Supreme Court dismisses appeal where appellant waived objection to default judgment and raised new issues late.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision, which had rejected the appellant's appeal on default grounds. The appellant had previously declared a waiver of the default objection to the Second Instance judgment, rendering the appeal procedurally inadmissible. The court rejected the appellant's arguments regarding damages and the validity of the original claim, noting that new grounds raised for the first time in the appeal were barred by the prior default judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 524 §3, 553 §1, 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal filed after a party has waived the objection to default judgment is procedurally admissible, but new grounds raised for the first time in the appeal are inadmissible if the lower court's decision on the default was final.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1368 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1368/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου), Δημήτριο Δαλιάνη-Εισηγητή, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Χαράλαμπο Δημάδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Δεκεμβρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος :Χ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρος του Χρήστο Δεμερούκα.
Των αναιρεσιβλήτων : 1) ...... και 2)........, τις οποίες εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Χρήστος Βανικιώτης, που ανακάλεσε την από 29.11.2007 δήλωσή του κατ'άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16.05.2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 7366/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 131/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 20.02.2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 23.11.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως πλήττεται η 131/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία ο εκκαλών (αναιρεσείων) δικάσθηκε ωσεί παρών και η έφεσή του κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορρίφθηκε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 524§3 ΚΠολΔ. Όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο σε επικυρωμένο αντίγραφο 18/2007 έγγραφο του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων, εμφανισθείς στον εν λόγω Γραμματέα στις 17-4-2007, δήλωσε αυθημερόν ότι παραιτείται από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά της εν λόγω εφετειακής αποφάσεως, η οποία και έκτοτε κατέστη τελεσίδικη. Ως εκ τούτου, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατατεθείσα στη γραμματεία του άνω εφετείου στις 18-4-2007 (βλ. τη σχετική επ' αυτής έκθεση του αρμόδιου γραμματέα), έχει ασκηθεί παραδεκτώς (άρθρο 553§1 ΚΠολΔ). Επομένως, ο περί του αντιθέτου με τις προτάσεις προβληθείς ισχυρισμός των αναιρεσιβλήτων είναι αβάσιμος.
ΙΙ. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 115§2, 242§2, 270§1, 524§§2 και 3 και 528 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο εκείνον ο οποίος στον πρώτο βαθμό δικάσθηκε ωσεί παρών και ο πληρεξούσιός του δικηγόρος παραδώσει κατά την έκκλητη δίκη στον αρμόδιο γραμματέα του εφετείου έγγραφη δήλωση περί μη παραστάσεώς του κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, κατά την οποία ο ίδιος (διάδικος) πράγματι δεν εμφανίσθηκε, τότε, παρά την υποβολή της άνω δηλώσεως, θεωρείται δικονομικώς απών και, εφόσον έχει επισπεύσει τη συζήτηση ή έχει κλητευθεί εκ μέρους κάποιου από τους παριστάμενους λοιπούς διαδίκους, η έφεσή του απορρίπτεται, διότι στην περίπτωση αυτή η συζήτηση ενώπιον του εφετείου είναι υποχρεωτικώς προφορική και ως εκ τούτου οι διάδικοι (άρα και ο εκκαλών) δεν επιτρέπεται να παραστούν με την εκτεθείσα δήλωση.
