διανομέας ενημέρωνε την παραγωγό για τις τιμές πωλήσεως προκειμένου να γίνει η εκκαθάριση, να προσδιορισθεί η τιμή μεταβίβασης και να καθορισθεί το περιθώριο κέρδους κατά 50-50, για την εφαρμογή, δε, των ανωτέρω όρων είχε προβλεφθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη η ανάπτυξη κοινού προγράμματος λογισμικού, και τέλος, ότι, η όλη λειτουργία της διανομέα αναιρεσίβλητης, ήταν οργανωμένη κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι ενταγμένη στο δίκτυο διανομής της αναιρεσείουσας και ενεργούσε ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης αυτής.
Με τις ως άνω ανέλεγκτες παραδοχές, σχετικά με τους όρους και υποχρεώσεις από τη συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση, ορθά το Εφετείο κατέληξε στο πόρισμα ότι η επίδικη σύμβαση διανομής είναι όμοια με τον τύπο των εμπορικών αντιπροσώπων, φέρει το χαρακτήρα της αποκλειστικής και όχι της απλής διανομής και εφαρμόζονται σ'αυτήν αναλογικά οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 και, συνεπώς, σωστά εξέτασε στη συνέχεια τους όρους της αξίωσης της αναιρεσίβλητης για καταβολή αποζημίωσης πελατείας..
Τούτο διότι, πραγματικά, με το γενόμενο δεκτό περιεχόμενο της σύμβασης και τις αναληφθείσες υποχρεώσεις, η σύμβαση αυτή της διανομής που συνέδεε τους συμβαλλόμενους διαδίκους, η διανομέας αναιρεσίβλητη καθίσταται αποκλειστικό, αναπόσπαστο και αποφασιστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας της παραγωγού αναιρεσείουσας, υπό την εκτεθείσα ανωτέρω έννοια, ώστε να επιβάλλεται εντεύθεν η ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991 περί τακτικής καταγγελία και αποζημίωσης πελατείας.
Με βάση, δε, τη συνδρομή όλων των στοιχείων που χαρακτηρίζουν μια σύμβαση διανομής ως αποκλειστική, και τους λόγους που κατά τις παραδοχές της απόφασης η με συμφωνία των συμβαλλόμενων παροχή στη διανομέα αναιρεσίβλητη της δυνατότητας πώλησης,, εκτός των προϊόντων της επίδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, και των προϊόντων ..., με την παραδοχή της προσβαλλόμενης ότι δεν θεωρήθηκαν από τους συμβαλλόμενους ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα, για τους συγκεκριμένους λόγους που εκτίθενται, η συμφωνηθείσα επιφύλαξη δεν αίρει το χαρακτηρισμό της αποκλειστικότητας της διανομής.
Έτσι, το Εφετείο, δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του νόμου, οι οποίες είχαν, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, εφαρμογή,. ούτε δέχθηκε λιγότερα ή άλλα πραγματικά περιστατικά για το χαρακτηρισμό της σύμβασης ως αποκλειστικής διανομής. Ως προς την αιτίαση, δε, ότι η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι η αξίωση αποζημίωσης πελατείας είναι δυνατή και επί απλών συμβάσεων διανομής, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το δικαστήριο δέχθηκε ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σύμβαση είναι αποκλειστικής, και όχι απλής, διανομής.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, κατά το μέρος που προβάλλεται αιτίαση από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, οι σχετικές ως άνω αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με την απόδοση του χαρακτηρισμού της σύμβασης ως αποκλειστικής διανομής, είναι πλήρεις και σαφείς και δεν είναι αντιφατικές.
Επομένως, ο ίδιος λόγος της αίτησης, κατά το μέρος που μέμφεται την απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. O λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ.
Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους.
Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ? αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας που δεν ερμηνεύθηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ? αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων.
Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως, οπότε η απόφαση αυτή στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 25/2016).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αίτησης, επικαλείται παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών από το δικαστήριο της ουσίας, ισχυριζόμενη ότι δεν εφάρμοσε ορθά τους κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με αποτέλεσμα να ερμηνεύσει εσφαλμένα το άρθρο 7 της σύμβασης διανομής.
Τούτο διότι, επιχειρώντας να ερμηνεύσει τη βούληση των συμβαλλόμενων σχετικά με τη δυνατότητα του διανομέα να εμπορεύεται ανταγωνιστικά ή μη ανταγωνιστικά προϊόντα, προσκολλάται στις λέξεις του τίτλου της ειδικότερης αυτής ρήτρας και δεν αναζητεί το συνολικό περιεχόμενο αυτής που προκύπτει από το περιεχόμενό της, καταφεύγει για την ερμηνεία της βούλησης αυτών σε αποδεικτικά μέσα, εκτός του κειμένου της σύμβασης και δη στην κατάθεση μάρτυρα της αντίδικης και ερμηνεύει έτσι τη σύμβαση, χωρίς να διευκρινίζεται αν υπάρχει κενό ή ασάφεια αυτής, καθώς επίσης δεν προέβη σε ορθή εφαρμογή των κανόνων αυτών με βάση τα συναλλακτικά ήθη για τη διαπίστωση της ορθής ερμηνείας της δήλωσης βούλησης των μερών.
Όμως, με βάση τις προπαρατεθείσες παραδοχές στις οποίες στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα, συνάγεται ότι το Εφετείο, δεν διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως κενό ή αμφιβολία στη σχετική δικαιοπρακτική δήλωση των διαδίκων, ζήτημα που ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και δεν προσέφυγε στη χρήση των κανόνων αυτών, δεχόμενο σαφή αναφορά στον όρο τούτο της σύμβασης περί του χαρακτήρα αποκλειστικότητας της σύμβασης διανομής, καθώς και τη συμφωνία για τη δυνατότητα πώλησης από την αναιρεσίβλητη των συγκεκριμένων δύο προϊόντων, καθόσον δεν έκριναν ότι ήταν ευθέως ανταγωνιστικά.
