Legislator Case Law & Legislation
1368/2011 AI generated

1368/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1368/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1368/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας επί αγωγής (εξ αδικήματος) των εδώ αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η δεύτερη ενάγουσα (Β. Γ.) και ο σύζυγος της (Χ. Γ.) ως πολιτικοί πρόσφυγες στην Ρουμανία, όπου γεννήθηκαν και τα δύο τους παιδιά (πρώτη και τρίτος των εναγόντων) επαναπατρίστηκαν κατά το έτος 1966 οικογενειακώς στην Ελλάδα.

Keywords

AI generated
non-implementation of the offending agreements real estate transaction offeror geographical market pre-contractual rights and obligations purchase off-plan
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1368 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1368/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Καραγιαννίδη.

Των αναιρεσιβλήτων: Α. συζ. Γ. Π., το γένος Χ. Γ., κατοίκου ..., 2. Β. συζ. Χ. Γ., το γένος Ι. Ο., κατοίκου ... και 3. Μ. Γ. του Χ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Παπαδογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1866/2000 του ίδιου Δικαστηρίου , 44/2002 μη οριστική και 605/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-7-2009 αίτησή του και τους από 24-3-2011 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 13-4-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, όπως διαμορφώθηκε με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 559 αριθμ.1, 11γ και 19 ΚΠολΔ ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως: αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των άρθρων 57 εδ.α, 59 εδ.α, 914, 932 ΑΚ και 361, 362, 363, 367 ΠΚ συνάγεται, ότι, σε περίπτωση υπαίτιας προσβολής της τιμής ή της υπολήψεως άλλου, με συκοφαντική δυσφήμηση ή απλή δυσφήμηση ή εξύβριση, το δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει τον προσβολέα να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη του προσβληθέντος ο άδικος, όμως, χαρακτήρας τέτοιας προσβολής με απλή δυσφήμηση ή εξύβριση (όχι όμως και με συκοφαντική δυσφήμηση) αίρεται, σε περίπτωση που ο προσβολέας προβαίνει σε δυσφημιστικές ή υβριστικές εκδηλώσεις από δικαιολογημένο ενδιαφέρον (βλ. ΑΠ 1407/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δικάζοντας επί αγωγής (εξ αδικήματος) των εδώ αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η δεύτερη ενάγουσα (Β. Γ.) και ο σύζυγος της (Χ. Γ.) ως πολιτικοί πρόσφυγες στην Ρουμανία, όπου γεννήθηκαν και τα δύο τους παιδιά (πρώτη και τρίτος των εναγόντων) επαναπατρίστηκαν κατά το έτος 1966 οικογενειακώς στην Ελλάδα.

Με την έλευση της στην Ελλάδα η δεύτερη ενάγουσα άρχισε να εργάζεται στο Νοσοκομείο "Αγίας Σοφίας" της Θεσσαλονίκης και παράλληλα με την βοήθεια του συζύγου της καθάριζε σκάλες σε πολυκατοικίες. Το έτος 1980 η κόρη της Α. (πρώτη ενάγουσα) τέλεσε γάμο με τον εναγόμενο που είναι ηλεκτρολόγος - μηχανικός (απόφοιτος της σχολής Ευκλείδη και των ΚΑΤΕΕ Θεσ/νίκης).

Η πρώτη ενάγουσα μετά την αποφοίτηση της από το Λύκειο από το έτος 1976 εργαζόταν ως ιδιωτική υπάλληλος και από το έτος 1987 προσλήφθηκε ως μόνιμη δημόσιος υπάλληλος στο Υπουργείο Μεταφορών και Επικοινωνιών απασχολούμενη έκτοτε στην Β' Δ/νση ΚΤΕΟ Θεσ/νίκης. Ο τρίτος ενάγων που σπούδασε στην Ρουμανία μηχανολόγος μηχανικός εργάζεται από το έτος 1981 έως και τον Μάρτιο 1983 σε κατασκευαστική εταιρία ...

