Legislator Case Law & Legislation
1367/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank judgment due to appellate court's failure to re-examine substantive admissibility.

Case Number 1367/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision, finding a procedural error in the lower court's handling of the admissibility argument. The appellant argued the appellate court failed to re-evaluate the substantive admissibility of the claim based on evidence assessment errors, while the bank contended the appeal was inadmissible because the alleged fault was directed against a different claim. The court ruled that the appellate court erred by ignoring the second ground of appeal regarding evidence evaluation, necessitating a new trial on the substantive admissibility of the claim.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8)(b) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The appellate court commits a reviewable error if it fails to re-examine the substantive admissibility of a claim when the first-instance court's finding on evidence assessment is erroneous.

Keywords

AI generated
appellate review error substantive admissibility evidence assessment Code of Civil Procedure bank contract dispute retrial procedure legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1367 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1367/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη - Εισηγητή, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Η. Ξ. του Γ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Νικολακόπουλο.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την (ίδια) επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και διαφορετικό Γ.Ε.ΜΗ και Α.Φ.Μ., κατόπιν διασπάσεως της τελευταίας με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα πρώτη εταιρεία, ως οιονεί καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", κατόπιν συγχωνεύσεως με απορρόφηση, που εδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Βιτώρο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-9-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2098/2017 μη οριστική, 1539/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1528/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-9-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔ.E", με την από 19.9.2012 αγωγή, που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Η. Ξ., καθώς και κατά της, μη διαδίκου πλέον, ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Financial Analytics Ανώνυμη Εταιρεία Επενδυτικής Διαμεσολάβησης", εξέθετε ότι στην Αθήνα στις 28.1.2011 κατάρτισε με τον πρώτο εναγόμενο τρείς συμβάσεις παροχής υπηρεσιών (καταθέσεων και επενδυτικών) και μία σύμβαση παροχής πίστωσης προς διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, μετά του παραρτήματος αυτής, το περιεχόμενο των οποίων διαλαμβάνεται αυτούσιο, στο σύνολό του, στο δικόγραφο της αγωγής, κατά τρόπο ώστε να συνιστά περιεχόμενό της, με αντικείμενο την εκ μέρους της διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών (αγορές και πωλήσεις μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών), για λογαριασμό του πρώτου εναγόμενου, με τη χορήγηση πίστωσης σε αυτόν για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς των μετοχών, συνολικά έως του ποσού των 300.000 ευρώ και με προθεσμία εξόφλησης, για κάθε συναλλαγή αγοράς, τρείς εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία εκκαθάρισης της χρηματιστηριακής συναλλαγής, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην αγωγή.