Οι σχετικές ως άνω αναφορές του όρου της σύμβασης δεν είναι προϊόν αξιολόγησης και ερμηνευτικής αποσαφήνισης των σχετικών δηλώσεων βουλήσεως των συμβληθέντων μερών, αλλά πραγματική διαπίστωση συναχθείσα από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται στην απόφαση. Έτσι, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις αυτές, οι οποίες, σύμφωνα με τις παραδοχές του, δεν είχαν έδαφος εφαρμογής.
Αλλά ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις άνω διατάξεις το Εφετείο, αφού από κανένα σημείο της απόφασης δεν προκύπτει ασάφεια ως προς την ύπαρξη κενού, καθόσον αφορά τις περιεχόμενες στις ίδιες συμβάσεις δηλώσεις. Επομένως, ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του είναι αβάσιμος. Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο μέρος του, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον διατυπώνεται αιτίαση για μη ορθή εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων με βάση τα συναλλακτικά ήθη για τη διαπίστωση της ορθής ερμηνείας της δήλωσης βούλησης, όμως το Εφετείο δεν εφάρμοσε του κανόνες αυτούς, ώστε να συντρέχει περίπτωση παραβίασής τους.
Η ανεπάρκεια των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο, ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή ένστασης.
Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 34/2015, ΑΠ 538/2014).
Για να ιδρύεται πάντως ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, πρέπει ο σχετικός με την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης, στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης, που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 791/2015, ΑΠ 192/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου της αίτησης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι έσφαλε διότι δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ένδικη αγωγή, καθόσον αυτή έπασχε λόγω ποιοτικής και ποσοτικής αοριστίας.
Ο λόγος αυτός προεχόντως είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι τον ισχυρισμό περί της επικαλούμενης αοριστίας της αγωγής, πρότεινε η αναιρεσείουσα στο δικαστήριο της ουσίας. Επιπλέον, είναι απαράδεκτος, καθόσον η έλλειψη για τη θεμελίωση του ισχυρισμού, εντοπίζεται σε ελλείψεις της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι της αγωγής, της οποίας το σχετικό περιεχόμενο δεν παρατίθεται.
Περαιτέρω, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση διότι δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Προς τούτο, ισχυρίζεται ότι στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρίστηκε ότι στην αγωγή δεν αναφέρεται αν οι πελάτες, που κατά την αγωγή είχε η αναιρεσίβλητη κατά τη διάρκεια της έννομης σχέσης τους, παρέμειναν, μετά τη λύση αυτής, στην αναιρεσείουσα, δεν αναφέρεται αν αυτοί ήταν μόνιμοι πελάτες εκείνης και ήδη αποτελούν μόνιμους πελάτες της ίδιας και αν η αναιρεσείουσα καρπώνεται από τους πελάτες αυτούς και σε ποιο βαθμό, εντελώς, δε, αόριστα αναφέρεται ότι είναι βέβαιο πως οι πελάτες αυτοί θα εξακολουθήσουν να προμηθεύονται τα ίδια προϊόντα μέσω του νέου διανομέα.
Επίσης, εντοπίζει την αοριστία αυτής στο ότι δεν αναφέρει την απαραίτητη υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να μην ανταγωνίζεται την αναιρεσείουσα με την πώληση ανταγωνιστικών προϊόντων. Ισχυρίζεται, δε, ότι κρίνοντας το Εφετείο, ενώπιον του οποίου είχαν προτείνει την αοριστία της αγωγής, ορισμένη την αγωγή παρά τις άνω ελλείψεις της, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος και υπέπεσε στην εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, άλλως σε εκείνη εκ του αρ. 14.
Όμως, και ο λόγος αυτός είναι αόριστος, καθόσον δεν παρατίθεται το κρίσιμο τμήμα της αγωγής που κρίθηκε ορισμένη, ούτε οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το περιεχόμενο της αγωγής, ώστε να μπορεί να προσδιοριστεί το σφάλμα αυτής, αλλά μόνο η παραδοχή της απόφασης ότι, με το εκτιθέμενο σ' αυτήν περιεχόμενο, η αγωγή είναι ορισμένη, αφού εκτίθενται στο δικόγραφο με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα αναγκαία περιστατικά που απαιτούνται για τη θεμελίωσή της.
Και τούτο, ανεξάρτητα του αβάσιμου του ισχυρισμού, δεδομένου ότι στην αγωγή αναφέρεται και η συμβατική υποχρέωση μη ανταγωνισμού κατά τη διάρκεια της σύμβασης και για ένα χρόνο μετά τη λύση αυτής, καθώς, επίσης, αναγράφονται οι νέοι πελάτες τους οποίους οι αναιρεσίβλητες βρήκαν μετά από πρωτοβουλία και δραστηριότητα αυτών και ενέταξαν στους πελάτες τους οποίους προμήθευαν με τα προϊόντα της σύμβασης διανομής και οι οποίοι δεν ανήκαν στους παλαιούς πελάτες της αναιρεσείουσας, εκτίθεται, δε, ότι οι πελάτες αυτοί ήταν σταθεροί, και ότι είναι βέβαιο ότι θα συνεχίσουν να προμηθεύονται τα ίδια προϊόντα της αναρεσείουσας και με το νέο διανομέα μετά τη λύση της σύμβασης με την αναιρεσίβλητη.
Κατά τις αναλογικά εφαρμοζόμενες διατάξεις του άρθρου 9 παρ.1 του ως άνω π.δ. 219/1991, ο αποκλειστικός διανομέας δικαιούται, μετά τη λύση της σύμβασης διανομής, αποζημίωση, εάν κατά τη διάρκεια αυτής έφερε νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας-παραγωγός διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, εφόσον, με βάση όλες τις περιστάσεις και ιδιαίτερα τις προμήθειες που χάνει ο διανομέας από τις υποθέσεις με τους ίδιους πελάτες, σε συνδυασμό και με την τυχόν ρήτρα μη ανταγωνισμού, παρίσταται ως δίκαιη η καταβολή της αποζημίωσης, η οποία, (κατά ποσό) δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών που εισέπραξε ο διανομέας κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.
Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι, η αποζημίωση πελατείας είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο διανομέας. Δηλαδή, απαιτείται α) η εισφορά νέων πελατών ή η σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον διανομέα κατά τη διάρκεια της σύμβασης, β) η διατήρηση και μετά τη λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο-παραγωγό που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και γ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη με βάση όλες τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.
Τις προαναφερόμενες ουσιαστικές προϋποθέσεις γένεσης της απαίτησής του πρέπει να επικαλεσθεί, για το ορισμένο της αγωγής του, και να αποδείξει ο διανομέας. Αντίθετα, δεν είναι αναγκαία για την δικονομική πληρότητα της αγωγής, ούτε η ονομαστική αναφορά των νέων πελατών που έφερε ο διανομέας, καθώς και των παλαιών (πελατών), των οποίων οι υποθέσεις παρουσίασαν σημαντική προαγωγή με την διαμεσολαβητική δραστηριότητα αυτού, ούτε η διάκριση αυτών σε νέους και παλαιούς πελάτες, ούτε, τέλος, το ποσό που εισέπραξε από καθένα από αυτούς και το ακριβές ποσό των ωφελημάτων που διατήρησε ο παραγωγός, μετά τη λύση της σύμβασης, από τη διαμεσολαβητική δραστηριότητα του διανομέα (ΑΠ 1806/2014, ΑΠ 734/2011, ΑΠ 176/2010).
Ως εισφορά νέων πελατών νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του διανομέα νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως. Ως σημαντική, δε, προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών με αυτούς. Αντίστοιχα, διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον παραγωγό από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του διανομέα υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο διανομέας, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον παραγωγό πελατολογίου του διανομέα, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι' αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του παραγωγού.
Κριτήρια, τέλος, για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης πελατείας συνιστούν το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον παραγωγό μετά τη λύση της σύμβασης διανομής, η αντίστοιχη ωφέλεια του και η δημιουργία κέρδους για τον διανομέα, αν συνεχιζόταν η σύμβαση, η σχετική δε κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ποσό της δίκαιης αποζημίωσης πελατείας ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του και δεν ελέγχεται αναιρετικά, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, οπότε και δεν νοείται εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 355/2015, ΑΠ 246/14, ΑΠ 1320/2014).
Με τον τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με την παραδοχή της ότι η διανομέας αναιρεσίβλητη κατά τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης, έφερε νέους πελάτες και προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας-παραγωγός διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς μετά τη λύση της σύμβασης διανομής.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, από τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, αναφορικά με τα ενδιαφέροντα το λόγο τούτο, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στα πλαίσια λειτουργίας της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, η πρώτη ενάγουσα ανέπτυξε ένα εκτεταμένο δίκτυο διανομής και υπηρεσιών τεχνικού service, επένδυσε σε logistics, διατηρούσε αποθήκες και αποθέματα 2 με 2,5 μηνών, είχε υποκατάστημα στην Βόρεια Ελλάδα και θυγατρικές εταιρείες στις συμβατικές γεωγραφικές περιοχές των Βαλκανίων.
Κατά τη σύμβαση, η πρώτη ενάγουσα είχε την ευθύνη της εφαρμογής της εμπορικής πολιτικής - τα κύρια σημεία όμως έπρεπε να έχουν συμφωνηθεί και από τα δύο μέρη - ήτοι της διαφήμισης των προϊόντων, της προσέλκυσης των πελατών, του μάρκετινγκ, της τιμολογιακής πολιτικής και της ανάλυσης της αγοράς και γενικά ήταν υποχρεωμένη να προβαίνει σε κάθε πράξη που θα προωθούσε τα συμφέροντα της πρώτης εναγομένης, έχοντας τη διακριτική ευχέρεια να προωθεί τα προϊόντα είτε με τη δική της επωνυμία είτε με τα σήματα της εναγόμενης, τα οποία και μόνο χρησιμοποιούσε μετά το αρχικό στάδιο της συνεργασίας (βλ.
την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα των εναγουσών). Κατά τη διάρκεια λειτουργίας της συμβάσεως, η πρώτη εναγομένη γνώριζε την τιμολογιακή πολιτική και την πολιτική προώθησης των προϊόντων που ακολουθούσε η πρώτη ενάγουσα, επίσης γνώριζε το πελατολόγιο της τελευταίας και τα προϊόντα που προμηθευόταν κάθε πελάτης, ενημερωνόταν με e-mail για τις προσφορές που δίνονταν σε μεγάλους πελάτες και ο διευθυντής πωλήσεως του κλάδου όσο και οι υπάλληλοι της πρώτης ενάγουσας είχαν καθημερινή επικοινωνία με τους εκπροσώπους της πρώτης εναγομένης αναφορικά με τις τιμές των προϊόντων, επιπλέον δε κάθε εξάμηνο η πρώτη ενάγουσα ενημέρωνε την πρώτη εναγομένη για τις τιμές πωλήσεως προκειμένου να γίνει η εκκαθάριση, να προσδιορισθεί η τιμή μεταβίβασης και να καθορισθεί το περιθώριο κέρδους κατά 50-50, για την εφαρμογή δε των ανωτέρω όρων είχε προβλεφθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη με το παράρτημα II της συμβάσεώς συνεργασίας και αποκλειστικής διανομής• ανάπτυξη από κοινού προγράμματος λογισμικού.