Εξάλλου, η εν λόγω ρύθμιση δεν αντίκειται στο εκ του άρθρου 6§1 της ΕΣΔΑ απορρέον δικαίωμα προσβάσεως του ατόμου σε δικαστήριο, αφού αυτή (ρύθμιση), έχουσα ως σκοπό να διευκολύνει, μέσω της προφορικότητας της διαδικασίας, την απ' ευθείας επαφή του δικαστηρίου με τους διαδίκους και την ταχεία διασάφηση των πραγματικών ισχυρισμών τους, δεν δυσχεραίνει την πρόσβαση σε δικαστήριο με τέτοιο τρόπο και σε τέτοιο βαθμό, ώστε το σχετικό δικαίωμα να προσβάλλεται στην ουσία του, ενόψει και του ότι αφενός πρόκειται για τον - μη αποκλειόμενο από την ΕΣΔΑ - καθορισμό τρόπου εκδικάσεως των υποθέσεων και αφετέρου ο εκκαλών έχει την ευχέρεια να αποτρέψει την ερημοδικία του, παριστάμενος μαζί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ή μέσω αυτού, με αποτέλεσμα να μην παραβιάζεται η απαιτούμενη ισορροπία μεταξύ της προστασίας του δικαιώματος προσβάσεως σε δικαστήριο και της ανάγκης για προφορικότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων (εκκαλών), δικασθείς ωσεί παρών στον πρώτο βαθμό και παραδώσας κατά την έκκλητη δίκη μέσω του πληρεξουσίου δικηγόρου του στον αρμόδιο γραμματέα έγγραφη δήλωση περί μη παραστάσεώς του κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, δεν εμφανίσθηκε στη σχετική συζήτηση, την οποία είχε επισπεύσει ο ίδιος, ακολούθως δε αυτό (Εφετείο), θεωρώντας τον αναιρεσείοντα ως δικονομικώς απόντα, απέρριψε την έφεσή του. Με την απορριπτική αυτή κρίση του, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά τον νόμο εκδικάσεως της υποθέσεως ερήμην του αναιρεσείοντος. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, υπαγόμενος στη ρύθμιση του αριθμού 6 (όχι και του αριθμού 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
ΙΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο ότι, μέσω της ενσωματωθείσας στην απόφασή του πρωτόδικης αποφάσεως, παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως, αφού οι αναιρεσίβλητες (ενάγουσες), μετά τον καταρτισθέντα συμβιβασμό μεταξύ αυτών και της δεύτερης των εναγομένων και την αποζημίωσή τους από την ίδια, παραιτήθηκαν από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αγωγής έναντι των λοιπών εναγομένων, εκ των οποίων η δεύτερη ήταν αναγκαία ομόδική του. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η αποδιδόμενη ως άνω πλημμέλεια δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά ούτε και κάποιον άλλον από τους αναφερόμενους στο ίδιο άρθρο αναιρετικούς λόγους.
IV. Με τον τρίτο λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ψέγεται το Εφετείο ότι στην πρωτόδικη απόφαση διαλαμβάνονται ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την παραδοχή περί ελλείψεως συναινέσεως των αναιρεσιβλήτων στη γενόμενη από τον αναιρεσείοντα υπεκμίσθωση μέρους των ακινήτων που είχε μισθώσει από τις αναιρεσίβλητες, ενώ, αν εγίνετο δεκτό ότι υπήρχε συναίνεση, θα απερρίπτετο η περί αποζημιώσεως των αναιρεσιβλήτων αγωγή, κατ' αυτεπάγγελτη αποδοχή αφενός της καταχρηστικότητας της ασκήσεώς της και αφετέρου της συνυπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων στην έκταση της προκληθείσας σ' αυτές ζημίας. Όπως προκύπτει όμως από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 300 ΑΚ, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής περί αποζημιώσεως του ενάγοντος λόγω συμβατικής ή αδικοπρακτικής ευθύνης του εναγομένου, η καταχρηστική άσκηση του αγωγικού δικαιώματος και η συνυπαιτιότητα του ενάγοντος δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, αλλά μόνο κατόπιν προβολής σχετικών ενστάσεων από τον εναγόμενο. Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος είναι αλυσιτελής, αφού η τυχόν ύπαρξη της ως άνω συναινέσεως δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυτεπάγγελτη αποδοχή της συνδρομής καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής και συνυπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων.
V. Με τον τέταρτο λόγο διατυπώνεται η αιτίαση ότι το πρωτοδικείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη του τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο και με επίκληση προσκομισθέντα από τις αναιρεσίβλητες δύο αποδεικτικά έγγραφα, από τα προκύπτει η δοθείσα από αυτές ως άνω συναίνεση, γεγονός που θα οδηγούσε στην αυτεπάγγελτη αποδοχή της συνδρομής καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής και συνυπαιτιότητας των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, σύμφωνα με όσα αναφέρονται πιο πάνω κατά τη διερεύνηση του τρίτου λόγου.
VI. Μέσω της πρωτόδικης αποφάσεως το εφετείο δέχθηκε τα εξής: Οι αναιρεσίβλητες, συγκύριες κατά το 1/2 η κάθε μία των αναφερόμενων στην απόφαση ενός υπόγειου χώρου 622 μ2, ενός ημιυπόγειου χώρου 574 μ2 και επτά διαμερισμάτων μίας πολυώροφης οικοδομής κειμένης στη συνοικία "....." των Αθηνών επί της οδού ...., με το από ....
