Supreme Court dismisses appeal against labor contract termination, upholding constitutional violation claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the port authority's appeal against the regional court's decision terminating a labor contract early due to a constitutional violation. The lower court ruled that the employer's unilateral termination without 'serious cause' violated the employee's freedom of work under Article 5 of the Constitution. The appellate court found the appeal arguments regarding contract classification irrelevant to the core constitutional issue and dismissed the request.
Legislator headnote
AI generatedArt. 5 para. 1 Const.; Art. 10 para. 2 Law 3264/2004: The legislature cannot enact laws with genuine retroactive force that restrict the individual right to freedom of work unless specific constitutional exceptions are met.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1369 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1369/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννα Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Ηγουμενίτσας ΑΕ", η οποία εδρεύει στην Ηγουμενίτσα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καλαϊτζίδη.
Του αναιρεσιβλήτου:..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Θεοδόση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-8-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 122/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 152/2007 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσας με την από 13-7-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 9-4-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και καθένας από αυτούς, την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του αρθρ. 5 παρ. 1 του Συντ. "καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική και οικονομική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη". Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε δικαίωμα (ατομικό) η συμμετοχή στην οικονομική ζωή της χώρας και κατοχυρώνεται η οικονομική ελευθερία.
Ειδική πλευρά της οικονομικής ελευθερίας είναι η ελευθερία της εργασίας, ως ατομικό δικαίωμα, δηλαδή το δικαίωμα καθενός να εργάζεται και να επιλέγει ελεύθερα το είδος, τον τόπο και τον χρόνο της εργασίας του. Η ελευθερία αυτή περιλαμβάνει την ελευθερία των συμβάσεων (ελευθερία σύναψης και καταγγελίας της σύμβασης, ελευθερία επιλογής του αντισυμβαλλόμενου, ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης κλπ), όπως προβλέπεται ειδικότερα στη διάταξη του αρθρ. 361 του ΑΚ.
Με την ελευθερία των συμβάσεων, ως εκδήλωση του δικαιώματος της οικονομικής ελευθερίας, δεν συμβιβάζεται, κατ' αρχήν, μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, εκτός από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η ελευθερία αυτή προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων ή ασκείται κατά παραβίαση του Συντάγματος ή ενέχει προσβολή των χρηστών ηθών, καθώς επίσης κατά τις περιπτώσεις που ασκείται εις βάρος της Εθνικής Οικονομίας (άρθρ. 5 παρ. 1, 25 παρ. 3 και 106 παρ. 2 του Συντ.), οπότε, στις εξαιρετικές αυτές περιπτώσεις η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του ιδιώτη δεν αρκεί για να αποκλείσει την επέμβαση του νομοθέτη εις βάρος υφιστάμενων συμβάσεων (ΑΠ (Ολ) 33/2002).
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το ν.δ 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται, ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.
Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέσει εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών, συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".
Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφελείας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα" και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά.
Η στέρηση των ενοχικών δικαιωμάτων χωρεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφελείας και προϋποθέτει την καταβολή αποζημίωσης. Η διάταξη αυτή του Πρωτοκόλλου έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 28 παρ. 2 του Συντάγματος, άμεση και υπερνομοθετική ισχύ στο εθνικό δίκαιο, δεσμεύει δε τον κοινό νομοθέτη, έτσι ώστε αυτός να δικαιούται να προβεί σε κατάργηση προστατευόμενου περιουσιακού δικαιώματος με διάταξη τυπικού νόμου.
Τέτοιες διατάξεις νόμων με αναδρομική δύναμη, που προβαίνουν σε στέρηση περιουσίας χωρίς να συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος και χωρίς προηγούμενη καταβολή αποζημίωσης, είναι αντισυνταγματικές (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος σε συνδυασμό με άρθρο 1 ΠΠ Πρωτοκόλλου ΕΣΔΑ (ΑΠ (ολ) 33/2002). Εξάλλου, με το εικοστό πρώτο άρθρο του Ν. 2932/2001 " ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στις θαλάσσιες ενδομεταφορές - Σύσταση Γενικής Γραμματείας Λιμένων και Λιμενικής Πολιτικής - Μετατροπή Λιμενικών Ταμείων σε Ανώνυμες Εταιρείες και άλλες διατάξεις", το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Λιμενικό Ταμείο Ηγουμενίτσας" μετετράπη σε ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Ηγουμενίτσας ανώνυμη Εταιρεία" και διακριτικό τίτλο "Ο.Λ.