Έτσι η όλη λειτουργία της επιχειρήσεως της πρώτης ενάγουσας ήταν οργανωμένη κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι πλήρως ενταγμένη στο δίκτυο διανομής της πρώτης εναγομένης, πωλώντας αποκλειστικά τα προϊόντα της μόνο στις περιοχές που εκείνη της είχε υποδείξει. Οι εναγόμενες, παρά τη γενική άρνηση που προβάλλουν σχετικά με τη συνδρομή της προϋπόθεσης εντάξεως της πρώτης ενάγουσας στο δίκτυο διανομής τους, ομολογούν, σε άλλα σημεία των προτάσεών τους (σελ. 10 και 18), ότι γνώριζαν το πελατολόγιο της πρώτης ενάγουσας και ότι αυτή στην εμπορική πραγματικότητα και στις συναλλαγές ήταν σημαντικό κομμάτι της εμπορικής τους δραστηριότητας και προώθησης των προϊόντων και των συμφερόντων τους, ότι η πρώτη ενάγουσα, λόγω της σταθερής μεταξύ τους συνεργασίας επί πολλά χρόνια, γνώριζε πλήρως την αγορά και τους πελάτες, κατείχε τη μυστική τεχνογνωσία τους τόσο στην παραγωγή των προϊόντων τους (εφευρέσεις, τεχνικές προδιαγραφές κατασκευής) όσο και τη μεθοδολογία προώθησης των προϊόντων, επέκτασης στις αγορές, προσέγγισης των πελατών και διείσδυσης στην αγορά - ομολογώντας έτσι ότι η πρώτη ενάγουσα ακολουθούσε τις υποδείξεις και οδηγίες της προμηθεύτριάς της πρώτης εναγομένης ως προς τις εν λόγω ενέργειες- και ότι η πρώτη ενάγουσα ουσιαστικά ήταν ενταγμένη στο δίκτυό τους σε τέτοιο βαθμό ώστε να απομένει μόνο η τυπική ενσωμάτωσή της μέσω εξαγοράς από αυτές ή δημιουργίας θυγατρικής μεταξύ τους εταιρείας.
Με τον τρόπο αυτό λειτούργησε η ένδικη σύμβαση μέχρι 31.12.2008, οπότε έληξε κατόπιν καταγγελίας εκ μέρους των εναγομένων, με την από 29.9.2008 ηλεκτρονική επιστολή τους προς την πρώτη ενάγουσα, με την οποία κατήγγειλαν την από'28.6.1999 σύμβαση συνεργασίας, τις από 26.7.2000 και από 27.11.2002 τροποποιητικές συμβάσεις και την από 1.1.1999 σύμβαση διανομής.
Με βάση τα ανωτέρω περιστατικά αποδεικνύεται ότι η επιχείρηση της πρώτης ενάγουσας ενεργούσε ουσιαστικά ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της πρώτης εναγομένης, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από την τελευταία, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής της, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, ώστε να καθίσταται επιτρεπτή και στην ένδικη περίπτωση η αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" και ιδίως εκείνων του άρθρου 9 για την αποζημίωση πελατείας.
Η πρώτη ενάγουσα λειτουργώντας επί μία τουλάχιστον δεκαετία ως αποκλειστικός διανομέας των προϊόντων της πρώτης εναγομένης για την περιοχή της Ελλάδος και της Κύπρου, και για οκτώ έτη για την περιοχή της Ρουμανίας, της Βουλγαρίας και της Σερβίας, αύξησε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και προσήλκυσε νέους πελάτες προωθώντας και κάνοντας γνωστά τα προϊόντα της πρώτης εναγομένης στην ανωτέρω γεωγραφική περιοχή δράσης της.
Συγκεκριμένα, κατά την έναρξη της συνεργασίας της με την πρώτη εναγομένη, η τελευταία είχε έξι πελάτες μελανιών web offset στην ελληνική αγορά, και συγκεκριμένα τις επιχειρήσεις "... Εκδοτική ΑΕ.", "…ΑΕ", "… ΑΕ", '… ΑΕ", "Τ. ΑΕ" "Δ. Π". Μέσω της αντιπροσώπου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία Ύ. Σ. Α.Ε", είχε πωλήσει κατά το χρονικό διάστημα από 1.8.1999 μέχρι 31.12.1999 περίπου 89 τόνους μελανιών με συνολικό τζίρο 855.405,66 γερμανικά μάρκα (ήτοι 437.361,76 ευρώ), ο οποίος αναγόμενος σε ετήσια βάση αντιστοιχούσε σε 1.049.668,73 ευρώ.
Επίσης πωλούσε προϊόντα η ίδια απ' ευθείας στη εταιρεία "... Εκδοτική Α.Ε." αξίας περίπου 1.200.000 ευρώ και επομένως το σύνολο των πωλήσεών της πρώτης εναγόμενης στην Ελλάδα κυμαινόταν συνολικά σε 2.249.668,73 (1.200.000 + 1.049.668,73) ευρώ, ενώ η πρώτη ενάγουσα, με τις συνεχείς και επίμονες προωθητικές ενέργειες και τη δραστηριότητα που ανέπτυξε, αύξησε το τζίρο με τους συγκεκριμένους πελάτες σε 4.236.202,84 ευρώ κατά το έτος 2008 και με τους 204 νέους πελάτες, που προσήλκυσε, ανέπτυξε ετήσιο κύκλο εργασιών στην ελληνική αγορά 10.970.985,06 ευρώ.
Την ίδια επιτυχημένη δραστηριότητα ανέπτυξε και στις άλλες περιοχές ευθύνης της, ήτοι στη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και τη Σερβία, στις οποίες η πρώτη εναγομένη είχε ελάχιστους πελάτες πριν την είσοδό της σε αυτές μέσω της πρώτης ενάγουσας. Στη Ρουμανία η πρώτη εναγομένη είχε πελάτες τρεις εταιρείες (την "...", την "..." και την "..."), με ετήσιο κύκλο εργασιών 458.377 ευρώ.
