Legislator Case Law & Legislation
1369/2016 AI generated

1369/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1369/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1369/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δ’ Κ.Ποιν.Δ.). Ειδικά, στην αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και με δεδομένο ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη δεν αποτελεί η αθωότητα αλλά η ενοχή του κατηγορουμένου, υπάρχει έλλειψη της απαιτούμενης (από τις προαναφερόμενες διατάξεις) ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Keywords

AI generated
outdated medical report false medical certificate lack of signature handwriting sample forgery of official documents inadequate medical examination
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1369 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1369/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη - Εισηγήτρια και Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11.3.2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βαλσάμου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 2109/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με κατηγορούμενο τον Ν. Κ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του Αριστοτέλη Χαραλαμπάκη και Αργυρίου Καρρά. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: Ι. Σ. χήρα Χ. Σ. και Π. Σ. του Χ., ..., που παρέστησαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ζήση Κωνσταντίνου.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Οκτωβρίου 2015 αίτηση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεώργιου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1060/2015.

Αφού άκουσε

Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ., ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε απόφασης μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 Κ.Ποιν.Δ. παρ. 2 (αρθρ. 483 παρ. 3), δηλαδή μέσα σε έναν μήνα από την καταχώριση της τελεσίδικης απόφασης καθαρογραμμένης στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 Κ.Ποιν.Δ.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οποιασδήποτε απόφασης, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδικής και εμπεριστατωμένης, αιτιολογίας (αρθ. 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ Κ.Ποιν.Δ.). Ειδικά, στην αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και με δεδομένο ότι αντικείμενο απόδειξης στην ποινική δίκη δεν αποτελεί η αθωότητα αλλά η ενοχή του κατηγορουμένου, υπάρχει έλλειψη της απαιτούμενης (από τις προαναφερόμενες διατάξεις) ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ Κ.Ποιν.Δ., όταν α) είτε δεν αναφέρονται στην απόφαση καθόλου είτε αναφέρονται με τρόπο ελλιπή ή ασαφή τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και δικαιολογούν την κρίση για μη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων της αξιόποινης πράξης, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και β) δεν αναφέρονται στην απόφαση, ως προς το είδος τους, τα αποδεικτικά μέσα, από τα, οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι λόγοι (αιτιολογικές σκέψεις) για τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε αθωωτική κρίση και δεν ήταν δυνατό να καταλήξει σε πόρισμα νόμιμης ανατροπής του τεκμηρίου αθωότητας, δηλαδή στην κρίση ότι ο κατηγορούμενος πραγμάτωσε την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της δικαζόμενης αξιόποινης πράξης.

Επίσης, η αθωωτική απόφαση, για να είναι αιτιολογημένη, πρέπει να αναφέρεται σ’ αυτή ρητά ή να συνάγεται με βεβαιότητα από ολόκληρο το περιεχόμενο του σκεπτικού της ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, για τη διαμόρφωση της αθωωτικής κρίσης του, το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων που μνημονεύονται στα πρακτικά.

Έτσι, υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί, παραθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα περιστατικά που προέκυψαν από τα αποδεικτικά μέσα που εισφέρθηκαν νόμιμα κατά την ακροαματική διαδικασία (από την κατηγορούσα αρχή και από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο υπεράσπισής του), διαμορφώνοντας αντίστοιχες πορισματικές παραδοχές και διατυπώνοντας σχετικές αιτιολογικές σκέψεις, γιατί δεν πείστηκε για την ενοχή του κατηγορουμένου.

Η αιτιολογία δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, να στηρίζεται δηλαδή σε ορισμένα δεδομένα της προδικασίας ή της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να συνεκτιμώνται άλλα που εισφέρθηκαν σ’ αυτή, γιατί τότε δημιουργούνται λογικά κενά. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας, όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί, με παράθεση σχετικών περιστατικών και πορισματικών παραδοχών, γιατί πείστηκε για την αθωότητα του κατηγορουμένου, αφού, όπως σημειώθηκε, αντικείμενο της ποινικής δίκης είναι η ενοχή, και όχι η αθωότητα αυτού (ολ ΑΠ 3/2012, ΑΠ 1104/2015, 953/2015).

Περαιτέρω, από το άρθρο 178 του Κ.Ποιν.Δ., το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην ποινική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη ως αποδεικτικό μέσο αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Η πραγματογνωμοσύνη αυτή εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 177 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων.

Οφείλει, όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Σε κάθε άλλη περίπτωση και ειδικότερα επί ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης (απλής γνωματεύσεως ή γνωμοδοτήσεως) ή πραγματογνωμοσύνης που ενεργήθηκε δυνάμει αποφάσεως πολιτικού δικαστηρίου, το πόρισμά της εκτιμάται ελευθέρως μαζί με τις άλλες αποδείξεις.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 Π.Κ., "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών. Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίσταση", ενώ κατά την παρ. 3 εδ.

