1368/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1368/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι εντολές που θα λάμβανε η πρώτη εταιρεία από επενδυτές πελάτες της θα εκτελούντο από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΣΙΓΜΑ Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών", δυνάμει συμβάσεως που είχε καταρτιστεί μεταξύ τους. Την απόφαση να επενδύσει ο ενάγων τα χρήματά του την έλαβε, όταν ήλθε σε επαφή με τον αντιπρόεδρο και εκπρόσωπο της εταιρείας "ΑΓΙΣΚΟ ΑΕ" Γ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1368 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1368/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 31 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Μουσά ο οποίος ανεκάλεσε την από 27-10-2011 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αρτέμη Κυριαζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2134/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 3831/2009 του Εφετείου Αθηνών . Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 10-1-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 21-10-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.ΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμόζεται εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, αναφορικά με την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, ερειδόμενης στις περί αδικοπραξιών διατάξεις, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την από 5-3-2001 "σύμβαση συμβουλευτικής εκτέλεσης εντολών αγοραπωλησίας επενδυτικών χαρτοφυλακίων και παρακαταθήκη χρεογράφων", που υπεγράφη μεταξύ του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) και της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΙΒG ΑΕΠΕΥ" (πρώην "Ελληνικός Επενδυτικός Ομιλος ΑΕΠΕΥ"), έδωσε ο ενάγων στην εν λόγω εταιρεία την εντολή και πληρεξουσιότητα να προβαίνει για λογαριασμό του σε συμβουλευτική εκτέλεση εντολών, σχετικά με το επενδυτικό χαρτοφυλάκιο του.
Παράλληλα συμφωνήθηκε ότι τα χρηματικά υπόλοιπα που θα προέκυπταν από τις αγοραπωλησίες χρηματοπιστωτικών μέσων, θα τα κατέθετε αυτή στον τραπεζικό λογαριασμό που θα αναγραφόταν στην αίτηση ανοίγματος λογαριασμού. Η παραπάνω εταιρεία, η οποία λειτουργούσε ως εταιρεία παροχής επενδυτικών υπηρεσιών στον τομέα κινητών αξιών, είχε καταρτίσει με την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΓΙΣΚΟ ΑΕ", που ασχολείτο με την παροχή συμβουλών για χρηματοοικονομικά θέματα, σύμβαση στις 4-10-2000, δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε να ενεργεί η τελευταία ως αντιπρόσωπος της πρώτης, με αντικείμενο τη λήψη και διαβίβαση σε αυτή των εντολών των επενδυτών της για την κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών μέσων.
Οι εντολές που θα λάμβανε η πρώτη εταιρεία από επενδυτές πελάτες της θα εκτελούντο από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΣΙΓΜΑ Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών", δυνάμει συμβάσεως που είχε καταρτιστεί μεταξύ τους. Την απόφαση να επενδύσει ο ενάγων τα χρήματά του την έλαβε, όταν ήλθε σε επαφή με τον αντιπρόεδρο και εκπρόσωπο της εταιρείας "ΑΓΙΣΚΟ ΑΕ" Γ.
Κ., ο οποίος τον ενημέρωσε για τη διαδικασία που ακολουθείτο προκειμένου να ολοκληρωθεί μία επένδυση σε κινητές αξίες. Στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας ο Γ. Κ. συμπλήρωσε την από 5-3-2001 σχετική αίτηση ανοίγματος λογαριασμού με όλα τα στοιχεία του ενάγοντος και παράλληλα την ίδια ημερομηνία άνοιξε λογαριασμό στην εταιρεία "IBG ΑΕΠΕΥ" με κωδικό Ε.Ε.Ο Συμβουλευτικής Εκτέλεσης Εντολών 335 και ο ενάγων καταχωρήθηκε με την υπ' αριθμ. ...
μερίδα επενδυτή. Με τη σύμβαση συμφωνήθηκε να καταθέτει ο ενάγων διάφορα χρηματικά ποσά στον τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε η παραπάνω αντισυμβαλλομένη του εταιρεία στην ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ, προκειμένου να επενδύονται αυτά σε μετοχές, προθεσμιακές καταθέσεις κλπ, ενώ τα χρηματικά υπόλοιπα που θα προέκυπταν από τις αγοραπωλησίες χρηματοπιστωτικών μέσων θα τα απέδιδε η εταιρεία στον ενάγοντα, καταθέτοντας αυτά σε τραπεζικό λογαριασμό που θα της υπεδείκνυε αυτός.
