Supreme Court dismisses appeal and restitution request against bank fraud judgment due to lack of subject matter.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against a lower court ruling that found the bank's lawyer and a third party guilty of fraud and embezzlement. The court held that the appeal was rejected on its merits, leaving no legal basis for the bank's subsequent request to restore the case to its pre-judgment state. Consequently, the court ordered the bank to pay the plaintiffs' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495, 176, 183, 579 of the Code of Civil Procedure; The request for restoration of the case to its previous state is inadmissible if the appeal is rejected on the merits, as the prerequisite for such relief is the admission of the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1368 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1368/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θ. Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Καραθάνου - Δεληγιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Β. του Α., κατοίκου ... και 2) Γ. συζύγου Κ. Β., κατοίκου ομοίως. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Σουσούρα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21893/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 1193/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-5-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, Κ. Β. και Γ. συζ. Κ. Β., άσκησαν κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", καθώς και κατά των ήδη μη διαδίκων Π. Κ. και Θ. Π., την από 16.3.2010 αγωγή τους, ενώπιον του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού παραιτήθηκαν από την προηγούμενη με αριθμ.
καταθ. 1294/2000 όμοια αγωγή τους, εξέθεταν ότι η πρώτη των εναγομένων, Π. Κ., που τυγχάνει δικηγόρος Θεσσαλονίκης και νομική σύμβουλος των τραπεζών "ΕΘΝΙΚΗ ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" και "ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", οι οποίες ήδη συγχωνεύθηκαν δι' απορροφήσεώς τους από την τρίτη των εναγομένων, ενεργώντας παράνομα και υπαίτια κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτήν υπηρεσίας και κατά κατάχρηση αυτής, έχοντας σκοπό να αποκομίσει η ίδια παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε εν γνώσει· της ψευδώς σε αυτούς (ενάγοντες) ότι της είχε ανατεθεί από τις προαναφερόμενες τράπεζες η διαχείριση ενός ειδικού επενδυτικού προγράμματος σε τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου, πενταετούς διάρκειας, με ετήσιο σταθερό επιτόκιο 24%, επιδοτούμενου από την ΕΟΚ και ότι τα χρηματικά ποσά που θα της παρέδιδαν, προκειμένου να συμμετάσχουν στο ως άνω πρόγραμμα, θα τα κατέθετε για λογαριασμό τους στις εν λόγω τράπεζες, οι οποίες και θα εξέδιδαν επ' ονόματι αυτών (εναγόντων) τους αντίστοιχους τίτλους και όλα τα σχετικά παραστατικά έγγραφα.
Ότι με τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις της, έπεισε αυτούς να της παραδώσουν το συνολικό ποσό των 31.900.000 δραχμών ή 93.617,02 ευρώ, το οποίο ανήκε σ' αυτούς κατ' ισομοιρία, και το οποίο δεν τους απέδωσε, κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, με τη λήξη της απόδοσης, αλλά, αφού παρέδωσε σ' αυτούς πλαστούς τίτλους και παραστατικά που η ίδια είχε καταρτίσει, το ιδιοποιήθηκε προσπορίζοντας στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας τους.
Ότι στην πλαστογραφία των εγγράφων αυτών και στην προαναφερόμενη απάτη προέβη η πρώτη εναγόμενη σε συνεργασία με τον δεύτερο των εναγομένων, Θ. Π., ο οποίος εργαζόταν με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας στην ΕΚΤΕ και της παρείχε άμεση συνδρομή κατά τη διάρκεια και εκτέλεση των προαναφερόμενων αξιόποινων πράξεων, ενεργώντας παράνομα και υπαίτια κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ' αυτόν υπηρεσία, χωρίς δε τη συνέργειά του δεν θα ήταν δυνατή η τελεσθείσα από την πρώτη εναγομένη απάτη και πλαστογραφία.
Ότι ειδικότερα ο δεύτερος εναγόμενος μύησε την πρώτη εναγομένη στα μυστικά της διαδικασίας έκδοσης ομολόγων, υποδείκνυε σ' αυτήν κατά περίπτωση τις μεθόδους και τον τρόπο δράσης της, τη διαφώτισε στη χρήση της τραπεζικής ορολογίας και πρακτικής σε θέματα επενδύσεως σε τίτλους του Ελληνικού Δημοσίου, ώστε να μπορεί να γίνεται απολύτως πιστευτή στους παθόντες, ερχόμενος και ο ίδιος σε πολλές περιπτώσεις σε επαφή μαζί τους και μάλιστα στο γραφείο του στην Τράπεζα, τη διαβεβαίωνε ότι θα την κάλυπτε σε περίπτωση αιφνίδιου και απρόβλεπτου προβλήματος, που θα έθετε σε κίνδυνο τη συνεργασία τους και τους ίδιους, της προμήθευε τα έγγραφα των τραπεζών και της υποδείκνυε τον τρόπο πλαστογραφίας τους, ώστε να μην εντοπίζεται εύκολα η πλαστότητά τους.
Ότι και οι αναφερόμενοι ανώτεροι ή κατώτεροι υπάλληλοι των ανωτέρω τραπεζών, παρόλο που όφειλαν και μπορούσαν να αποτρέψουν την εγκληματική δραστηριότητα των ανωτέρω προστηθέντων τους, για τους λόγους και με τους τρόπους που περιγράφονται στην αγωγή και ιδίως με την άσκηση της προσήκουσας εποπτείας, παράνομα και υπαίτια, κατά πλημμελή άσκηση των καθηκόντων τους και κατά παράβαση των επιβαλλόμενων από τα χρηστά ήθη, την καλή πίστη και το καθήκον πρόνοιας της τράπεζας, παρέλειψαν να το πράξουν, συντελώντας με τις παραλείψεις τους στην πρόκληση σ' αυτούς ζημίας.
Ότι εξαιτίας της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των δύο πρώτων εναγόμενων, αλλά και των λοιπών υπαλλήλων της τρίτης εναγόμενης, για την οποία αυτή ευθύνεται λόγω της μεταξύ τους σχέσης πρόστησης και κυρίως λόγω της σχέσης πρόστησης με τον δεύτερο εναγόμενο, υπέστησαν και οι δύο θετική ζημία συνολικού ύψους 93.617,02 ευρώ, ίση με το ύψος των εκδοθέντων τίτλων, δηλαδή με το ιδιοποιηθέν από την πρώτη εναγομένη κεφάλαιο, ήτοι καθένας απ' αυτούς υπέστη θετική ζημία ύψους 46.808,51 ευρώ.
Ότι το ανωτέρω ποσό μετά βεβαιότητας και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα το τοποθετούσαν εκ νέου σε ομόλογα, έντοκα γραμμάτια, ρέπος, δεσμευμένες καταθέσεις ή σε παρεμφερείς τραπεζικές επενδύσεις και θα αποκόμιζαν, με βάση το ετήσιο επιτόκιο των εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου (ΕΓΕΔ), όπως αυτό προσδιορίζεται κατ' έτος, για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία καταβολής του στην πρώτη εναγόμενη έως την άσκηση της πρώτης όμοιας με την υπό κρίση αγωγής τους, στις 31-3-1999, το ποσό των 103.439,77 ευρώ, ήτοι το ποσό των 51.719,88 ευρώ ο καθένας, το οποίο αποτελεί αποθετική ζημία τους που συνδέεται αιτιωδώς με την προπεριγραφείσα παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των δύο πρώτων εναγόμενων και προστηθέντων της τρίτης εναγομένης.
Ότι, τέλος, εξαιτίας των ανωτέρω υπέστησαν και ηθική βλάβη, για τη χρηματική ικανοποίηση της οποίας καθένας από αυτούς δικαιούται το εύλογο ποσό των 5.870 ευρώ. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό ζήτησαν, κυρίως με βάση την τελεσθείσα εις βάρος τους αδικοπραξία, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στον καθένα από αυτούς το συνολικό ποσό των (46.808,51 ευρώ για κεφάλαιο + 51.719,88 ευρώ για διαφυγόν κέρδος + 5.870 ευρώ για ηθική βλάβη) 104.398,39 ευρώ, άλλως το ποσό των (46.808,51 ευρώ για κεφάλαιο + 21.716,52 ευρώ για διαφυγόν κέρδος + 5.870 ευρώ για ηθική βλάβη) 74.395,03 ευρώ, άλλως το ποσό των (46.808,51 ευρώ για κεφάλαιο + 5.870 ευρώ για ηθική βλάβη) 52.678,51 ευρώ.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, ερήμην της πρώτης και του δεύτερου των εναγομένων (Π. Κ. και Θ. Π.) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, η υπ' αριθ. 21893/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά την κύρια βάση της και ουσία βάσιμη και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση των εναγόμενων να καταβάλουν, ο καθένας εις ολόκληρον, στον καθένα από τους ενάγοντες το ποσό των 71.525,03 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της υπ' αριθμ.
καταθ. 1294/2000 προηγούμενης αγωγής τους.
Κατά της απόφασης αυτής η τρίτη εναγομένη Τράπεζα, ήτοι η ήδη αναιρεσείουσα, άσκησε την από 19.11.2012 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 1193/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η έφεση και ως ουσιαστικά βάσιμη, εξαφανίσθηκε η υπ' αριθ. 21893/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς την τρίτη εναγομένη, κρατήθηκε η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, δικάσθηκε η ένδικη αγωγή και έγινε αυτή εν μέρει δεκτή, ως προς την ανωτέρω εναγόμενη, και αναγνωρίσθηκε ότι η τελευταία υποχρεούται να καταβάλει σε καθέναν από τους ενάγοντες το συνολικό ποσό των 65.318,82 ευρώ για θετική και αποθετική ζημία τους και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενεχόμενη εις ολόκληρον μέχρι του ποσού αυτού με την πρώτη και τον δεύτερο των εναγομένων της αγωγής (Π.
Κ. και Θ. Π., αντιστοίχως), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση σ' αυτήν της υπ' αριθμ. καταθ. 1294/14-1-2000 αγωγής και έως την πλήρη εξόφληση. Την απόφαση αυτή προσβάλλει η τελευταία με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως για τους λόγους που διαλαμβάνονται σ' αυτήν και αναλύονται παρακάτω. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (AΠ 5/2020, ΑΠ 1424/2017).
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος (ΑΠ 5/2020).
Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια (ΑΠ 261/2020, ΑΠ 1487/2017).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Έτσι η ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο, πλην άλλων, την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εσφαλμένα έγινε δεκτή ως νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να γίνει το αντίθετο. Ο σχετικός αναιρετικός έλεγχος γίνεται με βάση την από το δικαστήριο της ουσίας κυριαρχική εκτίμηση του πραγματικού περιεχομένου της αγωγής.