α’ του ιδίου άρθρου, όπως αυτή συμπληρώθηκε αρχικά με το άρθρο 1 παρ. 7 εδ. α’ του Ν. 2408/1996 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2721/1999, ενώ τα χρηματικά ποσά αναπροσαρμόστηκαν με το άρθρο 25 παρ. 1β’ και παρ. 2α’ του ν. 4055/2012 "αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ. 1 - 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ".

Από τις διατάξεις αυτές, που αποβλέπουν στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, η οποία είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται αντικειμενικά μεν η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ.

γ’ του ΠΚ, από τον υπαίτιο είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με τη θέση της υπογραφής του φερόμενου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου) που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον, ή νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικά δε δόλος, ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και περαιτέρω, το σκοπό του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ενώ η χρήση αποτελεί επιβαρυντική περίπτωση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, όταν πλαστογράφος και χρήστης του πλαστού εγγράφου είναι το ίδιο πρόσωπο (ΑΠ 515/2014, ΑΠ 41/2014).

Ως περιουσιακό όφελος νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής καταστάσεως του δράστη ή άλλου, υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελουμένου ή με την προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με την αποφυγή της μειώσεως της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ.

Αμέσως ζημιούμενος από το έγκλημα της πλαστογραφίας δεν είναι μόνο εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή νοθεύθηκε το έγγραφο του οποίου είναι εκδότης, αλλά και όποιος ζημιώνεται αμέσως από τη χρήση του. Για τη θεμελίωση της βαρύτερης μορφής της πράξεως και την κατάφαση του κακουργηματικού χαρακτήρα αυτής, απαιτείται πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος με βλάβη τρίτου ή να βλάψει άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός της περιουσιακής μεταθέσεως στην οποία απέβλεψε ο δράστης επιτεύχθηκε ή όχι.

Για τη στοιχειοθέτηση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να είναι άμεσα συνδεδεμένη με αυτήν, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξεως της καταρτίσεως ή νοθεύσεως εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επόμενων της καταρτίσεως του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία.

Οι τυχόν επιπρόσθετες και επόμενες ενέργειες του δράστη δεν αναιρούν το πρόσφορο της πλαστογραφίας ή της νοθεύσεως να επιφέρει το περιουσιακό όφελος ή την περιουσιακή ζημία την οποία αυτός επιδιώκει, αφού κατά την έννοια της ερμηνευόμενης διατάξεως για τη θεμελίωση του αξιοποίνου ο νόμος απέβλεψε όχι στην αμεσότητα της ενέργειας του δράστη σε σχέση με το αποτέλεσμα της περιουσιακής ζημίας ή του οφέλους, αλλά στην αμεσότητα του κινδύνου τον οποίο ενέχει αυτή καθ’ εαυτή η υλική πράξη της πλαστογραφίας, έστω και αν πρέπει να ακολουθήσει ενδεχομένως και περαιτέρω ενέργεια αυτού, η οποία ουσιαστικώς ενεργοποιεί τον κίνδυνο της επελεύσεως του οφέλους ή της ζημίας.

Περί των ανωτέρω, τέλος, συνηγορεί και το γεγονός ότι η πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) ή διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτήν, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του ΠΚ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (Ολ.ΑΠ 3/2008, ΑΠ 805,932/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου με την από 12.10.2015 αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και για την οποία συντάχτηκε η 46/2015 έκθεση αναιρέσεως, ζητεί την αναίρεση της τελεσίδικης απόφασης 2109/2014 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κηρύχτηκε αθώος ο κατηγορούμενος, Ν.

Κ. του Χ., για την πράξη της πλαστογραφίας με χρήση με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και πρόκληση αντίστοιχης ζημίας άλλου, που είχε αποδοθεί σε βάρος του, επικαλούμενη έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και προβάλλοντας συγκεκριμένες πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς τα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη για τη συναγωγή του σχετικού αποδεικτικού πορίσματος και ως προς την αθωωτική κρίση αυτής, που συνιστούν παραδεκτό και ορισμένο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ Κ.Ποιν.Δ. Σύμφωνα με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ.2109/2014 απόφασής του το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσίβλητος κηρύχθηκε αθώος κατά πλειοψηφία (με ψήφους τρεις έναντι δύο), του ότι: "Στη … των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων σε μη ακριβώς διαπιστωθείσα ημερομηνία, η οποία όμως εμπεριέχεται στο χρονικό διάστημα από το τέλος Ιουνίου 1997 μέχρι το Δεκέμβριο 1997 με πρόθεση κατήρτισε εξ υπαρχής πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, του οποίου εγγράφου στη συνέχεια έκανε χρήση με τον περαιτέρω σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ με ισόποση ζημία του άλλου.

