Legislator Case Law & Legislation
1368/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the appealed judgment was not final and subject to appeal.

Case Number 1368/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a First Instance Court judgment regarding a dispute over real estate brokerage fees. The appellant argued the lower court erred in law and that the claim was vague, but the Court found the judgment was not final as it remained subject to appeal. Consequently, the Court ruled the cassation inadmissible because the legal requirement for a final judgment was not met.

Legislator headnote

AI generated

Articles 533(1)(b), 577(2), 309(a), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; A cassation appeal is inadmissible if the appealed judgment is not final and subject to appeal, as the right to appeal must be exhausted before seeking cassation.

Keywords

AI generated
cassation appeal final judgment inadmissible appeal appeal procedure Code of Civil Procedure jurisdictional requirement procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Article 533(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 577(2) of the Code of Civil Procedure
Article 309(a) of the Code of Civil Procedure
Article 321 of the Code of Civil Procedure
Article 495(1) of the Code of Civil Procedure
Article 511 of the Code of Civil Procedure
Article 518(1) of the Code of Civil Procedure
Article 674(1) of the Code of Civil Procedure
Article 681 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 703 of the Civil Code
Article 96 of the Code of Civil Procedure
Article 143(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1368 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1368/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννα Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ..., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μελίγο.

Του αναιρεσίβλητου: ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Αντώνιο Κουδρόγλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-12-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η 22627/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 9-1-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 17-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 1 στοιχ. β, 577 παρ. 2, 309 εδαφ. α, 321 και 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, εκείνη δηλαδή η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.

Εξάλλου, ο χαρακτήρας της αποφάσεως ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται, κατά το χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι της καταθέσεως του σχετικού δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Τέλος, αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση αποφάσεως (με την προσκομιδή αποδεικτικών επιδόσεώς της ή πιστοποιητικού του αρμόδιου γραμματέως ότι δεν ασκήθηκε κατ' αυτής έφεση κλπ.) τότε η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 22627/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφόρων από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 678 έως 681 Κ.Πολ.Δ.), και υπόκειται σε έφεση, σύμφωνα με τα άρθρα 511, 518 παρ. 1, 674 παρ. 1 και 681 Κ.Πολ.Δ., εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την επίδοσή της.

η προσβαλλόμενη αυτή απόφαση, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ...., επιδόθηκε, νομότυπα, κατά τα άρθρα 96 και 143 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., την 7-11-2005 στον παραστάντα κατά την πρωτοβάθμια δίκη πληρεξούσιο δικηγόρο, και επομένως αυτοδικαίως αντίκλητο, της αναιρεσείουσας ....

Η υπό δίκη αίτηση αναιρέσεως, όπως αποδεικνύεται από την στο τέλος του δικογράφου της καταχωρημένη σχετική έκθεση του αρμοδίου Γραμματέως του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε, με κατάθεσή της από τον ανωτέρω πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, την 9-1-2006, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση είχε ήδη καταστεί τελεσίδικη, αφού ο αναιρεσίβλητος ρητά συνομολογεί ότι μέχρι τη συμπλήρωση της 30νθήμερης προθεσμίας προς άσκηση εφέσεως (7-12-2005), κανένας από τους διαδίκους δεν είχε ασκήσει έφεση κατά της προσβαλλόμενης με την αναίρεση πρωτοβάθμιας αποφάσεως.

Επομένως, η ένσταση του αναιρεσίβλητου, με την οποία προβάλλεται ότι η υπό κρίση αναίρεση είναι απαράδεκτη, διότι στρέφεται κατά μη τελεσίδικης αποφάσεως, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Ως πράγματα, από την παρά το νόμο λήψη υπόψη των οποίων, παρόλο που προτάθηκαν, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. α Κ.ΠοΛ.Δ., λόγος αναιρέσεως νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους, τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση.

Αντίθετα, δεν συνιστά το λόγο αυτό η λήψη υπόψη διευκρινιστικών της αγωγής περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις και τείνουν στη θεμελίωση της ιστορικής βάσεώς της, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί σ' αυτή.

