Supreme Court partially allows appeal against bankruptcy court ruling on interest accrual during liquidation proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court of Thessaloniki's decision regarding interest accrual during bankruptcy liquidation. The appellant argued that interest should not have accrued after the bankruptcy decision was published, while the court found the lower court correctly applied the relevant laws. Consequently, the appeal was allowed only for specific defendants concerning compensation termination damages, with the case remitted for further trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 8 para. 4 of Law 1386/1983; Article 24 para. 1 of the Bankruptcy Code; Article 43 of Law 1947/1991: Interest on claims does not accrue during bankruptcy liquidation proceedings, and analogous application of specific articles is not permitted when the legal basis for such application no longer exists.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1368 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1368/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την …/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην …, τελεί υπό ειδική εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και με δ.τ. "... Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καμπά που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1)Ν. Α. του Α., κατοίκου ... 2)Κ. Π. του Ε., 3)Β. Π. του Ε., 4)Α. Π. του Ν., 5)Σ. Π. του Δ., κατοίκων ..., 6)Ε. Π. του Ι., κατοίκου ..., 7)Α. Π. του Γ., κατοίκου ..., 8)Λ. Π. του Χ., κατοίκου ..., 9)Γ. Π. του Λ., 10)Κ. Π. του Χ., κατοίκων ..., 11)Χ. Σ. του Γ., 12)Α. Σ. του Α., 13)Α. Τ. του Κ., κατοίκων ..., 14)Γ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., 15)Ι. Τ. του Θ., 16)Α. Τ. του Α., 17)Γ. Τ. του Β., 18)Ά. Φ. του Ι., 19)Α. Φ. του Γ., 20)Η. Χ. του Ν., 21)Ν. Ψ. του Β., κατοίκων ... και 30)Δ. Π. του Κ., κατοίκου ..., oι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/4/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21945/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 2346/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 8/4/2015 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 526/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία χώρισε την υπόθεση και ως προς τους καλούντες και κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς αυτούς. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 24/11/2016 κλήση της καλούσας αναιρεσείουσας. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα εταιρεία, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 10/11/2015 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Παπαηλιάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 24.11.2016 κλήση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση ως προς τους 1ο, 4ο, 5ο, 6ο, 8ο, 10ο, 13ο, 14ο, 15ο, 16ο, 19ο, 20ο, 21ο, 22ο, 23ο, 24ο, 25ο, 26ο, 27ο, 28ο, 29ο και 31ο των αρχικά αναιρεσιβλήτων η από αυτήν ασκηθείσα από 8.4.2015 και με αριθ. κατάθ. .../15.4.2015 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 2346/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 526/2016 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία διατάχθηκε ο χωρισμός της υπόθεσης ως προς τους παραστάντες κατά την εκδίκαση αυτής 2ο, 3ο, 7ο, 9ο, 11ο, 12ο, 17ο, 18ο και 30ο των αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους αναιρέθηκε η προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και κηρύχθηκε απαράδεκτη η λαβούσα χώρα στις 24.11.2016 συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τους εν λόγω λοιπούς αναιρεσίβλητους που δεν παρέστησαν κατά την εκδίκαση αυτής.
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στη προκειμένη περίπτωση από τις από τις υπ' αριθμό …/5.1.2017, …/5.1.2017 και …/5.1.2017, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Τρικάλων Ι. Α. προς τους 1ο, 10ο και 22ο των αναιρεσίβλητων - καθών η κλήση, από τις υπ' αριθμό …/17.1.2017, …/19.1.2017, …/20.1.2017, …/13.2.2017, …/22.2.2017, …/19.1.2017, …/23.1.2017, …/26.1.2017, …/19.1.2017, …/24.1.2017, …/18.1.2017, …/17.1.2017, …/16.1.2017, …/17.1.2017, …/20.1.2017, …/7.2.2017 και …/20.1.2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Δ.
Π. προς τους 4ο, 5ο, 6ο, 8ο, 15ο [και συγκεκριμένα προς την παραστάσα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου πληρεξουσία δικηγόρο αυτού, ως αντίκλητο], 16ο, 19ο, 20ο, 21ο, 23ο, 24ο, 25ο, 26ο, 27ο, 28ο, 29ο και 31ο των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση, από την υπ' αριθμό .../12.1.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βέροιας Χ.
Ζ. προς τον 13ο των αναιρεσιβλήτων - καθού η κλήση και από την υπ' αριθμό …/20.1.2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λάρισας Ε. Π. προς τον 14ο των αναιρεσιβλήτων - καθού η κλήση, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα εταιρεία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 8.4.2015 και με αριθ.
κατάθ. .../15.4.2015 αίτησης αναίρεσης αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 24ης Νοεμβρίου 2015 [επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω με αριθμό 526/2016 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου], επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτής νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τους ως άνω αναιρεσίβλητους.
Περαιτέρω από τις από τις υπ' αριθμό 4984/5.1.2017, 4987/5.1.2017 και 4982/5.1.2017, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Τρικάλων Ι. Α. προς τους 1ο, 10ο και 22ο των αναιρεσίβλητων - καθών η κλήση, από τις υπ' αριθμό …/17.1.2017, …/19.1.2017, …/20.1.2017, …/13.2.2017, …/22.2.2017, …/19.1.2017, …/23.1.2017, …/26.1.2017, …/19.1.2017, …/24.1.2017, …/18.1.2017, …/17.1.2017, …/16.1.2017, …/17.1.2017, …/20.1.2017, …/7.2.2017 και …/20.1.2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Δ.
Π. προς τους 4ο, 5ο, 6ο, 8ο, 15ο [και συγκεκριμένα προς την παραστάσα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου πληρεξουσία δικηγόρο αυτού, ως αντίκλητο], 16ο, 19ο, 20ο, 21ο, 23ο, 24ο, 25ο, 26ο, 27ο, 28ο, 29ο και 31ο των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση, από την υπ' αριθμό .../12.1.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βέροιας Χ.