Συγκεκριμένα, στο παραπάνω τόπο και χρόνο χρησιμοποιώντας φύλλο χαρτιού με την επωνυμία της εταιρείας "..." στην αραβική και στην αγγλική γλώσσα και την εν λευκώ υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της ίδιας εταιρείας Χ. Σ., ο οποίος διατήρησε την ιδιότητα αυτή μέχρι το θάνατο του, που επήλθε στις 17.4.1997, με πρόθεση κατήρτισε έγγραφο, στο οποίο έθεσε με το χέρι του δίπλα στην ένδειξη "..." την ημερομηνία "30.3.1997" και στη συνέχεια συμπλήρωσε το υπάρχον κενό μεταξύ της λέξης "..." και της υπογραφής του Χ.

Σ. ομοίως με το χέρι του με το εξής κείμενο: "Στο Λονδίνο σήμερα συμφωνήσαμε τα παρακάτω : α) Τα χρήματα που εισπράχθησαν (... 7.12.96) από την πώληση του "... κλπ" θα διατεθούν όπως προβλέπεται στο Πρακτικό της Ν.Ε. από 13.7.96. β) Τα χρήματα που εισεπράχθησαν (... 27.12.96) από την πώληση του "..." που και αυτά είναι κατατεθειμένα στο λογαριασμό της KMS Co θα μοιρασθούν μεταξύ μας με την πρώτη συνάντησή μας στα Η.Α.Ε..

γ) Ο Χ. Σ. δηλώνει ότι ο Ν. Κ. έπρεπε να είχε λάβει μέχρι σήμερα από το Ταμείο της εταιρείας μας KMS Co τουλάχιστον 1.500.000 δολ. Η.Π.Α. και τούτο το έχει ήδη γνωστοποιήσει στην αδελφή του Γ. και στη γυναίκα του Ι., δ) Ο Χ. Σ. δηλώνει στο Ν. Κ. ότι υπάρχει ιδιόχειρη επιστολή του από Νοεμβρίου 1996 προς το συνεργάτη μας Γ. Κ.

που εκτός των άλλων ρυθμίζει και τις μεταξύ μας σχέσεις, που λόγω της μακρόχρονης αδελφικής μας συνεργασίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης δεν τακτοποιήσαμε ακόμη." Το πλαστό αυτό έγγραφο κατήρτισε με σκοπό να ζημιώσει" την εταιρεία "..." και τους εγκαλούντες κατά το ποσό του 1.500.000 δολλαρίων Η.Π.Α., αφού με βάση αυτό το πλαστό έγγραφο ήγειρε την υπ’ αριθμ. 6/1998 αγωγή ενώπιον του Πρωτοδικείου της Κάλμπα των Η.Α.Ε.

εναντίον της εταιρείας "..." και των εγκαλούντων ατομικά ως κληρονόμων του Χ. Σ., με αίτημα να καταδικαστούν οι τελευταίοι να του καταβάλουν το ποσό του 1.500.000 δολλαρίων Η.Π.Α., και στη συνέχεια προσκόμισε το έγγραφο αυτό στο παραπάνω Δικαστήριο για την απόδειξη της αγωγής του. Με τη χρήση του ίδιου εγγράφου πέτυχε την έκδοση δικαστικής απόφασης, με την οποία, διατάχθηκε ως ασφαλιστικό μέτρο και ακολούθως επιτεύχθηκε η συντηρητική κατάσχεση των τραπεζικών λογαριασμών της εταιρείας "..." στην Τράπεζα CITIBANK στο Ντουμπάι.

Στην κατάρτιση του παραπάνω πλαστού εγγράφου του προέβη με σκοπό να περιποιήσει στον εαυτό του παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο ανέρχεται σε 1.500.000 δολλάρια Η.Π.Α., με ισόποση ζημία της εταιρείας "...", της οποίας ουσιαστικός μοναδικός εταίρος ήταν ο Χ. Σ. και μετά το θάνατό του εταίροι είναι οι εγκαλούντες σύζυγός του και γιος του, αντίστοιχα.

Το όφελος που σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του και η αντίστοιχη ζημία που υπέστη η παραπάνω εταιρεία και οι εγκαλούντες υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ και συγκεκριμένα ανέρχεται σε 121.140.000 ευρώ".