στην Αλεξανδρούπολη, ως ηλεκτρολόγος μηχανικός, από το έτος δε 1987 στην Ολυμπιακή Αεροπορία. Η δεύτερη ενάγουσα από την εργασία της και ζώντας με τον σύζυγο της μια συντηρητική ζωή, απέκτησε περιουσία και συγκεκριμένα το έτος 1989 αγόρασε από κοινού με τον σύζυγο της και δυνάμει ... συμβολαίου ... ένα ανώγειο διαμέρισμα εμβαδού 80 τ.μ.

κείμενα στην Θεσ/νίκη ... . Στις 26-3-1987 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων ως αγοραστών και της μη διαδίκου Π. χήρας Χ. Χ. ... πωλητήριο συμβόλαιο που μεταγράφηκε νόμιμα ... δυνάμει του οποίου οι ενάγοντες και ο εναγόμενος κατέστησαν συγκύριοι κατ' ισομοιρίαν ενός οικοπέδου εκτάσεως 574 τ.μ. ... . Ακολούθως εκδόθηκε ...

πολεοδομική άδεια για την ανέγερση επί του κοινού αυτού οικοπέδου διωρόφου οικοδομής με υπόγειο και αμέσως άρχισαν οι οικοδομικές εργασίες. Οι διάδικοι δυνάμει ... συμβολαίου ... προέβησαν σε σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας και διανομή των διαιρετών χώρων της υπό ανέγερση οικοδομής. Βάσει του συμβολαίου αυτού διανομής που νόμιμα μεταγράφηκε κατέστησαν οι διάδικοι κύριοι ...

διαιρετών χώρων ... . Τον Δεκέμβριο του έτους 1996 διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση μεταξύ της πρώτης ενάγουσας και του εναγομένου ο οποίος και άσκησε αγωγή διαζυγίου εναντίου της που απορρίφθηκε. Λόγω της διαφωνίας των εν διαστάσει συζύγων (πρώτης ενάγουσας και του εναγομένου) περί του τρόπου χρήσεως και εκμεταλλεύσεως των επικοίνων διαμερισμάτων, η πρώτη ενάγουσα ήγειρε αγωγή διανομής σε βάρος του ήδη εναγομένου.

Επακολούθησε αμέσως στην συνέχεια η έγερση αγωγής του ήδη εναγομένου κατά των ήδη εναγόντων ... περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας ως εικονικών των παραπάνω συμβολαίων ... . Στην αγωγή του αυτή ο εναγόμενος ισχυριζόταν μεταξύ των άλλων και το παρακάτω γεγονότα για τους ενάγοντες: "τα συμβόλαια αγοράς και συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας, ως και οι μεταγραφές τους στο Υποθηκοφυλακείο είναι εικονικά". "Ότι η οικοδομή κτίστηκε μόνο με δικές του δαπάνες και ότι κατάρτισε με τον παραπάνω τρόπο τα συμβόλαια αυτά προκειμένου να συνάψει δάνειο, δεδομένου ότι η οικογένεια των εναγόντων ήταν πρόσφυγες στερούμενοι πόρων" "δεδομένου δε ότι η πρώτη εναγομένη σύζυγος μου, η δεύτερη εναγομένη πεθερά μου και ο τρίτος εναγόμενος γυναικάδελφος μου ήταν πρόσφυγες από την Ρουμανία και δικαιούνταν να λάβουν χαμηλότοκο δάνειο, κρίθηκε τότε σκόπιμο τα συμβόλαια φαινομενικά να γίνουν στο όνομα όλων, ώστε να χρησιμοποιήσουν την δυνατότητα της λήψης χαμηλότοκων δανείων στο όνομα τους, ενώ στην πραγματικότητα μόνος αγοραστής και κύριος θα ήμουν αποκλειστικά εγώ".

Τους ίδιους ισχυρισμούς διέλαβε και στις από 13-1-1999 έγγραφες προτάσεις του, που κατέθεσε ... στις 14-1-1999 στα πλαίσια της συζητήσεως της ως άνω αγωγής του κατά των εναγόντων. Όλα τα παραπάνω γεγονότα και χαρακτηρισμούς (περί ατόμων στερουμένων πόρων) πλην του (αληθούς) γεγονότος περί του ότι οι ενάγοντες ήσαν πράγματι πρόσφυγες από την Ρουμανία, των οποίων έλαβαν γνώση οι δικαστές και γραμματείς του Πολυμελές Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, ήσαν ψευδή.