Τον αριθμό λογαριασμού θα τον ανέγραφε ο ενάγων στην οικεία θέση του εντύπου της αίτησης ανοίγματος λογαριασμού. Όπως προαναφέρθηκε, την αίτηση αυτή τη συμπλήρωσε ο Γ. Κ., ως προς όλα τα στοιχεία, αφήνοντας όμως κενή τη θέση, όπου έπρεπε να αναγραφεί ο τραπεζικός λογαριασμός του ενάγοντος, γεγονός που ο τελευταίος δεν αντιλήφθηκε.
Στη συνέχεια ο Γ Κ., στις 7-3-2001, εν αγνοία του ενάγοντος, μετέβη στο υποκατάστημα της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, (ήδη αναιρεσίβλητης), στον Γέρακα Αττικής και υποβάλλοντας σχετική αίτηση ζήτησε να ανοιχθεί κοινός τραπεζικός λογαριασμός με πρώτο δικαιούχο τον ενάγοντα και συνδικαιούχο τον εαυτό του. Ο αρμόδιος υπάλληλος πράγματι προέβη στο άνοιγμα του κοινού λογαριασμού με αριθμό ..., στον οποίο καταχωρήθηκε ως πρώτος δικαιούχος ο ενάγων και συνδικαιούχος ο Γ.
Κ.. Ακολούθως ο τελευταίος συμπλήρωσε στο κενό που είχε αφήσει στην αίτηση του ενάγοντος τον αριθμό του κοινού λογαριασμού, ως διεύθυνση δε αλληλογραφίας έθεσε στην οικεία θέση την οδό ..., όπου όμως ήταν η έδρα της εταιρείας "ΑΓΙΣΚΟ ΑΕ", εν αγνοία του ενάγοντος. Στη συνέχεια απέστειλε την αίτηση με τη φωτοτυπία της ταυτότητας του ενάγοντος και τη φωτοτυπία της πρώτης σελίδας του βιβλιαρίου καταθέσεων της τράπεζας στην εταιρεία "ΙΒC ΑΕΠΕΥ".
Ο Γ. Κ. ενημέρωνε τον ενάγοντα για τα χρηματικά ποσά που απαιτούντο να κατατεθούν κάθε φορά, προκειμένου να γίνει η προτεινόμενη επένδυση και ο τελευταίος τα κατάθετε στον λογαριασμό της παραπάνω εταιρείας στην ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ. Αυτός όμως την ίδια ημερομηνία ή την επομένη, μετέφερε τα κατατεθειμένα από τον ενάγοντα χρηματικά ποσά στον κοινό λογαριασμό της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ, και στη συνέχεια τα ανελάμβανε και τα ιδιοποιείτο παράνομα.
Συνολικά δε κατά το χρονικό διάστημα από 29-5-2001 έως 11-10-2001 εισέπραξε και ιδιοποιήθηκε το ποσόν των 80.800.000 δρχ που αντιστοιχεί σε 237.123,99 ευρώ. Για να μην γίνει μάλιστα αντιληπτή η παράνομη συμπεριφορά του, απέστελνε στον ενάγοντα πλαστές ενημερωτικές καταστάσεις της εταιρείας "ΣΙΓΜΑ ΧΡΗΜΑΤ1ΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕΠΕΥ", με αναλυτικές χρεώσεις και πιστώσεις, από τις οποίες φαινόταν ότι τα χρήματα επενδύοντο σε κινητές αξίες και στη συνέχεια τα χρήματα που αποκερδαίνοντο από τις επενδύσεις επαναεπενδύοντο σε άλλες, ώστε να μην υπάρχει υπόλοιπο προς απόδοση.
Την πλαστότητα των παραπάνω εγγράφων πληροφορήθηκε ο ενάγων, όταν κάποια στιγμή προσήλθε στα γραφεία της παραπάνω εταιρείας, προκειμένου να ενημερωθεί. Μετά από έρευνα που πραγματοποίησε, διαπίστωσε την παράνομη συμπεριφορά του Γ. Κ. (ο οποίος εξαπάτησε και άλλα άτομα με τον ίδιο τρόπο) και τις αναλήψεις που αυτός πραγματοποιούσε από τον κοινό λογαριασμό της ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ.
Ο ενάγων αποδίδει βαρεία αμέλεια στους προστηθέντες από την εναγομένη τραπεζική εταιρεία υπαλλήλους της, α) επειδή δεν τον ενημέρωσαν για το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού και δεν υπέγραψε τη σχετική καρτέλα β) επειδή κατά τις αναλήψεις που πραγματοποιούντο, αναγραφόταν από τους υπαλλήλους στα εντάλματα πληρωμής το όνομα του ενάγοντος, παρ' όλο που τις αναλήψεις πραγματοποιούσε ο Γ.