Η πρώτη ενάγουσα, από το έτος 2002 που επεξέτεινε την δραστηριότητά της στη χώρα αυτή, μέσω της 100% θυγατρικής της εταιρείας "...", πέτυχε στα οκτώ χρόνια της λειτουργίας της συμβάσεως να εξελιχθεί σε ένα από τους κυριότερους προμηθευτές μελανιών, με ποσοστό 50% της αγοράς σε κυλινδρικά μελάνια γραφικών τεχνών και 25% στα επίπεδα μελάνια γραφικών τεχνών, οι νέοι δε πελάτες της έφθασαν σε αριθμό τους 224, αναπτύσσοντας τον κύκλο εργασιών μέχρι το 2008 σε 3.972.365 ευρώ.
Στη Βουλγαρία, η πρώτη ενάγουσα αγόρασε τη θυγατρική της πρώτης εναγομένης και ανέπτυξε τις πωλήσεις της κατά 26,45% ανά έτος, αποκτώντας 418 πελάτες μέχρι το έτος 2008, με κύκλο εργασιών 2.063.632 ευρώ και τέλος στη Σερβία, όπου επεκτάθηκε η σύμβαση αποκλειστικής διανομής το έτος 2004, δραστηριοποιήθηκε μέσω της 100% θυγατρικής της εταιρείας "..." και αύξησε τις πωλήσεις των προϊόντων της εναγομένης από 248.785 ευρώ σε 729.528 ευρώ το έτος 2008, με 8 πελάτες κατά το χρόνο αυτό.
Έτσι αποδεικνύεται ότι καθόλη τη διάρκεια της συμβατικής σχέσης των διαδίκων, η πρώτη ενάγουσα κατέβαλε σοβαρές και συστηματικές προσπάθειες για την προώθηση και εδραίωση των προϊόντων της πρώτης εναγομένης, οργάνωσε ένα αποτελεσματικό σύστημα εξυπηρέτησης των πελατών και επέβαλε ως αξιόπιστα τα προϊόντα της πρώτης εναγομένης στις περιοχές της δραστηριότητάς της.
Μέσω δε της δικής της εμπορικής δραστηριότητας, που ήταν άρρηκτα και αποκλειστικά συνδεδεμένη με την πρώτη εναγομένη, ως αποκλειστικής προμηθεύτριάς της, οι πωλήσεις της τελευταίας αυξήθηκαν στις ανωτέρω περιοχές (Ελλάδα, Ρουμανία, Βουλγαρία και Σερβία), από 4.030.034 ευρώ το 1999, σε 18.351.001 ευρώ το 2008, ενώ εισέφερε στο δίκτυο πελατών αυτής (πρώτης εναγομένης) κατά την τελευταία πενταετία 854 πελάτες, όπως ονομαστικά καταγράφονται στην κρινόμενη αγωγή και δεν αμφισβητούνται από τις εναγόμενες.
Όλοι αυτοί είναι νέοι πελάτες, τους οποίους η πρώτη ενάγουσα, με τις δικές της συστηματικές ενέργειες, τη δική της πρωτοβουλία και με τη δική της αποκλειστικά δραστηριότητα βρήκε και έφερε στο δίκτυο της πρώτης εναγομένης, επιπλέον πρόκειται για σταθερούς πελάτες, δεδομένου ότι προμηθεύονταν από την πρώτη ενάγουσα μελάνια παραγωγής της πρώτης εναγομένης σε μόνιμη βάση τα τελευταία πέντε χρόνια λειτουργίας της ένδικης συμβάσεως και ο όγκος των συναλλαγών με αυτούς παρουσίαζε σταθερή ή ανοδική πορεία.
Ειδικότερα, η πρώτη ενάγουσα με τη δραστηριότητά της στην Ελλάδα, πραγματοποίησε κατά τη διάρκεια των πέντε τελευταίων ετών λειτουργίας της συμβάσεως πωλήσεις αξίας ίσης με τα κατωτέρω ποσά και εισέπραξε ως προμήθειες (μικτά κέρδη) τα αντίστοιχα ποσά, τα οποία δεν αμφισβητούνται από τις εναγόμενες, και συγκεκριμένα:
α) Το έτος 2008 11.585.476,36 ευρώ πωλήσεις και 2.014.942,09 ευρώ μικτά κέρδη (ήτοι πωλήσεις - 9.267.895,67 κόστος πωληθέντων = μικτά κέρδη 2.317.580,69 μείον 52.638,60 μικτά κέρδη ενδοεταιρικών πωλήσεων (614.491,30 πωλήσεις-561.852,70 κόστος πωλήσεων = 52.638,60) μείον 250.000 κέρδη της πρώτης εναγομένης πριν την έναρξη της σύμβασης, β) το έτος 2007: 12.302.083,19 πωλήσεις και 2.090.417.39 ευρώ μικτά κέρδη (ήτοι 12.302.083,19 πωλήσεις μείον 10.135.117,43 κόστος πωληθέντων = μικτά κέρδη 2.166.965,76, μείον 76.548,37 μικτά κέρδη ενδοεταιρικών πωλήσεων (593.195,16 πωλήσεις- 516.646,79 κόστος πωλήσεων = 76.548,37), γ) το έτος 2006: 12.175.627,95 ευρώ πωλήσεις και 2.461.050,61 ευρώ μικτά κέρδη (ήτοι 12.175.627,95 πωλήσεις μείον 9.664.097,23 κόστος πωληθέντων = μικτά κέρδη 2.511.530,72, μείον 50.480,11 μικτά κέρδη ενδοεταιρικών πωλήσεων (543.890.34 πωλήσεις- 493.410,23 κόστος πωλήσεων = 50.480,11), δ) το έτος 2005: 11.094.300,91 πωλήσεις και 1.947.417,61 ευρώ μικτά κέρδη (ήτοι 11.094.300,91 πωλήσεις μείον 9.081.521,66 κόστος πωληθέντων = μικτά κέρδη 2.012.779,25, μείον 65.361,64 μικτά κέρδη ενδοεταιρικών πωλήσεων (544.002,56 πωλήσεις- 478.640,92 κόστος πωλήσεων = 65.361,64), και ε) το έτος 2004: 12.128.653,11 πωλήσεις και 1.941.490,91 ευρώ μικτά κέρδη (ήτοι 12.128.653,11 πωλήσεις μείον 10.033.658,83 κόστος πωληθέντων = μικτά κέρδη 2.094.994,28, μείον 153.503,37 μικτά κέρδη ενδοεταιρικών πωλήσεων (1.678.457,89 πωλήσεις- 1.524.954,52 κόστος πωλήσεων = 153.503,37).