Για να καταλήξει στην αθωωτική του κρίση η πλειοψηφίσασα γνώμη του δικαστηρίου της ουσίας, δέχθηκε, από την συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που κατ’ είδος αναφέρει, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση της, ότι αποδείχθηκαν, κατά πιστή αντιγραφή, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τις καταθέσεις των προαναφερομένων, ήτοι τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, καθώς και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, τα έγγραφα, τα οποία ανωτέρω αναγνώσθηκαν και λαμβάνονται υπόψη, την από 6.2.2003 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη του Θ.

Β., την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία, κατά την άποψη της πλειοψηφίας: 1) Το ζήτημα της ακριβούς καταστάσεως της υγείας του Χ. Σ. την νύκτα της 29ης προς 30’ 1 Μαρτίου 1997, που φέρεται ότι ήταν σε νοσοκομείο του Λονδίνου με φερόμενη νοσηρότητα λόγω εγκεφαλοπάθειας (κατά την κρίση της πλειοψηφίας) δεν προέκυψε με απόλυτη ευκρίνεια, ως ιατρικό θέσφατο, από επίσημα (ιατρικά) πιστοποιητικά, τέτοια πιστοποιητικά μη συμπεριλαμβανόμενα στα ανωτέρω αναγνωσθέντα και λαμβανόμενα υπόψη έγγραφα.

Οι σχετικοί ισχυρισμοί των πολιτικώς εναγόντων δεν δύνανται να επενεργήσουν και (να) λειτουργήσουν ως υποκατάστατα των ελλειπόντων ιατρικών πιστοποιητικών. Η θολότης αυτή ως εκ της προεκτεθείσης ελλείψεως γραπτών "ντοκουμέντων" συνεπιφέρει τα "αχαρτογράφητα νερά" των αμφιβολιών. Οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί των πολιτικώς εναγόντων είναι "αποψιλωμένης" αποδεικτικότητος και αποδειξιμότητος και τυχόν παραδοχή τους, παρά το ότι δεν αναγνώσθηκαν για να ληφθούν υπόψη τέτοια έγγραφα ιατρικής πιστοποιήσεως, θα συνιστούσε υπέρβαση και άλμα σε κενό λογικής, ότι ο Χρ.

Σ. την κρίσιμη εκείνη νύκτα από εγκεφαλοπάθεια δεν είχε την δυνατότητα να είναι σε θέση δικαιοπρακτικής ικανότητος. Τα όσα επί του ζητήματος αυτού αναπτύσσουν οι πολιτικώς ενάγοντες κινούνται στις παρυφές της γενικότητος και των ασαφειών, που επ’ ουδενί είναι αξιολογήσιμα και αξιοποιήσιμα ως εφαλτήριο (= έρμα) δικανικής κρίσεως. 2) Το θέμα της υπογραφής από τον Χ.

Σ. στο επίμαχο και διαφιλονικούμενο έγγραφο της 30.3.1997, το οποίο, κατά τα ως άνω, αποτελεί "το μήλον της έριδος" και την βάση της διαλαμβανομένης στο διατακτικό της εκκαλούμενης αποφάσεως κατηγορίας, επίσης συνέχεται (αρρήκτως και κατά την αιτιώδη και λογική των πραγμάτων αλληλουχία) με τα αναφερόμενα υπό στοιχ. 1 εν σχέσει προς το ζήτημα της υγείας του Χ.

Σ., του του δικαιοπρακτείν και αν (εν πάση περιπτώσει) είχε επηρεασθεί η υπογραφική του ποιότης. Οι γραφολόγοι, κατά τα προειπωθέντα, στις εκφρασθείσες διιστάμενες απόψεις τους "κατέστρωσαν επιτελικά σχέδια επί χάρτου φωτοτυπίας" του εγγράφου, επί της οποίας εναποθέτουν την ριψοκινδύνευση της επιστημονοσύνης τους, αφού ουδείς εξ αυτών είδε το πρωτότυπο, το οποίο ευρίσκεται στην διάθεση αραβικού δικαιοδοτικού οργάνου των Η.Α.Ε. 3) Ο πραγματογνώμων Θ.

Β. στο συμπέρασμά του διατυπώνει (μεταξύ άλλων), ότι:"... Είναι αδύνατο η υπογραφή αυτή να τέθηκε τη χρονολογία που αναγράφεται στο έγγραφο (Συμφωνητικό), καθόσον σύμφωνα με τα σχετικά έγγραφα (Βεβαίωση Νοσοκομείου "Royal Free Hospital" του Λονδίνου) την ημέρα αυτή ο Χ. Σ. ήταν νοσηλευόμενος και μάλιστα όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, είχε πέσει σε "βαθύ κώμα" λόγω εγκεφαλοπάθειας δεύτερου βαθμού.