Ζ. προς τον 13ο των αναιρεσιβλήτων - καθού η κλήση και από την υπ' αριθμό .../20.1.2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Λάρισας Ε. Π. προς τον 14ο των αναιρεσιβλήτων - καθού η κλήση, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα εταιρεία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 24.11.2016 κλήσης προς περαιτέρω συζήτηση της αναίρεσης ως προς τους εν λόγω αναιρεσίβλητους - καθών η κλήση, μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 526/2016 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου [με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους εν λόγω αναιρεσίβλητους], με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (25.4.2017) επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτής, νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τους ως άνω αναιρεσίβλητους - καθών η κλήση.
Εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι - καθών η κλήση δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτών.
Με τη διάταξη του άρθρου 2 του ΑΚ ορίζεται ότι ο νόμος ορίζει για το μέλλον, δεν έχει αναδρομική δύναμη και διατηρεί την ισχύ του, εφόσον άλλος κανόνας δικαίου δεν τον καταργήσει ρητά ή σιωπηρά. Η διάταξη αυτή, κατευθυντήριου χαρακτήρα, εκφράζει τη γενικότερη αρχή του δικαίου περί μη αναδρομικότητας των νόμων, που αποβλέπει στην κατά το δυνατό βεβαιότητα των δικαιωμάτων, ασφάλεια των συναλλαγών και σταθερότητα δικαίου.
Όμως η αρχή αυτή δεν κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα και έτσι η διάταξη αυτή δεν έχει αυξημένη τυπική ισχύ. Επομένως ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται κατ' αρχήν, να προσδώσει στο νόμο αναδρομική ισχύ, με μόνο περιορισμό τη μη προσβολή συνταγματικώς προστατευομένων δικαιωμάτων. Στο νόμο μπορεί να δοθεί αναδρομική δύναμη ρητώς ή σιωπηρώς (έμμεσα), όταν δηλαδή από την έννοια και το σκοπό του συνάγεται νομοθετική βούληση περί αναδρομικής ισχύος του, ώστε να ρυθμιστούν και περασμένα γεγονότα ή σχέσεις του παρελθόντος (ΟλΑΠ 13/2006).
Εξαιρέσεις από το επιτρεπτό της αναδρομικής ισχύος του νόμου προβλέπονται στο Σύνταγμα από τις διατάξεις των άρθρων 7 παρ.1 και 78 παρ. 2 του Συντάγματος που αφορούν την απαγόρευση της αναδρομικότητας των ουσιαστικών ποινικών νόμων κατά την θέσπιση εγκλημάτων και την απαγόρευση της αναδρομικής φορολογίας πέραν του προηγουμένου οικονομικού έτους από τον χρόνο επιβολής της.
Από την απόλυτη απαγόρευση στο Σύνταγμα της αναδρομικότητας των νόμων που ορίζουν οι ως άνω συνταγματικές διατάξεις, συνάγεται ότι στις άλλες περιπτώσεις η αναδρομική ισχύς είναι μεν επιτρεπτή, δεν μπορεί όμως να υπερβεί τα όρια που θέτουν τα άρθρα 4 και 17 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 1067/1979), καθώς και οι υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος) διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ) και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, μετά την κύρωσή τους από την Ελλάδα με το Ν.
Δ/μα 53/1974. Ειδικότερα στην κατά το άρθρο 1 παρ.1 του ως άνω Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ προστατευόμενη περιουσία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσης δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και μάλιστα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 40/1998), τέτοιο δε περιουσιακό δικαίωμα συνιστά και η απαίτηση του μισθωτού να λάβει τη νόμιμη αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη.
Έτσι, σύμφωνα, με τη ρύθμιση της ως άνω διεθνούς συνθήκης, μέσω της αναδρομικής ισχύος νόμου είναι δυνατόν να επέρχεται απόσβεση ή κατάργηση περιουσιακών δικαιωμάτων που έχουν απονεμηθεί με προγενέστερο νόμο, μόνο εφόσον η κατάργηση ή απόσβεση επιβάλλεται για λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος ή ωφέλειας, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων, αφού διαφορετικά η έναντι του κοινού νομοθέτη προστασία των περιουσιακών αυτών δικαιωμάτων θα έμενε χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα (ΟλΑΠ 3/2016, ΟλΑΠ 6/2007).
Περαιτέρω με τη διάταξη της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου ΙΑ.12 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Προσαρμογής" (ΦΕΚ Α 222/12.11.2012), από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού με τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως σύμφωνα με το άρθρο τρίτο αυτού (12 Νοεμβρίου 2012), αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 3 του Ν. 2112/1920 και αναδιαμορφώθηκαν τα προβλεπόμενα από τη τελευταία ποσά της αποζημίωσης λόγω απρόθεσμης καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των ιδιωτικών υπαλλήλων, ενώ με τη διάταξη της περίπτωσης 3 της άνω υποπαραγράφου ΙΑ.12 του άρθρου πρώτου του νόμου αυτού, όπως αυτή τροποποιήθηκε στη συνέχεια ως προς ορισμένο εδάφιο της με την παράγραφο 10 του άρθρου 10 της από 19.11.2012 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΦΕΚ Α 229), το περιεχόμενο της οποίας επαναλήφθηκε στην παράγραφο 10 του άρθρου 34 του Ν. 4111/2013 (ΦΕΚ Α 18) [αντί της κύρωσης της ως άνω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου με τυπικό νόμο] προβλέφθηκε για τους ήδη απασχολουμένους ιδιωτικούς υπαλλήλους που είχαν συμπληρώσει υπηρεσία άνω των δεκαεπτά (17) ετών στον ίδιο εργοδότη κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 4093/2012 (12.11.2012) συμπληρωματική αποζημίωση ανάλογη των επί πλέον ετών υπηρεσίας των και ανεξαρτήτως του χρόνου που θα λάβει χώρα η καταγγελία, για τον υπολογισμό της οποίας δεν θα υπολογισθεί το μέρος των τακτικών αποδοχών του τελευταίου πριν τη καταγγελία μήνα, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης αυτών, που υπερβαίνει το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Οι ρυθμίσεις αυτές του Ν. 4093/2012 δεν έχουν αναδρομική ισχύ, αφού δεν ορίσθηκε ρητά το αντίθετο στο νόμο αυτό, ούτε άλλωστε από την έννοια και το σκοπό αυτών προκύπτει αντίθετη νομοθετική βούληση αναδρομικής ισχύος των. Κατά συνέπεια οι ρυθμίσεις αυτές δεν καταλαμβάνουν περιπτώσεις απρόθεσμης καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικών υπαλλήλων που έλαβαν χώρα πριν την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (12.11.2012), για τις οποίες το ύψος της αποζημίωσης καταγγελίας αυτών θα υπολογισθεί με βάση το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς και συγκεκριμένα τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, ήτοι με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου πριν τη καταγγελία μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης.
Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή δεν συνάγεται από την περίπτωση 4 της υποπαραγράφου ΙΑ.12 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, η οποία ορίζει ότι από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, οποιαδήποτε διάταξη ευνοϊκότερη των περιπτώσεων 2 και 3 της παρούσας υποπαραγράφου προσαρμόζεται στα προβλεπόμενα από αυτές όρια, καθόσον αυτή αφορά στον αναγκαστικό χαρακτήρα των ρυθμίσεων αυτών και δεν τους προσδίδει αναδρομική ισχύ.
Τα ανωτέρω συνάδουν και με τη γενικότερου χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 24 του ΕισΝΑΚ κατά την οποία ενοχές, που τα παραγωγικά τους αίτια συντελέσθηκαν πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, διέπονται και μετά την εισαγωγή τους από το ως τώρα δίκαιο, ιδίως ως προς τη γένεση, το περιεχόμενο και την έκταση αυτών (σχετ.
ΑΠ 730/2015, ΑΠ 1803/2012). Ειδικότερα η αξίωση του μισθωτού για τη λήψη της αποζημίωσης λόγω απρόθεσμης καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτού γεννάται κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η καταγγελία, οπότε αρχίζει άλλωστε να τρέχει και η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση της σχετικής αγωγής με αντικείμενο την επιδίκαση αυτής κατά το άρθρο 6 παρ.2 του Ν. 3198/1955, είναι δε νομικώς αδιάφορο για τη γένεση της σχετικής αξίωσης ότι η μη καταβολή της εν λόγω αποζημίωσης επάγεται την ακυρότητα της πιο πάνω καταγγελίας, η οποία είναι σχετική υπέρ του εργαζομένου, ο οποίος μπορεί να την θεωρήσει έγκυρη και να παραιτηθεί από το δικαίωμα προσβολής του κύρους της (ΑΠ 673/2014, ΑΠ 811/2006).
Περαιτέρω ναι μεν από τις διατάξεις των άρθρων 528, 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι εάν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είτε εξαφανίσει την ερήμην του εκκαλούντος εκδοθείσα πρωτόδικη οριστική απόφαση μέσα στα όρια της έφεσης και των προσθέτων λόγων (άρθ. 528 του ΚΠολΔ), είτε, κρίνοντας βάσιμο κάποιο λόγο έφεσης, εξαφανίσει αυτήν (άρθρο 535 του ΚΠολΔ) και στη συνέχεια προβεί σε αμφότερες τις περιπτώσεις στην εκδίκαση της υπόθεσης κατ` ουσία, υποχρεούται να εφαρμόσει για τη διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής τον νόμο που ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασής του, είτε αυτός έχει αναδρομική δύναμη (ΟλΑΠ 654/1984), είτε δεν έχει αναδρομική δύναμη, πλην όμως τούτο ισχύει υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι στην τελευταία περίπτωση ο νόμος αυτός καταλαμβάνει (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέση (ΟλΑΠ 7/2011), περίπτωση η οποία δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Στη προκειμένη περίπτωση με το πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ανώνυμη τεχνική εταιρεία προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι, μετά την κατά το άρθρο 528 του ΚΠολΔ εξαφάνιση της οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί, ερήμην αυτής, την σε βάρος της αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, κατόπιν έφεσης που ασκήθηκε από την ερημοδικασθείσα πρωτοδίκως εναγομένη - εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την από αυτό έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής και συγκεκριμένα κατά τον υπολογισμό του ύψους της αποζημίωσης καταγγελίας, που έλαβε χώρα στις 30 Απριλίου 2011, των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των 6ου, 16ου και 29ου των εναγόντων - εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσίβλητων - καθών η κλήση, των οποίων οι τακτικές αποδοχές υπερέβαιναν το ποσό των 2.000 ευρώ μηνιαίως, εσφαλμένως εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920 του προϊσχύσαντος δικαίου και έλαβε ως βάση υπολογισμού το σύνολο των τακτικών αποδοχών του τελευταίου πριν τη καταγγελία μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης αυτών, δηλαδή και το μέρος των αποδοχών αυτών που υπερέβαινε το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, χωρίς να λάβει υπόψη του τους περιορισμούς των περιπτώσεων 2 και 3 της υποπαραγράφου ΙΑ.12 του άρθρου πρώτου του Ν. 4093/2012, αν και τελευταίος αυτός νόμος είχε αναδρομική ισχύ και σε κάθε περίπτωση ήταν εφαρμοστέος, ως ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της ανωτέρω απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (10.11.2014), καταλαμβάνοντας επομένως και τις πριν την έναρξη ισχύος του "μετέωρες" καταγγελίες των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου των ιδιωτικών υπαλλήλων, ήτοι εκείνες για τις οποίες δεν είχε καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, ούτε είχε αναγνωρισθεί η σχετική τους αξίωση με δικαστική απόφαση.
