Supreme Court allows appeal against insurance company's dismissal of health expenses claim, remands case for retrial.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal filed by the insurance company against the second plaintiff, X2, regarding her health expenses claim. The court found the lower court's dismissal of this specific claim based on the insurance company's argument that the expenses were not covered by the policy. Consequently, the case was remanded to the Court of First Instance for a retrial on the merits of the health expenses issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 580 para. 3 and 176 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal against a dismissal of a claim if the lower court erred in applying the insurance policy terms, remanding the case for retrial while awarding costs to the successful appellant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1368 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1368/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Διονυσίου Γιαννακόπουλου), Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος-καλούντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων-καθ' ων η κλήση: 1) Χ1, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Μιλτιάδη Καραγιάννη και Φίλιππο Νικολόπουλο και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Χ2, κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Β.
Της αναιρεσείουσας-καλούσας:Χ1, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Μιλτιάδη Καραγιάννη και Φίλιππο Νικολόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων-καθ' ων η κλήση: 1) Χ2, κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15/11/2000 και από 11/4/2002 αγωγές της πρώτης των υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτων και υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας καθώς και τις από 14/2/ 2001 ανακοίνωση δίκης και από 19/4/2002 αγωγή του υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείοντος και υπό στοιχείο Β2 αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1472/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5055/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε το υπό στοιχείο Α αναιρεσείον και υπό στοιχείο Β2 αναιρεσίβλητο με την από 17/10/2006 αίτησή του, και η υπό στοιχείο Α1 αναιρεσίβλητη και υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 30/6/2006 αίτησή της, επί των οποίων εκδόθηκαν αντίστοιχα οι 719/2009 και 720/2009 αποφάσεις του Αρείου Πάγου που κήρυξαν την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση το υπό στοιχείο Α αναιρεσείον και υπό στοιχείο Β2 αναιρεσίβλητο με την από 20/7/2009 κλήση του και η υπό στοιχείο Α1 αναιρεσίβλητη και υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσα με την από 16/9/2009 κλήση της. Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που συνεκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε τις από 17/1/2007 εκθέσεις του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτου Παναγιώτη Παρτσιλίβα, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 30/6/2006 αιτήσεως αναιρέσεως και την παραδοχή της επικουρικής αναίρεσης, που ασκήθηκε με την από 17/10/2006 αίτηση και δη με τον τρίτο λόγο και την απόρριψη της αναίρεσης κατά τα λοιπά. Ο πληρεξούσιος του το υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντος και υπό στοιχείο Β2 αναιρεσιβλήτου ζήτησε την παραδοχή της από 17/10/2006 αιτήσεως και την απόρριψη της από 30/6/2006 αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της υπό στοιχείο Α1 αναιρεσιβλήτου και υπό στοιχείο Β αναιρεσείουσας την παραδοχή της από 30/6/2006 αιτήσεως και την απόρριψη της από 17/10/2006 αιτήσεως και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Οι αντίθετες από 30-6-2006 και 17-10-2006 αιτήσεις αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 5055/2005 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικαστούν κατά τα άρθρα 246 και 573 ΚΠολΔ, αφού έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.
II. Από τις υπ' αριθ. ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κυπαρισσίου ..., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές κεκυρωμένο αντίγραφο της ένδικης από 30-6-2006 αίτησης αναίρεσης της Χ1 με πράξη κατάθεσης στη γραμματεία του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και της από 16-9-2009 αυτοτελούς κλήσης της αναιρεσείουσας (μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 720/2009 απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης), με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου εκείνης που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση για εμφάνιση και συζήτηση της υπόθεσης κατά την ίδια δικάσιμο επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στον πρώτο αναιρεσίβλητο της από 30-6-2006 αίτησης αναίρεσης Χ2. Ο τελευταίος όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την ίδια δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της στο ακροατήριο από το πινάκιο ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατ' άρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, θα προχωρήσει όμως η συζήτηση παρά την απουσία του (άρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙΙ. Από τις υπ' αριθ. ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κυπαρισσίας ..., που προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 17-10-2006 αίτησης αναίρεσης του Επικουρικού Κεφαλαίου, με πράξη κατάθεσης στη γραμματεία του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και της από 20-7-2009 αυτοτελούς κλήσης του αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 719/2009 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης), με πράξη κατάθεσης και ορισμού δικασίμου εκείνης που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, και κλήση για εμφάνιση και συζήτηση της υπόθεσης κατά την ίδια δικάσιμο επιδόθηκαν νομότυπα στο δεύτερο αναιρεσίβλητο της από 17-10-2006 αίτησης αναίρεσης Χ2. Ο τελευταίος όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την ίδια δικάσιμο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά της στο ακροατήριο από το πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
IV. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που παραδεκτά επισκοπούνται κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. από το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, προκύπτουν τα ακόλουθα επί της διαδικαστικής πορείας της υποθέσεως στο σύνολό της, του περιεχομένου των συνεκδικαζομένων αιτήσεων αναίρεσης, και του παραδεκτού τους που ερευνάται αυτεπάγγελτα κατ' άρθρ. 577 παρ. 1 έως 3 του Κ.Πολ.Δ.:
Εκ μέρους της παθούσας και ήδη αναιρεσείουσας -αναιρεσίβλητης Χ1 ασκήθηκαν διαδοχικά οι από 15-11-2000 και 11-4-2002 κύριες αγωγές κατά του υπαιτίου του ένδικου τροχαίου ατυχήματος Χ2 και κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, γιατί το όχημα του υπαιτίου οδηγού ήταν ανασφάλιστο και οι από 14-2-2001 και 19-4-2002 αντίστοιχες παρεμπίπτουσες αγωγές του Επικουρικού Κεφαλαίου κατά του Χ2.