Η εκτίμηση αυτή ελέγχεται αναιρετικά με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσεώς του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Η παραδοχή αυτή τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κύρια εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενό της, ενώ στην αντίθετη περίπτωση καθιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας εσφαλμένα το δικόγραφο της αγωγής, έλαβε υπόψη, ως στοιχείο θεμελιωτικό του ασκουμένου με αυτήν δικαιώματος, ισχυρισμό που δεν προτάθηκε ή δεν έλαβε υπόψη θεμελιωτικό αυτής ισχυρισμό που προτάθηκε (ΑΠ 203/2019, ΑΠ 1596/17, ΑΠ 1063/14).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330, και 932 του ιδίου κώδικα, προκύπτει, ότι για τη δημιουργία ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία, απαιτείται συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια (εκ δόλου ή εξ αμελείας), επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.
Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας (Ολ.ΑΠ 12/2008, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 184/2020, ΑΠ 1383/2019).
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε κυριαρχικώς, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή η μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντιθέτως, η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ή δεν υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ. ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 813/2019).
Επομένως, στην αγωγή προς αποζημίωση από αδικοπραξία, για την πληρότητα του δικογράφου, πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου, τα γεγονότα που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας, που επήλθε στον ενάγοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη θετική και αποθετική ζημία του (ΑΠ 59/2019, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 838/2011).
Εξάλλου, από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ και 386 ΠΚ, προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε.
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.
Κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ' αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του.
Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 832/2022, ΑΠ 914/2021, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 209/2018).
Ακόμη, κατά το άρθρο 46 παρ. 1 στοιχ. β` του προϊσχύσαντος ΠΚ "Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης", ενώ κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, με τον υπότιτλο "απλός συνεργός", "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 στοιχ.
β` του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)". Στο αντίστοιχο άρθρο 47 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ, που φέρει τον γενικό τίτλο "Συνεργός", ορίζεται ότι "Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 του προηγούμενου άρθρου, πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83).
Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την ποινή του αυτουργού, αν ο υπαίτιος προσφέρει άμεση συνδρομή κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της πράξης, θέτοντας το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού".
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, άμεση συνέργεια είναι η συνδρομή που παρέχεται στο δράστη της αξιόποινης πράξης κατά τη διάρκειά της και στην εκτέλεσή της, με την παροχή του αντικειμένου της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού, μάλιστα δε κατά τέτοιο τρόπο, ώστε χωρίς αυτή τη συνδρομή δεν θα ήταν δυνατή με βεβαιότητα η διάπραξη του εγκλήματος υπό τις περιστάσεις που τελέστηκε, ενώ οποιαδήποτε άλλη συνδρομή και ιδίως η συνδρομή που παρέχεται στο δράστη της αξιόποινης πράξης πριν από την τέλεσή της, είναι απλή συνέργεια. Για την ύπαρξη απλής συνέργειας, υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, ο οποίος συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με τη συνδρομή του στην πραγμάτωσή της, διευκολύνοντας τον αυτουργό. Η συνδρομή του απλού συνεργού μπορεί να είναι είτε υλική είτε ψυχική, πρέπει δε να συνδέεται αιτιωδώς με την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος (ΑΠ 38/2022). Η ψυχική συνδρομή μπορεί να παρασχεθεί με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξης, με την ενίσχυση της απόφασης του αυτουργού για την τέλεση της πράξης, καθώς και με την ενθάρρυνση αυτού με οποιονδήποτε τρόπο (ΑΠ 449/2022, ΑΠ 552/2020). Για να υπάρχει απλή συνέργεια θα πρέπει ο αυτουργός να τέλεσε ή να αποπειράθηκε τουλάχιστον να τελέσει ποινικά άδικη πράξη (ΑΠ 38/2022).
Συνεπώς ο άμεσος ή ο απλός συνεργός σε αξιόποινη πράξη απάτης, που τέλεσε άλλος, διαπράττει και αυτός αδικοπραξία κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, για την τέλεση της οποίας αρκεί η ζημία του παθόντος να οφείλεται σε περιουσιακή διάθεση εκ μέρους του, από πλάνη που προξενήθηκε με δόλο των δραστών, αυτουργού και συνεργών (ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 16/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μία υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία, που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτο παράνομα κατά την υπηρεσία του. Η εφαρμογή της ως άνω διάταξης προϋποθέτει: 1) σχέση πρόστησης, η οποία υπάρχει όταν ο προστήσας διατηρεί το δικαίωμα να δίδει οδηγίες και εντολές στον προστηθέντα, αναφορικά με τον τρόπο εκπλήρωσης της υπηρεσίας του, όπως συμβαίνει στην περίπτωση υπαλλήλου, απλού ή διευθυντικού, Τράπεζας, 2) ενέργεια του προστηθέντος παράνομη και υπαίτια πληρούσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και 3) η ενέργεια αυτή του προστηθέντος να έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, που του είχε ανατεθεί, ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του αυτής, η οποία υφίσταται όταν η ζημιογόνα πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα, ή επ` ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και των οδηγιών, που δόθηκαν σ` αυτόν ή καθ` υπέρβαση των καθηκόντων του, υπό την προϋπόθεση όμως ότι μεταξύ της ζημιογόνου ενέργειας του προστηθέντος και της υπηρεσίας του υπάρχει εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν θα ήταν δυνατό να τελεσθεί χωρίς την πρόστηση ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για τη διάπραξή της.
Δηλαδή, ο προστήσας ευθύνεται και για κάθε πράξη του προστηθέντος, της οποίας η εκτέλεση κατέστη δυνατή στον τελευταίο, λόγω ακριβώς της θέσης του, των ευκαιριών τις οποίες αυτή (πρόστηση) του παρείχε να χρησιμοποιήσει για άλλο σκοπό τα τεθέντα στη διάθεσή του μέσα και, γενικότερα, όταν η υπηρεσία του προστηθέντος αποτέλεσε το αναγκαίο μέσο προς επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης.
Με τις προϋποθέσεις αυτές θεμελιώνεται η αντικειμενική ευθύνη του προστήσαντος για τις ζημίες που παράνομα και υπαίτια προκάλεσε ο προστηθείς, με τον οποίο ευθύνεται εις ολόκληρον, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 481, 486 και 926 ΑΚ (ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1359/2019, ΑΠ 355/2013). Αντίθετα, δεν ευθύνεται ο προστήσας, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του τελευταίου, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή κατάχρηση της υπηρεσίας του.
Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση, που υπάρχει μεν τυπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε τοπικά και χρονικά με την ευκαιρία της υπηρεσίας του, πλην όμως οφείλεται σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας (ΑΠ 1532/2022, ΑΠ 2259/2014).
Η έννοια της πρόστησης είναι νομική και η ύπαρξη ή μη ευθύνης του προστήσαντος, υπό τα ανελέγκτως από το ουσιαστικό δικαστήριο, δεκτά γενόμενα περιστατικά, ελέγχεται αναιρετικά εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 459/2021, ΑΠ 959/2004). Τέλος, με το άρθρο 926 ΑΚ καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων.
Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, ανεξαρτήτως του αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά.
Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας. Ο βαθμός δε της αιτιώδους συμβολής ή του πταίσματος καθενός από τους περισσότερους δράστες, το αν δηλαδή ο ένας ενήργησε με δόλο και ο άλλος από αμέλεια, δεν ενδιαφέρει για την θεμελίωση της εις ολόκληρον ευθύνης, αλλά μόνο για την αναγωγή μεταξύ των συνοφειλετών κατ' άρθρο 927 ΑΚ (ΑΠ 59/2019, ΑΠ 1124/2015, ΑΠ 1804/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αγωγή, έχουσα το προαναφερθέν περιεχόμενο και αίτημα είναι πλήρως ορισμένη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν το δικαίωμα των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων να ζητήσουν από την τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να τους καταβάλει τα πιο πάνω ποσά ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για τη ζημία που υπέστησαν από την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των δύο πρώτων των εναγομένων.
Ειδικότερα, στο δικόγραφο εκτίθενται με πληρότητα τα απαιτούμενα στοιχεία, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που κατά το νόμο θεμελιώνουν την παράνομη και υπαίτια ζημιογόνο συμπεριφορά της πρώτης εναγομένης, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, την πρόκληση από την εν λόγω συμπεριφορά αυτής ζημίας στους αναιρεσίβλητους, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη (θετική και αποθετική) ζημία και τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης των αναιρεσίβλητων και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας.
Επίσης, εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα στοιχεία εκείνα που απαιτούνται για την ίδρυση της ευθύνης της προστήσασας τράπεζας ΕΚΤΕ από την αδικοπραξία του προστηθέντος και αναφερόμενου ειδικά υπαλλήλου της δεύτερου εναγομένου (Θ. Π.), επίσης μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, ήτοι η σχέση πρόστησης, με βάση την συνδέουσα αυτούς εργασιακή σχέση, η παράνομη και υπαίτια ενέργεια του προστηθέντος, δηλαδή αδικοπραξία πληρούσα τις ως άνω προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ και συνιστάμενη στην παροχή συνδρομής στην ως άνω αδικοπραγήσασα (Π.
Κ.) και ότι η ενέργεια αυτή του ανωτέρω προστηθέντος έγινε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας του, ή ακόμη και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας αυτής, καθώς και ότι μεταξύ της ζημιογόνου πράξεως και της υπηρεσίας που είχε ανατεθεί στον προστηθέντα αυτόν υφίσταται εσωτερική συνάφεια, με την έννοια ότι η αδικοπραξία της πρώτης εναγομένης δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την παροχή της συνδρομής του δεύτερου εναγομένου, η οποία κατέστη δυνατή λόγω της πρόστησης, η οποία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεσή της, αφού κατέστη δυνατή η τέλεση της αδικοπραξίας σε βάρος τους, λόγω ακριβώς της θέσης του δεύτερου εναγομένου και των ευκαιριών που του παρείχε η πρόστηση, αφού αυτός χρησιμοποίησε για άλλο σκοπό, δηλαδή για την τέλεση της αδικοπραξίας, τα τεθέντα στη διάθεσή του μέσα και συγκεκριμένα τη γνώση του για τον τρόπο λειτουργίας της αγοράς ομολόγων, την οποία μετέφερε στην πρώτη εναγομένη, την κατοχή γνησίων εντύπων ομολόγων και τη γνώση των πραγματικών αριθμών των γνησίων ομολόγων τα οποία χορήγησε στην ίδια και τη δυνατότητα εκδόσεως μεγάλου πλήθους επιταγών, με τις οποίες την εφοδίασε για να εκτελεί ανεμπόδιστα την απάτη.