Εν προκειμένω, με τον πρώτο από το άρθρο 8 περ. α ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της λήψεως υπόψη ισχυρισμών και περιστατικών μη περιεχομένων στην ένδικη αγωγή και ειδικότερα ότι "η μάρτυρας αποδείξεως Μ1 και ο πρώτος εναγόμενος Ν1 μετέβησαν στη συνέχεια στο διαμέρισμα το οποίο τότε κατοικείτο από την οικογένεια του εναγομένου αυτού, όπου, παρουσία της συζύγου του, δεύτερης εναγόμενης, είδαν το ακίνητο και έκαμαν τις πρώτες συζητήσεις. Εκεί ο ως άνω εναγόμενος υπόγραψε για λογαριασμό της συζύγου του τη σχετική έγγραφη εντολή, με την οποία ανέθεσε στο γραφείο του αναιρεσιβλήτου και δη στον ίδιο, που τον εκπροσωπούσε η βοηθός του, να μεσολαβήσει για την πώληση του άνω διαμερίσματος αντί του ελαχίστου τιμήματος των 425.531 ευρώ". Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής αναφέρονται σ' αυτό όλα τα αναγκαία για τη διαδικαστική της πληρότητα στοιχεία, τα δε προαναφερθέντα, ως μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή γεγονότα, συνιστούν λεπτομέρειες και διευκρινιστικά της αγωγής περιστατικά, τα οποία παραδεκτώς ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ως προκύψαντα από τις αποδείξεις και τείνοντα στη θεμελίωση της ιστορικής βάσεως της αγωγής, όπως αναφέρεται στην αμέσως επόμενη σκέψη της παρούσας αποφάσεως.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 703 παρ. 1 Α.Κ., εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας, για τη σύναψη μιας συμβάσεως, έχει υποχρέωση να πληρώσει μόνο αν η σύμβαση καταρτιστεί ως συνέπεια αυτής της μεσολαβήσεως ή της υποδείξεως ευκαιρίας.

Από την εν λόγω διάταξη σαφώς προκύπτει ότι κύριες προϋποθέσεις για την εφαρμογή αυτής είναι α) η υπόσχεση αμοιβής για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη συμβάσεως και β) η κατάρτιση της συμβάσεως ως συνέπεια της μεσολαβήσεως ή της υποδείξεως του μεσίτη. Επίσης, για να δικαιούται ο τελευταίος αμοιβή πρέπει, εκτός των ανωτέρω, να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας και της καταρτίσεως της πράξεως, για την οποία δόθηκε η εντολή.

Η ύπαρξη τέτοιας αιτιώδους συνάφειας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αν δηλαδή η μεσολάβηση ή η υπόδειξη ευκαιρίας βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, οπότε και μόνο δημιουργείται υποχρέωση για την καταβολή της μεσιτικής αμοιβής, είναι καθαρά πραγματικό ζήτημα και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.

Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδαφ. α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.

Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα:

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος κατέχει άδεια μεσίτη αστικών συμβάσεων και διατηρεί κτηματομεσιτικό γραφείο με το διακριτικό τίτλο "..." στη ..., στην οδό ... και ... της περιοχής .... Την 16-11-02 μετέβη στο γραφείο του ο πρώτος εναγόμενος Ν1 όπου συναντήθηκε με τη βοηθό του αναιρεσιβλήτου Μ1 (μάρτυρα αποδείξεως), η οποία ενεργούσε για λογαριασμό του, και της ανέφερε ότι η σύζυγός του ήταν ιδιοκτήτρια ενός ακινήτου και ειδικότερα ενός διαμερίσματος εμβαδού 136 τ.μ., ηλικίας δέκα ετών περίπου, που βρισκόταν σε πολυκατοικία στη διασταύρωση των οδών ...

στην περιοχή ... και το οποίο ενδιαφερόταν να πωλήσει σε τρίτους. Της ανέφερε ακόμη ότι ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης συζύγου του Ν2 και της ζήτησε όπως το γραφείο τους μεσολαβήσει και τους υποδείξει ευκαιρία για την πώληση του άνω διαμερίσματος με ελάχιστο τίμημα το ποσό των 425.531 ευρώ.