Από τις αγωγές εκείνες που συνεκδικάσθηκαν στον πρώτο βαθμό με την υπ'αριθ. 1472/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η πρώτη κύρια έγινε δεκτή κατά ένα μέρος για το ποσό των 45.080,67€, για τον ίδιο δε ποσό έγινε δεκτή και η αντίστοιχη από 14-2-2001 παρεμπίπτουσα του Επικουρικού Κεφαλαίου. Η δεύτερη κύρια αγωγή που είχε σαν αντικείμενο την επιδίκαση αποθετικής ζημίας για εισοδήματα που έχασε λόγω του τραυματισμού της η ενάγουσα, επειδή ήταν κομμώτρια και την επιδίκαση δαπανών που διενήργησε αυτή σε δύο ταξίδια στο ...
για εγχειρίσεις και νοσήλια και στην Ελλάδα για δαπάνες λήψης βελτιωμένης διατροφής απορρίφθηκε με την ίδια απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κατά μεν το κεφάλαιο της αποθετικής ζημίας γιατί δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα κατά το χρόνο του τραυματισμού της εργαζόταν, κατά δε το κεφάλαιό της για τις διενεργηθείσες δαπάνες στο ...
γιατί κρίθηκε ότι δεν ήταν αναγκαίες, και έγιναν από υπερβάλλουσα πρόνοια της ενάγουσας στην οποία και καταλογίσθηκαν κατ' άρθρο 300 Α.Κ. Για τους λόγους δε αυτούς απορρίφθηκε ως άνευ αντικειμένου η αντίστοιχη από 19-4-2002 παρεμπίπτουσα αγωγή του Επικουρικού Κεφαλαίου κατά του Χ2. Η απόφαση του Πρωτοδικείου καθόσον αφορά την απορριπτική της κρίση για τη δεύτερη κύρια αγωγή προσβλήθηκε από την ενάγουσα με την έφεσή της, αλλά μόνο για το απορριπτικό κεφάλαιο που αφορούσε τις δαπάνες της στο ...
και τις δαπάνες στην Ελλάδα για τη λήψη βελτιωμένης διατροφής. Για τα ίδια κεφάλαια το Επικουρικό Κεφάλαιο άσκησε αντέφεση με τις προτάσεις του με τις οποίες επανέφερε στο Εφετείο την ένστασή του περί διετούς παραγραφής από τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, που είχε προβάλλει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο παραδεκτά ως εναγόμενο και δεν ερευνήθηκε μετά την προαναφερθείσα απορριπτική για άλλο λόγο κρίση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Επίσης, η ενάγουσα με την ίδια έφεσή της προσέβαλε την πρωτοβάθμια απόφαση κατά το μέρος της που δέχθηκε εν μέρει την πρώτη αγωγή της ζητώντας την ολοκληρωτική παραδοχή της. Τέλος, το Επικουρικό Κεφάλαιο, άσκησε την από 31-8-2004 επικουρική έφεσή του κατά του Χ2 και κατά της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης για την περίπτωση που θα ευδοκιμούσε η έφεση της κυρίως ενάγουσας ζητώντας την εκ νέου έρευνα των από 14-2-2001 και 19-4-2002 παρεμπτιπτουσών αγωγών του.
Επί των εφέσεων αυτών και της αντεφέσεως εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν μέρει και τις δύο εφέσεις (κυρίου ενάγουσας και επικουρικής του Επικουρικού Κεφαλαίου) και την αντέφεση του Επικουρικού Κεφαλαίου, εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε:
α) την πρώτη κύρια από 15-11-2000 αγωγή κατά ένα μέρος και για τους δύο κυρίως εναγομένους, για το μεγαλύτερο ποσό σε σχέση με το πρωτόδικο επιδικασθέν των 67.703,35 €, δεχόμενο παράλληλα και την αντίστοιχη από 14-2-2001 παρεμπίπτουσα αγωγή του Επικουρικού Κεφαλαίου κατά του Χ2 για το ίδιο ποσό και 2) τη δεύτερη από 11-4-2002 κύρια αγωγή κατά ένα μέρος, μόνο όμως ως προς τον πρώτο κυρίως εναγόμενο Χ2 για ποσό 202.549.80 €, δηλαδή για νοσήλεια, φυσιοθεραπείες κ.λ.π.