Εξάλλου, πρέπει να λεχθεί ότι κατά το δικόγραφο της αγωγής και η αναφερόμενη πρώτη εναγόμενη (Π. Κ.) ήταν προστηθείσα των άνω τραπεζών, πέραν δε αυτού περιγράφονται πράξεις και παραλείψεις και άλλων στελεχών αυτών, με τις οποίες θεμελιώνεται αδικοπρακτική συμπεριφορά τους και εντεύθεν αντικειμενική ευθύνη της αναιρεσείουσας, ως διαδεχθείσας τις προστήσασες όλους τους υπαίτιους της ζημίας τράπεζες.
Τα εκτιθέμενα στοιχεία αδικοπραξίας του προστηθέντος υπαλλήλου της ήδη αναιρεσείουσας (δεύτερου εναγόμενου) είναι αρκετά για την ευθύνη του ιδίου σε αποκατάσταση της προκληθείσας ζημίας των εναγόντων, εντεύθεν δε και της αντικειμενικής ευθύνης της προστήσασας τράπεζας και κατ' επέκταση της αναιρεσείουσας.
Δεν ήταν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αγωγή για τη θεμελίωση της ευθύνης του ως άνω προστηθέντος της τελευταίας και, συνεπώς, για το ορισμένο αυτής, ότι αυτός επέδειξε συγκεκριμένη συμπεριφορά, με την οποία προκάλεσε στους αναιρεσίβλητους την απόφαση να συναλλαγούν με την Π. Κ. και να πεισθούν ότι συναλλάσσονται με την τράπεζα ΕΣΤΕ στην σκοπούμενη επένδυση.
Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την αγωγή ορισμένη και απέρριψε τον σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης της τρίτης των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και δη ότι η αγωγή είναι αόριστη ως προς αυτήν, γιατί δεν περιλαμβάνει τα απαραίτητα στοιχεία παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς του υπαλλήλου της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας Θ.
Π. και τη συνάφεια αυτής με τη ζημία των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, είναι αβάσιμος.
Εξάλλου, υπό τα ως άνω εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή περιστατικά, αυτή είναι νόμιμη, κατά την κύρια βάση της, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 71, 297, 298, 299, 330, 481, 914, 922, 926, 932 του ΑΚ και 70 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 386, 46 παρ. 1β' και 47 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ. Επομένως, ο συναφής τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν θεμελιώνεται πρόστηση της πρώτης εναγομένης - δικηγόρου από τις δικαιοπαρόχους της ΕΚΤΕ και ΕΣΤΕ, όπως άλλωστε δέχθηκε επί της ουσίας και η προσβαλλόμενη, και συνεπώς η συμπεριφορά των προσώπων που απλώς τη βοήθησαν κατά την επίδειξη της αδικοπρακτικής της συμπεριφοράς, δεν είναι σε θέση να θεμελιώσει τη δική της ευθύνη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον για το νόμιμο της αγωγής αρκεί ο ισχυρισμός των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων ότι η πρώτη εναγόμενη είχε προστηθεί από την αναιρεσείουσα, αφού η συγκεκριμενοποίηση των βασικών στοιχείων της νομικής έννοιας της πρόστησης αυτής μπορεί να γίνει και με τις προτάσεις του ενάγοντος και να προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, πέραν του ότι οι αναιρεσίβλήτοι επικαλούνται με την αγωγή τους και την αυτοτελή πρόστηση του δεύτερου εναγομένου, υπαλλήλου της ΕΚΤΕ.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται: "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 14/2015, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 27/1998).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής: "Η πρώτη εναγομένη, Π. συζ. Ν. Κ. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη), με την ιδιότητά της ως δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, παρείχε, από το έτος 1980, νομικές υπηρεσίες στην Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΚΤΕ), απασχολούμενη αποκλειστικά σε υποθέσεις στεγαστικών δανείων, ήτοι ήταν επιφορτισμένη με τον έλεγχο των αιτήσεων για τη χορήγηση των δανείων και των τίτλων ιδιοκτησίας των ακινήτων που προσφέρονταν για εγγραφή υποθήκης προς εμπράγματη εξασφάλιση της τράπεζας, αμειβόμενη κάθε φορά κατά φάκελο δανεισμού.
Η συνεργασία της με την ανωτέρω τράπεζα διακόπηκε στις 18-10-1989, μετά από σχετική εισήγηση του τότε Διευθυντή της Διεύθυνσης Επιθεώρησης Κ. Δ., επειδή, προέκυψαν υπόνοιες ότι προέβη σε απόπειρα χρηματισμού του αναπληρωτή προϊσταμένου της υπηρεσίας χορήγησης δανείων της ανωτέρω τράπεζας, μετά, όμως, από σχετική αίτησή της, στις ...-1990 εγκρίθηκε η εκ νέου συνεργασία της με την παραπάνω τράπεζα, με απόφαση του τότε Διοικητή της, Α.
Γ. Η συνεργασία αυτή διήρκησε τελικώς μέχρι τις 9-11-1992, οπότε η πρώτη εναγομένη εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση, συνεχίστηκε όμως έκτοτε η συνεργασία της με τον ίδιο τρόπο και τις ίδιες αρμοδιότητες, με την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εθνική Στεγαστική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" (ΕΣΤΕ), η οποία, αρχικά, συγχωνεύθηκε με την ΕΚΤΕ και στη συνέχεια και οι δύο συγχωνεύθηκαν από την τρίτη εναγόμενη, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ (ΕΤΕ), η οποία κατέστη καθολική διάδοχος των παραπάνω τραπεζών και υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις τους, γεγονός που δεν αμφισβητείται.
Ο δεύτερος εναγόμενος, Θ. Π., (μη διάδικος στη δίκη αυτή), από το έτος 1984 εργαζόταν ως υπάλληλος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στο επί της οδού ... υποκατάστημα της ΕΚΤΕ, στη Θεσσαλονίκη και ήταν, αρχικά, επιφορτισμένος με την έκδοση των ενταλμάτων πληρωμής για τους συνεργάτες δικηγόρους της τράπεζας, μεταξύ των οποίων ήταν, όπως προαναφέρθηκε, και η πρώτη εναγόμενη, γεγονός που αποτέλεσε την αφορμή για την ανάπτυξη μεταξύ τους φιλικών σχέσεων.
Εντός του έτους 1990, ο παραπάνω εναγόμενος, ο οποίος, στο μεταξύ, είχε αποκτήσει την ιδιότητα του προϊστάμενου του τμήματος συναλλαγών του παραπάνω υποκαταστήματος, έχοντας και την ευθύνη του τμήματος ομολόγων, αποκάλυψε στην πρώτη εναγόμενη, η οποία είχε επιδείξει έντονο ενδιαφέρον σχετικά με τα ομόλογα, ότι διαχειριζόταν χρήματα τρίτων, εκτός της νόμιμης τραπεζικής διαδικασίας, και, συγκεκριμένα, ότι υπέγραφε και παρέδιδε σ' αυτούς αντίγραφα ομολόγων χωρίς τη μεσολάβηση της τράπεζας, με συνέπεια, τόσο εκείνοι, όσο και ο ίδιος, να κερδίζουν περισσότερα χρήματα, λόγω του ότι εισέπρατταν τόκο υψηλότερο του νομίμου.
Τότε, η πρώτη εναγόμενη, η οποία εκείνο το διάστημα αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, αποφάσισε να εκμεταλλευτεί τις γνώσεις και την εμπειρία του δεύτερου εναγόμενου, ως προς τον τρόπο διενέργειας των σχετικών με τα ομόλογα τραπεζικών συναλλαγών, προκειμένου να αποκομίσουν αμφότεροι παράνομο περιουσιακό όφελος.
Έτσι, εκμεταλλευόμενη τα προσόντα και τις ικανότητες της, δοθέντος ότι ήταν άτομο ιδιαίτερα καλλιεργημένο και ευφυές, με υψηλό μορφωτικό επίπεδο, διέθετε κύρος και πειθώ και είχε έντονη κοινωνική ζωή και ευρύ κοινωνικό κύκλο, συνέλαβε και ξεκίνησε την εκτέλεση σχεδίου προσέλκυσης κεφαλαίων τρίτων και, συνακόλουθα, ιδιοποίησής τους παριστάνοντας σε πρόσωπα τα οποία ενδιαφέρονταν να επενδύσουν τα χρήματά τους σε τραπεζικά προγράμματα με υψηλές αποδόσεις ότι δήθεν, ήταν νομικός σύμβουλος τόσο της Εθνικής Κτηματικής όσο και της Εθνικής Στεγαστικής Τράπεζας της Ελλάδος, ότι λόγω της ιδιότητάς της αυτής είχε τη δυνατότητα να μεσολαβεί για την προώθηση οποιοσδήποτε τραπεζικής συναλλαγής, καθώς και ότι της είχε ανατεθεί, από τις προαναφερθείσες τράπεζες, η διαχείριση ενός ιδιαίτερα επωφελούς ειδικού επενδυτικού προγράμματος, πενταετούς διάρκειας, σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος της παρέδιδε χρήματα, αυτή θα τα επένδυε σε ομόλογα, τα οποία δήθεν θα απέφεραν σταθερό επιτόκιο 24% ετησίως, με δυνατότητα εξόφλησης των τόκων ανά τρίμηνο.
Ειδικότερα, διαβεβαίωνε ψευδώς τους υποψηφίους επενδυτές ότι το χρηματικό ποσό ή το προϊόν ρευστοποίησης τίτλων που της παρέδιδαν το κατέθετε στις ανωτέρω τράπεζες, επενδύοντας το ποσό στο ανωτέρω επενδυτικό πρόγραμμα και εκδίδοντας στο όνομα και για λογαριασμό τους αντίστοιχους τίτλους και όλα τα σχετικά παραστατικά έγγραφα.
Με τις ως άνω παραστάσεις και διαβεβαιώσεις της, οι οποίες ήταν ψευδείς, διότι ουδέποτε η παραπάνω διετέλεσε νομική σύμβουλος των ανωτέρω τραπεζών και ουδέποτε της ανατέθηκε η διαχείριση ενός τέτοιου προγράμματος, έπεισε μεγάλο αριθμό προσώπων να της παραδώσουν μεγάλα χρηματικά ποσά, προκειμένου να συμμετάσχουν, όπως πίστευαν, στο επενδυτικό αυτό πρόγραμμα, τα οποία, όμως, ποσά δεν κατέθετε για λογαριασμό τους στις ανωτέρω τράπεζες, αλλά, αφού τους παρέδιδε πλαστούς τίτλους και παραστατικά, που κατήρτιζε η ίδια με τη συνδρομή του δεύτερου εναγόμενου, Θ.