Η εκτίμησή μου είναι, ότι το επίδικο έγγραφο (από 30.3.1997 Συμφωνητικό) συμπληρώθηκε μεταγενέστερα (και σε χρόνο που δεν μπορεί να προσδιοριστεί ακριβώς) σε φύλλο χαρτί όπου προϋπήρχε η υπογραφή του Χ. Σ.. Ο Χ. Σ., όπως προκύπτει από τα έγγραφα, συνήθιζε να υπογράφει "εν λευκώ" σε φύλλα χαρτιού, προφανώς για ταχύτερη διεκπεραίωση των υποθέσεων της εταιρείας.

Πρόσθετα στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της άποψης αυτής και επομένως της μη γνησιότητας του επίδικου εγγράφου, είναι η υπερβολική συμπύκνωση του κειμένου του συμφωνητικού, η χρήση χάρακα κατά τη χάραξη της γραφής και της υπογραφής από τον Ν. Κ., η όλως περιέργως αποφυγή εμπλοκής γραφής και υπογραφής αυτού και η αναφορά στην α! παράγραφο σε άλλο έγγραφο που δεν είναι, επίσης, γνήσιο (από 13.7.1996 Πρακτικό) στο οποίο η υπογραφή προέρχεται από φωτοτυπική μεταφορά (φωτομοντάζ)".

Η πλειοψηφία όμως αυτού του Δικαστηρίου δεν ενστερνίζεται τις εκπεφρασμένες (προαναφερόμενες), θέσεις του πραγματογνώμονος, ο οποίος εις ενίσχυσιν του συμπεράσματος του μνημονεύει και προτάσσει, εστιάζων την προσοχή του στην υπερβολική συμπύκνωση των γραμματοσειρών του κειμένου, την χρήση χάρακα και την μη αλληλοεμπλοκή γραφής και υπογραφής.

Εντούτοις, οι εν λόγω στην κατακλείδα του συμπεράσματος διατυπούμενες εκτιμήσεις του πραγματογνώμονος υπερβαίνουν τα εσκαμμένα της γραφολογικής επιστήμης και συνιστούν αυθαιρεσίες, εκφεύγουσες της κοινής λογικής. Συγκεκριμένα, η πυκνότητα των γραμματοσειρών, η χρήση χάρακα και η (θεωρηθείσα ως περίεργη) αποφυγή εμπλοκής γραφής και υπογραφής δεν τεκμηριώνουν μετά βεβαιότητος και ως "κανών άνευ εξαιρέσεων" "του λόγου το αληθές" της κατηγορίας, δηλαδή δεν είναι καθοριστικά στοιχεία, τα οποία (άνευ ετέρου τινός) καταδεικνύουν την μη γνησιότητα του επίμαχου εγγράφου.

Οι μάρτυρες υπερασπίσεως με σαφήνεια στις προρρηθείσες καταθέσεις τους αναφέρονται στην προκείμενη περίπτωση, που ως βιοτικό συμβάν απασχόλησε την διεισδυτικότητα της ακροαματικής διελκυστίνδος. Σαφής και με εναργείς απόψεις ήταν (και) ο κατηγορούμενος στην απολογία του, με την οποία εμβόλισε το αλώβητον της αξιοπιστίας των καταθέσεων των πολιτικώς εναγόντων και των μαρτύρων κατηγορίας.

Η ενδελεχής ανάπτυξη των προηγηθεισών σκέψεων συγκλίνει και με μαθηματική ακρίβεια κατατείνει την δικανική πεποίθηση στο πεδίο των αμφιβολιών και οδηγεί την (δικανική) κρίση σε αναποφεύκτως ευεργετική μεταχείριση του κατηγορουμένου με την ευμενή ποινική μεταχείρισή του επί τη βάσει της διαχρονικής αρχής του νομικού πολιτισμού "in dubio pro reo", ώστε να αποφευχθεί η απολυτότητα της απονομής ακραίας δικαιοσύνης αφού "άκρα δικαιοσύνη άκρα αδικία εστί", μη παρορώμενο και το βασικό αξίωμα "δικαιοσύνη μάθετε οι ενοικούντες επί της γης".

Κατά συνέπεια των παραδοχών αυτών, κατά την άποψη της πλειοψηφίας (με τις ψήφους της Προέδρου και των Συνέδρων Χ. Λ. και Κ. Κ.), πρέπει το πηδάλιο της δικανικής συνειδήσεως να στραφεί προς την απαλλακτική κατεύθυνση, πρέπει, δηλαδή, χωρίς εκμαυλισμό της ευθυκρισίας, να κηρυχθεί αθώος ο κατηγορούμενος της αποδιδομένης σε αυτόν κακουργηματικής πλαστογραφίας μετά χρήσεως, λόγω αμφιβολιών περί την συνδρομή των προϋποθέσεων της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, συμφώνως προς το διατακτικό, που ακολουθεί.