στο ... και για λήψη βελτιωμένης διατροφής, όχι όμως και για διαφυγόντα εισοδήματα, που δεν μεταβιβάσθηκαν στο Εφετείο με την έφεση της κυρίως ενάγουσας μετά την απόρριψη του αντίστοιχου κεφαλαίου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Επίσης με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η αντέφεση του Επικουρικού Κεφαλαίου και απορρίφθηκε η έφεση της κυρίως ενάγουσας κατά το μέρος της που αφορούσε την πρωτόδικη απόρριψη της δεύτερης από 11-4-2002 αγωγής της ως προς το Επικουρικό Κεφάλαιο και απορρίφθηκε η δεύτερη από 11-4-2002 κύρια αγωγή της παθούσας ως προς το Επικουρικό Κεφάλαιο ως παραγεγραμμένη κατ' άρθρο 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, γιατί παρήλθε διετία από του χρόνου του ατυχήματος μέχρι την άσκηση της δεύτερης αγωγής.
Την υπ' αριθ. 5055/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών προσέβαλαν ήδη με τις ένδικες αναιρέσεις τους η κυρίως ενάγουσα παθούσα για το μέρος της που απέρριψε λόγω παραγραφής τις αξιώσεις της αποζημίωσης για τα δύο ταξίδια της στο ... και την εκεί νοσηλεία της και παραμονής των συνοδών της και το Επικουρικό Κεφάλαιο με την επικουρικού χαρακτήρα αναίρεσή του καθ' όσον αφορά την παρεμπίπτουσα αγωγή- αναγωγή του κατά του υπαίτιου Χ2, ζητώντας για την περίπτωση που ευδοκιμήσει η αναίρεση της κυρίως ενάγουσας - παθούσας να αναιρεθεί και η απόφαση του Εφετείου που απέρριψε την επικουρική έφεσή του, με την οποία ζητούσε, εάν γινόταν δεκτή η έφεση της κυρίως ενάγουσας-παθούσας (για τις δαπάνες στο ...) να γίνει δεκτή και η παρεμπίπτουσα αγωγή του για τα αντίστοιχα ποσά.
Επίσης το Επικουρικό Κεφάλαιο με αυτοτελείς αναιρετικούς λόγους προσβάλλει την απόφαση του Εφετείου κατά το κεφάλαιό της εκείνο που το καταδίκασε μαζί με τον Χ2 εις ολόκληρο στη μερική δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας της κυρίως ενάγουσας και για τις δύο κύριες αγωγές ενιαία στο ποσό των 15.000 ευρώ.
V. Επί της από 30-6-2006 αίτησης αναίρεσης της Χ1:
Α. Κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον. To έννομο συμφέρον που απαιτείται, για να ασκηθεί ένα ένδικο μέσο, επομένως και η αναίρεση, προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης. Βλάβη του διαδίκου υπάρχει όταν βλάπτεται (ηττάται), δηλαδή όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονταν ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού αιτήσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη δηλαδή του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικό του και η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος.
Το έννομο συμφέρον πρέπει να κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση (Κ.Πολ.Δ.68), εφόσον δε δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλόμενης, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (άρθρ. 577 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ.). Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό λόγο της εδώ ερευνόμενης αίτησης αναίρεσης της Χ1 κλήττεται το μέρος εκείνο της προσβαλλόμενης υπ' αριθ. 5055/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε η έφεσή της κατά του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων Επικουρικού Κεφαλαίου και επικυρώθηκε έτσι η πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει ως προς αυτό την ένδικη από 11-4-2002 δεύτερη αγωγή της αναιρεσείουσας κατά το μέρος της που στρεφόταν κατά του δευτέρου αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου. Επομένως η ένδικη από 30-6-2006 αίτηση αναίρεσης της Χ1 κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων υπαιτίου οδηγού Χ2 πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, ύστερα από αυτεπάγγελτη έρευνα.
Β. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Εξ άλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 και 2 του ν. 489/1976 "το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο (2) ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και τη διακοπή της παραγραφής".
Από τις διατάξεις αυτές σαφώς προκύπτει, ότι η παραπάνω διετής παραγραφή αρχίζει, ενόψει και του άρθρου 241 ΑΚ, όχι από την ίδια ημέρα, αλλά από την επόμενη ημέρα του ατυχήματος. Μέσα στη διετία αυτή πρέπει να ολοκληρωθεί η άσκηση της αγωγής (Κ.Πολ.Δικ.215), δηλαδή κατάθεση στη γραμματεία του δικαστηρίου και επίδοση αυτής στον εναγόμενο.
Αν η επίδοση γίνει μετά την συμπλήρωση της διετίας επιτρεπτά προτείνεται από τον εναγόμενο ασφαλιστή η ένσταση της διετούς παραγραφής. Για την έναρξη της διετούς αυτής παραγραφής δεν έχει σημασία αν και πότε λαμβάνει γνώση της ζημίας ο ζημιωθείς. Το ΑΚ 937 δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω, γιατί αυτή ισχύει στην αξίωση αποζημιώσεως από αδικοπραξία.
Η διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976, ειδικώς ρυθμίζουσα την αξίωση αποζημιώσεως κατά του ασφαλιστή, ευθυνόμενου έναντι του παθόντος όχι εξ αδικοπραξίας, αλλά εκ του νόμου, επικρατεί της γενικής διάταξης του άρθρου 937 Α.Κ. Η παραπάνω διετής παραγραφή, ως προς την αφετηρία της, καλύπτει όλες τις επελθούσες, καθώς και τις προβλεπτές από την αρχή μέλλουσες ζημίες του παθόντος.
