Legislator Case Law & Legislation
1369/2018 AI generated

1369/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1369/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 2112/1920, "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Ήδη ισχύει το π.δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου", κατά το άρθρο 4 του οποίου, διά της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο.

Legislator headnote

AI generated

1369/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (παρ.1). Μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (παρ.2).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1369 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1369/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9η Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που ... και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Δημητρίου Ζερδελή και Δημητρίου Βασιλείου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ε. Π. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αριστοτέλη Μερεκούλια, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1598/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 1887/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-6-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 2112/1920, "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Ήδη ισχύει το π.δ. 178/2002 "Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου", κατά το άρθρο 4 του οποίου, διά της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο.

Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (παρ.1). Μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (παρ.2).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου π.δ., η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ' εαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Η διάταξη του προηγουμένου εδαφίου δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, απολύσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως, που συνεπάγονται μεταβολές εργατικού δυναμικού (παρ.1).

Αν η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή η εργασιακή σχέση καταγγελθεί λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζομένου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη (παρ.2).

Συνεπώς, μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον δηλαδή συνεχίζεται, ως οικονομική οντότητα, η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί αυτή, υπό το νέο φορέα, την ταυτότητά της με τον ίδιο ή διαφορετικό τίτλο ή μορφή.

Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχός του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Ως "μεταβιβάζων" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως "διάδοχος" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης.

Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχείρησης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό το νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο σκοπό, γεγονός που συμβαίνει, όταν η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτο δεν μεταβάλλει την ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, δηλαδή συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση.

Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου φορέα στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΟλΑΠ 5/1994, ΑΠ 1831/2017).

Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα στοιχεία είναι:

α) η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ.λπ.), β) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, γ) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από το νέο φορέα, δ) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, ε) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και στ) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1850/2006).

Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 178/2002, ο προηγούμενος εργοδότης ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το νέο εργοδότη, για τις υποχρεώσεις που είχαν δημιουργηθεί από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (ΑΠ 525/2013). Ειδικότερα, ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε νοούνται οι υποχρεώσεις οποιασδήποτε φύσης, είτε εκ συμβάσεως είτε εξ αδικοπραξίας, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά το χρόνο της μεταβίβασης (ΑΠ 909/2010), θεωρείται δε το χρέος γεννημένο πριν από τη μεταβίβαση, εφόσον τα παραγωγικά του γεγονότα είχαν συντελεστεί κατά το χρόνο αυτόν, έστω και αν κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μεταγενέστερα (ΑΠ 1148/ 2017).

2. Περαιτέρω, η εταιρία ως σύνολο έννομων σχέσεων και καταστάσεων, που διέπονται από ορισμένο πλέγμα κανόνων δικαίου με τη μορφή αυτοτελούς ενότητας, υπηρετεί κοινωνικό σκοπό. Η χρησιμοποίηση της εταιρίας για την εξυπηρέτηση διαφορετικών σκοπών και, μάλιστα, αποδοκιμαζόμενων από την έννομη τάξη, συνιστά απαγορευμένη από το νόμο κατάχρηση του θεσμού της εταιρίας.

Η καταχρηστική συμπεριφορά, που εκδηλώνεται ως κατάχρηση θεσμού, δεν ρυθμίζεται ειδικά από το νόμο. Πρέπει, όμως, να υπαχθεί και αυτή στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και να αντιμετωπισθούν οι συνέπειές της σε αναλογία με τις συνέπειες της καταχρήσεως δικαιώματος (ΑΠ 330/2010). Με την παραπάνω έννοια δεν συνιστά καταχρηστική συμπεριφορά μόνη η συγκέντρωση των περισσότερων ή και όλων των μετοχών ανώνυμης εταιρίας ή των μεριδίων ΕΠΕ σε ένα μόνο πρόσωπο, ακόμη και αν αυτό είναι ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος ή ο διαχειριστής της εταιρίας και την ελέγχει έτσι τυπικά και ουσιαστικά (ΟλΑΠ 5/1996, ΟλΑΠ 17/1994), αφού αναγνωρίζεται από το δίκαιο η μονοπρόσωπη κεφαλαιουχική εταιρία (ανώνυμη, ναυτική και ΕΠΕ, βλ.