Η κρίση αυτή είναι το απαύγασμα, στο οποίο η δικανική πεποίθηση μέσω της ακροαματικής διαδικασίας κατέληξε’ είναι ο προορισμός της "εφηρμοσμένης δικαιοσύνης", ήτοι της απονομής της δικαιοσύνης στην πράξη, με αυτοσκοπό και αποκλειστική στοχοπροσήλωση στην ακρίβεια των γεγονότων, στην "δικονομική αλήθεια" και στο σωστό, αυτό που συνιστά την ανωτέρω εκπεφρασμένη άποψη της πλειοψηφίας, κατά τα άνω εκτιθέμενα και το διατακτικό, κατωτέρω".

Με τις παραδοχές αυτές η πλειοψηφία της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, κατά την ανωτέρω έννοια, αφού α) δεν εκθέτει σ’ αυτήν καθόλου πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία για το πιο πάνω έγκλημα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως άνω των 120.000 Ευρώ, για την οποία είχε κηρυχθεί ένοχος με την 2452 και 4154/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, β) δεν αιτιολογεί επαρκώς γιατί δεν πείσθηκε το Δικαστήριο για την ενοχή του κατηγορουμένου - αναιρεσιβλήτου για την εν λόγω αξιόποινη πράξη από τα αναφερόμενα στην απόφαση και τα πρακτικά αποδεικτικά μέσα και γ) δεν προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης ότι το άνω δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης όλα τα αποδεικτικά μέσα όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ.

και όχι μόνον μερικά εξ αυτών κατ’ επιλογή. Ειδικότερα: Α) Στην απόφαση δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά που να συνδέονται με την κατηγορία που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, ήτοι ουδόλως αναφέρεται περιστατικό σε σχέση με τις πραγματικές συνθήκες υπό τις οποίες συντάχθηκε το κείμενο του επίδικου εγγράφου και τέθηκαν σ’ αυτό οι υπογραφές του Χ.

Σ. αφενός και του κατηγορουμένου αφετέρου. Δεν αρκεί, δηλαδή, να εκτίθεται στην απόφαση ότι από τις αναφερόμενες σε αυτήν αποδείξεις το δικαστήριο "δεν πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται" ή "προέκυψαν αμφιβολίες για την ενοχή του κατηγορουμένου", χωρίς να εκτίθενται, επίσης, και πραγματικά περιστατικά της ακροαματικής διαδικασίας.

Β) Στην απόφαση δεν αναφέρονται οι λόγοι εξαιτίας των οποίων το δικαστήριο δεν πείσθηκε για την ενοχή του από τα αναφερόμενα στην απόφαση και τα πρακτικά στοιχεία. Πολλώ δε μάλλον, δεν μπορεί να περιλαμβάνονται στο σκεπτικό περιστατικά διάφορα εκείνων που προέκυψαν από τις μαρτυρικές καταθέσεις αλλά και από την απολογία του κατηγορούμενου.

Συγκεκριμένα, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται, ότι δεν υπάρχουν, επίσημα (ιατρικά) πιστοποιητικά, από τα οποία να προκύπτει η ακριβής κατάσταση της υγείας του Χ. Σ. τη νύχτα της 29ης προς 30 Μαρτίου 1997 και ότι πρόκειται μόνο για "αποψιλωμένης" αποδεικτικότητας και αποδεξιμότητας ισχυρισμούς των πολιτικώς εναγόντων κάνοντας λόγο για "θολότητα ως εκ της ελλείψεως γραπτών ντοκουμέντων", ενώ, από τα αναγνωσθέντα έγγραφα προκύπτει σαφώς τόσο η ύπαρξη όσο και το ακριβές περιεχόμενο του προσκομισθέντος από τους πολιτικώς ενάγοντες υπ’ αριθμ. .../05.06.1998 πιστοποιητικού του δημοσίου νοσοκομείου "ROYAL FREE" του Λονδίνου, συνταγμένου στην Αγγλική γλώσσα, με συνημμένη την επίσημη μετάφρασή του στην Ελληνική από το Υπουργείο Εξωτερικών.

Είναι γεγονός ότι το ιατρικό αυτό πιστοποιητικό δεν περιλαμβάνεται στα αναγνωστέα έγγραφα ούτε της πρωτόδικης ούτε της προσβαλλόμενης απόφασης, πλην όμως, υπήρξε και εμμέσως αναγνώσθηκε, αφού το ιατρικό πιστοποιητικό και το περιεχόμενο του αναφέρεται στα κατωτέρω αναγνωσθέντα έγγραφα των δύο ως άνω αποφάσεων και δη : (1) Στην από 6.2.2003 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του δικαστικού γραφολόγου Θ.