Δεν εφαρμόζεται αν η ζημία είναι από την αρχή απρόβλεπτη, όπως τούτο δύναται να συμβεί επί απρόβλεπτης, κατά τα ιατρικά δεδομένα, επιδεινώσεως της υγείας του παθόντος, γεγονός το οποίο όμως αποτελεί στοιχείο της βάσης της σχετικής αγωγής, σύμφωνα με τα άρθρα 118 και 216 Α.Κ. Και στη διετή αυτή παραγραφή ισχύουν οι γενικές ρυθμίσεις του Α.Κ.
ως προς τη διακοπή (Α.Κ.255 επ) και αναστολή της παραγραφής (Α.Κ. 260 επ.). Ειδικώς με την άσκηση της αγωγής, επέρχεται διακοπή της παραγραφής (Α.Κ. 261). Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 Α.Κ. και 221 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, σε περίπτωση ασκήσεως της αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία (Α.Π. 8/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της δεύτερης από 11-4-2002 αγωγής της αναιρεσείουσας, Χ1 και της από 20-7-2004 έφεσής της, προκύπτει ότι αυτή επικαλέσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε και στο Εφετείο με την έφεσή της τον ισχυρισμό ότι οι δαπάνες για τις οποίες υποβλήθηκε στο ...
και η εκεί νοσηλεία της ήταν γεγονόταν απρόβλεπτα κατά τα ιατρικά δεδομένα κατά το χρόνο άσκησης της πρώτης από 15-11-2000 αγωγής της. Παρά την προβολή του πιο πάνω ισχυρισμού, το Εφετείο, δεχόμενο αντίστοιχο λόγο της αντέφεσης του δευτέρου αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου και απορρίπτοντας αντίστοιχο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας, δέχθηκε την επαναφερθείσα ένσταση διετούς παραγραφής του τελευταίου από τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ.1 και 2 του ν.489/1976 και απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά το αντίστοιχο αγωγικό της κεφάλαιο που αφορούσε τις ιατρικές δαπάνες στο ...
ως παραγεγραμμένη. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, χωρίς να συνδυάσει κατά την εφαρμογή της ίδιας διάταξης του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976 το προβλεπτό ή όχι των αντίστοιχων αξιώσεων κατά τα ιατρικά δεδομένα, που αποτελούσε και στοιχεία της βάσης της σχετικής αγωγής της αναιρεσείουσας, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του ν. 489/1976.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η από 30-6-2006 αίτηση αναίρεσης της Χ1, κατά το βάσιμο μοναδικό της λόγο που αφορά το δεύτερο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5055/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της μόνο που δεχόμενο την αντέφεση του δευτέρου αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου καταπορρίπτοντας αντίστοιχο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας απέρριψε ως παραγεγραμμένη τη δεύτερη από 11-4-2002 αγωγή της (αναιρεσείουσας) κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου και αφορούσε τις δαπάνες επιδεινώσεως της υγείας της που είχαν σχέση με το ταξίδι στο ...
και την εκεί ιατρική νοσηλεία της.
II. Επί της από 17-11-2006 αίτησης αναίρεσης του Επικουρικού Κεφαλαίου:
Α) Από τις διατάξεις των άρθρων 298 και 914 Α.Κ. προκύπτει, ότι παρά το νόμο ζημιώσας άλλον υπαιτίως υποχρεούται σε αποζημίωση, η οποία περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της ενεστώσας περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος και εκείνης στην οποία θα βρισκόταν αυτός αν δεν συνέβαινε το ζημιογόνο γεγονός. Γι' αυτό, όταν εξ αυτού προκύπτει και κάποια ωφέλεια, τελούσα σε αιτιώδη προς τούτο σύνδεσμο, πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται με την αφαίρεση της ωφέλειας.
Από αυτή τη γενική αρχή εισάγει εξαίρεση η διάταξη του άρθρου 930 παράγρ. 3 Α.Κ., κατά την οποία επί θανατώσεως ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η προς αποζημίωση αξίωση δεν αποκλείεται εκ του λόγου ότι άλλος υποχρεούται σε αποζημίωση ή διατροφή του αδικηθέντος, υπό την έννοια ότι δικαιούται αυτός να απαιτήσει αμφότερες τις παροχές, δηλαδή τη ζημιά και την ωφέλεια και όταν αυτές έχουν ως αιτία το ίδιο επιζήμιο γεγονός (Ολ.
ΑΠ 807/1973). Περαιτέρω, το άρθρο 31 του ν. 2496/1997, το οποίο εντάσσεται στο τρίτο κεφάλαιο του ανωτέρω νόμου που αφορά την ασφάλιση ατυχημάτων και ασθενειών, στην παράγραφο 1 αυτού ορίζει, ότι "αν δεν συμφωνήθηκε κάτι άλλο, η ασφάλιση ατυχημάτων περιλαμβάνει τις σωματικές βλάβες που προέρχονται από εξωτερική, βίαιη, αιφνίδια και ξένη προς την πρόθεση του ασφαλισμένου αιτία, εφόσον προκαλέσει προσωρινή ή μόνιμη, μερική ή ολική αναπηρία ή θάνατο ή ανάγκη νοσηλείας", ενώ στην παράγραφο 3 αυτού ορίζει ότι "μπορεί να συμφωνηθεί η καταβολή ασφαλίσματος που αντιστοιχεί είτε στις συγκεκριμένες άμεσες ζημιές του ασφαλισμένου είτε στο τυχόν κατ' αποκοπή για κάθε περίπτωση συμφωνημένα ποσά εφάπαξ ή σε περιοδικές παροχές είτε στην παροχή ιατροφαρμακευτικών και χειρουργικών υπηρεσιών.