Κ. γ) επειδή, κατά τις αναλήψεις, δεν συμπληρωνόταν στα σχετικά έντυπα ο αριθμός ταυτότητας του Γ. Κ. και δ) επειδή στα καταθετήρια έγγραφα αναγραφόταν μόνο το όνομα του ενάγοντος, ενώ τις αναλήψεις πραγματοποιούσε ο Γ. Κ.. Πλην όμως, με βάση την συνήθη τραπεζική πρακτική, ο κοινός λογαριασμός μπορεί να ανοιχτεί από ένα των συνδικαιούχων, χωρίς να είναι αναγκαίο να παρίσταται και ο άλλος, ως προς τον οποίο ο λογαριασμός παραμένει ανενεργός, και τότε μόνο μπορεί να αναλάβει χρήματα, εφόσον προσέλθει στο κατάστημα και δώσει δείγμα της υπογραφής του.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο βιβλιάριο καταθέσεων ήταν καταγεγραμμένο όχι μόνο το όνομα του ενάγοντος αλλά και αυτό του Γ. Κ. (βλ. προσκομιζόμενη φωτοτυπία πρώτης σελίδας), όπως και στην αρχειοθετημένη καρτέλα του λογαριασμού. Έτσι όταν ο Γ. Κ. εμφανιζόταν για ανάληψη των χρηματικών ποσών, εκδίδοντο τα σχετικά γραμμάτια, αφού προηγείτο έλεγχος και διαπιστωνόταν ότι αυτός ήταν συνδικαιούχος, τόσο από το βιβλιάριο καταθέσεων, όπου αναγραφόταν ως συνδικαιούχος, όσο και από την ηλεκτρονική καταχώρηση στο κεντρικό ηλεκτρονικό αρχείο της τράπεζας, αλλά και από την καρτέλα ανοίγματος του λογαριασμού.
Εξ άλλου στα γραμμάτια που εκδίδονται για τις αναλήψεις δεν είναι υποχρεωτικό να αναγράφονται τα ονόματα όλων των συνδικαιούχων.
Συνεπώς αποδεικνύεται ότι οι προστηθέντες από την εναγομένη υπάλληλοι της δεν ενήργησαν από βαρεία αμέλεια, αντίθετα ακολούθησαν την συνήθη πρακτική που ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις ήτοι για το άνοιγμα κοινού λογαριασμού, αλλά και για την ανάληψη χρημάτων από κοινό λογαριασμό εκ μέρους ενός εκ των συνδικαιούχων και οι παραπάνω ενέργειες τους, αλλά και το γεγονός ότι παρέλειψαν να αναγράψουν σε κάποια γραμμάτια τον αριθμό δελτίου ταυτότητας του αναλαμβάνοντας τα χρήματα Γ. Κ., που ήταν πελάτης, γνωστός του καταστήματος, δεν συνδέονται αιτιωδώς με τη ζημία που υπέστη ο ενάγων. Άλλωστε, καθοριστικό για τη ζημία του ήταν το γεγονός ότι επετράπη από την εταιρεία ΙΒG ΑΕΠΕΥ η μεταφορά των χρημάτων που είχε καταθέσει ο ενάγων από την ΑLΡΗΑ ΒΑΝΚ στην ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ και μάλιστα σε κοινό λογαριασμό του ενάγοντος και του Γ. Κ., γεγονός που η παραπάνω εταιρεία γνώριζε, αφού αυτό, ότι δηλ. ο Γ. Κ. ήταν συνδικαιούχος, αναγραφόταν στην αίτηση ανοίγματος λογαριασμού, που προαναφέρθηκε.
Συνεπώς οι υπάλληλοι της εναγομένης ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ δεν είχαν λόγους να αποκρύψουν στοιχεία στα εντάλματα πληρωμής που εξέδιδαν, όπως υπαινίσσεται ο ενάγων, ώστε να φαίνεται μοναδικός δικαιούχος ο ενάγων. Άλλωστε τόσο από τη Διεύθυνση Επιθεώρησης της Τράπεζας, όσο και από την Τράπεζα της Ελλάδος, αλλά και από τη Δίωξη Οικονομικού Εγκλήματος δεν φαίνεται να διαπιστώθηκε κάποια παρανομία ή παρατυπία σε βάρος των υπαλλήλων της εναγομένης τράπεζας και για το λόγο αυτό δεν της επιβλήθηκε κάποια κύρωση, πρόστιμο ή παρατήρηση.