Β., ο οποίος διορίσθηκε πραγματογνώμονας δια της υπ’ αριθμ. 730β/24.12.2012 Διάταξης της Ανακρίτριας τον 13ου Τακτικού Τμήματος Πρωτοδικείου Αθηνών (σελ. 37 των πρακτικών). Και όπου στην έκθεση αυτή αναφέρεται και ότι : 1α) "Οι γνήσιες υπογραφές του Χ. Σ. μετά το Νοέμβριο 1996 εμφανίζουν γραφική αδυναμία και παθολογικότητα, λόγω της ασθένειάς του, ενώ η υπό έλεγχο υπογραφή δεν φέρει τέτοια χαρακτηριστικά" (σελ. 13). 1β) "Σύμφωνα με το από 5.6.1998 έγγραφο (βεβαίωση) του Νοσοκομείου "Royal Free Hospital" του Λονδίνου, ο Χ.

Σ. την 30.3.1997 ήταν νοσηλευόμενος στο παραπάνω Νοσοκομείο και όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται ήταν σε "κώμα", οπότε είναι αδύνατο να έθεσε την υπογραφή του την ημέρα εκείνη" (σελ. 16). 1γ) "Σύμφωνα με τα σχετικά έγγραφα (βεβαίωση Νοσοκομείου "Royal Free Hospital του Λονδίνου) την ημέρα αυτή (30.3.1997) ο Χ. Σ. ήταν νοσηλευόμενος και μάλιστα, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, είχε πέσει σε "βαθύ κώμα" λόγω εγκεφαλοπάθειας δευτέρου βαθμού" (σελ. 17-18). 1δ) "Πρόσθετα στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της μη γνησιότητας του επίδικου εγγράφου, είναι η υπερβολική συμπύκνωση του κειμένου..., η χρήση χάρακα κατά τη χάραξη της γραφής και της υπογραφής από τον Ν.

Κ., η όλως περιέργως αποφυγή εμπλοκής γραφής και υπογραφής αυτού..." (σελ. 18). (2) Στην από 24.1.2000 έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης της ειδικής δικαστικής γραφολόγου Χ. Τ. - Σ. (σελ. 38 των πρακτικών), όπου στην έκθεση αυτή αναφέρεται και ότι: 2α) "Οι γνήσιες υπογραφές του Χ. Σ. μετά τον Ιανουάριο 1997 εμφανίζουν γραφική αδυναμία, αστάθεια, στοιχεία γραφικού τρόμου και τριχοειδείς χαράξεις που οφείλονται σε σοβαρή ασθένειά του.

Η ασθένεια και νοσηλεία τον Χ. Σ. προκύπτει και από το υπ αριθμ. .../5.6.1998 έγγραφο του Νοσοκομείου ROYAL FREE του Λονδίνου επίσημα μεταφρασμένου. Ειδικά κατά την ημερομηνία που φέρεται ότι τέθηκε η υπό έλεγχο υπογραφή στο επίδικο έγγραφο (30.3.1997), ο Χ. Σ. βρισκόταν σε βαθύ κώμα και ήταν αδύνατον να θέσει τέτοια υπογραφή (σελ. 4 του ανωτέρω εγγράφου)" (σελ. 5 - 6). 2β) "Το χειρόγραφο κείμενο κάτω από το οποίο βρίσκεται η υπό έλεγχο υπογραφή, είναι υπερβολικά και αδικαιολόγητα συμπυκνωμένο και γραμμένο με τη βοήθεια οδηγού (χάρακα), ενώ όπως προκύπτει από το ίδιο το έγγραφο, υπήρχε αρκετός χώρος για να αναπτυχθεί φυσιολογικά το κείμενο.

Η πυκνότητα τη γραφής του ίδιου ατόμου (Ν. Κ.) σε άλλα έγγραφα, είναι φυσιολογική με κανονικές αποστάσεις μεταξύ των στίχων" (σελ. 10-11). 2γ) "Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με το από 5.6.1998 έγγραφο του Νοσοκομείου Royal Free του Λονδίνου (σελ. 4) στις 30.3.1997 ο Χ. Σ. ευρίσκετο σε κώμα, ήταν αδύνατο να θέσει τέτοια υπογραφή" (σελ. 10).- (3) Στο υπ’ αριθμ. 2929/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (σελ. 36 των πρακτικών), όπου στο βούλευμα αυτό αναφέρεται και ότι: " ....