Αν συμφωνήθηκε η καταβολή των συγκεκριμένων άμεσων ζημιών, έχουν εφαρμογή τα άρθρα 14 και 15 του παρόντος νόμου". Εξ άλλου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 14 του ν. 2496/1997 "εάν ο λήπτης της ασφάλισης έχει αξίωση προς αποκατάσταση της ζημιάς κατά τρίτου, η αξίωση περιέρχεται στον ασφαλιστή στην έκταση του ασφαλίσματος που κατέβαλε", ενώ κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "ο λήπτης της ασφάλισης και, σε περίπτωση ασφάλισης για λογαριασμό, ο ασφαλισμένος και ο τυχόν τρίτος δικαιούχος του ασφαλίσματος, υποχρεούται να διαφυλάξουν τα δικαιώματά τους κατά του τρίτου που περιέρχονται στον ασφαλιστή.
Παραβίαση της υποχρέωσης αυτής επάγεται ευθύνη των υπόχρεων, προς αποκατάσταση κάθε ζημιάς του ασφαλιστή". Με τις διατάξεις αυτές στις ασφαλίσεις προσωπικών κινδύνων, ατυχήματος και ασθένειας, στο μέτρο που αυτές λειτουργούν ως ασφαλίσεις ζημίας καθιερώνεται η αποζημιωτική αρχή ή αρχή απαγόρευσης του πλουτισμού.
Έτσι, κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του ανωτέρω άρθρου 31 ν. 2496/1997, αν με την ασφαλιστική σύμβαση ατυχήματος και ασθενειών συμφωνηθεί η καταβολή συγκεκριμένων άμεσων ζημιών, έχει εφαρμογή το άρθρο 14 παράγρ. 1 του ίδιου νόμου, λειτουργεί δηλαδή ο μηχανισμός της υποκατάστασης του ασφαλιστή κατά του υπόχρεου τρίτου και περιέρχεται σ' αυτόν η αξίωση, στην έκταση του ποσού που κατέβαλε για τις συγκεκριμένες άμεσες ζημίες.
Η ασφαλιστική υποκατάσταση αποτελεί εκχώρηση από το νόμο και επέρχεται αυτοδίκαια από το χρόνο καταβολής της ασφαλιστικής αποζημίωσης στο λήπτη της ασφάλισης. Στην εκχώρηση από το νόμο εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις για τη συμβατική εκχώρηση, εφ' όσον προσαρμόζονται στη φύση και στο σκοπό της και δεν προβλέπεται απόκλιση και επομένως, αφού δεν προβλέπεται διαφορετικά, είναι αναγκαία η αναγγελία, για να γίνουν γνωστά τα περιστατικά της ασφαλιστικής υποκατάστασης.
Η αναγγελία αυτή κατά τα οριζόμενα από τη διάταξη του άρθρο 460 Α.Κ., είτε εκ μέρους του ζημιωθέντος παθόντος με την ιδιότητα του εκχωρητή, είτε εκ μέρους του ασφαλιστή του, που ικανοποίησε εκείνον στο πλαίσιο της μεταξύ τους σύμβασης με την ιδιότητα του εκδοχέα γίνεται προς τον οφειλέτη της αποζημίωσης δηλαδή τον υπαίτιο οδηγό και την καλύπτουσα την ευθύνη του Ασφαλιστική Εταιρεία, ή το υπεισελθόν στη θέση της Επικουρικό Κεφάλαιο.
Ο ζημιώσας τρίτος ή ο ασφαλιστής του που έχει ασφαλίσει την ευθύνη εκείνου από την πρόκληση αυτοκινητικού ατυχήματος, ή το Επικουρικό Κεφάλαιο εναγόμενοι από τον παθόντα ασφαλισμένο (στον οποίον καταβλήθηκε από την ασφαλιστική του εταιρεία το ποσό του ασφαλίσματος που αντιστοιχεί στις άμεσες ζημιές), για την καταβολή της αποζημίωσης, δικαιούται να προτείνει τον ισχυρισμό της έλλειψης νομιμοποίησης του παθόντος, εφ' όσον καταβάλλοντας στον πρώην δανειστή του παθόντα κινδυνεύει ακολούθως να καταβάλει εκ νέου στον πραγματικό δικαιούχο της απαίτησης, ασφαλιστή, του παθόντος που ικανοποίησε τον τελευταίο από τη μεταξύ τους σχέση.