ΗΓ. ΑΕ" με έδρα τον δήμο Ηγουμενίτσας. Στο εικοστό δεύτερο κεφάλαιο του άνω νόμου περιέχεται το εγκριθέν με αυτό καταστατικό της ιδρυθείσας ανώνυμης εταιρείας, της οποίας το μετοχικό κεφάλαιο αποτελείται από μία μετοχή, που ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο (άρθρ. 5), η Γενική Συνέλευση αυτής αποτελείται από τον μοναδικό μέτοχο, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο και εκπροσωπείται από τους υπουργούς Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας ή τους νόμιμους εκπροσώπους των (αρθρ. 14) και διοικείται από 12μελές Διοικητικό Συμβούλιο, στο οποίο μετέχει υποχρεωτικά ο Διευθύνων Σύμβουλος (άρθρ 8).
Ειδικότερα, στο αρθρ. 11 του καταστατικού ορίζεται μεταξύ άλλων ότι ο Διευθύνων Σύμβουλος είναι μέλος του ΔΣ της εταιρείας, η ιδιότητά του δεν είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του Προέδρου του ΔΣ και έχει τις διαλαμβανόμενες λεπτομερώς αρμοδιότητες και όσες άλλες του αναθέτει εκάστοτε το ΔΣ. Ακόμη, κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου ο Διευθύνων Σύμβουλος προσλαμβάνεται για χρονικό διάστημα πέντε ετών μετά από δημόσια προκήρυξη της θέσης, η δε προκήρυξη γίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας και η πρόσληψή του με απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας, ενώ η αμοιβή του καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας.
Με την τελευταία αυτή διάταξη παρέχεται εξουσιοδότηση στους παραπάνω Υπουργούς να καθορίζουν την αμοιβή του Διευθύνοντος Συμβούλου αλλά με την ίδια διάταξη δεν παρέχεται όμως και εξουσιοδότηση να μεταβάλουν την αμοιβή αυτή κατά τη διάρκεια της σύμβασης ούτε πολύ περισσότερο να καθορίζουν το ποσό αυτό αναδρομικά αλλά μόνο για το από την έκδοση αυτών και επέκεινα χρονικό διάστημα, αφού οι εκδιδόμενες κατόπιν νομοθετικής εξουσιοδότησης διοικητικές πράξεις, όπως είναι και η καθορισμού της παραπάνω αμοιβής, είτε ατομικές είτε κανονιστικές, δεν μπορούν να επεκτείνονται στο προ της ενάρξεως της ισχύος τους χρονικό διάστημα, παρά μόνο όταν αυτό προβλέπεται από την εξουσιοδοτική διάταξη (ΑΠ (ολ) 11/1995, 22/1994), προϋπόθεση που δεν υφίσταται στη συγκεκριμένη περίπτωση, αφού δεν διαλαμβάνεται στις σχετικές ως άνω διατάξεις του Ν. 2932/2001.
Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος όταν λείπει το έννομο συμφέρον, ιδίως όταν είναι αλυσιτελής, διότι η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Έτσι, εάν υπάρχουν περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες (κύριες ή επικουρικές), καθεμιά από τις οποίες στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό, αν έστω και μια από αυτές δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς και γι' αυτό απαράδεκτοι.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Κατ' εφαρμογή των διατάξεων του εγκριθέντος με τον Ν. 2932/2001 καταστατικού της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Ηγουμενίτσας" και ύστερα από νομότυπη δημόσια προκήρυξη, επελέγη ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την ...
απόφαση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας για τη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου, υπεγράφη δε μεταξύ αυτού και του πιο πάνω Υπουργού η από ... σύμβαση, με την οποία η διάρκεια αυτής ορίσθηκε σε πέντε (5)έτη, δηλαδή για το χρονικό διάστημα από ... έως .... Με την ... απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας, καθορίσθηκαν οι ακαθάριστες αποδοχές του στο ποσό των 2.000.000δρχ ή 5.869,41 ευρώ, πλέον δύο μισθών για επιδόματα εορτών και αδείας.