Ο λόγος αυτός είναι κατά τα προεκτεθέντα αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Με την διάταξη του άρθρου 74 παρ. 3 του Νόμου 3863/2010 (ΦΕΚ Α 115) ορίζεται ότι, όταν η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπερβαίνει τις αποδοχές δύο (2) μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κατά την απόλυση μέρος της αποζημίωσης, που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο (2) μηνών. Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο (2) μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημίωσης είναι μικρότερο.
Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επομένη ημέρα της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση. Με τη διάταξη αυτή μειώθηκε τόσο το ποσό της αρχικής δόσης (από αποδοχές έξι μηνών), όσο και το ποσό των επομένων δόσεων (από αποδοχές τριών μηνών) της αποζημίωσης για την καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που προέβλεπε προηγουμένως η διάταξη του άρθρου 2 του Ν. 3198/1955.
Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 341 εδ. β του Α.Κ. ορίζεται ότι αν για την εκπλήρωση της παροχής έχει ταχθεί ορισμένη προθεσμία από την καταγγελία, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος όταν, αφού γίνει η καταγγελία, περάσει η προθεσμία. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης όχληση προς τον οφειλέτη δεν απαιτείται και όταν από το νόμο ορίζεται ότι η εκπλήρωση της παροχής πρέπει να γίνει μετά πάροδο ορισμένης προθεσμίας από τη πραγμάτωση ορισμένου περιστατικού από τον ίδιο τον οφειλέτη, διότι στη περίπτωση αυτή με την επιχείρηση από τον ίδιο τον οφειλέτη του περιστατικού που αφετηριάζει την οφειλή του επέρχεται η .κατά την ως άνω διάταξη "καταγγελία" περί της οφειλής του.
Επομένως ο εργοδότης που καταγγέλλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου γίνεται υπερήμερος περί τη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης και οφείλει τόκους υπερημερίας αμέσως για ολόκληρο το ποσό αυτής, εάν η αποζημίωση αυτή δεν υπερβαίνει τις αποδοχές των δύο μηνών, ενώ στην αντίθετη περίπτωση που τις υπερβαίνει, ο εργοδότης για μεν το τμήμα της αποζημίωσης μέχρι του ποσού των δύο μηνών γίνεται υπερήμερος και οφείλει τόκους υπερημερίας αμέσως, για δε το επί πλέον ποσό με τη λήξη κάθε περαιτέρω διμήνου (ΑΠ 526/2016, σχετ.
ΟλΑΠ 39 - 40/2002, ΑΠ 81/2010 υπό το καθεστώς του Ν. 3198/1955). Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη προσβαλλομένη απόφαση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επιδίκασε τόκους υπερημερίας επί των ποσών της αποζημίωσης καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου όλων των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση, που κατά τις παραδοχές αυτής έλαβε χώρα στις 30 Απριλίου του έτους 2011, πλην του 5ου ενάγοντος Β.
Π. [και όχι 6ου ενάγοντος, όπως από παραδρομή αναγράφεται στην προσβαλλομένη απόφαση] που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης έλαβε χώρα στις 5 Ιανουαρίου 2011 λόγω συνταξιοδότησης αυτού (βλ. 29η σελίδα της προσβαλλομένης) και του 31ου ενάγοντος Δ. Π. [και όχι 32ου ενάγοντος, όπως από παραδρομή αναγράφεται στην προσβαλλομένη απόφαση] που κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης έλαβε χώρα στις 4 Απριλίου 2011 (βλ. 48η σελίδα της προσβαλλομένης), από την ως άνω ημεροχρονολογία της καταγγελίας επί του συνόλου της επιδικασθείσας αποζημίωσης σε κάθε ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο - καθού η κλήση, αν και τα ποσά της επιδικασθείσας αποζημίωσης αυτών [με εξαίρεση τους εργατοτεχνίτες 4ο, 8ο και 25ο των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων - καθών η κλήση Κ.
Π., Σ. Π. και Γ. Τ.] υπερέβαιναν το ποσό των δύο μηνών για τον καθένα από αυτούς, ανερχόμενα από τρεις έως είκοσι τέσσερις μήνες, αναλόγως του χρόνου απασχόλησης αυτών στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη τεχνική εταιρεία. Με την κρίση αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 74 παρ.3 του Ν. 3863/2010 σε συνδυασμό με εκείνη άρθρου 341 του ΑΚ και κατά συνέπεια ο περί τούτου δεύτερος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 7, 8 και 9 του Ν. 1386/1983 "Οργανισμός Οικονομικής Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων" συνάγεται ότι ο σκοπός που επιδιωκόταν με την υπαγωγή προβληματικής επιχείρησης στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού ήταν κυρίως η εξυγίανσή της και η εξασφάλιση της βιωσιμότητάς της και, αν αυτό δεν επιτευχθεί, η εκκαθάριση της επιχείρησης και η από το προϊόν της εκκαθάρισης ικανοποίηση των αναγγελθέντων δανειστών με βάση τον πίνακα που συνέτασσε ο εκκαθαριστής.