Περαιτέρω, η πρώτη ενάγουσα σε όλες τις άλλες χώρες εκτός Ελλάδος πραγματοποίησε κατά τη διάρκεια των πέντε τελευταίων ετών λειτουργίας της συμβάσεως τις πιο κάτω πωλήσεις και εισέπραξε ως προμήθειες (μικτά κέρδη) τα αντίστοιχα ποσά, τα οποία επίσης δεν αμφισβητούνται από τις εναγόμενες και συγκεκριμένα:
α) Το έτος 2008 6.765.527,15 πωλήσεις και μικτά κέρδη 1.407.271,25 ευρώ (ήτοι 6.765.527,15 πωλήσεις μείον 5.308.255,90 κόστος πωληθέντων = μικτά κέρδη 1.457.271,25 μείον 50.000 ευρώ κέρδη της πρώτης εναγομένης από πελάτες της πριν την έναρξη της ένδικης συμβάσεως = 1.407.271,25). β) το έτος 2007: 6.872.615,06 πωλήσεις και μικτά κέρδη 1.334.155,91 ευρώ (6.872.615,06 πωλήσεις μείον 5.536.592,76 κόστος πωληθέντων), γ) το έτος 2006: 5.878.071,10 πωλήσεις και μικτά κέρδη 1.026.624,91 ευρώ (5.878.071,10 πωλήσεις μείον 4.851.446,19 κόστος πωληθέντων), δ) το έτος 2005: 4.318.491,46 πωλήσεις και μικτά κέρδη 777.648,77 ευρώ (4.318.491,46 πωλήσεις μείον 3.540.842,69 κόστος πωληθέντων), και ε) το έτος 2004: 3.157.278,00 πωλήσεις και μικτά κέρδη 476.536,13 ευρώ (ήτοι 3.157.278,00 πωλήσεις μείον 2.680.741,87 κόστος πωληθέντων).
Η πρώτη εναγομένη είχε γνώση του ανωτέρω πελατολογίου της πρώτης ενάγουσας, των τύπων μελανιών και των ποσοτήτων που χρησιμοποιούσε κάθε πελάτης καθώς και των οικονομικών όρων (εκπτώσεων, πιστώσεων κλπ) των συναλλαγών τους με την πρώτη ενάγουσα, με αποτέλεσμα να είναι εύκολη η προσέγγισή τους από αυτήν, μέσω των θυγατρικών της H. ...
SA, που ίδρυσε στην Ελλάδα τον Οκτώβριο του 2009, μετά τη λήξη της συνεργασίας της με την πρώτη ενάγουσα, στη Ρουμανία μέσω της M. H. Romania SRL, στην Βουλγαρία μέσω της H. Bulgaria Ltd και στην Σερβία μέσω της H. SRB d.o.o. Belgrade.
Συνεπώς, όλοι οι εν λόγω πελάτες αποτελούν, πλέον, μία εν δυνάμει πελατεία για την πρώτη εναγομένη, από οποία αυτή έχει προοπτική κέρδους και μετά τη λύση της επίδικης συμβάσεως, διατηρώντας έτσι ουσιαστικά οφέλη από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς, αφού και μετά τη λύση της συμβάσεως αυτής μπορεί να αξιοποιήσει τις πελατειακές σχέσεις που είχε διαμορφώσει η πρώτη ενάγουσα.
Με βάση τον όγκο των πωλήσεων που είχε επιτύχει η πρώτη ενάγουσα σε όλη την συμβατική περιοχή δράσης της, τη σταθερότητα και την αυξητική πορεία που είχαν οι πωλήσεις της καθ' όλη τη διάρκεια λειτουργίας της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής και κυρίως κατά τα τελευταία πέντε έτη, την καθιέρωση ως αξιόπιστων των προϊόντων της πρώτης εναγομένης στη συμβατική περιοχή με την αποκλειστική συμβολή τη πρώτης ενάγουσας αλλά και του γεγονότος ότι η χρήση των μελανιών συνδυάζεται και με τα τεχνικά θέματα ρυθμίσεως των εκτυπωτικών μηχανημάτων, και την τεχνική υποστήριξη των πελατών, με αποτέλεσμα η διαδικασία αλλαγής από αυτούς προμηθευτή να είναι δυσχερής και χρονοβόρα, προκύπτει με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ότι οι συναλλακτικές σχέσεις με τους πελάτες που κέρδισε η πρώτη ενάγουσα θα παραμείνουν ζωντανές και θα συνεχίσουν να υφίστανται και στο μέλλον και ιδίως επί πέντε ακόμη έτη μετά τη λύση της επίδικης συμβάσεως αποκλειστικής διανομής.
Με τα δεδομένα αυτά αποδεικνύεται ότι πρώτη εναγομένη μπορεί να διατηρήσει ουσιαστικά οφέλη και μετά τη λύση της συμβάσεώς της με την πρώτη ενάγουσα, τα οποία προκύπτουν από τις πελατειακές σχέσεις που για πρώτη φορά οικοδομήθηκαν χάρη στη δραστηριότητα της τελευταίας. Ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης, ότι δεν διατήρησε τους πελάτες που εισέφερε στο δίκτυό της η πρώτη ενάγουσα, καθώς μετά τη λήξη της συνεργασίας τους οι πωλήσεις της μέσω της θυγατρικής της "...