Η παραπάνω και ο πρώτος εναγόμενος μετέβησαν στη συνέχεια στο διαμέρισμα, το οποίο τότε κατοικείτο από την οικογένεια του εναγομένου αυτού, όπου παρουσία της συζύγου του, δεύτερης εναγομένης, είδαν το ακίνητο και έκαμαν τις πρώτες συζητήσεις. Εκεί ο ως άνω πρώτος εναγόμενος υπέγραψε για λογαριασμό της συζύγου του τη σχετική έγγραφη εντολή, με την οποία ανέθεσε στο γραφείο του αναιρεσιβλήτου και δη στον ίδιο, που τον εκπροσωπούσε η βοηθός του, να μεσολαβήσει για την πώληση του άνω διαμερίσματος, αντί του ελαχίστου τιμήματος των 425.531 ευρώ, ενώ υποσχέθηκε να του καταβάλει ως αμοιβή για την υπόδειξη ή την μεσολάβησή του για την πώληση του ακινήτου ποσοστό 2% πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α.

εκ 18% επί της πραγματικής αξίας της σύμβασης πώλησης που θα συναφθεί. Στη συνέχεια, τόσο ο αναιρεσίβλητος όσο και οι λοιποί βοηθοί του δημοσίευσαν αγγελίες για το εν λόγω ακίνητο και το επεδείκνυαν προς πώληση σε τρίτους, τους οποίους πήγαιναν στο διαμέρισμα για να τους το επιδείξουν, αφού πρώτα έκλειναν ραντεβού από την προηγούμενη ημέρα με τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος εξακολουθούσε να κατοικεί στο διαμέρισμα αυτό.

Δεδομένου ότι υπήρχε απροθυμία από την πλευρά των υποψηφίων αγοραστών λόγω του ύψους του τιμήματος και οι προσφερόμενες τιμές από τους υποψήφιους αγοραστές ήταν συνεχώς χαμηλότερες από το ύψος του τιμήματος που είχαν ορίσει οι διάδικοι, ο πρώτος εναγόμενος, ενεργώντας και πάλι για λογαριασμό της δεύτερης, ζήτησε από την Μ1, από την οποία συνεχώς ενημερωνόταν για τις συζητήσεις που έκαμε με τους υποψήφιους αγοραστές και για τους λόγους που δεν ενδιαφερόταν κανείς, να μειώσει το ύψος του ζητουμένου τιμήματος τουλάχιστον στο ποσό των 410.000 ευρώ, το οποίο θεωρούσε εύλογο και δίκαιο τίμημα για το διαμέρισμα αυτό.

Ο παραπάνω, εκτός από τον αναιρεσίβλητο, είχε δώσει εντολή ανάθεσης και σε άλλα μεσιτικά γραφεία τα οποία και αυτά επεδείκνυαν το ακίνητο σε άλλους υποψήφιους αγοραστές. Εν τω μεταξύ, την 24-3-2003 η τρίτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα επισκέφθηκε το γραφείο του αναιρεσιβλήτου και του ζήτησε να της υποδείξει ακίνητο στην περιοχή ..., ενδιαφερόμενη να προβεί στην αγορά του.

Τότε, η παραπάνω βοηθός του αναιρεσιβλήτου μετέβη μαζί στο παραπάνω διαμέρισμα, αφού πρώτα είχε συνεννοηθεί με τους ιδιοκτήτες του, και λίγο πριν ανέβουν για να το δουν της έδωσε και υπόγραψε την από 24-3-2003 μεσιτική εντολή, με την οποία αυτή υποσχέθηκε στον αναιρεσίβλητο αμοιβή ποσοστού 2% επί της αξίας του παραπάνω διαμερίσματος, ήτοι των 410.858 ευρώ, ή, εάν η αξία της καταρτηθεισομένης σύμβασης υπερέβαινε την παραπάνω αξία, επί της τελευταίας αξίας.

Όπως προκύπτει δε από την άνω έγγραφη σύμβαση που φέρει την μη αμφισβητούμενη υπογραφή της αναιρεσείουσας, η αμοιβή συμφωνήθηκε για την περίπτωση της υπόδειξης ευκαιρίας για τη σύναψη της σκοπούμενης σύμβασης. Στη συνεχεία η αναιρεσείουσα επισκέφθηκε το διαμέρισμα παρουσία του πρώτου και δεύτερης των εναγομένων, το εξήτασε και το βρήκε της απολύτου αρεσκείας της.