ιδιωτικό συμφωνητικό εκμίσθωσαν στον αναιρεσείοντα τους δύο πρώτους (υπόγειο και ημιυπόγειο) χώρους, για την περίοδο από 1-2-1995 έως 31-12-2000, προκειμένου να τους χρησιμοποιήσει ως κατάστημα ή αποθήκη ειδών υγιεινής και συναφών ειδών, αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος 295.000 δραχμών αναπροσαρμοζομένου κατά τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα.
Παρά τους διατυπωθέντες στο συμφωνητικό όρους περί μισθώσεως των δύο χώρων μόνο για την άνω χρήση και περί απαγορεύσεως της υπεκμισθώσεώς τους, ο αναιρεσείων, χωρίς τη συναίνεση των αναιρεσιβλήτων, υπεκμίσθωσε, με τα από ... και .... ιδιωτικά συμφωνητικά, στην ανώνυμη εταιρία "ΔΑΦΝΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ Α.Ε." δύο τμήματα των εν λόγω χώρων, συνολικού εμβαδού 180 μ2, αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος 500.000 δραχμών συνολικώς, στα συμφωνητικά δε αυτά, χωρίς να γίνεται μνεία περί του είδους της χρήσεως, αναφέρεται, πλην άλλων, ότι απαγορεύεται η τοποθέτηση εύφλεκτων υλών στο μίσθιο.
Η άνω υπομισθώτρια, ασχολούμενη με την έκδοση διαφόρων περιοδικών, χρησιμοποιούσε το μίσθιο για την αποθήκευση όχι μόνο περιοδικών αλλά και διαφημιστικών προϊόντων σε ειδική συσκευασία, όπως πλαστικές τσάντες, C.D. και βιντεοκασέτες, δηλαδή υλικά εύφλεκτα, ως παράγωγα του πετρελαίου. Μόλις έλαβαν γνώση της υπεκμισθώσεως, οι αναιρεσίβλητες αξίωσαν από τον αναιρεσείοντα να ενεργήσει για την αποχώρηση της υπομισθώτριας, ενώ ο διαχειριστής της πολυκατοικίας, με το από ....
έγγραφό του, κατήγγειλε την υπομισθώτρια στην πυροσβεστική υπηρεσία, η οποία, με το αποσταλέν, κατόπιν σχετικού εγγράφου, από .... έγγραφό της στην τελευταία, διαπιστώνει ότι για την ασκούμενη στο μίσθιο επιχείρησή της δεν υπάρχει πιστοποιητικό πυρασφάλειας και ότι η ίδια (υπομισθώτρια) υποχρεούται να συντάξει μελέτη πυροπροστασίας και να την υποβάλει σε εκείνη (πυροσβεστική υπηρεσία).
Η υπομισθώτρια όμως δεν συμμορφώθηκε προς την ανωτέρω υπόδειξη, με αποτέλεσμα στις 17-12-1999 και περί ώρα 09:55, δηλαδή σε χρόνο λειτουργίας της επιχειρήσεως, να εκδηλωθεί στον υπόγειο χώρο της αποθήκης μεγάλη φωτιά, η οποία ταχέως και επικινδύνως εξελίχθηκε σε πυρκαϊά και εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την υπόγεια αποθήκη, ακολούθως δε σε ολόκληρο το ισόγειο (ημιυπόγειο) όροφο, συνοδευόμενη και από εκρήξεις.
Η πυρκαϊά οφείλεται σε αμέλεια των εκπροσώπων της υπομισθώτριας, οι οποίοι προέβησαν στην ως άνω χρήση του μισθίου, χωρίς να συμμορφωθούν προς την υπόδειξη της πυροσβεστικής υπηρεσίας και χωρίς να λάβουν κανένα μέτρο πυροπροστασίας, ενώ εξάλλου μέσα στον χώρο εκδηλώσεως της πυρκαϊάς είχαν επιτρέψει να τοποθετηθούν μία μεγάλης ισχύος σόμπα πετρελαίου "KRESKY" και μία, λειτουργούσε με φιάλη υγραερίου, σόμπα καταλύτη, οι οποίες χρησιμοποιούντο για θέρμανση από τους εκεί εργαζομένους και θεωρούνται ως αιτία προκλήσεως της πυρκαϊάς.