Π., τα ιδιοποιούνταν, προσπορίζοντας στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας τους. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι, ο παραπάνω εναγόμενος, λόγω της προαναφερθείσας ιδιότητάς του, είχε πρόσβαση σε γνήσια τραπεζικά έγγραφα, κάποια εκ των οποίων χορήγησε στην πρώτη εναγόμενη, η οποία στη συνέχεια τα αναπαρήγαγε, συμπλήρωνε τα αναγκαία στοιχεία των τραπεζικών εγγράφων, έθετε επ' αυτών κατ' απομίμηση δήθεν υπογραφές υπαλλήλων των ανωτέρω τραπεζών, καθώς και σφραγίδες αυτών που είχαν περιέλθει στην κατοχή της από τη συνεργασία της με τις τράπεζες και, στη συνέχεια, παρέδιδε τα έγγραφα αυτά στους τρίτους, προκειμένου να τους αποδείξει ότι αυτοί εκτελούσαν νόμιμες τραπεζικές συναλλαγές και ότι με τα χρήματα που της είχαν παραδώσει συμμετείχαν στα εκάστοτε τραπεζικά επενδυτικά προγράμματα.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στη διαδικασία έκδοσης και λειτουργίας των ομολόγων μύησε την πρώτη εναγόμενη ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος, της επεξήγησε τον τρόπο συμπλήρωσης των ομολόγων, την ενημέρωσε για τον τρόπο χρησιμοποίησής τους, ώστε να δύναται να αντιμετωπίζει τις ερωτήσεις των υποψηφίων επενδυτών, επιπλέον, δε, της χορήγησε, όπως προαναφέρθηκε, γνήσια τραπεζικά έγγραφα, καθώς και, σε ορισμένες περιπτώσεις, της χορήγησε αριθμούς γνησίων ομολόγων εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου, τους οποίους η πρώτη εναγόμενη έθετε επί των πλαστών ομολόγων προαγοράς τους, εν γνώσει του δεύτερου εναγόμενου περί του τρόπου χρήσης τους.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι αρκετές φορές ο δεύτερος εναγόμενος παρευρισκόταν στο δικηγορικό γραφείο της πρώτης εναγόμενης, στο οποίο αυτή συνήθιζε, μετά τις αρχικές συναντήσεις, να συναντά τους υποψήφιους προκειμένου δήθεν να τους "εξυπηρετήσει", ώστε να μην αναγκάζονται να προσέρχονται κατά τις πρωινές ώρες στην τράπεζα, καθώς και ότι η πρώτη εναγόμενη προέτρεπε τους "επενδυτές" σε τυχόν επισκέψεις τους στις τράπεζες να απευθύνονται στον δεύτερο εναγόμενο προκειμένου να τους "εξυπηρετήσει", όπως, πράγματι, συνέβη με αρκετούς απ' αυτούς, το γεγονός, δε, αυτό ενθάρρυνε την πρώτη εναγόμενη στην εκτέλεση του σχεδίου της και τη συνέχιση της παράνομης δραστηριότητάς της, καθόσον οποιοδήποτε πρόβλημα τυχόν προέκυπτε θα το αντιμετώπιζε ο δεύτερος εναγόμενος και δεν θα εμπλέκονταν άλλοι υπάλληλοί της τράπεζας.
Η προπεριγραφείσα παράνομη δραστηριότητα της πρώτης εναγόμενης συνεχίστηκε ως τις αρχές του έτους 1996, οπότε, αποκαλύφθηκε η δραστηριότητά της αυτή και σε νομότυπη έρευνα που διενεργήθηκε από αστυνομικούς στο δικηγορικό της γραφείο βρέθηκαν και κατασχέθηκαν πολλά πλαστογραφημένα έντυπα που φέρονταν ως εκδοθέντα από τις ανωτέρω τράπεζες, βιβλιάρια καταθέσεων, δεκάδες πλαστές αποδείξεις προαγοράς τίτλων δημοσίου, καθώς και ένα ασυμπλήρωτο πρωτότυπο έντυπο απόδειξης προαγοράς τίτλων του Ελληνικού Δημοσίου, στο οποίο είχε επισυναφθεί με συνδετήρα μία κάρτα του Θ.
Π., στην πίσω όψη της οποίας αυτός είχε γράψει, απευθυνόμενος στην πρώτη εναγόμενη, "Χρόνια Πολλά - Καλές επιτυχίες", ευχόμενος, προφανώς, επιτυχίες στην ως άνω παράνομη δραστηριότητα της. Όλα τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα και, ιδίως, αυτά της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας, όπως από τις λαμβανόμενες υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την υπ' αριθμ. 940, 941-942, 1074, 1194-1195/2004 απόφασή του, που συνεκτιμάται με τις λοιπές άνω αποδείξεις, έκρινε τελεσίδικα ένοχη την Π.
Κ. για τα αδικήματα της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος κατ' εξακολούθηση με την επιβαρυντική περίπτωση του άρθρου 1 του Ν.1608/1950 και της απάτης σε βαθμό κακουργήματος κατ' εξακολούθηση, και της επέβαλε συνολική ποινή κάθειρξης 15 ετών, ενώ, επίσης, έκρινε τελεσίδικα ένοχο τον Θ. Π. για απλή συνέργεια στα ανωτέρω αδικήματα, με την αιτιολογία ότι αυτός παρείχε υλική και ψυχική συνδρομή στην Π.
Κ. πριν από την τέλεση των προαναφερομένων αδίκων πράξεών της και του επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξης 11 ετών, οι δε αιτήσεις αναιρέσεως που άσκησαν αμφότεροι κατά της ως άνω αποφάσεως απορρίφθηκαν με την υπ' αριθμ. 64/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μεταξύ των προσώπων που προσέγγισε η Π. Κ. και εκδήλωσε την απατηλή συμπεριφορά της ήταν και οι ενάγοντες. Ο πρώτος ενάγων, μέσω του συγγαμβρού του, με τον οποίο διατηρούσε στενές φιλικές σχέσεις, πληροφορήθηκε το έτος 1992 ότι η πρώτη εναγόμενη διαχειριζόταν ένα επενδυτικό πρόγραμμα των τραπεζών Εθνική Στεγαστική και Εθνική Κτηματική για μία πενταετία, ετησίως, αφορολόγητο και επιδοτούμενο από την ΕΟΚ.
Επιθυμώντας να επενδύσει επωφελώς τις αποταμιεύσεις του, επισκέφθηκε την πρώτη εναγομένη στο προσωπικό της γραφείο επί της οδού Μητροπόλεως στη Θεσσαλονίκη, όπου αυτή, αφού του συστήθηκε ως νομική σύμβουλος στις τράπεζες Στεγαστική και Κτηματική και υπεύθυνη του παραπάνω προγράμματος, τον πληροφόρησε για τους ειδικότερους όρους και του ανέλυσε με λεπτομέρειες τα πλεονεκτήματα του ανωτέρω επενδυτικού προγράμματος, διαβεβαιώνοντάς τον ότι πρόκειται για ιδιαίτερα επωφελές πρόγραμμα και ότι η ίδια προσωπικά διαχειρίζεται, τους αντίστοιχους τίτλους.
Κατόπιν τούτων, ο πρώτος ενάγων πεισθείς από τις ως άνω ψευδείς παραστάσεις και διαβεβαιώσεις της πρώτης εναγόμενης ότι επρόκειτο για ένα ιδιαίτερα συμφέρον επενδυτικό πρόγραμμα, κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας, επισκέφθηκε την τελευταία στο γραφείο της και της κατέβαλε, στις 13-7-1995 και στις 30-10-1995, τα κάτωθι χρηματικά ποσά, τα οποία ανήκαν εξ ημισείας σ' αυτόν και τη σύζυγό του, δεύτερη ενάγουσα, προκειμένου να τα διαθέσει για την αγορά στεγαστικών ομολόγων, ενεργώντας ατομικά για το ήμισυ του ποσού αυτού και για λογαριασμό της συζύγου του για το υπόλοιπο, λαμβάνοντας τους παρακάτω τίτλους:
α) στις 13-10-1995 το ποσό των 9.500.000 δρχ., το οποίο ανήκε σ' αυτόν και τη σύζυγό του, κατ' ισομοιρίαν, για το οποίο έλαβε ένα γραμμάτιο είσπραξης ΕΤΕ - ΕΣΤΕ εννέα (9) στεγαστικών ομολόγων (5X1.000.000 δρχ., 2X2.000.000 δρχ., 1X1.000.000 δρχ. και 1X650.000 δρχ.) τρίμηνης διάρκειας, έκδοσης 13-10-1995, λήξεως 15-1-1996, απόδοσης (μετά κεφαλαιοποιημένου επιτοκίου) ποσού 10.650.000 δρχ., με αριθμούς τίτλων 137181-2, 137891 και β) στις 30-10-1995 το ποσό των 20.000.000 δρχ., για το οποίο έλαβε ένα γραμμάτιο είσπραξης ΕΤΕ - ΕΚΤΕ ποσού 21.250.000 δρχ. (μετά κεφαλαιοποιημένου τόκου τριμήνου), έκδοσης 30-10-1995, λήξεως 30-1-1996, 21 στεγαστικών ομολόγων του 1.000.000 δρχ.
και 1 των 250.000 δρχ. επενδυτικού προγράμματος, με αριθμούς τίτλων 667080-89 και 128712, έκδοσης 1990 Β 10η. Οι ως άνω τίτλοι που παραδόθηκαν στον πρώτο ενάγοντα έφεραν σφραγίδες των αρμοδίων τραπεζών (ΕΚΤΕ και ΕΣΤΕ) και υπογραφές των αρμοδίων υπαλλήλων της τράπεζας, πλην όμως, αποδείχθηκε στη συνέχεια, οι ως άνω τίτλοι ήταν πλαστοί και καταρτίσθηκαν από την πρώτη εναγόμενη....
Ακολούθως αποδείχθηκε ότι, συνεπεία της, κατά τα ανωτέρω, παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, πρώτης και δευτέρου των εναγόμενων (Π. Κ. και Θ. Π. αντίστοιχα), που συνιστά αδικοπραξία κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, οι ενάγοντες υπέστησαν θετική ζημία, συνιστάμενη στην απώλεια των χρημάτων τα οποία τμηματικά κατέβαλαν εξ ιδίων στην Π.
Κ. και τα οποία η τελευταία ιδιοποιήθηκε παράνομα με τον αναφερόμενο ως άνω τρόπο και μάλιστα με τη συμμετοχή και του Θ. Π., όπως κατωτέρω θα εκτεθεί, συμπεριφορά που ομοίως αποτελεί αδικοπραξία, κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ. Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, οι γενόμενες εκ μέρους του πρώτου ενάγοντος για λογαριασμό και της συζύγου του (δεύτερης ενάγουσας) καταθέσεις ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 29.500.000 δραχμών, ήτοι α) 9.500.000 δρχ.