άρθρα 47α παρ. 2 του ν. 2190/1920, 41 παρ.2 του ν. 959/1979, π.δ. 273/1993), η οποία και διατηρεί κατ' αρχήν την οικονομική αυτοτέλεια του νομικού προσώπου της έναντι του φυσικού προσώπου στο οποίο ανήκουν οι μετοχές ή τα μερίδιά της. Δεν συνιστά, επίσης, καταχρηστική συμπεριφορά η επιλογή μιας κεφαλαιουχικής εταιρίας για την άσκηση μέσω αυτής επιχειρηματικής δραστηριότητας από έναν ή περισσότερους επιχειρηματίες με σκοπό η εταιρία να λειτουργήσει ως μηχανισμός απορροφήσεως των τυχόν δυσμενών συνεπειών της επιχειρηματικής δραστηριότητάς τους, αφού αυτόν ακριβώς το σκοπό προορίσθηκε να εξυπηρετεί η κεφαλαιουχική εταιρία.

Επίσης, η θέση κατά μέρος της νομικής προσωπικότητας, νομίμως συσταθείσης και λειτουργούσας ανωνύμου εταιρίας, δεν δικαιολογείται μόνο από την ταύτιση των συμφερόντων της εταιρίας προς τα αυτά του κυρίου μετόχου ή από τη συστηματική παροχή εγγυήσεων του προσώπου αυτού για λογαριασμό της εταιρίας ή, τέλος, από την εμφάνιση τούτου ως του ουσιαστικού φορέα της επιχείρησης με καθοριστική συμβολή στη λήψη των εταιρικών αποφάσεων.

Συνεπώς, δεν ενεργούν αθέμιτα οι επιχειρηματίες που επιλέγουν κάποιον από τους προσφερόμενους τύπους της κεφαλαιουχικής εταιρίας για να θωρακίσουν με τα πλεονεκτήματα, που αυτός προσφέρει, την επιχειρηματική δραστηριότητά τους, γι' αυτό και δεν δικαιολογείται η ταύτισή τους με την εταιρία και η μεταφορά έτσι στους ίδιους της ευθύνης που βαρύνει το νομικό πρόσωπο της εταιρίας.

Η αρχή αυτή, όμως, της οικονομικής αυτοτέλειας και ευθύνης του νομικού προσώπου της εταιρίας έναντι των μετόχων ή των εταίρων, υποχωρεί όταν η επίκληση της διαφορετικής προσωπικότητας χρησιμεύει για να νομιμοποιηθεί αποτέλεσμα αντίθετο προς τους κανόνες της καλής πίστεως, δηλαδή όταν γίνεται κατάχρηση της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας με την έννοια ότι οι φερόμενες ως πράξεις της εταιρίας είναι στην πραγματικότητα πράξεις του κυρίαρχου μετόχου ή εταίρου της που σκόπιμα παραλλάσσονται και, αντιστρόφως, οι πράξεις του φυσικού προσώπου συνέχονται με την εταιρία από την οποία αθέμιτα επιχειρείται να αποκοπούν.

Η μορφή αυτή καταχρήσεως του θεσμού της εταιρίας εκδηλώνεται κυρίως στις περιπτώσεις που ο κυρίαρχος μέτοχος ή εταίρος χρησιμοποιεί τη νομική προσωπικότητα της εταιρίας για να καταστρατηγήσει το νόμο ή για να προκαλέσει δολίως ζημιά σε τρίτον ή για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ως κύρωση επιβαλλόμενη προς αποφυγή της καταχρήσεως προβάλλει η άρση ή η κάμψη της νομικής προσωπικότητας της εταιρίας και η μετακύλιση από την εταιρία στους μετόχους ή εταίρους των συνεπειών που την αφορούν ή αντιστρόφως ή μετακύλιση των αντίστοιχων συνεπειών από τους μετόχους ή εταίρους στην εταιρία (ΟλΑΠ 2/2003, ΑΠ 149/2013, ΑΠ 330/2010).

3. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίον περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιαφόρως αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΟλΑΠ 2/2013, ΑΠ 1632/2013). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών γεγονότων που αυτό ανελέγκτως δέχθηκε και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ο λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 38/2008).

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ως "ζήτημα", υπονοείται ισχυρισμός που έχει αυτοτελή ύπαρξη και τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο. Τότε, το "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και η πληρότητα της αιτιολογίας αποτελεί αναγκαίο όρο της κατάφασης ή της άρνησής του.

Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται, πλήρως, από τις παραδοχές της απόφασης κατά τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, ώστε να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Έλλειψη νόμιμης βάσης υπάρχει όταν τα αναφερόμενα στην ελάσσονα πρόταση πραγματικά γεγονότα εκτίθενται τόσο ατελώς ή ασαφώς, ώστε να μη μπορεί να διαπιστωθεί αν αυτά ανταποκρίνονται ή μη στο πραγματικό του εφαρμοζόμενου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή, κατ' άλλη έκφραση, αν έγινε ορθή ή λαθεμένη υπαγωγή αυτών στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου.

4. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση και κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ότι η ενάγουσα, ήδη αναιρεσίβλητη, προσλήφθηκε την 1/6/1996 από την εταιρία με την επωνυμία "...", η οποία δραστηριοποιείτο σαν πολυδύναμο κέντρο αισθητικής, προσφέροντας υπηρεσίες αδυνατίσματος, αισθητικής κ.λπ.

με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παρέχουσα την εργασία της ως υπάλληλος γραφείου. Ότι η εν λόγω εταιρία μαζί με άλλες εταιρίες με το ίδιο αντικείμενο, εδρεύουσες σε διάφορα μέρη της Αττικής (Κηφισιά, Γλυφάδα, Πλ. Συντάγματος κ.λπ.) αποτελούσαν τμήματα του ίδιου επιχειρηματικού ομίλου που λειτουργούσε με τον διακριτικό τίτλο "...E" και ουσιαστικά είχαν τον ίδιο ιδιοκτήτη, Λ.

Λ.. Ότι την 8/10/2001 η ενάγουσα μεταφέρθηκε από την παραπάνω εταιρία στην εταιρία του ίδιου ομίλου με την επωνυμία "...". Ότι την 1/9/2002 μεταφέρθηκε στην εταιρία του ίδιου ομίλου με την επωνυμία "...", στην οποία και παρέμεινε έως και την 1/3/2007. Ότι στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην εταιρία του ίδιου ομίλου με την επωνυμία "...

ΑΕ" στην οποία και παρέμεινε έως και την 24/1/2012, οπότε μετατέθηκε στην εταιρία του ίδιου ομίλου με την επωνυμία "...", όπου παρέμεινε έως και την 1/4/2012. Ότι ο Λ. Λ. δημιούργησε νέο όμιλο, λόγω χρεών που είχε ο όμιλος που λειτουργούσε με το διακριτικό τίτλο "...E" και ότι ο νέος αυτός όμιλος είχε τον τίτλο "...", είχε το ίδιο αντικείμενο, σχεδόν το ίδιο προσωπικό και εγκαταστάσεις που είχε ο προηγούμενος επιχειρηματικός όμιλος.

Ότι η ενάγουσα την 1/4/2012 μεταφέρθηκε στην εταιρία του ομίλου "...", με την επωνυμία "... ...", στην οποία εργάσθηκε έως την 1/8/2013, οπότε μεταφέρθηκε στην εταιρία του ίδιου ομίλου "... ...", με το διακριτικό τίτλο "...E", που είναι η πρώτη εναγομένη. Ότι την 28/1/2014 η πρώτη εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας χωρίς να καταβάλει στην ενάγουσα τη νόμιμη αποζημίωση.