ΑΕ" επανήλθαν στο ύψος που είχε επιτύχει η αρχική αντιπρόσωπός της εταιρεία "... ΑΕ", ήτοι σε 1.515.412 ευρώ κατά το έτος 1998 και σε 2.301.256,59 ευρώ, κατά το έτος 1999, δεν αποδείχθηκε βάσιμος από κανένα αποδεικτικό στοιχείο (λ.χ. οικονομικά στοιχεία της εταιρείας "... ΑΕ").". Κρίνοντας το Εφετείο, όπως πιο πάνω εκτίθεται και με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εξέθεσε σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με τον αριθμό των νέων πελατών που εισέφερε με τη δική της δραστηριότητα η διανομέας αναιρεσίβλητη, δεχόμενη ότι η εισφορά των συγκεκριμένων και αναφερόμενων στην αγωγή πελατών δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα, τη σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες, αναφερόμενη στο ποσό της αύξησης των πωλήσεων σε κάθε περιοχή της σύμβασης και ότι η παραγωγός αναιρεσείουσα διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους νέους πελάτες, αναφέροντας και τους λόγους στήριξης της εκτίμησης περί της εξακολούθησης και μετά τη λύση της επίδικης σύμβασης της συνεργασίας με αυτούς και της διατήρησης ουσιαστικών ωφελειών από την αναιρεσείουσα.
Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια και ο αντίθετος ως άνω λόγος της αίτησης είναι αβάσιμος. Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της απόδειξης (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΟλΑΠ 8/2005).
Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 1 περ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δημιουργεί λόγο αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας παρέβη δίδαγμα της κοινής πείρας, που αφορά την ερμηνεία κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ή την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτόν. Ειδικότερα, παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας υπάρχει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τις άνω αρχές, για την ανεύρεση, με βάση αυτές, της έννοιας του κανόνα δικαίου, όταν ιδίως αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (ΑΠ 79/2011).
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τις ως άνω αρχές, έστω και αυτεπάγγελτα, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, όταν ιδίως αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι σε αυτόν των πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν το δικαστήριο παραβαίνει τα διδάγματα αυτά όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης των πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή, πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 346/2017, ΑΠ 92/2013, ΑΠ 79/2011), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Για το λόγο αυτό, πρέπει να εκτίθεται στο σχετικό λόγο, ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου, στην εξειδίκευση του οποίου χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα, η έννοια που αποδόθηκε στον κανόνα δικαίου, που χαρακτηρίζεται εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος ορθή, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, ή ποια διδάγματα κοινής πείρας παρέλειψε το δικαστήριο να χρησιμοποιήσει (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 64/2017, ΑΠ 951/2015, ΑΠ 1644/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα, ότι τα προϊόντα της ... που πωλούσε η αναιρεσίβλητη, δεν ήταν ανταγωνιστικά με εκείνα της αναιρεσείουσας, χρησιμοποιώντας προς τούτο κριτήρια αντίθετα με την επιστημονική έρευνα ή την επαγγελματική ενασχόληση στο χώρο των μελανιών, όπως την φθηνή τιμή πώλησης και τον προορισμό για έλληνες πελάτες, και δεν χρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας σύμφωνα με τα οποία ανταγωνιστικά είναι δύο προϊόντα όταν εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό και χρησιμοποιούνται στα ίδια μηχανήματα, καθώς και όταν υπάρχει διαφορά στην τιμή τους, τα οποία εάν χρησιμοποιούσε θα χαρακτήριζε τα προϊόντα αυτά ως ανταγωνιστικά και συνεπώς θα έκρινε ότι δεν υπήρχε σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αλλά απλής, στην οποία δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 9 του π.δ/τος 219/1991.
Τα ανωτέρω, όμως, δεν ιδρύουν το ρηθέντα αναιρετικό λόγο, αφού δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας, με την προεκτεθείσα έννοια, αλλά υπό την επίφαση αυτών οι αναιρεσείοντες, στην πραγματικότητα, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς την παραδοχή της ότι τα προαναφερόμενα προϊόντα δεν ήταν ευθέως ανταγωνιστικά.
Συνακόλουθα, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1περ. β' ΚΠολΔ,, αντίθετος, τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), είτε έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 13/1995), είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005).
Θα πρέπει, δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που λήφθηκαν υπόψη, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000) και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα (ΑΠ 881/1988). Επομένως, δεν ιδρύουν τον παραπάνω λόγο αναίρεσης οι αιτιολογημένες αρνήσεις της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006), ούτε τα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μεσα (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 87/2013) έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 1274/1994), ούτε τα νομικά επιχειρήματά τους, που, σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουσμένου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου (ΑΠ 933/3014, ΑΠ 1573/06).
Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997). Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη απαραδέκτως προταθέντα ισχυρισμό, καθώς και όταν λαμβάνει υπόψη ισχυρισμό, που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 852/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην πληττόμενη απόφαση την εκ του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη της ισχυρισμό που δεν προτάθηκε από τις ενάγουσες και συγκεκριμένα α) τον ισχυρισμό ότι τα προϊόντα της ... που πωλούσαν, δεν ήταν ανταγωνιστικά, μολονότι ο ισχυρισμός αυτός αποτελούσε αντένσταση στην προβληθείσα από αυτήν ένσταση ότι οι ενάγουσες δεν είχαν από τη σύμβαση διανομής υποχρέωση μη ανταγωνισμού, και β) τον ισχυρισμό ότι θυγατρική της αναιρεσείουσας και διάδοχος της αναιρεσίβλητης στη διανομή των προϊόντων της αναιρεσείουσας ήταν η εταιρεία "...