Η πυρκαϊά αυτή είχε ως συνέπεια να προκληθούν οι λεπτομερώς αναφερόμενες στην απόφαση, μεγάλης εκτάσεως, βλάβες κυρίως στους χώρους του μισθίου, αλλά και στους χώρους ολόκληρης της πολυκατοικίας, τα διαμερίσματα της οποίας εκκενώθηκαν και, μετά την ολοκλήρωση των σχετικών εργασιών, επανακατοικήθηκαν την 1-1-2002, εκτός από το μίσθιο.
Για την αποκατάσταση των βλαβών του μισθίου απαιτούνται δαπάνες συνολικού ποσού 93.499,63 ευρώ, ενώ, για την αποκατάσταση των βλαβών των διαμερισμάτων τους, οι αναιρεσίβλητες έχουν δαπανήσει το συνολικό ποσό των 31.024,56 ευρώ. Το σύνολο έτσι της ζημίας από τις εν λόγω βλάβες ανέρχεται σε 124.524,19 ευρώ, όπως τα αντίστοιχα προς τις επιμέρους βλάβες κονδύλια αναλυτικώς εξειδικεύονται στην απόφαση.
Έναντι του ποσού αυτού οι αναιρεσίβλητες, κατόπιν σχετικού με τις προτάσεις τους περιορισμού του αγωγικού αιτήματος, αξιώνουν το ποσό των 72.759,48 ευρώ. Εξάλλου, λόγω της αδυναμίας χρησιμοποιήσεως των μίσθιων χώρων και των διαμερισμάτων κατά τη διάρκεια των εργασιών αποκαταστάσεως των βλαβών, οι αναιρεσίβλητες υπέστησαν αποθετική ζημία συνολικού ποσού 92.914,69 ευρώ, όπως τα σχετικά επί μέρους κονδύλια λεπτομερώς περιγράφονται στην απόφαση.
Ωστόσο, κατόπιν παραδεκτού με τις προτάσεις τους περιορισμού του σχετικού αγωγικού αιτήματος, αξιώνουν το ποσό των 60.935,17 ευρώ. Περαιτέρω, με βάση τα εκτεθέντα στοιχεία, το εφετείο έκρινε ότι, ενόψει ιδίως της εκτάσεως των ζημιών, οι αναιρεσίβλητες υπέστησαν ταλαιπωρία και στενοχώρια, ήτοι ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει, αφού ληφθούν επιπλέον υπόψη η κοινωνική θέση και η οικονομική κατάσταση των διαδίκων, να επιδικασθεί ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 20.000 ευρώ σε κάθε μία από τις αναιρεσίβλητες και το ποσό των 10.000 ευρώ στην αρχικώς πρώτη των εναγουσών ......, η οποία απεβίωσε κατά τη διάρκεια της δίκης χωρίς διαθήκη και κληρονομήθηκε ισομερώς από τις αναιρεσίβλητες.
Ακολούθως, το εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επεδίκασε στην κάθε αναιρεσίβλητη το ποσό των 91.844,31 ευρώ. Υπό τις εκτεθείσες πραγματικές διαπιστώσεις του εφετείου, η εκ μέρους του επιδίκαση του ποσού των 20.000 ευρώ ως εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως στην κάθε αναιρεσίβλητη δεν ενέχει παραβίαση της συνταγματικώς κατοχυρωμένης αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25§1 Σ), αφού ανταποκρίνεται πλήρως στα συνθέτοντα αυτή κριτήρια της προσφορότητας, της αναγκαιότητας και της εν στενή έννοια αναλογικότητας.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚπολΔ απορρέων, πέμπτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. VII. Με τον έκτο λόγο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1, 8 και 14 ΚΠολΔ, προσάπτεται στο εφετείο η αιτίαση ότι παρά τον νόμο δεν απέρριψε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως αόριστη. Όμως, ενόψει της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος σε αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, ο περί αοριστίας ισχυρισμός, προβληθείς από αυτόν (αναιρεσείοντα) για πρώτη φορά στην έκκλητη δίκη με σχετικό λόγο εφέσεως, δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το εφετείο, αφού η έφεση απερρίφθη εξαιτίας της ερημοδικίας του αναιρεσείοντος (εκκαλούντος), χωρίς να εξατασθούν οι λόγοι αυτής (άρθρο 524§3 ΚΠολΔ).
Ο ερευνώμενος συνεπώς λόγος είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 20-7-2007 αίτηση του Χ1 περί αναιρέσεως της 131/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