στις 13-10-1995 για την αγορά στεγαστικών ομολόγων της ΕΣΤΕ, β) 20.000.000 δρχ. στις 30-10-1995 για την αγορά επίσης ομολόγων της ΕΣΤΕ. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι η θετική ζημία των εναγόντων ανέρχεται στο ποσό των 31.900.000 δρχ. (10.650.000 δρχ. + 21.250.000 δρχ.), συμπεριλαμβάνοντας στην ως άνω ζημία και τα ποσά των τόκων που προεισπράχθηκαν στις 13-10-1995 και στις 30-10-1995 από τους δύο δικαιούχους (1.150.000 δρχ.
και 1.250.000 δρχ. αντιστοίχως), εσφαλμένως εν μέρει εκτίμησε τις, ενώπιον του προσαχθείσες, αποδείξεις, ο δε έκτος λόγος της έφεσης πρέπει, κατά το αναφερόμενο στη θετική ζημία σκέλος του, να γίνει δεκτός και ως κατ' ουσίαν βάσιμος.
Περαιτέρω, για την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του Θ. Π. ευθύνεται και η προστήσασα αυτόν τράπεζα με την επωνυμία "Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει ως καθολική διάδοχος η τρίτη των εναγομένων "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", κατόπιν συγχώνευσης της πρώτης με απορρόφηση από τη δεύτερη, καθώς ο υπάλληλος αυτός ενήργησε επ' ευκαιρία της ιδιότητάς του ως υπαλλήλου, ασχολούμενου με τις συναλλαγές και αντίθετα προς τις εντολές της τράπεζας ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των υπηρεσιακών του καθηκόντων.
Μεταξύ της σε βάρος των εναγόντων απάτης και πλαστογραφίας από την Π. Κ. και την συνεπεία αυτής ιδιοποίηση από την τελευταία των πιο πάνω χρηματικών ποσών και της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του Θ. Π. και της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την πιο πάνω τράπεζα υπάρχει εσωτερική συνάφεια, αφού η απάτη και η πλαστογραφία και η συνεπεία αυτών υπεξαίρεση σε βάρος των εναγόντων από την Π.
Κ. δεν θα μπορούσαν να γίνουν χωρίς τη συνέργεια του Θ. Π. ως προστηθέντος της ως άνω τράπεζας.... Επομένως, η τρίτη εναγομένη νομιμοποιείται παθητικά στη δίκη αυτή, ως διάδοχος της ανωτέρω τράπεζας, ήτοι της "Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ", για τη ζημία που προκάλεσε στους ενάγοντες η Π. Κ., η οποία τέλεσε τις προαναφερθείσες άδικες πράξεις με την άμεση συνέργεια του Θ.
Π., προστηθέντος υπαλλήλου της ΕΚΤΕ ΑΕ. Κατά συνέπεια, οι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί της τρίτης εναγόμενης περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησής της στην προκειμένη δίκη και μη ευθύνης της από σχέση πρόστησης τον δευτέρου των εναγόμενων με την ανωτέρω τράπεζα, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έστω με ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα, απέρριψε τους ως άνω αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς της τρίτης εναγομένης ως ουσιαστικά αβάσιμους, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, και τις αποδείξεις εκτίμησε, ώστε ο τρίτος και ο έκτος λόγοι της έφεσής της, με τους οποίους παραπονείται για την απόρριψή τους, είναι αβάσιμοι.
Όπως προαναφέρθηκε, οι ενάγοντες υπέστησαν, συνεπεία της ως άνω αδικοπραξίας, θετική ζημία, συνιστάμενη στην απώλεια των χρημάτων που κατέβαλαν στην Π. Κ. και τα οποία ιδιοποιήθηκε παράνομα η τελευταία, που ανέρχεται στο ποσό των 43.286,87 ευρώ για τον καθένα. Εάν αυτοί δεν είχαν καταβάλει το παραπάνω κεφάλαιο στην πρώτη εναγόμενη, θα το επένδυαν σε κάποιο άλλο επενδυτικό πρόγραμμα αγοράς ομολόγων, μετά τη λήξη των οποίων θα κεφαλαιοποιούσαν τους τόκους και θα προέβαιναν σε νέα αγορά, αποκομίζοντας, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, κέρδος από τους τόκους που θα απέφερε το εν λόγω κεφάλαιο.
Ειδικότερα, το κέρδος που θα απέφερε το καταβληθέν απ'· αυτούς ως άνω αρχικό κεφάλαιο (43.286,87 ευρώ για τον καθένα) από το χρόνο της καταβολής κάθε επιμέρους ποσού στην Π. Κ. μέχρι τις 31-3-1999, ανατοκιζόμενο ανά έτος, με βάση το ετήσιο επιτόκιο των εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, θα ήταν το ακόλουθο:...
Έτσι η συνολική αποθετική ζημία καθενός των εναγόντων ανέρχεται σε (6.553,76 + 13.478,19=) 20.031,95 ευρώ. Ήτοι ζημιώθηκαν συνολικά: κεφάλαιο 20.000.000 δρχ. ή 58.694,06 ευρώ + από μη εισπραχθέντες τόκους 9.185.390 δρχ. ή 26.956,39 ευρώ, σύνολο (κεφάλαιο + τόκοι) 29.185.390 δρχ. ή 85.650,45 ευρώ, ήτοι 42.825,22 ευρώ έκαστος. Επομένως, το σύνολο της ζημίας των εναγόντων (θετικής και αποθετικής) ανέρχεται στο ποσό των (86.573,74 + 40.063,92) 126.637,66 ευρώ, εκ του οποίου ποσό 63.318,83 ευρώ αναλογεί στον πρώτο ενάγοντα και ποσό 63.318,82 ευρώ αναλογεί στη δεύτερη ενάγουσα.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι η αποθετική ζημία καθενός των εναγόντων ανέρχεται σε 21.716,52 ευρώ εσφαλμένως εν μέρει εκτίμησε τις αποδείξεις, ο δε έκτος λόγος της έφεσης πρέπει, κατά το αναφερόμενο στην αποθετική ζημία σκέλος του, να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι εξαιτίας της αδικοπρακτικής σε βάρος τους συμπεριφοράς και ειδικότερα εξαιτίας της έντονης έκπληξης και στενοχώριας που δοκίμασαν μετά την αποκάλυψη της σε βάρος τους απάτης και της στέρησης των καταβληθέντων στην πρώτη εναγόμενη χρηματικών ποσών, καθώς και της μακροχρόνιας ταλαιπωρίας τους ενόψει των σχετικών πολιτικών και ποινικών δικών, οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη, για τη χρηματική ικανοποίηση της οποίας, λαμβανομένου υπόψη του είδους και της έντασης της προσβολής, των ιδιαίτερων συνθηκών της σε βάρος τους αδικοπραξίας, της έλλειψης συνυπαιτιότητάς τους και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των ιδίων καθώς και της πρώτης και του δευτέρου των εναγόμενων (η τρίτη εναγόμενη είναι νομικό πρόσωπο), δικαιούται το εύλογο ποσό των 2.000 ευρώ ο καθένας εξ αυτών. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ως εύλογο ποσό χρηματικής ικανοποίησης αυτό των 3.000 ευρώ για κάθε ενάγοντα, εσφαλμένως εν μέρει εκτίμησε τις ενώπιον του προσαχθείσες αποδείξεις, ο δε όγδοος λόγος της έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος.
Συνεπώς, με βάση τα ανωτέρω, το συνολικό ποσό που οι ενάγοντες δικαιούνται ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ανέρχεται για έκαστο εξ αυτών σε 65.318,82 ευρώ. Υπόχρεη εις ολόκληρον για την καταβολή των ανωτέρω ποσών είναι και η τρίτη εναγομένη, τραπεζική ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", η οποία, όπως προαναφέρθηκε, ευθύνεται ως καθολική διάδοχος της προστήσασας τον δεύτερο εναγόμενο Θ.
Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ, καθόσον όπως ήδη αναφέρθηκε ο εναγόμενος αυτός ενήργησε εξ αφορμής και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την ανωτέρω τράπεζα και αντίθετα προς τις εντολές της ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των υπηρεσιακών καθηκόντων του. Μεταξύ της σε βάρος των εναγόντων απάτης και πλαστογραφίας εκ μέρους της Π.
Κ. και της συνεπεία αυτής παράνομης ιδιοποίησης από την τελευταία των ανωτέρω ποσών και της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δευτέρου εναγομένου Θ. Π. και της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την προαναφερθείσα τράπεζα υπάρχει εσωτερική συνάφεια, αφού τα ως άνω αδικήματα και η συνεπεία αυτών τελεσθείσα παράνομη ιδιοποίηση των ως άνω ποσών, δεν θα μπορούσαν να γίνουν χωρίς τη συνέργεια του Θ.
Π., ως προστηθέντος της ΕΚΤΕ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και να εξαφανιστεί ως προς την τρίτη εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα η εκκαλουμένη απόφαση εν όλω.... Περαιτέρω, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό να δικαστεί η αγωγή των εναγόντων κατ' ουσίαν, πρέπει να γίνει, ως προς την ανωτέρω εναγόμενη, εν μέρει δεκτή και να αναγνωρισθεί ότι αυτή υποχρεούται, ευθυνόμενη, ως προς το κατωτέρω ποσό, εις ολόκληρον με την πρώτη εναγομένη, Π.
Κ. και τον δεύτερο εναγόμενο, Θ. Π., να καταβάλει σε καθέναν από τους ενάγοντες το συνολικό ποσό των 65.318,82 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της υπ' αριθμ. καταθ. 1294/2000 αγωγής και έως την πλήρη εξόφληση,....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε και κατ' ουσίαν την έφεση της πρώτης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς αυτήν, και, στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την τρίτη εναγομένη και ως ουσία βάσιμη και αναγνώρισε ότι η τελευταία υποχρεούται να καταβάλει σε καθέναν από τους ενάγοντες το συνολικό ποσό των 65.318,82 ευρώ για θετική και αποθετική ζημία τους και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενεχόμενη εις ολόκληρον μέχρι του ποσού αυτού με την πρώτη και τον δεύτερο των εναγομένων της αγωγής (Π.
Κ. και Θ. Π., αντιστοίχως).