Η αλήθεια ήταν ότι οι ενάγοντες λόγω της προαναφερθείσης επαγγελματικής δραστηριότητος εκάστου, των αποταμιεύσεων του προϊόντος της εργασίας των, και της συντηρητικής ζωής που έκαναν, είχαν κατά το έτος 1987 τους αναγκαίους πόρους (χρήματα) για την αγορά του ως άνω οικοπέδου στην οποία προέβησαν με το ως άνω συμβόλαιο, και για την καταβολή του πραγματικού τιμήματος του που ανήρχετο σε 2.700.000 δραχμές.

Αυτοί (ενάγοντες) κατά τον άνω χρόνο, ως αποδείχθηκε είχαν την πραγματική βούληση ν' αγοράσουν από κοινού με τον εναγόμενο, με τον οποίο τότε οι σχέσεις των ήταν άριστες το εν λόγω οικόπεδο κατ' ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου κατέβαλαν δε αυτοί, πράγματι, το πραγματικό τίμημα του οικοπέδου, που αναλογούσε στην ιδανική εκάστου μερίδα, μαζί με τα έξοδα μεταβίβασης, οι προέβησαν δε αυτοί στην κατάρτιση το αγοραπωλητηρίου αυτού συμβολαίου και την μεταγραφή αυτού επ' ονόματι εκάστου ως αγοραστών σπουδαίως και αληθινά με την βούληση να καταστεί ο καθένας τους συγκύριος του αγορασθέντος οικοπέδου κατά το ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου.

Ωσαύτως και η κατάρτιση της δικαιοπραξίας δυνάμει και του ... συμβολαίου συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας της υπό ανέγερση οικοδομής και διανομής διαιρετών χώρων της οικοδομής εγένετο σπουδαίως και με την βούληση των εναγόντων παραγωγής εννόμων συνεπειών της δικαιοπραξίας στο όνομα του καθενός, με αληθινή δε πρόθεση τούτων (εναγόντων) παραγωγής εννόμων αποτελεσμάτων έγινε και η μεταγραφή του ως άνω συμβολαίου.

Περί του ότι οι ως άνω εμπράγματες συμβάσεις ήταν έγκυρες και όχι εικονικές κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου με την υπ' αριθμ. 166/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Εφετείου Θεσ/νίκης), που επικύρωσε την υπ' αριθμ. 14633/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η προαναφερθείσα ...

αγωγή του εναγομένου περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας ως εικονικών των ως άνω συμβολαίων. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κατέστη αμετάκλητη μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 334/2007 απόφασης του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι προκειμένου να ανεγερθεί η οικοδομή επί του οικοπέδου που κατά τα ανωτέρω απέκτησαν οι διάδικοι κατά συγκυριότητα το έτος 1987 η πρώτη ενάγουσα και ο εναγόμενος με.......δανειστικό συμβόλαιο έλαβαν από την Εθνική Κτηματική Τράπεζα έντοκο δάνειο από τα κεφάλαια της Τράπεζας ύψους 870.000 δραχμών ο καθένας και άτοκο δάνειο από τον Οργανισμό Κατοικίας ύψους επίσης 870.000 δρχ.

με εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης επί της οριζοντίου ιδιοκτησίας των. Επιπρόσθετα η πρώτη ενάγουσα και ο εναγόμενος με ... δανειστικό συμβόλαιο έλαβαν από την ως άνω Τράπεζα Ενυπόθηκο δάνειο ύψους 3.250.000 δραχμών με επιτόκιο 21% με επιδότηση 7% με εγγραφή υποθήκης επί των διαμερισμάτων τους. Εξάλλου ο τρίτος ενάγων με ...