Ζήτησε και το ξαναείδε μετά από μία εβδομάδα με τη μητέρα της και στη συνέχεια περί τα μέσα Μαΐου μαζί με τον πατέρα της. Ο τελευταίος περί τα τέλη Μαΐου επισκέφθηκε το γραφείο του αναιρεσιβλήτου για να συζητήσει λεπτομέρειες για το εν λόγω διαμέρισμα καταδεικνύοντας με τη συμπεριφορά του ότι όλα έβαιναν καλώς και υπήρχε περίπτωση να επακολουθήσει η σύμβαση αγοραπωλησίας του.

Πλην όμως, αργότερα επικοινώνησε με τη βοηθό του αναιρεσιβλήτου και της ανέφερε ότι το ίδιο ακίνητο του το ανέφερε μετά το γραφείο του τελευταίου και άλλος μεσίτης, της ζήτησε δε τη βοήθεια για το τι έπρεπε να κάμουν ενόψει του ότι η κόρη του είχε υπογράψει έγγραφη εντολή στο γραφείο του αναιρεσιβλήτου.

Η τελευταία του απάντησε ότι η διαδικασία έπρεπε να συνεχιστεί με το γραφείο του αναιρεσιβλήτου, πράγμα για το οποίο ο ως άνω δεν προέβαλε αντίρρηση. Μετά από λίγο καιρό, ο πρώτος εναγόμενος επικοινώνησε με το γραφείο του αναιρεσιβλήτου και μίλησε με τη βοηθό του, στην οποία ανέφερε ότι ακόμα δεν είχε αποφασίσει για το εν λόγω ακίνητο.

Πλην όμως αυτός και η αναιρεσείουσα είχαν καταλήξει στις διαπραγματεύσεις τους, που είχαν εν τω μεταξύ ξεκινήσει εξαιτίας της διαμεσολάβησης του αναιρεσιβλήτου και την 17-10-2003 συμφώνησαν, χωρίς εν τω μεταξύ να ενημερώσουν τον αναιρεσίβλητο, τη μεταβίβαση του διαμερίσματος στην αναιρεσείουσα, καταρτίζοντας το υπ' αριθμό ...

συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου διαμερίσματος της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Ανδρεόγλου, στο οποίο δήλωναν ότι στην κατάρτιση της σύμβασής τους δεν μεσολάβησε κτηματομεσίτης, αντί πραγματικού τιμήματος 410.858 ευρώ, αναγραφομένου δε στο συμβόλαιο για λόγους φορολογικούς 240.000 ευρώ. Το ότι το τίμημα ανήλθε στο ποσό αυτό συνάγεται από το ότι, τόσο ο πρώτος όσο και η δεύτερη των εναγομένων δεν θα έστεργαν εύκολα σε πώληση έναντι χαμηλοτέρου τιμήματος.

Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση και οι εναγόμενοι ομιλούν για τίμημα μεγαλύτερο, ήτοι αυτό των 422.000 ευρώ. Από τα παραπάνω καθίσταται φανερό ότι προέκυψαν όλα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά για τη γέννηση του δικαιώματος της μεσιτικής αμοιβής του αναιρεσιβλήτου, αφού αποδείχθηκαν η σύμβαση μεσιτείας, ήτοι υπόσχεση αμοιβής τόσο από τη δεύτερη εναγομένη όσο και από την αναιρεσείουσα για την ανατιθέμενη στον αναιρεσίβλητο εντολή, και δη αμοιβή κυρίως για υπόδειξη ευκαιρίας πώλησης και αγοράς αντίστοιχα, η μεσιτική δραστηριότητά του, αφού το εν λόγο ακίνητο υπέδειξε τόσο στην αγοράστρια και την τελευταία στην πωλήτρια γνωστοποιώντας τους τους όρους της σκοπούμενης σύμβασης και φέροντάς τους σε επαφή για διαπραγματεύσεις, η σύναψη της σκοπούμενης κυρίας σύμβασης και τέλος η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας και τη σύναψη της σύμβασης, αφού προέκυψε ότι η σύμβαση αυτή καταρτίστηκε εξαιτίας της υπόδειξης του αναιρεσιβλήτου.

Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι ναι μεν της επιδείχθηκε το εν λόγω διαμέρισμα, αλλά ο αναιρεσίβλητος της ζήτησε το ποσό των 10.000 ευρώ για να της παραδώσει τους τίτλους, ενόψει του ότι το ακίνητο το διαπραγματευόταν με άλλους αγοραστές και επρόκειτο να λάβει προκαταβολή, και ότι, επειδή δε διαπραγματευόταν την αμοιβή ούτε της έδειχνε τα στοιχεία του ιδιοκτήτη, απεχώρησε από το γραφείο χωρίς να έλθει σε επαφή με τον ιδιοκτήτη.