Ότι η καταγγελία είναι άκυρη και συνεπώς η πρώτη εναγομένη, που έκτοτε απέκρουσε την προσφορά της εργασίας της ενάγουσας, κατέστη υπερήμερη ως εργοδότης. Ότι οι συμφωνηθείσες μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας κατά το χρόνο απόλυσης ήσαν 1054,57 ευρώ και ως εκ τούτου αυτή δικαιούται για το ένδικο διάστημα από 28/1/2014 έως 3/6/2015 το συνολικό ποσό των (1054,57 Χ 16 μήνες =) 16.999,67 ευρώ.

Ότι, επίσης, η πρώτη εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα για δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από το Νοέμβριο 2013 έως τον Ιανουάριο 2014, με τα επιδόματα αδείας και αναλογία δώρου Πάσχα 2014, το ποσό των 5.231 ευρώ. Ότι ο επιχειρηματικός όμιλος του Λ. Λ., προκειμένου να αποφύγει την ικανοποίηση των νομίμων αξιώσεων του προσωπικού, δημιούργησε ένα νέο όμιλο με τον τίτλο "...", ήτοι τη δεύτερη εναγομένη, που απασχολούσε κατά 80% το προσωπικό της πρώτης εναγομένης, είχε την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα και χρησιμοποιούσε τις ίδιες εγκαταστάσεις.

Ότι, ως εκ τούτου, η δεύτερη εναγομένη επέδειξε στις συναλλαγές καταχρηστική συμπεριφορά σε βάρος της ενάγουσας προκειμένου να αποφύγει την ικανοποίηση των νομίμων εργατικών αξιώσεών της και ουσιαστικά οι εναγόμενες, ανήκουσες στον ίδιο επιχειρηματικό όμιλο και αιρομένης της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας της δεύτερης από αυτές, ευθύνονται εις ολόκληρον έναντι της ενάγουσας, καθόσον η ενάγουσα εν τοις πράγμασι παρείχε εργασία και στη δεύτερη εναγομένη.

Ότι με τα δεδομένα αυτά η αγωγή είναι εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία και ορθώς από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της γενομένης την 28/1/2014 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, υποχρεώθηκαν εις ολόκληρον οι εναγόμενες να αποδέχονται τις υπηρεσίες αυτής με απειλή χρηματικής ποινής 100 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης και, επί πλέον, να καταβάλουν εις ολόκληρον στην ενάγουσα το ποσό των 22.230,67 ευρώ, νομιμότοκα αφότου κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Μονομελές Εφετείο, αφού συμπλήρωσε τις αιτιολογίες της τότε εκκαλουμένης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με τις δικές του, απέρριψε την έφεση της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση.

5. Με την εκτεθείσα κρίση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τον αγωγικό ισχυρισμό περί άρσεως της νομικής αυτοτέλειας της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, δηλαδή ότι ο επιχειρηματίας Λ.

Λ., προκειμένου να αποφύγει την ικανοποίηση των νομίμων αξιώσεων του προσωπικού που ήδη απασχολούσε και συγκεκριμένα της ενάγουσας, δημιούργησε έναν όμιλο με τον τίτλο "...", που απασχολούσε κατά 80% το προσωπικό της πρώτης εναγομένης και είχε την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα, στις ίδιες εγκαταστάσεις με αυτές της πρώτης εναγομένης και ως εκ τούτου επέδειξε στις συναλλαγές καταχρηστική συμπεριφορά, διότι ουσιαστικά οι εναγόμενες ανήκουν στον ίδιο επιχειρηματικό όμιλο και εξ όλων αυτών αίρεται η αυτοτέλεια της νομικής προσωπικότητας της δεύτερης εναγομένης και αμφότερες ευθύνονται εις ολόκληρον, καθόσον η ενάγουσα εν τοις πράγμασι παρείχε εργασία και στη δεύτερη εναγομένη, δεν πληρούν, συνεκτιμώμενα στο σύνολό τους, το πραγματικό της νομικής έννοιας της κατάχρησης της αυτοτελούς ύπαρξης του νομικού προσώπου της ως άνω ανώνυμης εταιρίας - δεύτερης εναγομένης και δεν δικαιολογούν την άρση της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητάς της και, συνακόλουθα, την παραδοχή της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης ως προς την αναιρεσείουσα.