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 922, 926, 932, 297, 298, 330 και 481 ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 386, 46 παρ. 1β'και 47 παρ.1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και τις οποίες συνεπώς δεν παραβίασε ευθέως, αφού υπό τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η αρχική πρώτη εναγομένη δικηγόρος, η οποία ήταν εξωτερική συνεργάτης των δικαιοπαρόχων της αναιρεσείουσας Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας και Εθνικής Στεγαστικής Τράπεζας, παράνομα και υπαίτια (από δόλο), με την εν γνώσει χρήση πλαστών εγγράφων που πλαστογράφησε η ίδια, τέλεσε αδικοπραξία σε βάρος των εναγόντων (απάτη σε βαθμό κακουργήματος), από την οποία αυτοί υπέστησαν την αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ζημία, που βρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με τις πράξεις της, τη δε πράξη της αυτή τέλεσε με την υλική και ψυχική συνδρομή του δευτέρου εναγομένου, υπαλλήλου της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας, με την οποία τον συνέδεε σχέση προστήσεως, αφού ενήργησε κατά την παροχή της συνδρομής αυτής εξ αφορμής και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας, που του είχε ανατεθεί από την Τράπεζα και αντίθετα προς τις εντολές της ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των υπηρεσιακών καθηκόντων του, ενώ υπάρχει εσωτερική συνάφεια μεταξύ της αδικοπραξίας της πρώτης εναγομένης με τη συνδρομή του δεύτερου εναγομένου και της πρόστησης, υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία της πρώτης εναγομένης δεν θα μπορούσε να τελεστεί χωρίς τη συνδρομή του προστηθέντος δεύτερου εναγομένου και συνεπώς καταφάσκεται η ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής των αναιρεσιβλήτων και ως προς την αναιρεσείουσα, ως καθολική διάδοχο της προστήσασας τον δεύτερο εναγόμενο Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας, έχουσας αντικειμενική ευθύνη εκ της προστήσεως αυτής, η οποία ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τους δύο πρώτους εναγομένους για την αποκατάσταση της ζημίας των εναγόντων και για την πληρωμή της επιδικασθείσας σε αυτούς εύλογης χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν αυτοί από την αδικοπραξία των δύο πρώτων εναγομένων.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, καθόσον διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συνδρομής του δεύτερου εναγομένου στην κατά των αναιρεσιβλήτων αδικοπραξία της πρώτης εναγομένης και της πρόστησης αυτού από την Εθνική Κτηματική Τράπεζα και συνακόλουθα της αντικειμενικής ευθύνης της τελευταίας από τις πράξεις του δεύτερου εναγομένου, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ΑΚ, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, με τις επιστηρίζουσες την κρίση αυτή ανέλεγκτες παραδοχές: α) ότι η πρώτη εναγομένη, Π. Κ., με την ιδιότητά της ως δικηγόρου του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, παρείχε από το έτος 1980 νομικές υπηρεσίες στην Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος (ΕΚΤΕ), απασχολούμενη αποκλειστικά σε υποθέσεις στεγαστικών δανείων, αμειβόμενη κάθε φορά κατά φάκελο δανεισμού, β) ότι η συνεργασία της με την ανωτέρω τράπεζα διακόπηκε στις 18.10.1989, επειδή προέκυψαν υπόνοιες ότι προέβη σε απόπειρα χρηματισμού του αναπληρωτή προϊσταμένου της υπηρεσίας χορήγησης δανείων της ανωτέρω τράπεζας, μετά όμως από σχετική αίτησή της, στις ...-1990 εγκρίθηκε η εκ νέου συνεργασία της με την παραπάνω τράπεζα, με απόφαση του τότε Διοικητή της, γ) ότι η συνεργασία αυτή διήρκησε τελικώς μέχρι τις 9-11-1992, οπότε η πρώτη εναγομένη εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση, συνεχίστηκε όμως έκτοτε η συνεργασία της με τον ίδιο τρόπο και τις ίδιες αρμοδιότητες, με την ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εθνική Στεγαστική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" (ΕΣΤΕ), η οποία, αρχικά, συγχωνεύθηκε με την ΕΚΤΕ και στη συνέχεια και οι δύο συγχωνεύθηκαν από την τρίτη εναγόμενη, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ (ΕΤΕ), η οποία κατέστη καθολική διάδοχος των παραπάνω τραπεζών και υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις τους, δ) ότι ο δεύτερος εναγόμενος, Θ.
Π., από το έτος 1984 εργαζόταν ως υπάλληλος, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στο επί της οδού ... υποκατάστημα της ΕΚΤΕ, στη Θεσσαλονίκη και ήταν, αρχικά, επιφορτισμένος με την έκδοση των ενταλμάτων πληρωμής για τους συνεργάτες δικηγόρους της τράπεζας, μεταξύ των οποίων ήταν και η πρώτη εναγόμενη, γεγονός που αποτέλεσε την αφορμή για την ανάπτυξη μεταξύ τους φιλικών σχέσεων, ε) ότι εντός του έτους 1990, ο παραπάνω εναγόμενος, ο οποίος, στο μεταξύ, είχε αποκτήσει την ιδιότητα του προϊστάμενου του τμήματος συναλλαγών του παραπάνω υποκαταστήματος, έχοντας και την ευθύνη του τμήματος ομολόγων, αποκάλυψε στην πρώτη εναγόμενη, η οποία είχε επιδείξει έντονο ενδιαφέρον σχετικά με τα ομόλογα, ότι διαχειριζόταν χρήματα τρίτων, εκτός της νόμιμης τραπεζικής διαδικασίας, και, συγκεκριμένα, ότι υπέγραφε και παρέδιδε σ' αυτούς αντίγραφα ομολόγων χωρίς τη μεσολάβηση της τράπεζας, με συνέπεια, τόσο εκείνοι, όσο και ο ίδιος, να κερδίζουν περισσότερα χρήματα, λόγω του ότι εισέπρατταν τόκο υψηλότερο του νομίμου, στ) ότι η πρώτη εναγόμενη, η οποία εκείνο το διάστημα αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, αποφάσισε να εκμεταλλευτεί τις γνώσεις και την εμπειρία του δεύτερου εναγόμενου, ως προς τον τρόπο διενέργειας των σχετικών με τα ομόλογα τραπεζικών συναλλαγών, προκειμένου να αποκομίσουν αμφότεροι παράνομο περιουσιακό όφελος, έτσι δε, εκμεταλλευόμενη τα προσόντα και τις ικανότητες της, συνέλαβε και ξεκίνησε την εκτέλεση σχεδίου προσέλκυσης κεφαλαίων τρίτων και, συνακόλουθα, ιδιοποίησής τους, παριστάνοντας σε πρόσωπα τα οποία ενδιαφέρονταν να επενδύσουν τα χρήματά τους σε τραπεζικά προγράμματα με υψηλές αποδόσεις ότι δήθεν ήταν νομικός σύμβουλος τόσο της Εθνικής Κτηματικής όσο και της Εθνικής Στεγαστικής Τράπεζας της Ελλάδος, ότι λόγω της ιδιότητάς της αυτής είχε τη δυνατότητα να μεσολαβεί για την προώθηση οποιοσδήποτε τραπεζικής συναλλαγής, καθώς και ότι της είχε ανατεθεί, από τις προαναφερθείσες τράπεζες, η διαχείριση ενός ιδιαίτερα επωφελούς ειδικού επενδυτικού προγράμματος, πενταετούς διάρκειας, σύμφωνα με το οποίο, εάν κάποιος της παρέδιδε χρήματα, αυτή θα τα επένδυε σε ομόλογα, τα οποία δήθεν θα απέφεραν σταθερό επιτόκιο 24% ετησίως, με δυνατότητα εξόφλησης των τόκων ανά τρίμηνο, ζ) ότι ειδικότερα διαβεβαίωνε ψευδώς τους υποψηφίους επενδυτές ότι το χρηματικό ποσό ή το προϊόν ρευστοποίησης τίτλων που της παρέδιδαν το κατέθετε στις ανωτέρω τράπεζες, επενδύοντας το ποσό στο ανωτέρω επενδυτικό πρόγραμμα και εκδίδοντας στο όνομα και για λογαριασμό τους αντίστοιχους τίτλους και όλα τα σχετικά παραστατικά έγγραφα, με τις ως άνω δε παραστάσεις και διαβεβαιώσεις της, οι οποίες ήταν ψευδείς, διότι ουδέποτε η παραπάνω διετέλεσε νομική σύμβουλος των ανωτέρω τραπεζών και ουδέποτε της ανατέθηκε η διαχείριση ενός τέτοιου προγράμματος, έπεισε μεγάλο αριθμό προσώπων να της παραδώσουν μεγάλα χρηματικά ποσά, προκειμένου να συμμετάσχουν, όπως πίστευαν, στο επενδυτικό αυτό πρόγραμμα, τα οποία, όμως, ποσά δεν κατέθετε για λογαριασμό τους στις ανωτέρω τράπεζες, αλλά, αφού τους παρέδιδε πλαστούς τίτλους και παραστατικά, που κατήρτιζε η ίδια με τη συνδρομή του δεύτερου εναγόμενου, Θ.
Π., τα ιδιοποιούνταν, προσπορίζοντας στον εαυτό της παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας τους, η) ότι ο παραπάνω δεύτερος εναγόμενος, λόγω της προαναφερθείσας ιδιότητάς του, είχε πρόσβαση σε γνήσια τραπεζικά έγγραφα, κάποια εκ των οποίων χορήγησε στην πρώτη εναγόμενη, η οποία στη συνέχεια τα αναπαρήγαγε, συμπλήρωνε τα αναγκαία στοιχεία των τραπεζικών εγγράφων, έθετε επ' αυτών κατ' απομίμηση δήθεν υπογραφές υπαλλήλων των ανωτέρω τραπεζών, καθώς και σφραγίδες αυτών που είχαν περιέλθει στην κατοχή της από τη συνεργασία της με τις τράπεζες και, στη συνέχεια, παρέδιδε τα έγγραφα αυτά στους τρίτους, προκειμένου να τους αποδείξει ότι αυτοί εκτελούσαν νόμιμες τραπεζικές συναλλαγές και ότι με τα χρήματα που της είχαν παραδώσει συμμετείχαν στα εκάστοτε τραπεζικά επενδυτικά προγράμματα, θ) ότι στη διαδικασία έκδοσης και λειτουργίας των ομολόγων μύησε την πρώτη εναγόμενη ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος, της επεξήγησε τον τρόπο συμπλήρωσης των ομολόγων, την ενημέρωσε για τον τρόπο χρησιμοποίησής τους, ώστε να δύναται να αντιμετωπίζει τις ερωτήσεις των υποψηφίων επενδυτών, επιπλέον, δε, της χορήγησε γνήσια τραπεζικά έγγραφα, καθώς και, σε ορισμένες περιπτώσεις, της χορήγησε αριθμούς γνησίων ομολόγων εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου, τους οποίους η πρώτη εναγόμενη έθετε επί των πλαστών ομολόγων προαγοράς τους, εν γνώσει του δεύτερου εναγόμενου περί του τρόπου χρήσης τους, ι) ότι αρκετές φορές ο δεύτερος εναγόμενος παρευρισκόταν στο δικηγορικό γραφείο της πρώτης εναγόμενης, στο οποίο αυτή συνήθιζε, μετά τις αρχικές συναντήσεις, να συναντά τους υποψήφιους προκειμένου δήθεν να τους "εξυπηρετήσει", ώστε να μην αναγκάζονται να προσέρχονται κατά τις πρωινές ώρες στην τράπεζα, καθώς και ότι η πρώτη εναγόμενη προέτρεπε τους "επενδυτές" σε τυχόν επισκέψεις τους στις τράπεζες να απευθύνονται στον δεύτερο εναγόμενο προκειμένου να τους "εξυπηρετήσει", όπως, πράγματι, συνέβη με αρκετούς απ' αυτούς, το γεγονός δε αυτό ενθάρρυνε την πρώτη εναγόμενη στην εκτέλεση του σχεδίου της και τη συνέχιση της παράνομης δραστηριότητάς της, καθόσον οποιοδήποτε πρόβλημα τυχόν προέκυπτε θα το αντιμετώπιζε ο δεύτερος εναγόμενος και δεν θα εμπλέκονταν άλλοι υπάλληλοί της τράπεζας, ια) ότι κατά τον ανωτέρω τρόπο, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πρώτη εναγόμενη εξαπάτησε και τους αναιρεσιβλήτους παραδίδοντάς τους πλαστογραφημένους από την ίδια τίτλους, με αποτέλεσμα να τους αποσπάσει τα αναφερόμενα στην απόφαση χρήματα σε δραχμές και να υποστεί έκαστος τούτων την αναφερόμενη στην απόφαση ζημία, η οποία βρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την αδικοπραξία αυτής, ιβ) ότι για την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του Θ.