Σε συνέχεια δε της εκδοχής αυτής, ισχυρίζεται ότι προσέφυγε στις υπηρεσίες άλλου μεσίτη (...), ο οποίος της υπέδειξε το ίδιο ακίνητο, την έφερε σε επαφή με τους πωλητές και εν τέλει υπέγραψε το συμβόλαιο αγοραπωλησίας, κατέβαλε δε αμοιβή στον δεύτερο μεσίτη. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί δεν αποδεικνύονται κατά την κρίση του δικαστηρίου.

Γι' αυτό το λόγο, το δικαστήριο δεν θεωρεί ότι ανταποκρίνονται σε πραγματική συναλλαγή οι από 17-10-2003 θεωρημένες από τη φορολογική αρχή αποδείξεις παροχής υπηρεσιών που προσκομίζουν οι εναγόμενοι και αφορούν την καταβολή από αυτούς αμοιβής στον δεύτερο μεσίτη (3.540 η δεύτερη εναγόμενη για έναντι αμοιβή για μεσιτική υπηρεσία, χωρίς να προσκομίζεται απόδειξη για το υπόλοιπο και 5.310 η αναιρεσείουσα.

Επιπλέον, εάν πράγματι εκδόθηκαν για πραγματική συναλλαγή στις 17-10-2003, τότε δεν υπήρχε λόγος να μην γίνει αναφορά στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας ότι μεσολάβησε κτηματομεσίτης, δεδομένου ότι μετά το π.δ. 248/93 "περί μεσιτών αστικών συμβολαίων" δεν υφίσταται πλέον νόμιμη αμοιβή σε ποσοστό 2%, ώστε να υπήρχε λόγος να αποκρυβεί η μεσολάβηση μεσίτη, για λόγους φορολογικούς, γιατί η ληφθείσα από το δεύτερο μεσίτη υπολειπόταν του 2%.

Όπως προαναφέρθηκε, το τίμημα της αγοραπωλησίας ανήλθε στο ποσό των 410.858 ευρώ και επομένως η οφειλόμενη αμοιβή στον αναιρεσίβλητο, τόσο από τη δεύτερη εναγομένη όσο και από την αναιρεσείουσα, ανέρχεται στο ποσό των 8.217 ευρώ (410.858 Χ 2%) πλέον ποσοστού 18% για το Φ.Π.Α., ήτοι 1.479 ευρώ και συνολικά 9.696 ευρώ. Ακολούθως, το δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε στο σύνολό της την ένδικη αγωγή έναντι της αναιρεσείουσας, υποχρεώνοντας αυτή να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ως άνω ποσό των 9.696 ευρώ.

Με την κρίση του αυτή το δικαστήριο της ουσίας δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 703 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη εφαρμογής της ανωτέρω διατάξεως.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος, εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρέων, λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

Για να είναι ορισμένος ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, όταν προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως συνιστάμενη στο ότι η κρινόμενη αγωγή είναι αόριστη και έπρεπε να απορριφθεί εκ του λόγου αυτού ως απαράδεκτη, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται ότι ο περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ισχυρισμός είχε νόμιμα προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, ούτε αφορά τη δημόσια τάξη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι η υπό δίκη αγωγή του αναιρεσιβλήτου είναι αόριστη και έπρεπε εντεύθεν να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι δεν εκτίθεται σ' αυτή (αγωγή) ποιά ήταν η επαφή που είχε η αναιρεσείουσα με τους λοιπούς συνεναγομένους της Ν1 και Ν2, με ποιόν τρόπο έγινε αυτή (επαφή) καθώς και πού έγινε και πότε. Κατ' ακολουθίαν αυτών, και δεδομένου ότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι ο περί αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ισχυρισμός είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, ο ανωτέρω λόγος είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-1-2006 αίτηση της ... περί αναιρέσεως της 22627/2005 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης καθώς και ό,τι άλλο κρίθηκε στο σκεπτικό ότι πρέπει να απορριφθεί. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