συμβόλαιο έλαβε από την ίδια ως άνω Τράπεζα ενυπόθηκο δάνειο ποσού 4.000.000 δραχμών με επιτόκιο 23,5%. Τέλος με ... συμβόλαιο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου η δεύτερη ενάγουσα έλαβε δάνειο ποσού 1.740.000 δρχ. επιδοτούμενο από τον ΟΕΚ, έντοκο μεν για το ποσό των 870.000 δρχ και άτοκο για το ποσό των 870.000 δρχ. Ως αποδείχθηκε

οι ενάγοντες κατάρτισαν με τα ως άνω πιστωτικά ιδρύματα τις ως άνω συμβάσεις δανείων με αληθινή και πραγματικά βούληση να καταστούν οι ίδιοι δανειολήπτες των προαναφερθέντων ποσών τα χρήματα δε των δανείων χρησιμοποιούσαν εξ ολοκλήρου για την ανέγερση της ως άνω οικοδομής και ο καθένας αποπλήρωνε τις αντίστοιχες δόσεις του δανείου στην δανείστρια Τράπεζα.

Εξ άλλου ο τρίτος ενάγων που από το έτος 1993 εργάζετο ως ειδικός σύμβουλος του Υπουργού Εσωτερικών και αργότερα ως Δ/ντης του πολιτικού γραφείου αυτού απέστελνε με κατάθεση στον κοινό λογαριασμό της πρώτης ενάγουσας και του εναγομένου, που διατηρούσαν στην Εθνική Τράπεζα για τις δαπάνες ανέγερσης της οικοδομής, διαφορά χρηματικά ποσά από τις 18-5-1992 έως και την 3-10-1995.

Τα ανωτέρω γεγονότα περί της πραγματικής αποπληρωμής των δόσεων των δανείων υπό εκάστου των εναγόντων δέχθηκε και η υπ' αριθμ. 166/2006 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Περαιτέρω από το σύνολο των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων και στοιχείων αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος γνώριζε θετικά ήτοι με βεβαιότητα και σιγουριά την ως άνω αναλήθεια όλων των παραπάνω γεγονότων, όταν τα ισχυριζόταν στο δικόγραφο της υπ' αριθμ.

καταθ. 3403/6-10-1998 αγωγής του και στις από 14-11-99 έγγραφες προτάσεις του. Τα ψευδή αυτά γεγονότα που διέλαβε στην αγωγή και στις προτάσεις του ο εναγόμενος μπορούσαν να βλάψουν και πράγματι έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων, αφού τους εμφάνιζε ως απόρους που καταρτίζουν εικονικά συμβόλαια και συμβάσεις και εξαπατούν τις Τράπεζες εμφανιζόμενοι ως δανειολήπτες χαμηλότοκων δανείων.

Με την υπό του εναγομένου δυσφημιστική των παραπάνω γεγονότων προσεβλήθη η προσωπικότητα των εναγόντων, εφόσον τίθετο υπό αμφισβήτηση η προσωπική τους εντιμότητα και εμφανίζοντο οι ενάγοντες ως άτομα, που μετέρχονται ανέντιμες μεθόδους στις κοινωνικές εκφάνσεις της προσωπικότητας των. Τα παραπάνω δεν αποδυναμώνονται ούτε από τα αποδεικτικά έγγραφα τα προσκομιζόμενα υπό του εναγομένου ήτοι:

α) το υπ' αρθρ. 944/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσ/νίκης που έκρινε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία σε βάρος του εναγομένου για τις πράξεις της απάτης επί Δικαστηρίου και της συκοφαντικής δυσφήμισης σε βάρος της πρώτης ενάγουσας, το οποίο επικυρώθηκε με το υπ' αριθμ. 1568/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσ/νίκης, και κατέστη αμετάκλητο με την έκδοση του υπ' αριθμ. 349/2003 βουλεύματος του Αρείου Πάγου, και την υπ' αριθμ. 8606/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημελ/κείου Θεσ/νίκης με την οποία κηρύχθηκε αθώος ο εναγόμενος για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφημίσεως σε βάρος του τρίτου εναγομένου, διότι τα βουλεύματα αυτά και οι αποφάσεις των Ποινικών Δικαστηρίων, συνεκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια (αρθρ. 336 Κ.Πολ.Δ.) και δεν είναι δεσμευτικά για το επιλαμβανόμενο, της επίλυσης των εκ του αδικήματος, απορρεουσών αστικών διαφορών, Πολιτικό Δικαστήριο (ΑΠ. 11/61/1980 ΝοΒ 29,534).