Π. ευθύνεται και η προστήσασα αυτόν τράπεζα με την επωνυμία "Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", στη θέση της οποίας έχει υπεισέλθει ως καθολική διάδοχος η τρίτη των εναγομένων, καθώς ο υπάλληλος αυτός ενήργησε εξ αφορμής και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την ανωτέρω τράπεζα και αντίθετα προς τις εντολές της ως προς τον τρόπο εκπλήρωσης των υπηρεσιακών καθηκόντων του, και ιγ) ότι μεταξύ της σε βάρος των εναγόντων απάτης και πλαστογραφίας από την Π.
Κ. και την συνεπεία αυτής ιδιοποίηση από την τελευταία των πιο πάνω χρηματικών ποσών και της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του Θ. Π. και της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την πιο πάνω τράπεζα υπάρχει εσωτερική συνάφεια, αφού η απάτη και η πλαστογραφία και η συνεπεία αυτών υπεξαίρεση σε βάρος των εναγόντων από την Π.
Κ. δεν θα μπορούσαν να γίνουν χωρίς τη συνέργεια του Θ. Π., ως προστηθέντος της ως άνω τράπεζας, ο οποίος κατά κατάχρηση της σχέσης προστήσεως που τον συνέδεε με την ΕΚΤΕ και εκμεταλλευόμενος τις γνώσεις και τις ευκαιρίες που του παρέσχε η σχέση αυτή, διαφώτισε την πρώτη εναγομένη, της χορήγησε γνήσια παραστατικά και αληθινούς αριθμούς ομολόγων και την κάλυπτε κατά την τέλεση των αδικοπραξιών της κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε.
Η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καθόλου αιτιολογίες για τον τρόπο που παρέσχε συνδρομή στην πρώτη ενάγουσα ο δεύτερος εναγόμενος, ειδικά ως προς την αδικοπραξία που διέπραξε αυτή εις βάρος των αναιρεσιβλήτων, είναι αβάσιμη, καθόσον, σύμφωνα με τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, η τέλεση αδικοπραξίας (απάτης και πλαστογραφίας) από την πρώτη αναιρεσείουσα ως προς όλους τους παθόντες (συνεπώς και ως προς τους αναιρεσιβλήτους), κατέστη δυνατή λόγω της συνδρομής που της παρέσχε ο δεύτερος εναγόμενος και συνεπώς υπάρχουν οι αναγκαίες αιτιολογίες και ειδικά για την αδικοπραξία σε βάρος αναιρεσιβλήτων.
Αβάσιμη είναι, επίσης, και η αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι η απόφαση περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ποια ήταν η δικαιοπάροχός της, με την οποία ο δεύτερος εναγόμενος είχε σχέση πρόστησης, αφού στην απόφαση ρητά αναφέρεται ότι ο δεύτερος εναγόμενος ήταν υπάλληλος της ΕΚΤΕ και μόνον, η δε ΕΣΤΕ αναφέρεται στην απόφαση μόνο σε σχέση με την πρώτη εναγομένη, της οποίας αυτή ήταν εξωτερικός συνεργάτης.
Επομένως, οι τέταρτος, πέμπτος, έκτος και έβδομος, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τα οικεία σκέλη των οποίων η αναιρεσείουσα αφενός μεν προβάλλει αιτιάσεις περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, αφετέρου δε προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι.
Οι λοιπές αιτιάσεις για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και έλλειψη νόμιμης βάσης, που είναι διάσπαρτες στους άνω λόγους της αίτησης αναίρεσης, πλήττουν, με επίφαση την παράβαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, την αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) επί της ουσίας κρίση του Εφετείου (ΑΠ 977/2017, ΑΠ 680/2016), καθόσον αναφέρονται στην από το Εφετείο εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την ύπαρξη σχέσεως προστήσεως μεταξύ του δεύτερου εναγομένου και της δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας Τράπεζας, τη συνέργεια του δεύτερου εναγομένου στην τέλεση των άνω παράνομων πράξεων της πρώτης εναγομένης και την ύπαρξη εσωτερικής συνάφειας μεταξύ της σε βάρος των εναγόντων απάτης και πλαστογραφίας εκ μέρους της Π.
Κ. και της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του δευτέρου εναγομένου Θ. Π. και της υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από την προαναφερθείσα τράπεζα, περαιτέρω δε, στην ανάλυση και στάθμισή τους και ως εκ τούτου είναι απαράδεκτες. Κατά το άρθρο 300 παρ. 1 εδ. α` ΑΚ, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Από την πιο πάνω διάταξη προκύπτει ότι προϋποθέσεις εφαρμογής της είναι: α) η ύπαρξη υποχρέωσης προς αποζημίωση και β) ο ζημιωθείς να συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία του ή την έκτασή της, δηλαδή η συμπεριφορά του να συνδέεται αιτίωδώς με την επέλευση ή την έκταση της ζημίας του. Η έννοια της συνυπαιτιότητας είναι νομική και γι' αυτό η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την ύπαρξη ή μη συντρέχοντος πταίσματός του ζημιωθέντος για την επέλευση της ζημίας του ή την έκτασή της, δηλαδή ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα ως αποδειχθέντα συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (Ολ.ΑΠ 15/2006, ΑΠ 358/2022, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 437/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, δέχθηκε, πέραν των όσων ήδη έχουν εκτεθεί παραπάνω, και τα ακόλουθα σε σχέση με την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση συντρέχοντος πταίσματος των αναιρεσιβλήτων στην επέλευση της ζημίας τους: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες προέβησαν στις προπεριγραφείσες συναλλαγές έχοντας πλήρη πεποίθηση ότι διενεργούνται νόμιμες τραπεζικές συναλλαγές με την τράπεζα "Εθνική Στεγαστική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" και "Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", καθώς είχαν στα χέρια τους έντυπα με τις σφραγίδες των ως άνω τραπεζών και υπογραφές των φερόμενων υπαλλήλων τους. Μάλιστα, στα προαναφερόμενα γραμμάτια είσπραξης η πρώτη εναγομένη είχε φροντίσει να περιλάβει τους όρους της επένδυσης με χρήση τραπεζικής ορολογίας, την οποία είχε πληροφορηθεί από το δεύτερο εναγόμενο, έτσι ώστε να ενισχύσει τη νομιμότητα των ως άνω συναλλαγών.
Εξάλλου, στην εδραίωση της πεποίθησής τους αυτής συνέβαλε το γεγονός ότι η υπογραφή των σχετικών αιτήσεων και η καταβολή των επίδικων χρηματικών ποσών έγιναν εντός των καταστημάτων της ΕΣΤΕ και της ΕΚΤΕ, γεγονός που προσέδιδε εύλογα την εντύπωση στον ενεργούντα την ως άνω συναλλαγή ότι επρόκειτο για νόμιμη τραπεζική συναλλαγή.
Την πλαστότητα των εν λόγω εγγράφων δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν οι ενάγοντες, όπως άλλωστε δεν την αντιλήφθηκε μεγάλος αριθμός παθόντων από τη δράση της Π. Κ., καθόσον (η πλαστότητα) δεν ήταν εμφανής σε κάποιον τρίτο μη ειδικό, ενόψει και του ότι το κείμενο, όπως προαναφέρθηκε, ήταν διατυπωμένο με χρήση τραπεζικής ορολογίας.
Πέραν αυτών, ούτε και το επιτόκιο ύψους 24% που δήλωνε η Π. Κ. ότι προσέφερε το προαναφερθέν επενδυτικό πρόγραμμα, θα μπορούσε να προκαλέσει οποιαδήποτε υπόνοια στους ενάγοντες, λόγω της μικρής απόκλισής του από τα επιτόκια άλλων τραπεζικών προϊόντων εκείνου του χρονικού διαστήματος, όπως των ομολόγων της ΕΚΤΕ, εκδόσεως 7/1994, που ανήρχετο σε 21,5%.
Επιπλέον, η εμφάνιση της Π. Κ. μέσα στους χώρους των καταστημάτων της Στεγαστικής Τράπεζας και της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας, όπου εξακολουθούσε να μεταβαίνει και μετά την παραίτησή της, η συνεργασία της με τον Θ. Π. και η προθυμία του τελευταίου, προϊσταμένου του αντίστοιχου τμήματος, να εξυπηρετεί την Π.
Κ. οποτεδήποτε του το ζητούσε, ευλόγως δεν μπορούσε να δημιουργήσει στους ενάγοντες αμφιβολίες για τη νομιμότητα της όλης διαδικασίας υλοποίησης του επενδυτικού προγράμματος. Κατά συνέπεια, η ένσταση της τρίτης εναγόμενης ότι οι ενάγοντες συνέτειναν από αμέλειά τους, ήτοι από οικείο πταίσμα, στην πρόκληση και στην έκταση της ζημίας τους πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την ίδια αιτιολογία απέρριψε την ως άνω ένσταση της τρίτης εναγόμενης ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, ώστε ο έβδομος λόγος της έφεσής της, με τον οποίο παραπονείται για την απόρριψή της, είναι αβάσιμος".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και απέρριψε ως ουσία αβάσιμο τον άνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί συνυπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων στην επέλευση της ζημίας τους, δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, αφού, με βάση τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης, σύμφωνα με τις οποίες οι αναιρεσίβλητοι δεν επέδειξαν αμέλεια, η οποία να συνετέλεσε στην επέλευση και την επαύξηση της ζημίας τους, καθόσον προέβησαν στις προπεριγραφείσες συναλλαγές έχοντας πλήρη πεποίθηση ότι διενεργούνται νόμιμες τραπεζικές συναλλαγές με την τράπεζα, για τους άνω εκτιθέμενους στην προσβαλλόμενη απόφαση λόγους, δεν ήταν εφαρμοστέα η εν λόγω διάταξη.