Αντίθετα σε βάρος της ΙΒG ΑΕΠΕΥ επιβλήθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς πρόστιμο για σωρεία παραβάσεων, όπως αναφέρονται στην προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. 18/266/14.3.2003 απόφαση της, ενώ οι εκπρόσωποι της και ο Γ. Κ. παραπέμπονται με το υπ' αριθμ. 1158/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων για τις πράξεις της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας από κοινού και κατ' εξακολούθηση κ.λ.π.".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε ακολούθως κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης τράπεζας και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιό της που αφορούσε την αναιρεσίβλητη, ως προς την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, απέρριψε ακολούθως αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, δεχόμενο ότι δεν συντρέχουν εν προκειμένω τα περιστατικά που είναι κατά νόμον αναγκαία για την εφαρμογή ουσιαστικού δικαίου κανόνα σε σχέση με τις επικαλούμενες με την αγωγή παραλείψεις των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, θεμελιωτικές κατά τον αναιρεσείοντα, βαρειάς αμέλειας αυτών, ούτε και εκείνες των άρθρων 4 παρ. 1, 2, 3, 9 και 12 του ν. 2331/1995 τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, εφόσον όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, δεν υπήρχε αγωγική βάση θεμελιούμενη στις διατάξεις του νόμου αυτού, ούτε τις επίσης μη εφαρμοστέες εν προκειμένω όμοιες των άρθρων 1039 και 1059 ΑΚ.
Επομένως οι περί του αντιθέτου δύο πρώτοι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' επίκληση πλημμέλειας από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι. Ο λόγος αναίρεσης του αριθμ.8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα, δηλαδή πραγματικούς ισχυρισμούς που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, κατ' επίκληση πλημμέλειας από την ανωτέρω διάταξη, ο αναιρεσείων μέμφεται το εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τον θεμελιούντα την βαρειά αμέλεια της αναιρεσίβλητης Τράπεζας ισχυρισμό του, ότι στα εντάλματα πληρωμής παρότι η ανάληψη γινόταν από τον Γ. Κ., αναφέρεται μόνον το όνομά του, ενώ η υπογραφή είναι του δεύτερου δικαιούχου Γ.
Κ.. Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ τον πράγματος τον ισχυρισμό αυτό με την παραδοχή ότι στα γραμμάτια που εκδίδονται για τις αναλήψεις δεν είναι υποχρεωτικό να αναγράφονται τα ονόματα όλων των συνδικαιούχων και ότι η ως άνω παράλειψη αναφοράς του ονόματος του αναλαμβάνοντος τα χρήματα δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη ζημία που υπέστη ο αναιρεσείων.
Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να λάβει υπόψη του κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσεως, αποδεικτικά μέσα που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι τα οποία έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ και τα οποία ήταν χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 42/2002). Ο λόγος είναι αβάσιμος, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφασή του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε ο λόγος είναι βάσιμος.
Εν προκειμένω, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' επίκληση πλημμέλειας από την ανωτέρω διάταξη, καταλογίζεται στο εφετείο ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη τα νομίμως με επίκληση προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα και συγκεκριμένα α)αντίγραφα των 11 γραμματίων με τα οποία ο Γ. Κ. ανέλαβε τα χρήματα από τον υπ' αριθμ. ... κοινό λογαριασμό που είχε ανοίξει στην αναιρεσίβλητη και β)τα υπ' αριθμ. 98/14-3-2002 και 102/20-3-2002 έγγραφα της αναιρεσίβλητης, από τα οποία αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του ότι αν και αυτός δεν είχε δικαίωμα αναλήψεως από τον κοινό λογαριασμό, αφού δεν είχε υπογράψει στην σχετική καρτέλα για το άνοιγμά του, οι υπάλληλοι της αναιρεσίβλητης σημείωναν το δικό του όνομα στα γραμμάτια αναλήψεως, με αποτέλεσμα να αποκρύπτεται η ταυτότητα του Γ. Κ.. Όμως, από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι για τη διαμόρφωση του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αλλά και από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για τη συνεκτίμηση με τις υπόλοιπες αποδείξεις των ως άνω εγγράφων και συνεπώς ο σχετικός λόγος είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10 Ιανουαρίου 2010 αίτηση του Ι. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3831/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης,τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Αυγούστου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