Μεταξύ των μέτρων εξυγίανσης περιλαμβανόταν και η ανάληψη της διοίκησης της επιχείρησης από τον Οργανισμό Οικονομικής Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων (εφεξής ΟΑΕ), το μέτρο δε αυτό προβλεπόταν στο άρθρο 7 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου και ρυθμιζόταν στο άρθρο 8 του ίδιου νόμου, στο οποίο μεταξύ άλλων οριζόταν ότι, κατά τη διάρκεια της διοίκησης της επιχείρησης, ο ΟΑΕ καταρτίζει μελέτη βιωσιμότητάς της και διαπραγματεύεται με τους μετόχους και τους πιστωτές της επιχείρησης για την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με την επιβίωσή της (παρ. 5) και ότι κατά τη διάρκεια της ανωτέρω διοίκησης της επιχείρησης, μπορούσε με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας να ορίζεται ότι αναστέλλονται η πληρωμή των ληξιπρόθεσμων χρεών της επιχείρησης έναντι οποιουδήποτε τρίτου και του Δημοσίου, τα μέτρα και οι εκκρεμείς διαδικασίες ατομικής ή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης και το τοκοφόρο των κάθε είδους απαιτήσεων (παρ. 4).
Αν επιτυγχάνετο η ανωτέρω συμφωνία πιστωτών και επιχείρησης για την εξυγίανσή της, αυτή (συμφωνία) εγκρινόταν με υπουργική απόφαση, από τη δημοσίευση της οποίας έπαυε η προσωρινή διοίκηση του ΟΑΕ και ήρετο η τυχόν διαταχθείσα αναστολή της παραγράφου 4, ενώ αν δεν επιτυγχανόταν η συμφωνία εντός ορισμένης προθεσμίας κατά τη κρίση του ΟΑΕ, ακολουθούσε η κατά το άρθρο 9 του νόμου αυτού διαδικασία εκκαθάρισης (παρ. 6 και 7 του άρθρου 8), η οποία λάμβανε χώρα κατά τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 18 - 22 του Ν.Δ/τος 3562/1956 "περί υπαγωγής ανωνύμων εταιρειών υπό τη διοίκηση και διαχείριση των πιστωτών και θέσεως αυτών υπό ειδική εκκαθάριση" (παρ. 2 του άρθρου 9).
Πριν από την αντικατάσταση του άρθρου 9 με το άρθρο 48 του Ν. 1882/1990, δεν προβλεπόταν στη διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 1386/1983 υπό την αρχική διατύπωσή της, αν η τυχόν διαταχθείσα κατά το στάδιο της διοίκησης της επιχείρησης από τον ΟΑΕ αναστολή της πληρωμής των χρεών, του τοκοφόρου των απαιτήσεων και των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης συνεχιζόταν και κατά το στάδιο της εκκαθάρισης και για την κάλυψη του νομοθετικού αυτού κενού είχε γίνει δεκτό ότι πρέπει, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, να εφαρμοσθεί αναλογικά η διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 8, έτσι ώστε να αναστέλλεται και κατά το στάδιο αυτό η πληρωμή των χρεών και τα μέτρα εκτέλεσης [είτε] με βάση την απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας που έχει εκδοθεί στο προηγούμενο στάδιο, εφόσον αυτή προέβλεπε ότι η ανωτέρω αναστολή ισχύει και κατά το στάδιο της εκκαθάρισης, είτε με βάση νεώτερη απόφαση που θα εκδοθεί το πρώτον κατά το στάδιο της εκκαθάρισης (ΟλΑΠ 27/1992, ΟλΑΠ 16/1994).
Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι υπό το εν λόγω προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς του Ν.1386/1983 η κατά τα άνω αναστολή ήταν δυνητική για τη διοίκηση σε αντίθεση με τις ρυθμίσεις της τότε ισχύουσας πτωχευτικής νομοθεσίας περί υποχρεωτικής αναστολής των ατομικών διώξεων των πτωχευτικών πιστωτών, αναστολής της τοκοφορίας των εγχειρογράφων απαιτήσεων έναντι της ομάδας των πιστωτών και περί υποχρεωτικής υπαγωγής των απαιτήσεων των πτωχευτικών πιστωτών στη διαδικασία της επαλήθευσης των απαιτήσεων (άρθ. 533, 536, 582 επόμ.
και 637 του Εμπορικού Νόμου). Στη συνέχεια όμως η διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 1386/1983 αντικαταστάθηκε στο σύνολό της με τη διάταξη του άρθρου 48 του Ν. 1882/1990, η οποία πλέον ορίζει στη μεν παράγραφο 1 του (νέου) άρθρου 9 ότι, αν δεν επιτευχθεί η συμφωνία πιστωτών και επιχείρησης για την βιωσιμότητά της ή δεν τηρηθούν οι όροι της, το εφετείο της περιφέρειας της έδρας της επιχείρησης ύστερα από αίτηση του ΟΑΕ ή καθενός που έχει έννομο συμφέρον διορίζει εκκαθαριστή, ο οποίος προβαίνει σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού στην εκκαθάριση της περιουσίας της επιχείρησης, στη δε παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ότι με τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου που ορίζεται ο εκκαθαριστής παύει αυτόματα η εξουσία των οργάνων διοίκησης της επιχείρησης ή η τυχόν προσωρινή διοίκηση του ΟΑΕ, αναστέλλεται η περαιτέρω πτωχευτική διαδικασία, απαγορεύεται η αναγκαστική εκτέλεση και η λήψη προσωρινών, συντηρητικών ή προφυλακτικών μέτρων και αναστέλλονται οι τυχόν εκκρεμείς διαδικασίες, ενώ η διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση της επιχείρησης ανήκει στον εκκαθαριστή.
Εφόσον επομένως ο νομοθέτης με ρητή πλέον διάταξη όρισε ποιες διαδικασίες και μέτρα απαγορεύονται ή αναστέλλονται κατά το στάδιο της εκκαθάρισης της επιχείρησης χωρίς να παραπέμψει στο νομικό καθεστώς της πτώχευσης συνολικά, δεν υπάρχει πλέον περιθώριο αναλογικής εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 4 του Ν. 1386/1983 στο στάδιο της εκκαθάρισης και έτσι δεν χωρεί κατά το στάδιο αυτό αναστολή της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΑΠ 340/1993), ούτε αναστέλλεται η τοκοφορία των απαιτήσεων.