Ειδικότερα, δεν εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά περί του ότι ο Λ. Λ. είναι βασικός μέτοχος της δεύτερης εναγομένης εταιρίας και ότι υπό την ως άνω ιδιότητά του χρησιμοποίησε τη νομική προσωπικότητα αυτής για να καταστρατηγήσει το νόμο και να προκαλέσει δολίως ζημία σε τρίτους ή για να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της πρώτης εναγομένης.

Επίσης, δεν εκτίθενται περιστατικά περί του ότι ο ως άνω ήταν βασικός μέτοχος της δεύτερης εναγομένης ή ότι οι πράξεις αυτής συνιστούσαν ατομικές ενέργειες του ίδιου, ως κυρίαρχου μετόχου αυτής, που σκόπιμα παραλλάσσονταν, ώστε να συνέχονται με τη δεύτερη εταιρία από την οποία αθέμιτα επιχειρείτο να αποκοπούν, προϋποθέσεις αναγκαίες για την άρση της νομικής αυτοτέλειας της δεύτερης εταιρίας.

Εξάλλου, η απόφαση με τις άνω παραδοχές δεν έχει νόμιμη βάση και ειδικότερα έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι αυτό της θεμελίωσης της ευθύνης της δεύτερης εταιρίας λόγω άρσης της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητάς της. Ειδικότερα, δεν αναφέρεται στην προσβαλλομένη εάν και υπό ποία ιδιότητα οι εταιρίες του προηγούμενου ομίλου με τον τίτλο "..." ή τα μέλη του ή ο ίδιος ο Λ.

Λ. συμμετείχαν στο νέο όμιλο ή ποια ήταν η σχέση των μελών της δεύτερης εναγομένης εταιρίας με την πρώτη εναγομένη εταιρία, τις εταιρίες του ομίλου "..." και του ιδιοκτήτη τους, Λ. Λ.. Επίσης, ενώ το εφετείο δέχεται ότι η δεύτερη εναγομένη απασχολούσε κατά ποσοστό 80% το προσωπικό της "...", δεν αναφέρει πόσο ήταν το προσωπικό της πρώτης εναγομένης και ποιοι συνέχισαν να εργάζονται στη δεύτερη εναγομένη αναιρεσείουσα εταιρία.

Εν συνεχεία, ενώ δέχεται ότι η πρώτη εναγομένη προέβη την 28-1-2014 στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, ταυτόχρονα δέχεται ότι αυτή παρείχε "εν τοις πράγμασι" εργασία και στη δεύτερη εναγομένη εταιρία, χωρίς να προσδιορίζει αν εχώρησε μεταβίβαση της επιχείρησης προς την τελευταία, οπότε σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω (βλ.

σκέψη με αριθμό 1) θα υπήρχε διαφορετική νομική αντιμετώπιση μεταξύ των δύο εναγομένων εταιριών, χωρίς επίσης να προσδιορίζει τον τόπο ή το χρονικό διάστημα απασχόλησης της ενάγουσας στη δεύτερη εναγομένη, ούτε τα πρόσωπα που ασκούσαν για λογαριασμό της το διευθυντικό δικαίωμα παρέχοντας εντολές και οδηγίες προς την ενάγουσα ως προς την παροχή της εργασίας της.

Έτσι, στην προσβαλλομένη περιέχονται ανεπαρκώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί του ως άνω ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο επισημαίνονται τα σφάλματα αυτά και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη 1887/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλο δικαστή. Η έρευνα των υπολοίπων λόγων της αίτησης αποβαίνει περιττή. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1887/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, προς περαιτέρω εκδίκαση. -Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 7η Ιουνίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα,την 5η Σεπτεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