Το ίδιο ποσό περιλήφθηκε και στη σύμβαση που υπεγράφη μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών για ολόκληρο το χρονικό διάστημα ισχύος της σύμβασης, δηλαδή μέχρι 8-10-2006. Η σχέση που συνέδεε του διαδίκους, έκρινε το Εφετείο για όσους λόγους εκθέτει αναλυτικά στην προσβαλλόμενη απόφασή του, έφερε τον χαρακτήρα της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου.
Ακολούθως όμως με την ...απόφαση των ίδιων Υπουργών αναπροσαρμόσθηκαν οι ακαθάριστες αποδοχές του αναιρεσίβλητου αναδρομικά από 1-7-2004 στο ποσό των 3200 ευρώ, μηνιαίως, αντί του αρχικώς καθορισθέντος ποσού των 5.869,41 ευρώ, καταργούμενης κάθε προγενέστερης αντίθετης απόφασης. Έκτοτε, η αναιρεσείουσα κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο, παρά την εκδηλωθείσα αντίθεσή του, τις παραπάνω μειωμένες αποδοχές, τις οποίες αυτός εισέπραττε με επιφύλαξη.
Η κατά τα άνω μείωση των αποδοχών του, είπε το εφετείο, συνιστά απαγορευμένη βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου και αυτός δικαιούται, με βάση την επιλογή που έκαμε, τη διαφορά των αποδοχών που καταβλήθηκαν σε αυτόν και εκείνων που εδικαιούτο σύμφωνα με τον αντίστοιχο όρο της συμβάσεώς του.
Η μείωση αυτή των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου, συνεχίζει το Εφετείο, με την ... απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας, η οποία εκδόθηκε χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση, αφού με το αρθρ. 11 παρ. 2 του έχοντος ισχύ νόμου καταστατικού της αναιρεσείουσας δεν παρασχέθηκε εξουσιοδότηση μεταβολής της αμοιβής του κατά τη διάρκεια της συμβάσεως και επίσης δόθηκε αναδρομικά ισχύς της σχετικής υπουργικής αποφάσεως χωρίς ομοίως νομοθετική εξουσιοδότηση, αντιστρατεύεται ευθέως τις διαγραφόμενες από το αρθρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ) αρχής, προβαίνοντας σε μείωση των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου και κατάργηση περιουσιακού δικαιώματος χωρίς να συντρέχουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος ή δημοσίας ωφελείας.
Περαιτέρω, εκθέτει το Εφετείο, με την ... πράξη του ο Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας διαπίστωσε την αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως του αναιρεσιβλήτου από τη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου της αναιρεσείουσας, κατ' εφαρμογή των αρθρ. 10 και 11 του Ν. 3260/2004 "ρυθμίσεις του συστήματος προσλήψεων και θεμάτων Δημόσιας Διοίκησης", σύμφωνα με τα οποία κατά μεν το άρθρ. 10 παρ. 2 "από τη δημοσίευση του παρόντος λήγει, επίσης, αυτοδικαίως η θητεία είτε αυτή καθορίζεται από συγκεκριμένη διάταξη είτε προκύπτει από σύμβαση, των μελών των διοικητικών συμβουλίων ή άλλης σημασίας συλλογικών οργάνων διοίκησης, καθώς και των μονομελών οργάνων διοίκησης (διοικητών, υποδιοικητών, προέδρων, αντιπροέδρων, εντεταλμένων ή διευθυνόντων συμβούλων, γενικών ή ειδικών γραμματέων, γενικών επιθεωρητών ή επικεφαλής σωμάτων επιθεώρησης, προϊσταμένων των αρχών που προβλέπονται στον Ν. 2860/2000 (ΦΕΚ 251 Α'), γενικών ή αναπληρωτών γενικών διευθυντών ή προϊσταμένων υπηρεσιών ή άλλης ονομασίας μονομελών οργάνων διοίκησης), υπηρεσιών του Δημοσίου και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, οργανισμών, επιχειρήσεων και εταιρειών του τελευταίου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου", κατά δε το άρθρο 11 παρ. 4. "Τα μέλη των συλλογικών οργάνων και τα μονομελή όργανα των οποίων η θητεία λήγει σύμφωνα με τις διατάξεις του προηγούμενου άρθρου 10 εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους έως την αντικατάστασή τους και δικαιούνται ως τότε να λαμβάνουν τις αποδοχές ή την αποζημίωση που προβλέπονται για την άσκηση των καθηκόντων τους".