Σημειώνεται ότι με το άρθρο 47 του Ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 8 του Ν. 1386/1983 και ορίσθηκε συγκεκριμένη διάρκεια εννέα (6 + 3) μηνών άσκησης της διοίκησης της επιχείρησης από τον ΟΑΕ. Περαιτέρω αναστολή της τοκοφορίας των απαιτήσεων προβλέπεται, εκτός από την προαναφερθείσα περίπτωση της ανάληψης της διοίκησης της επιχειρήσεως από τον ΟΑΕ (άρθρο 8 παρ. 4 του Ν. 1386/1983), και στην περίπτωση της θέσης της επιχείρησης υπό επίτροπο κατά το άρθρο 45 του Ν. 1892/1990, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε στο σύνολό της με το άρθρο 43 του Ν. 1947/1991.
Συγκεκριμένα ορίζεται στο άρθρο 45 του Ν. 1892/1990 μετά την κατά τα άνω αντικατάστασή του, ότι το εφετείο της περιφέρειας της έδρας της επιχείρησης, ύστερα από αίτηση των πιστωτών που αντιπροσωπεύουν το 51% των πιστώσεων, θέτει την επιχείρηση υπό επίτροπο, τον οποίο διορίζει μετά από υπόδειξη των ανωτέρω πιστωτών (παρ. 1), ότι αποστολή του επιτρόπου είναι η εντός προθεσμίας εννέα (6 + 3) το πολύ μηνών προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας μεταξύ πιστωτών και επιχείρησης για την εξυγίανσή της (παρ. 4), ότι μόλις δημοσιευτεί η απόφαση του εφετείου που διορίζει τον επίτροπο, αναστέλλονται προσωρινά τα μέτρα, εκκρεμή ή όχι, ατομικής ή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της επιχείρησης, η λήψη ασφαλιστικών μέτρων εναντίον της και η τοκοφορία των κάθε είδους απαιτήσεων (παρ. 6) και ότι αν επιτευχθεί η ανωτέρω συμφωνία πιστωτών και επιχείρησης και δημοσιευτεί η απόφαση του εφετείου που την επικυρώνει, παύουν τα έργα του επιτρόπου και αίρονται οι αναστολές της παραγράφου 6, η δε πτώχευση που τελούσε υπό αναστολή ανακαλείται αυτοδικαίως (παρ. 7), ενώ αν εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος των εννέα (9) το πολύ μηνών δεν επιτευχθεί η ως άνω συμφωνία ή δεν εκπληρωθούν μεταγενεστέρως οι όροι της, διατάσσεται η εκκαθάριση της επιχείρησης κατά το άρθρο 46 του ίδιου νόμου (Ν. 1892/1990).
Το στάδιο αυτό της εκκαθάρισης ρυθμίζεται από τα άρθρα 46 και 46α του Ν. 1892/1990, όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε στο σύνολό του και το δεύτερο προστέθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2000/1991, όπου στην παράγραφο 4 του πρώτου από αυτά (άρθρου 46) ορίζεται ότι, από την επόμενη ημέρα της υποβολής της αίτησης στο εφετείο για τη θέση της επιχείρησης υπό εκκαθάριση, απαγορεύεται η αναγκαστική εκτέλεση, η λήψη παντός ασφαλιστικού μέτρου και η κήρυξη της πτώχευσης, ενώ στην παράγραφο 12 του δεύτερου από αυτά (άρθρου 46α) ορίζεται ότι επί της εκκαθάρισης του παρόντος άρθρου ισχύουν κατά τα λοιπά αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 3 και 4 του Ν. 1386/1983, δηλαδή, με τη δημοσίευση της απόφασης του εφετείου που ορίζεται ο εκκαθαριστής, αναστέλλεται η περαιτέρω πτωχευτική διαδικασία, απαγορεύεται η αναγκαστική εκτέλεση και η λήψη προσωρινών, συντηρητικών ή προφυλακτικών μέτρων και αναστέλλονται οι τυχόν εκκρεμείς σχετικές διαδικασίες.
Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η αναστολή της τοκοφορίας των απαιτήσεων των πιστωτών προβλέπεται μόνο κατά το στάδιο της προσωρινής διοίκησης της επιχείρησης από τον ΟΑΕ και κατά το στάδιο της θέσης της επιχείρησης υπό επίτροπο, κατά τα οποία στάδια γίνεται προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας πιστωτών και επιχείρησης για την εξυγίανσή της και τα οποία διαρκούν εννέα 9 μήνες το πολύ το καθένα (άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 1386/1983 όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 47 του Ν. 1882/1990 και άρθρο 45 παρ. 4 του Ν. 1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 43 του Ν. 1947/1991), ενώ κατά το στάδιο της εκκαθάρισης της επιχείρησης είτε κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 1386/1983 όπως ισχύει, είτε κατά τις διατάξεις των άρθρων 46 ή 46α του Ν. 1892/ 1990 όπως ισχύουν, δεν προβλέπεται αναστολή ή απαγόρευση της τοκοφορίας των απαιτήσεων, αλλά μόνο των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης και των ασφαλιστικών μέτρων.