Περαιτέρω, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το άνω ζήτημα της συνυπαιτιότητας ή μη των αναιρεσιβλήτων στην πρόκληση της ζημίας τους, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή του παραπάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, με τις επιστηρίζουσες την κρίση αυτή παραπάνω παραδοχές, δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (αναφορικά με το ως άνω ουσιώδες ζήτημα), η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.
Ειδικότερα, υπάρχουν επαρκείς αιτιολογίες, γιατί δεν συνιστά αμελή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, συμπεριφορά, εκφεύγουσα της επιμελείας που απαιτείται στις συναλλαγές, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς τους, η επιλογή των αναιρεσιβλήτων να προβούν στην επένδυση των προαναφερόμενων ποσών, πειθόμενοι προς τούτο από μία δικηγόρο που εμφανίστηκε ως νομική σύμβουλος της ΕΣΤΕ και της ΕΚΤΕ, εκινείτο με μεγάλη άνεση στους χώρους αυτών των τραπεζών, είχε συνεργό ένα σημαντικό στέλεχος της ΕΚΤΕ και είχε καταφέρει να εξαπατήσει μεγάλο αριθμό προσώπων, πολλές φορές με ανώτερη μόρφωση και κοινωνική εμπειρία από τους αναιρεσίβλητους και, περαιτέρω, ότι η όλη συμπεριφορά των αναιρεσειβλήτων δεν ήταν αμελής, καθόσον α) είχαν στα χέρια τους έντυπα με τις σφραγίδες των ως άνω τραπεζών και υπογραφές των φερόμενων υπαλλήλων τους, β) η υπογραφή των σχετικών αιτήσεων και η καταβολή των επίδικων χρηματικών ποσών έγιναν εντός των καταστημάτων της ΕΣΤΕ και της ΕΚΤΕ, γ) την πλαστότητα των εν λόγω εγγράφων δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν οι ενάγοντες, όπως άλλωστε δεν την αντιλήφθηκε μεγάλος αριθμός παθόντων από τη δράση της Π.
Κ., δ) το επιτόκιο ύψους 24% που δήλωνε η Π. Κ. ότι προσέφερε το προαναφερθέν επενδυτικό πρόγραμμα, δεν θα μπορούσε να προκαλέσει οποιαδήποτε υπόνοια στους ενάγοντες, λόγω της μικρής απόκλισής του από τα επιτόκια άλλων τραπεζικών προϊόντων εκείνου του χρονικού διαστήματος, και ε) η εμφάνιση της Π. Κ. μέσα στους χώρους των καταστημάτων της Στεγαστικής Τράπεζας και της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας, όπου εξακολουθούσε να μεταβαίνει και μετά την παραίτησή της, η συνεργασία της με τον Θ.
Π. και η προθυμία του τελευταίου, προϊσταμένου του αντίστοιχου τμήματος, να εξυπηρετεί την Π. Κ. οποτεδήποτε του το ζητούσε, ευλόγως δεν μπορούσε να δημιουργήσει στους ενάγοντες αμφιβολίες για τη νομιμότητα της όλης διαδικασίας υλοποίησης του επενδυτικού προγράμματος. Επομένως, ο όγδοος λόγος αναίρεσης, με το πρώτο σκέλος του οποίου, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών, άλλως αντιφατικών αιτιολογιών, και με το δεύτερο σκέλος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικουρικά προβαλλόμενου, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ευθεία παραβίαση της διάταξης του άρθρου 300 ΑΚ, είναι αβάσιμος κατ' αμφότερα τα σκέλη του.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 1143/2015, ΑΠ 1795/2008).
Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 536/2019), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται (ΑΠ 1594/2022).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1594/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 250/2014) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1417/2022, ΑΚ 5/2020, ΑΠ 2086/2017).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την περί αυτών απόδειξη (ΑΠ 648/2019, ΑΠ 246/2018, ΑΠ 1040/2017). Δεν απαιτείται, όμως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποία από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την πληττόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα. Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 255/2020, ΑΠ 750/2018, ΑΠ 1864/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ότι οι ενάγοντες είχαν την πεποίθηση ότι διενεργούνται νόμιμες τραπεζικές συναλλαγές με τις άνω τράπεζες, γιατί είχαν στα χέρια τους έντυπα με τις σφραγίδες των ως άνω τραπεζών και υπογραφές των φερόμενων υπαλλήλων, ότι η υπογραφή των σχετικών αιτήσεων και η καταβολή των επίδικων χρηματικών ποσών έγιναν εντός των καταστημάτων της ΕΣΤΕ και της ΕΚΤΕ, ότι την πλαστότητα των εν λόγω εγγράφων δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν οι ενάγοντες, ότι το επιτόκιο ύψους 24%, που δήλωνε η Π.
Κ. ότι προσέφερε το προαναφερθέν επενδυτικό πρόγραμμα, δεν θα μπορούσε να προκαλέσει οποιαδήποτε υπόνοια στους ενάγοντες, λόγω της μικρής απόκλισής του από τα επιτόκια άλλων τραπεζικών προϊόντων εκείνου του χρονικού διαστήματος, και ότι η εμφάνιση της Π. Κ. μέσα στους χώρους των καταστημάτων της Στεγαστικής Τράπεζας και της Εθνικής Κτηματικής Τράπεζας και η συνεργασία της με τον Θ.
Π. και η προθυμία του τελευταίου, προϊσταμένου του αντίστοιχου τμήματος, να εξυπηρετεί την Π. Κ. οποτεδήποτε του το ζητούσε, ευλόγως δεν μπορούσε να δημιουργήσει στους ενάγοντες αμφιβολίες για τη νομιμότητα της όλης διαδικασίας υλοποίησης του επενδυτικού προγράμματος, ενώ τέτοιοι αγωγικοί ισχυρισμοί ως προς το αγωγικό τους δικαίωμα και ως προς τη μη συνυπαιτιότητά τους στην πρόκληση της ζημίας τους, δεν προβλήθηκαν στα δικαστήρια της ουσίας και δεν περιλαμβάνονται στην αγωγή.
Επικουρικά ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 550 αρ. 10 ΚΠολΔ, διότι δέχθηκε τα άνω περιστατικά χωρίς απόδειξη. Οι αιτιάσεις αυτές, είναι αβάσιμες και απορριπτέες, καθόσον τα άνω περιστατικά έγιναν δεκτά από το Εφετείο στα πλαίσια της έρευνας της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα ενστάσεως συνυπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων στην πρόκληση της ζημίας τους, οι προς απόκρουση της οποίας ισχυρισμοί των αναιρεσιβλήτων δεν αποτελούν πράγματα κατά την πιο πάνω έννοια, αλλά συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της ένστασης αυτής, προέκυψαν δε τα άνω περιστατικά κατά την αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο στις ως άνω παραδοχές του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων και όλων των εγγράφων τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι. Έτσι, στις παραδοχές του αυτές το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο παραπάνω από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικουρικά προβαλλόμενος, λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του αυτού λόγου αναιρέσεως, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν έλαβε υπόψη του προταθέντα από αυτήν πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, γιατί αποδεικνύουν άνευ ετέρου την έλλειψη οποιασδήποτε ευθύνης της εξ αλλοτρίων πράξεων και δη του Θ.
Π. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι, όπως προέβαλε πρωτοδίκως και κατ' έφεση, ο Θ. Π. δεν ήταν το αναγκαίο μέσο για τη διάπραξη των εγκλημάτων της Π. Κ., διότι η τελευταία είχε ήδη αποφασίσει (μόνη της) να εκτελέσει τις άδικες πράξεις και ακόμη ότι προέβαλε τους κρίσιμους για την απόκρουση της "αναγκαίας συμμετοχής" του Θ.
Π. ισχυρισμούς ότι τα επίδικα πλαστά έντυπα της ΕΣΤΕ δεν ήταν δυνατόν να τα προμηθεύτηκε η Π. Κ. από τον Θ. Π., λόγω της ιδιότητας του τελευταίου ως υπαλλήλου της ΕΚΤΕ, πλην όμως η προσβαλλομένη δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω, εάν δε τα είχε λάβει υπόψη θα κατέληγε ότι η όποια συμπεριφορά του Θ. Π. δεν θα μπορούσε να συμβάλει στην επέλευση της ζημίας και ότι εάν ελάμβανε υπόψη τους άνω ισχυρισμούς της στο πλαίσιο της κατ' άρθρο 300 ΑΚ ένστασής της, θα την είχε κάνει δεκτή.
Ωστόσο, οι ως άνω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι απαράδεκτες, καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί, έναντι της αγωγικής βάσεως που θεμελιώνεται στην αδικοπραξία, συνιστούν (αιτιολογημένη) άρνηση και επομένως δεν είναι πράγμα κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Σε κάθε δε περίπτωση, το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τους συγκροτούν και δη ότι η απάτη και η πλαστογραφία και η συνεπεία αυτών υπεξαίρεση σε βάρος των αναιρεσιβλήτων από την Π.
Κ. δεν θα μπορούσαν να γίνουν χωρίς τη συνέργεια του Θ. Π. ως προστηθέντος της ως άνω τράπεζας, ο οποίος, λόγω της προαναφερθείσας ιδιότητάς του, είχε πρόσβαση σε γνήσια τραπεζικά έγγραφα, κάποια εκ των οποίων χορήγησε στην πρώτη εναγόμενη, Π. Κ.. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις και διατυπώνουν σχετικό αίτημα, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
Σύμφωνα με το άρθρο 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξέταση της αίτησης επαναφοράς προϋποθέτει την παραδοχή της αναίρεσης (ΑΠ 55/2023, ΑΠ 698/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τις από 19.10.2023 προτάσεις της, που κατατέθηκαν αυθημερόν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, κατά την επ' αυτού σημείωση του αρμόδιου γραμματέα, ζητεί την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και, ειδικότερα, ζητεί να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι σε επιστροφή του ποσού των 170.378,34 ευρώ, που έχει καταβάλει στον καθένα από αυτούς μετά την τελεσιδικία της προσβαλλόμενης απόφασης. Όμως, η αίτηση αυτή περί επαναφοράς των πραγμάτων είναι απαράδεκτη ως άνευ αντικειμένου, αφού, κατά τα ανωτέρω, η ως άνω αίτηση αναιρέσεως απορρίφθηκε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8 Μαϊου 2019 αίτηση αναιρέσεως της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", για αναίρεση της με αριθ. 1193/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
Απορρίπτει την υποβληθείσα με τις από 19.10.2023 προτάσεις της αναιρεσείουσας αίτηση περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο β' αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