ολόκληρο το περιεχόμενο του από 30.3.1997 εγγράφου είναι πλαστό, αφού ναι μεν η υπογραφή σ’ αυτό του Χ. Σ. είναι γνήσια, πλην όμως είχε τεθεί πριν τον Νοέμβριο του έπους 1996, αφού οι υπογραφές του Χ. Σ. μετά το χρόνο αυτό εμφανίζουν παθολογικότητα λόγω της ασθενείας του. Ούτε εξάλλου προέκυψε ότι ο φερόμενος όταν υπέγραψε το έγγραφο αυτό είχε δώσει την έγκρισή του για τη σύνταξή του, αφού από το από 5.6.1998 πιστοποιητικό του νοσοκομείου ROYAL FREE του Λονδίνου προκύπτει ότι στις 30.3.1997 που φέρεται ότι καταρτίστηκε το εν λόγω έγγραφο ο Χ.

Σ. έπεσε σε βαθύ κώμα και ως εκ τούτου ήταν αδύνατο να προβαίνει σε συμφωνίες και να τις υπαγορεύει στον κατηγορούμενο ο οποίος είναι ο συντάκτης του εγγράφου αυτού..." (σελ. 64-65 του εν λόγω υπ’ αριθμ. 2929/2004 βουλεύματος).- (4) Στην υπ’ αριθμ. 1146/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου (σελ. 36 των πρακτικών), στην οποία επαναλαμβάνεται το αμέσως παραπάνω περιεχόμενο του βουλεύματος 2929/2004 του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών (βλ.

σελ. 34 της εν λόγω 1146/2006 αποφάσεως του Αρείου Πάγου). Και (5) Στην υπ’ αριθμ. 4154/12.7.2011 απόφαση του Α’ Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Αθηνών και τα πρακτικά της (σελ. 36 των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου αναφέρονται και τα εξής: "Από το υπ’ αριθμ. .../5.6.1998 πιστοποιητικό τον νοσοκομείου Royal Free του Λονδίνου προκύπτει ότι την ημέρα που φέρεται ότι συντάχθηκε και υπογράφηκε το "συμφωνητικό" ο Χ.

Σ. αδυνατούσε αντικειμενικά, είτε να προβαίνει σε συμφωνίες, είτε να υπογράφει, αφού βρισκόταν, νοσηλευόμενος σε βαθύ κώμα... από το από 5.6.1998 πιστοποιητικό του νοσοκομείου ROYAL FREE του Λονδίνου προκύπτει ότι στις 30.3.1997 που φέρεται ότι καταρτίσθηκε το εν λόγω έγγραφο ο Χ. Σ. έπεσε σε βαθύ κώμα και ως εκ τούτου ήταν αδύνατο να προβαίνει σε συμφωνίες και να τις υπαγορεύει στον κατηγορούμενο ο οποίος είναι ο συντάκτης του εγγράφου αυτού" (σελ. 68-69 της άνω 4154/2011 απόφασης).- Η ύπαρξη του εν λόγω πιστοποιητικού, με ότι αυτό συνεπάγεται, όχι μόνον δεν αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο, αλλά αντίθετα, επιβεβαιώθηκε, έγινε δε, μάλιστα, πολλαπλώς σχολιασμός αυτού στους έγγραφους ισχυρισμούς του, που καταχωρήθηκαν στα πρακτικά (βλ.

σελ. 65, 66 και 72 των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης), ενώ το Πενταμελές Εφετείο, ως προαναφέρθηκε, με τις παραδοχές του θεωρεί ότι ελλείπει οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό.- Και Γ) Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι εκτίμησε και αξιολόγησε στο σύνολό τους τις κρίσιμες, ενώπιον του, καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και την έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, ούτε παραθέτει με την προσήκουσα αιτιολογία τους λόγους, για τους οποίους θεωρεί ως αξιόπιστους μόνο τον κατηγορούμενο και τους μάρτυρες υπεράσπισής του και όχι τους πολιτικώς ενάγοντες και τους εξετασθέντες μάρτυρες κατηγορίας, οι οποίοι αναφέρονται σε αποδεδειγμένα περιστατικά, τα οποία επιβεβαιώνονται από τα αναγνωσθέντα έγγραφα.

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν αποδέχεται το πόρισμα της αναφερόμενης δικαστικής πραγματογνωμοσύνης δεν αιτιολογεί την αντίθετη προς αυτό (πόρισμα) εξαχθείσα δικανική πεποίθηση. Δεν παρατίθενται δηλαδή καθόλου πραγματικά περιστατικά που να αποκλείουν εκείνα επί των οποίων ο πραγματογνώμονας θεμελίωσε το πόρισμά του.

Όσα αναφέρονται προς αντίκρουση της εκθέσεως αυτής δεν αποτελούν αιτιολογία απόρριψής της. Κατ’ ακολουθία τούτων, σύμφωνα με αυτά που εκτίθενται ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει, κατά παραδοχή ως βασίμου του από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ.

μοναδικού λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης του Εισαγγελέως, ν’ αναιρεθεί και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 2109/2014 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Μαΐου 2016. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