Η προβολή του ανωτέρω ισχυρισμού, που εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 262 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να συνοδεύεται και από την επίκληση της αναγγελίας της τυχόν επελθούσας υποκατάστασης του παθόντος από την ασφαλιστική του εταιρεία, με την οποία είχε συνάψει εκείνος σύμβαση ατυχήματος και ασθένειας, στο πλαίσιο της οποίας μάλιστα ήταν δυνατόν να είχε συμφωνηθεί σωρευτική καταβολή της αποζημίωσης.
Η έλλειψη επίκλησης της πιο πάνω αναγγελίας δεν θεμελιώνει αυθύπαρκτη δικαίωμα με την έννοια της γνήσιας ένστασης στο πρόσωπο του τρίτου ζημιώσαντος, κατ' εντεύθεν της ασφαλιστικής του εταιρείας, λαμβανομένου υπ' όψην ότι ο μηχανισμός της ασφαλιστικής υποκατάστασης επιδιώκει, εκτός από τον αποκλεισμό του πλουτισμού του παθόντος, και την πραγμάτων της ευθύνης του τρίτου, και ως εκ τούτου σε περίπτωση μη επίκλησης της αναγγελίας, δεν αίρεται η ενεργητική νομιμοποίηση του παθόντος (Α.Π. 586/2010).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει, όταν αποδίδεται στον κανόνα διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε εσφαλμένη εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν εφαρμόστηκε εσφαλμένα.
Κατά δε το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος, λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή που αφορά όλους τους λόγους του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 115/2007), αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου από τους διαδίκους (Α.Π. 1055/2005). Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της ουσίας πρέπει να προκύπτει είτε από το αναιρετήριο, είτε από την προσβαλλόμενη απόφαση, στην εξαιρετική περίπτωση της παρ. 2 εδ.
β' του άρθρου 562 του Κ.Πολ.Δ. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός εξ άλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημόσιας τάξης.
Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εφ' όσον γίνεται σαφής επίκληση λόγων και περιστατικών και στο αναιρετήριο.
Συνεπώς ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο κατά όλα τα αναγκαία στοιχεία που κατά νόμο τον συγκροτούν, εφ' όσον αυτά προτάθηκαν και στο δικαστήριο της ουσίας, και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.
Α.Π. 15/2000). Με τον πρώτο λόγο της από 17-10-2006 αίτησης αναίρεσης προβάλλεται αιτίαση από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των άρθρων 14 παρ. 1 και 3, 31 παρ. 3 και 32 παρ. 4 του ν. 2496/1997 και άρθρου 930 εδ. γ' Α.Κ., διότι εφαρμόστηκε χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, εκ του ότι το Εφετείο, παρά τον πιο πάνω ν.2496/1997 και κατ' εφαρμογή της 930 εδ.
γ' Α.Κ., επιδίκασε κατά παραδοχή της πρώτης από 15-11-2000 αγωγής της στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων, εκτός άλλων, ποσό 19.160,85 Ευρώ για νοσήλεια και αμοιβές ιατρών, τα οποία κατέβαλε για λογαριασμό της η σ' αυτή ασφαλιστική της εταιρεία, ενώ η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν δικαιούται να αξιώσει το πιο πάνω ποσό από το αναιρεσείον με την από 15-11-2000 (αρ.
έκθ. κατ. 12351/2000), αγωγή λόγω της υποκατάστασης της από την άνω ασφαλιστική της εταιρεία, η οποία και κατέβαλε το εν λόγω ποσό, η οποία και μπορούσε να το αξιώσει και όχι η πρώτη αναιρεσίβλητη, γι' αυτό και η άνω αγωγή της τελευταίας, κατά το πιο πάνω κονδύλιο ήταν απορριπτέα ως ενεργητικά ανονιμοποίηση. Ο λόγος αυτός, στηριζόμενος στον παραπάνω ισχυρισμό, που κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο δεν προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Β) Με το δεύτερο λόγο της από 17-10-2006 αίτησης αναίρεσης του Επικουρικού Κεφαλαίου και κατά τα τρία μέρη του προβάλλονται αιτιάσεις από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1, 9 και 17 του Κ.Πολ.Δ. εκ του ότι: α) κατά παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 176, 178 και 183 του Κ.Πολ.Δ., δεν καταδικάσθηκε η πρώτη αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος στο δεύτερο βαθμό καίτοι απορρίφθηκε η έφεσή της που είχε σχέση με την από 11-4-2002 αγωγή της και έγινε δεκτή η αντέφεσή του με αποτέλεσμα να απορριφθεί η ίδια αγωγή λόγω παραγραφής, β) παρέμεινε αδίκαστο αντίστοιχο αίτημά του, και γ) περιέλαβε η προσβαλλόμενη αντιφατικές διατάξεις συμψηφίζοντας μερικά τη δικαστική δαπάνη μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης και στη συνέχεια καταδικάζοντας το αναιρεσείον στη μερική δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσία.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά τα τρία μέρη του πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης και όσα προαναφέρθηκαν για τις κατ' ιδίαν παραδοχές της και τις αντίστοιχες διατάξεις της με αυτήν εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση κατά τα σ' αυτή αναφερόμενα κεφάλαιά της συνακόλουθα δε και πρόδηλα αναγκαία και ως προς την περί δικαστικής δαπάνης διάταξή της και αφού νικήθηκε τελικά εν μέρει το αναιρεσείον με την μερική παραδοχή σε βάρος του της πρώτης αγωγής της αναιρεσίβλητης ενάγουσας και μάλιστα σε ποσοστά μεγαλύτερο από εκείνο που επιδικάστηκε πρωτόδικο καταδικάστηκε στην εν μέρει δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, που εν μέρει νίκησε.