Η διαφοροποίηση αυτή της νομοθετικής ρύθμισης είναι απόλυτα δικαιολογημένη, γιατί στην προσπάθεια εξυγίανσης της επιχείρησης, η οποία επιδιώκεται στα στάδια ανάληψης της διοίκησης από τον ΟΑΕ και της θέσης της επιχειρήσεως υπό επίτροπο, είναι λογικό να απαιτεί ο νομοθέτης από τον πιστωτή να "θυσιάσει" τους τόκους του διαστήματος των εννέα (9) το πολύ μηνών που διαρκούν τα ανωτέρω στάδια, ενώ κατά το στάδιο της εκκαθάρισης της επιχείρησης δεν έχει νόημα τέτοια θυσία του πιστωτή, ούτε εξυπηρετεί με οποιοδήποτε τρόπο το σκοπό και τη διαδικασία της εκκαθάρισης, ενώ αντίθετα δικαιολογείται η κατά το στάδιο αυτό απαγόρευση της αναγκαστικής εκτέλεσης και των ασφαλιστικών μέτρων, ώστε να αποφευχθεί η προνομιακή ικανοποίηση κάποιου πιστωτή σε βάρος των υπολοίπων.
Το ότι είναι καθόλα δυνατή η απ' ευθείας θέση κάποιας επιχείρησης υπό την εκκαθάριση του άρθρου 46 του Ν. 1892/1990, όπως ρητώς ορίσθηκε με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 42 παρ.1 του Ν. 1947/1991 ή η απ' ευθείας θέση αυτής υπό επίτροπο, όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 45 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 43 του Ν. 1947/1991, χωρίς δηλαδή να απαιτείται η προηγούμενη υπαγωγή αυτής υπό την διοίκηση του ΟΑΕ δεν διαφοροποιεί τα όσα προαναφέρθηκαν, ενόψει μάλιστα του ότι ήδη με τη διάταξη του άρθρου 47 του Ν. 1892/1990 το έργο του ανωτέρω Οργανισμού περιορίσθηκε στις επιχειρήσεις που είχαν υπαχθεί στις ρυθμίσεις του Ν. 1386/1983, ενώ πλέον ο ανωτέρω Οργανισμός, μετά την εκκαθάρισή του, έπαυσε από ετών τη λειτουργία του.
Επομένως η μη απαγόρευση της τοκοφορίας των απαιτήσεων κατά το στάδιο της εκκαθάρισης δεν οφείλεται σε παραδρομή του νομοθέτη, αλλά αποτελεί ηθελημένη ρύθμιση και έτσι δεν υπάρχει περιθώριο αναλογικής εφαρμογής και κατά το στάδιο της εκκαθάρισης των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 8 παρ.4 του Ν. 1386/1983 και 45 παρ. 6 του Ν. 1892/1990 μετά την αντικατάσταση του δευτέρου με το άρθρο 43 του Ν. 1947/1991 που προβλέπουν την ανωτέρω αναστολή της τοκοφορίας των απαιτήσεων.
Αυτό καθίσταται περισσότερο φανερό αν ληφθεί υπόψη ότι ο Ν. 2000/1991, ο οποίος με το άρθρο 14 αυτού τροποποίησε το άρθρο 46 και προσέθεσε το άρθρο 46α στον Ν. 1892/1990, δεν περιλαμβάνει την απαγόρευση ή αναστολή της τοκοφορίας των απαιτήσεων στις απαγορεύσεις που θεσπίζει για το στάδιο της εκκαθάρισης. Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι και η διάταξη του άρθρου 50 παρ. 3 του ανωτέρω Ν. 2000/1991 με την οποία ορίζεται ότι στην περίπτωση της υπό εκκαθάριση εταιρείας "Ελληνικά Σιδηροκράματα Α.Ε." αναστέλλεται, μεταξύ άλλων μέτρων, και το τοκοφόρο των κάθε είδους απαιτήσεων, πλην των απαιτήσεων του προσωπικού αυτής από την εργασιακή σχέση, πράγμα που σημαίνει ότι ο νομοθέτης δεν θέλησε την αναστολή ή απαγόρευση της τοκοφορίας των απαιτήσεων κατά το στάδιο της εκκαθάρισης και, όπου το ήθελε, το όρισε ρητώς.
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 181 του Ν. 3588/2007 (νέου Πτωχευτικού Κώδικα) τα άρθρα 44 έως 46γ του Ν. 1892/1990, όπως ίσχυαν μετά τις τροποποιήσεις τους, καταργήθηκαν. Ρητώς όμως προβλέφθηκε από τη διάταξη του άρθρου 182 του Πτωχευτικού Κώδικα ότι αυτός εφαρμόζεται επί των διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη της ισχύος του, οι δε προϊσχύσασες διατάξεις εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται επί των εκκρεμών διαδικασιών.
Επομένως η αναστολή της τοκοφορίας των απαιτήσεων δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε στο άρθρο 24 του Πτωχευτικού Κώδικα, που ορίζει ότι από την έναρξη της πτώχευσης οι απαιτήσεις των πιστωτών που δεν είναι εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα παύουν να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους, αλλά ούτε και σε ανάλογη εφαρμογή αυτού, εφόσον σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, οι παραπάνω καταργηθείσες ρυθμίσεις ρύθμιζαν το ζήτημα αυτό με διαφορετικό τρόπο.
Επιχείρημα υπέρ της πιο πάνω εκδοχής αποτελούν και οι ρυθμίσεις των διατάξεων των άρθρων 103 και 106 ια του Πτωχευτικού Κώδικα, όπως η πρώτη αντικαταστάθηκε και η δεύτερη (με την οποία επανήλθε σε ισχύ ο θεσμός της ειδικής εκκαθάρισης σε λειτουργία) προστέθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 4013/2011 (και πριν την αντικατάσταση της πρώτης και κατάργησης της δεύτερης με το Ν. 4446/2016), με τις οποίες ρυθμίζονται αντιστοίχως ανάλογοι θεσμοί εξυγίανσης των επιχειρήσεων και εκκαθάρισης αυτών σε λειτουργία αντί της πτώχευσης, ως προληπτικά μέτρα που μπορεί να διατάξει το πτωχευτικό δικαστήριο με το άνοιγμα της άνω προπτωχευτικής διαδικασίας εξυγίανσης των επιχειρήσεων ή της διαδικασίας για τη θέση της επιχείρησης σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης σε λειτουργία, στις οποίες περιλαμβάνονται η αναστολή των ατομικών μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της περιουσίας του οφειλέτη ή οποιοδήποτε μέτρο κρίνεται αναγκαίο προκειμένου να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη, όπως η διάθεση της περιουσίας αυτού (άρθ. 10 του Πτωχευτικού Κώδικα στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 103 και δια μέσω αυτού το άρθρο 106 ια του ιδίου Κώδικα), όχι όμως και η αναστολή της τοκοφορίας των απαιτήσεων.