Η σύμβαση εργασίας του αναιρεσιβλήτου, είπε το Εφετείο, ήταν ορισμένου χρόνου και συνεπώς η εργοδότρια εταιρία μπορούσε να την καταγγείλει πριν από την λήξη της μόνο για σπουδαίο λόγο, τέτοια δε περιστατικά που να πληρούν τις προϋποθέσεις συνδρομής σπουδαίου λόγου και εντεύθεν έγκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας δεν αποδείχθηκαν κι επομένως η αναιρεσείουσα που δεν αποδεχόταν τις υπηρεσίες του έγινε υπερήμερη και οφείλει μισθούς υπερημερίας μέχρι την συμφωνημένη λήξη της συμβάσεως.
Η διάταξη του αρθρ. 10 παρ. 2 του Ν. 3264/2004, συνεχίζει το Εφετείο, με την οποία επήλθε η αυτοδίκαιη λήξη της θητείας του αναιρεσιβλήτου αντίκειται στο αρθρ. 5 παρ. 1 του Συντ., διότι πρόκειται για νομοθετική ρύθμιση με γνήσια αναδρομική δύναμη, που αποτελεί μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, η οποία προσβάλλει το ατομικό δικαίωμα του αναιρεσιβλήτου στην ελευθερία της εργασίας και καταργεί το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της, αφού ούτε προβλήθηκαν ούτε συντρέχουν λόγοι που επέβαλαν τη ρύθμιση αυτή, όπως προσβολή των δικαιωμάτων των άλλων ή παραβίαση του Συντάγματος ή προσβολή των χρηστών ηθών ή βλάβη της Εθνικής Οικονομίας και συνεπώς (η διάταξη) είναι αντισυνταγματική και ανεφάρμοστη, κατ' άρθρ. 93 παρ. 4 του Συντ.
Με τις προαναφερθείσες σκέψεις το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κάμει δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και είχε επιδικάσει αφενός τις αιτούμενες διαφορές αποδοχών λόγω μείωσης αυτών με την ... απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας για το χρονικό διάστημα από 1-7-2004 έως 6-6-2005, που επήλθε η πρόωρη και άκυρη κατά τα άνω λήξη της συμβάσεώς του και αφετέρου το υπόλοιπο των οφειλόμενων μέχρι τη συμφωνημένη λήξη της συμβάσεώς του αποδοχών.
Με τους από το αρθρ. 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ μοναδικούς λόγους αναιρέσεως η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρ. 22 του Ν. 2932/2001 με το να δεχθεί ότι η σύμβαση που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων ήταν αυτή της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, ενώ πράγματι ο ορθός χαρακτηρισμός που έπρεπε να δοθεί στη σύμβαση του αναιρεσιβλήτου, ως Διευθύνοντος Συμβούλου της αναιρεσείουσας, ήταν της σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως αλυσιτελώς προτείνονται, διότι το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως στηρίζει αυτοτελώς η επάλληλη αιτιολογία ότι η μείωση τω αποδοχών του αναιρεσιβλήτου και στη συνέχεια η λήξη της συμβάσεώς του πριν από το συμφωνημένο χρονικό διάστημα αυτής με τις προαναφερθείσες υπουργικές αποφάσεις χωρίς τη συνδρομή των σχετικών προϋποθέσεων που εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση, αντίκεινται στις διατάξεις των αρθρ. 5 παρ. 1 του Συντ.
και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, εφόσον δε η αιτιολογία αυτή δεν πλήττεται με την αναίρεση, πρέπει αν απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-7-2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Λιμένος Ηγουμενίτσας ΑΕ" για αναίρεση της 152/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