Γ) Η μεν διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ορίζει ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεσης. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ' αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ' αυτήν", η δε διάταξη του άρθρου 581 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
ότι "στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση. Δεν είναι απαραίτητο να επιδοθεί η αναιρετική απόφαση". Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή).
Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης δηλαδή ως προς τα πληγέντα κεφάλαιά της, όχι δεν ως προς άλλα εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα, οπότε συναναιρούνται. Όταν ορίζεται από το άρθρο 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ότι αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, προδήλως εννοεί τους διαδίκους που μετέσχον στην αναιρετική δίκη μεταξύ των οποίων διεξάγεται κατά παραπομπή η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου.
Δεν περιλαμβάνονται και οι διάδικοι εκείνοι οι οποίοι δεν μετέσχον στην αναιρετική δίκη, έστω και αν μετέσχον στην εφετειακή δίκη στα πλαίσια άλλης συνεκδικασθείσας έφεσης. Ως προς τους διαδίκους αυτούς υπάρχει δεδικασμένο από την τελεσίδικη απόφαση, η οποία μπορεί να έχει καταστεί και αμετάκλητη, γιατί παρήλθε η προς άσκηση αναίρεσης προθεσμία του νόμου (ΑΠ 1717/2002).
Η μη επέκταση αυτή της αναίρεσης και σε μη μετασχόντα στην αναιρετική δίκη διάδικο ισχύει και στην περίπτωση που ενώπιον του Εφετείου είχε ασκηθεί από τον ηττηθέντα ενάγοντα της κύριας αγωγής έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης και επίσης είχε ασκηθεί από τον ηττηθέντα ενάγοντα της παρεμπίπτουσας αγωγής και συγχρόνως νικήσαντα εναγόμενο της κύριας αγωγής επικουρική έφεση κατά του νικήσαντος επίσης συνεναγομένου του για την περίπτωση που η έφεση του ενάγοντος της κύριας αγωγής ήθελε γίνει δεκτή με αποτέλεσμα την παραδοχή της κύριας αγωγής του.
Αν η παραπάνω έφεση καθώς και η επικουρική έφεση απορριφθούν κατ' ουσίαν και κατά της εφετειακής απόφασης ασκήσει αναίρεση μόνο ο εκκαλών της κύριας έφεσης ως προς τον οποίο απορρίφθηκε η κύρια αγωγή, με αποτέλεσμα, σε περίπτωση παραδοχής της, να αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου, τα αποτελέσματα της αναίρεσης περιορίζονται μόνο στους διαδίκους της αναιρετικής δίκης μεταξύ των οποίων να διεξαχθεί η νέα δίκη ενώπιον του Εφετείου.
Η αναίρεση δεν επεκτείνεται και στο κεφάλαιο της εφετειακής απόφασης που αφορά την απορριφθείσα επικουρική έφεση του ενάγοντος της παρεμπίπτουσας αγωγής. Αν το Εφετείο, ως δικαστήριο της μετά την αναίρεση παραπομπής, επεκτείνει την έρευνά του και διαλάβει στην απόφασή του δυσμενή διάταξη και για τον προαναφερόμενο, που δεν μετέσχε στην αναιρετική δίκη, υποπίπτει στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 18 Κ.Πολ.Δ.
Ο τελευταίος μπορεί να προστατευθεί στην περίπτωση αυτή εφ' όσον ασκήσει από την πλευρά του επικουρική αναίρεση πλήττοντας την εφετειακή απόφαση για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η αναίρεση του ενάγοντος της κύριας αγωγής. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσίαν το μεν την από 20-7-2004 έφεση της αναιρεσίβλητης ενάγουσας της κύριας δεύτερης από 11-4-2002 αγωγής περί αποζημίωσης για τον τραυματισμό της σε τροχαίο ατύχημα, κατά της 1472/2004 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή της, το δε την από 31-8-2004 επικουρική έφεση, που άσκησε το αναιρεσείον ενάγον της παρεμπίπτουσας από 19-4-2002 αγωγής κατά του οδηγού του ζημιογόνου ανασφάλιστου αυτοκινήτου, κατά της ίδιας ως άνω απόφασης, που απέρριψε την παρεμπίπτουσα αγωγή του, για την περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτή η έφεση της ενάγουσας της κύριας αγωγής.
Κατά της εφετειακής απόφασης η ενάγουσα της κύριας άνω αγωγής - εκκαλούσα άσκησε την από 30-6-2006 αίτηση αναίρεσης, παραπονούμενη για την απόρριψη της έφεσής της και ζήτησε την αναίρεσης της απόφασης με σκοπό το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, να κάνει δεκτή την έφεσή της και, δικάζοντας κατ' ουσίαν επί της κύριας άνω αγωγής της, να την κάνει δεκτή καθόσον αφορά το αναιρεσείον Ε.Κ. (ενάγον της παρεμπίπτουσας αγωγής).