Με τις τελευταίες αυτές διατάξεις δεν γίνεται παραπομπή στο άρθρο 24 παρ.1 του Πτωχευτικό Κώδικα που αφορά αναστολή της τοκοδοσίας, ούτε επίσης υφίσταται νομοθετικό κενό, αφού η κατά τα ανωτέρω νομοθεσία ρυθμίζει με πληρότητα και λεπτομέρεια το ανωτέρω στάδιο της προπτωχευτικής διαδικασίας, με συνέπεια να μην γεννάται ζήτημα αναλογικής εφαρμογής της τελευταίας διάταξης (άρθ. 24 παρ. 1 Πτωχ.Κ).
Ζήτημα από τις ομοίου περιεχομένου διατάξεις των άρθρων 154 εδ. γ του Πτωχευτικού Κώδικα και 975 αριθ. 3 του ΚΠολΔ δεν γεννάται, αφού αυτές αναφέρονται στο όλως διαφορετικό ζήτημα της κατάταξης των εργατικών απαιτήσεων και ειδικότερα της απαίτησης προς καταβολή αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σχέσης εξαρτημένης εργασίας, στις οποίες άλλωστε περιλαμβάνονται και οι παρεπόμενες απαιτήσεις από τόκους (ΟλΑΠ 22/2000).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που με τη προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ότι από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 8 παρ.4 και 9 παρ.3 του Ν. 1386/1983, όπως το άρθρο 9 αντικαταστάθηκε στο σύνολό του με το άρθρο 48 του Ν. 1882/1990, 45 παρ.6 του Ν. 1892/1990, όπως το άρθρο 45 αντικαταστάθηκε στο σύνολό του με το άρθρο 43 του Ν. 1947/1991, 46 παρ. 1 και 46 α παρ. 12 του Ν. 1892/1990, όπως η πρώτη αντικαταστάθηκε και η δεύτερη προστέθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2000/1991 και 24 παρ. 1 του Ν. 3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας) συνάγεται ότι η θέση επιχείρησης υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46 α του Ν. 1892/1990 δεν επιφέρει αναστολή της τοκοδοσίας των απαιτήσεων των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, κατ' ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 8 παρ. 4 του Ν. 1386/1983 και 24 παρ.1 του Πτωχευτικού Κώδικα και απέρριψε τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τεχνικής εταιρείας περί αναστολής των οφειλών της από τόκους μετά τις 8 Ιουλίου 2011, οπότε δημοσιεύθηκε η υπ' αριθμό 1307/8.7.2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης για τη θέση αυτής υπό την ως άνω ειδική εκκαθάριση, ορθώς ερμήνευσε τις πιο πάνω διατάξεις και ορθώς δεν εφάρμοσε αναλόγως τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ.4 του Ν. 1386/1983, 45 παρ.6 του Ν. 1892/1990 μετά την αντικατάσταση του άρθρου αυτού με το άρθρο 43 του Ν. 1947/1991 και 24 παρ.1 του Πτωχευτικού Κώδικα, για τις οποίες δεν υπήρχε έδαφος ανάλογης εφαρμογής.
Επομένως ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και κατά παραδοχή του περί τούτου δευτέρου λόγου αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους - καθ'ων η κλήση, ως προς τους οποίους εισάγεται προς εκδίκαση η ένδικη αίτηση αναίρεσης [πλην του 4ου, 8ου και 25ου των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων - καθών η κλήση Κ.
Π., Σ. Π. και Γ. Τ.] μόνο κατά το μέρος που αφορά επιδίκαση τόκων επί της οφειλομένης στους αναιρεσίβλητους αποζημίωσης καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτών που έλαβε χώρα στις 5.1.2011 (ως προς τον 5ο αναιρεσίβλητο - καθού η κλήση Β. Π.), 4.4.2011 (ως προς τον 31ο αναιρεσίβλητο - καθού η κλήση Δ.
Π.) και 30.4.2011 (ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους - καθων η κλήση), απορριπτομένης της αίτησης αναίρεσης κατά τα λοιπά, και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλον δικαστή. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι - καθών η κλήση (πλην εκείνων ως προς τους οποίους απορρίπτεται η αναίρεση) στη μερική πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας εταιρείας, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το μέρος της ήττας των (άρθρ. 178 παρ.1, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8.4.2015 και με αριθμό κατάθεσης .../15.4.2015 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 2346/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τους 4ο, 8ο και 25ο των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων - καθών η κλήση Κ. Π., Σ. Π. και Γ. Τ..
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της την 2346/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ως προς τους λοιπούς 1ο, 5ο, 6ο, 10ο, 13ου, 14ο, 15ο, 16ο, 19ο, 20ο, 21ο, 22ο, 23ο, 24ο, 26ο, 27ο, 28ο, 29ο και 31ο αναιρεσίβλητους - καθών η κλήση, ως προς τους οποίους εισήχθη προς εκδίκαση η ένδικη αίτηση αναίρεσης.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το παραπάνω μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή. Και
Καταδικάζει τους λοιπούς ως άνω αναιρεσίβλητους στη μερική πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας εταιρείας από πεντακόσια (500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