Κατόπιν των ανωτέρω, αφού αποδεικνύεται πλήρως η βάση της αγωγής, ήτοι η συκοφαντική υπό του εναγομένου δυσφήμιση των εναγόντων και η προσβολή της προσωπικότητας αυτών (εναγόντων) με τις δυσφημιστικές διαδόσεις ψευδών γεγονότων, παρέλκει η κατ' ουσίαν έρευνα της ιστορικής βάσης του απαρτιζόμενου από τα ίδια περιστατικά κατ' αντένσταση προβαλλομένου ισχυρισμού των εναγόντων περί εξυβρίσεως αυτών και του εκ του άρθρου 367 παρ. 1 στοιχ.

γ' Π.Κ. (αναλογικώς εφαρμοζομένου) ισχυρισμού (ενστάσεως) του εναγομένου, ότι η προσβλητική εκδήλωση σε βάρος των εναγόντων, έγινε υπό αυτού από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και προς διαφυλάξει αποκλειστικά του δικαιώματος κυριότητος αυτού επί των ακινήτων, ο οποίος έχει έννομη επιρροή μόνον για τις πράξεις της εξύβρισης και της απλής δυσφήμισης ... .

Οι ενάγοντες από την σε βάρος των τελεσθείσα υπό του εναγομένου αδικοπραξία υπέστησαν μείωση της κοινωνικής τους αξίας, αλλά και προσβολή της προσωπικότητας των, περιορισμένης όμως εμβέλειας ως εκ του μικρού αριθμού των προσώπων, τα οποία έλαβαν γνώση του περιεχομένου του δικογράφου της αγωγής του και των προτάσεων του επί αυτής.

Προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που πράγματι υπέστησαν οι ενάγοντες, πρέπει να επιδικαστεί σε αυτούς εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Αφού ληφθούν υπόψη οι συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, το είδος και η έκταση της προσβολής της τιμής και της εν γένει προσωπικότητας των εναγόντων, ο βαθμός και η βαρύτητα του πταίσματος του εναγομένου (άμεσος δόλος) και η κοινωνική και η οικονομική (καλή) κατάσταση των διαδίκων, πρέπει η χρηματική ικανοποίηση εκάστου των εναγόντων να προσδιοριστεί στο ποσό των 3.000 ευρώ το οποίο κρίνεται εύλογο μετά την στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων".

Έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 914, 932 ΑΚ και 367 ΠΚ, ούτε με εσφαλμένη ερμηνεία, ούτε με εσφαλμένη εφαρμογή αυτών, αφού τα περιστατικά που - αναιρετικώς ανέλεγκτα- δέχθηκε ως αποδεδειγμένα συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων με διάδοση σε τρίτους αναληθών γεγονότων από τον αναιρεσείοντα εν γνώσει της αναληθείας αυτών, τα δε αντιθέτως προβαλλόμενα, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο της αιτήσεως και τον ταυτάριθμο λόγο του προσθέτου δικογράφου (εκ του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ), δεν είναι βάσιμα.

Εξάλλου, υπό τις εκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες σχετικά με τον συκοφαντικό χαρακτήρα της ένδικης δυσφήμισης των αναιρεσιβλήτων εκ μέρους του αναιρεσείοντος και την, ως εκ τούτου, βασιμότητα της εκ του άρθρου 367 ΠΚ αντενστάσεως των πρώτων.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του προσθέτου δικογράφου (εκ του άρθρου 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ), με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο. Αβάσιμοι είναι επίσης ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και ο τρίτος του προσθέτου δικογράφου (εκ του άρθρου 559 αριθμ.11γ ΚΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, συγκεκριμένα έγγραφα (αγωγή άλλης δίκης, απαλλακτικό βούλευμα και αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου), που ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει για απόδειξη των ισχυρισμών του.

Τούτο δε, διότι από την διαλαμβανόμενη στην απόφαση βεβαίωση ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψιν (και) "όλα ανεξαιρέτως τα μετ' επικλίσεως νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι το Εφετείο συνεξετίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις, και τα φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα.

Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-7-2009 αίτηση του Γ. Π. για αναίρεση της 605/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως η αίτηση διαμορφώθηκε με το από 24-3-2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Αυγούστου 2011.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