Α.Ε." και ότι η αναιρεσείουσα δραστηριοποιούνταν μέσω αυτής και με την παραδοχή αυτή απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι μετά τη λήξη της ένδικης σύμβασης διανομής δεν διατήρησε ουσιαστικές ωφέλειες από αυτήν, ούτε την πελατεία της. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος κατά το πρώτο μέρος του, καθόσον στηρίζεται σε εσφαλμένη βάση, δεδομένου ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι μεταξύ των συμβληθέντων είχε συμφωνηθεί, με τη σύμβαση αποκλειστικής διανομής ρήτρα μη ανταγωνισμού κατά τη διάρκεια της σύμβασης και για ένα χρόνο μετά τη λήξη της, διάστημα κατά το οποίο συμφώνησαν να συνεχίσουν να συνεργάζονται και σε τέτοιο βαθμό ώστε να είναι δυνατή η υποκατάσταση του αντίστοιχου πρώην συνεργάτη, καθώς και ότι την ίδια υποχρέωση μη ανταγωνισμού ανέλαβε προσωπικά και ο κύριος μέτοχος της αναιρεσίβλητης Γ.
Κ., και συνεπώς, ως προς το στοιχείο και κριτήριο τούτο που συνέτρεχε για το χαρακτηρισμό της διανομής ως αποκλειστικής, δικαιολογούσας, με τη συνδρομή και των λοιπών απαιτούμενων προϋποθέσεων, την ανάλογη εφαρμογή του π.δ/τος 219/1991 και εντεύθεν θεμελιώνουσας την αξίωση αποζημίωσης πελατείας συνεπεία της λύσης με καταγγελία της σύμβασης, ενόψει αυτών, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι δεν είχαν οι συμβληθέντες υποχρέωση μη ανταγωνισμού, δεν αποτελεί ένσταση, αλλά άρνηση της αγωγής, ο δε ισχυρισμός περί της πώλησης των συγκεκριμένων προϊόντων από την αναιρεσίβλητη (… και ...) αποτελεί άρνηση σε ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί πωλήσεως ανταγωνιστικών προϊόντων.
Ως προς το δεύτερο εξάλλου μέρος του, ο άνω λόγος της αίτησης είναι, επίσης, αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο σαφώς διαλαμβάνει ότι η αναιρεσείουσα είχε γνώση του πελατολογίου της αναιρεσίβλητης, των τύπων των μελανιών και των ποσοτήτων που χρησιμοποιούσε κάθε πελάτης, καθώς και των οικονομικών όρων (εκπτώσεων, πιστώσεων κλπ) των συναλλαγών τους, ώστε να είναι εύκολη η προσέγγισή τους από αυτήν μέσω, εκτός των άλλων της θυγατρικής της H. ...
SA, ήτοι της εταιρείας που κατά την αναιρεσείουσα αμφότεροι οι διάδικοι είχαν προτείνει πλέον ως διανομέα των προϊόντων αυτής, η δε στη συνέχεια αναφορά της εταιρείας ως ... ΑΕ, θυγατρική της αναιρεσείουσας, είναι φανερό ότι αναφέρεται στην ίδια εταιρεία, παρεκτός του ότι στη σχετική περικοπή, το Εφετείο αναφέρεται, όχι ως παραδοχή του ιδίου, αλλά όπως προβάλλεται ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας με την επωνυμία αυτή για τη θυγατρική της εταιρεία.
Κατά το άρθρο 338 παρ. 1 ΚΠολΔ κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Με τη διάταξη αυτή, επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος αποδείξεως των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση.
Το βάρος αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφασή του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋποθέσεως των θεμελιωτικών της αξιώσεως του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης (άρθρο 14 του ν. 2915/2001) και την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 270 ΚΠολΔ σε όλες τις υποθέσεις, ενώ, σε κάθε περίπτωση, δεν τίθεται θέμα παραβιάσεως του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως και ιδρύσεως του από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ αναιρετικού λόγου.
Αντίθετα αντικειμενικό βάρος αποδείξεως είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στη περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γενέσεως της επίδικης έννομης συνέπειας, στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 946/2015, ΑΠ 233/2011).
Με τον έβδομο λόγο της αίτησης, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, με εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους αποδείξεως στην αναιρεσείουσα, απέρριψε τον ισχυρισμό της περί μη διατήρησης ωφελειών και πελατείας μετά τη λήξη της σύμβασης διανομής, υποχρεώνοντας αυτήν να προσκομίσει απόδειξη για τον ισχυρισμό της αυτό, δεχόμενη ότι η αναιρεσείουσα "δεν προσκόμισε αποδεικτικά έγγραφα από τα οποία να προκύπτει η μη διατήρηση ωφελειών".
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν έγινε δεκτός, επειδή θεωρήθηκαν επαρκείς οι προσκομισθείσες από την αναιρεσίβλητη σχετικές αποδείξεις. Η αγωγική αξίωση για την καταβολή αποζημίωσης πελατείας, έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη, με την ορθή παραδοχή της απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν αυτήν από τις φέρουσες, κατ' επιταγή του άρθρου 338 ΚΠολΔ, το σχετικό βάρος απόδειξης ενάγουσες.
Η αναφορά στη συνέχεια του Εφετείου ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι δεν διατήρησε τους πελάτες (όχι ότι δεν διατήρησε ωφέλειες) που είχε εισφέρει στο δίκτυό της η αναιρεσίβλητη, "δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, όπως λ.χ. οικονομικά στοιχεία της θυγατρικής εταιρείας" της αναιρεσείουσας, δεν έχει την έννοια της επιβολής του βάρους απόδειξης για τη βάση της αγωγής, περί της διατήρησης της πελατείας και εντεύθεν των ωφελειών από τη δραστηριότητα της αναιρεσίβλητης, αλλά ότι το ανωτέρω πόρισμα δεν αναιρείται από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, όπως ενδεικτικά, θα μπορούσε τούτο να προκύπτει από τα οικονομικά στοιχεία της θυγατρικής εταιρείας.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η από 30-6-2016 αίτηση για αναίρεση της 318/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα υπέρ του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική 615/11-7-2016 έκθεση κατάθεσης του ένδικου μέσου του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών.
Εξάλλου, η αναιρεσείουσα που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-6-2016 αίτηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... …", για αναίρεση της 318/2016 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