Στην περίπτωση αυτή και σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, το εναγόμενο της κύριας αγωγής και ενάγον της παρεμπίπτουσας αγωγής, το οποίο στη δίκη ενώπιον του Εφετείου ήταν εφεσίβλητο στην έφεση της ενάγουσας της κύριας αγωγής και εκκαλούν της επικουρικής έφεσης, έχει έννομο συμφέρον, με την ιδιότητα του ενάγοντος της παρεμπίπτουσας αγωγής και εκκαλούντος της επικουρικής έφεσης, να ασκήσει, κατά της εφετειακής απόφασης (με την οποία απορρίφθηκε η επικουρική έφεση του ενάγοντος της απορριφθείσας πρωτοδίκως παρεμπίπτουσας αγωγής του), επικουρική αναίρεση, με αίτημα, για την περίπτωση κατά την οποία γίνει δεκτή η ασκηθείσα αναίρεση της ενάγουσας της κύριας αγωγής και αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου κατά το μέρος που απέρριψε την έφεση της ενάγουσας της απορριφθείσας πρωτοδίκως κυρίας αγωγής της, να αναιρεθεί η ίδια απόφαση και κατά το μέρος που απέρριψε την επικουρική έφεση του ενάγοντος της απορριφθείσας πρωτοδίκως παρεμπίπτουσας αγωγής τους, έτσι, ώστε, εφόσον γίνει δεκτή η κύρια αγωγή να γίνει δεκτή και η παρεμπίπτουσα αγωγή, την οποία - επικουρική αναίρεση - ασκεί με τον αναιρετήριο (τρίτο λόγο).
Μετά δε την προαναφερθείσα επί της ουσίας παραδοχή της συνεκδικαζόμενης αίτησης αναίρεσης της κυρίως ενάγουσας, συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτή και η αναίρεση του Επικουρικού Κεφαλαίου κατά τον προαναφερθέντα τρίτο λόγο της, ως παραδεκτό και βάσιμο, και ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εφετειακή απόφαση κατά το μέρος της που απέρριψε την επικουρική έφεση του αναιρεσείοντος με την ιδιότητα του ενάγοντος της πρωτοδίκως απορριφθείσας παρεμπίπτουσας αγωγής του.
Μετά τα παραπάνω πρέπει: Α) ως προς την από 30-6-2006 αίτηση αναίρεσης της Χ1: 1) Ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Χ2, 2) να γίνει δεκτή ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο η ίδια αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5055/2005 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος της εκείνο που απορρίπτοντας αντίστοιχο λόγο της έφεσης της αναιρεσείουσας και δεχόμενο την αντέφεση του αναιρεσίβλητου Επικουρικού Κεφαλαίου απέρριψε ως παραγεγραμμένη τη δεύτερη από 11-4-2002 αγωγή της αναιρεσείουσας, όσο στρεφόταν κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου Επικουρικού Κεφαλαίου και αφορούσε τις δαπάνες επιδείνωσης της υγείας της που είχαν σχέση με τα ταξίδια της στο ... και την εκεί νοσηλεία της όπως και τις δαπάνες των συνοδών της, 3) να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μόνο κατά το αναιρούμενο πιο πάνω μέρος της στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και 4) να καταδικασθεί το δεύτερο αναιρεσίβλητο Επικουρικό Κεφάλαιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας και για τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
Β) Ως προς την από 17-10-2006 αίτηση αναίρεσης του Επικουρικού Κεφαλαίου: 1) ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης καθ' όσον στρέφεται κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης Χ1, 2) να καταδικασθεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, που δεν κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, 3) να γίνει δεκτή η ίδια αίτηση αναίρεσης ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Χ2 και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 5055/2005 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της εκείνο που απέρριψε την επικουρική έφεση του αναιρεσείοντος με την ιδιότητα του ενάγοντος της πρωτοδίκως απορριφθείσας από 19-4-2002 παρεμπίπτουσας αγωγής του, 4) να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση μόνο κατά το αναιρούμενο πιο πάνω μέρος της στο ίδιο Εφετείο αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) Δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσιβλήτου Χ2 δεν θα επιβληθούν διότι,εφ'όσον η αναίρεση κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον του δεν γίνεται δεκτή εξαιτίας σφάλματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο εν λόγω αναιρεσίβλητος δεν θεωρείται ότι νικήθηκε, ώστε να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 30-6-2006 και 17-10-2006 αιτήσεις αναίρεσης.
Αναιρεί την υπ' αριθ. 5055/2005 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα εις το σκεπτικό μέρη και κεφάλαιά της, που έχουν σχέση και με τις δύο συνεκδικαζόμενες αιτήσεις αναίρεσης.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα ίδια αναιρούμενα μέρη και κεφάλαιά της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει το δεύτερο αναιρεσίβλητο της από 30-6-2006 αίτησης αναίρεσης της Χ1Επικουρικό Κεφάλαιο Ν.Π.Ι.Δ. στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Καταδικάζει το αναιρεσείον της από 17-10-2006 αίτησης αναίρεσης Επικουρικό Κεφάλαιο Ν.Π.Ι.Δ. στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης Χ1, που ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010 .
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