Ότι, δυνάμει της σύμβασης πίστωσης, ορίστηκε, ειδικότερα, ότι α) θα τηρηθεί λογαριασμός πίστωσης, δηλαδή ειδικός ανοιχτός αλληλόχρεος λογαριασμός, που θα κλείνει περιοδικά στις 31/3, 30/6, 30/9 και 30/12, και τον οποίο η τράπεζα θα χρεώνει με το ποσό της αγοράς μετοχών με πίστωση στον πρώτο εναγόμενο και τις τυχόν καταβολές προς αυτόν κατά τους όρους της σύμβασης πίστωσης και θα πιστώνει με το ποσό της πώλησης μετοχών από το χαρτοφυλάκιο ασφαλείας αυτού και τις τυχόν εκ μέρους του χρηματικές καταβολές, β) θα τηρηθεί χαρτοφυλάκιο ασφαλείας, αποτελούμενο από τις κινητές αξίες του πρώτου εναγόμενου, που η ενάγουσα τράπεζα θα επιλέξει ως ασφάλειά της για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του από τη χορηγηθείσα πίστωση, συμπεριλαμβανομένων υποχρεωτικά των μετοχών που έχουν αγορασθεί με πίστωση, επί των οποίων, όλων, η τράπεζα θα έχει νόμιμο ενέχυρο, γ) η ελάχιστη διαφορά, ως επί του χαρτοφυλακίου ασφαλείας, μεταξύ της τρέχουσας αξίας των κινητών αξιών, που περιέχονται στο χαρτοφυλάκιο ασφάλειας, και του χρεωστικού υπολοίπου της πίστωσης (περιθώριο), η οποία θα πρέπει να υφίσταται προκειμένου να πραγματοποιηθεί συγκεκριμένη αγορά κινητών αξιών με πίστωση, ανέρχεται καταρχήν σε ποσοστό 40% επί του χαρτοφυλακίου ασφαλείας (αρχικό περιθώριο) και θα πρέπει να διατηρείται, οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της πίστωσης, σε ποσοστό 30% επί του χαρτοφυλακίου ασφαλείας (διατηρητέο περιθώριο) και δ) σε περίπτωση κατά την οποία το περιθώριο του λογαριασμού πίστωσης καταστεί κατώτερο από το διατηρητέο περιθώριο, είτε λόγω μείωσης της αξίας του χαρτοφυλακίου ασφαλείας, είτε λόγω χρέωσης τόκων, είτε για οποιαδήποτε άλλη αιτία, η ενάγουσα τράπεζα θα καλεί τον πρώτο εναγόμενο, μέσω αποστολής τηλεομοιοτυπικού μηνύματος στον αριθμό fax ή/και στην διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail), που δηλώνεται στο παράρτημα της σύμβασης πίστωσης, την ίδια ημέρα να καλύψει τη σχετική διαφορά, μέχρι την έναρξη της επόμενης συνεδρίασης του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, είτε με ισόποση καταβολή μετρητών, είτε με τη δέσμευση πρόσθετων στοιχείων στο χαρτοφυλάκιο ασφαλείας, το χρηματικό ισοδύναμο των οποίων θα καλύπτει τη διαφορά, προκειμένου το ύψος του περιθωρίου να μην υπολείπεται του προβλεπόμενου ως περιθωρίου διατήρησης, μετά δε την παρέλευση της παραπάνω προθεσμίας η ενάγουσα θα φέρει κατ' αρχήν σε πίστωση του λογαριασμού πίστωσης τα τυχόν μετρητά του χαρτοφυλακίου ασφαλείας κι εν συνεχεία, θα προβαίνει σε εκποίηση στοιχείων του χαρτοφυλακίου ασφαλείας, σύμφωνα με τα εκάστοτε οριζόμενα στο νόμο και τη πιστωτική σύμβαση, προκειμένου να καλύψει τη διαφορά, επιλέγοντας κατά την κρίση της τα προς εκποίηση στοιχεία του χαρτοφυλακίου με σκοπό τον περιορισμό του κινδύνου της και χωρίς να αναλαμβάνει οποιαδήποτε ευθύνη προς τον πρώτο εναγόμενο ως προς τις συνέπειες των επιλογών της, αλλά και ούτε την υποχρέωση αποκατάστασης του περιθωρίου στο συμβατικά προβλεπόμενο διατηρητέο περιθώριο.

Ότι, στο πλαίσιο των συμβάσεων αυτών πραγματοποίησε, έναντι αμοιβής, α) κατά το χρονικό διάστημα από 18.2.2011 έως 23.1.2012 και β) κατά το χρονικό διάστημα από 2.2.2011 έως 23.1.2012, τις διαλαμβανόμενες αναλυτικά στο αγωγικό δικόγραφο 64 και 194 αγορές και πωλήσεις μετοχών, αντιστοίχως για καθένα χρονικό διάστημα, για λογαριασμό του πρώτου εναγόμενου και κατόπιν διαβίβασης εκ μέρους του των σχετικών εντολών, διά μέσου της δεύτερης εναγόμενης, δυνάμει αφενός μεν της από 28.1.2011 σχετικής έγγραφης εξουσιοδότησης που ο πρώτος εναγόμενος είχε παράσχει στη δεύτερη εναγόμενη, σύμφωνα με την οποία της είχε χορηγήσει το δικαίωμα, την εντολή και την πληρεξουσιότητα να διαβιβάζει, αποκλειστικά αυτή, στο όνομα και για λογαριασμό του, παραγγελίες πώλησης και αγοράς κινητών αξιών, αφετέρου δε σχετικής σύμβασης συνεργασίας που η ίδια (ενάγουσα) είχε καταρτίσει με την δεύτερη εναγόμενη, σύμφωνα με την οποία η τελευταία είχε εγγυηθεί ως πρωτοφειλέτρια για τα χρεωστικά υπόλοιπα που θα προέκυπταν από την διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών πελατών της με χορήγηση πίστωσης από την τράπεζα, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο.

Ότι, προς εξυπηρέτηση της πίστωσης που χορήγησε στον πρώτο εναγόμενο και την οποία αυτός χρησιμοποίησε προς διενέργεια των χρηματιστηριακών συναλλαγών του, τηρήθηκαν δύο λογαριασμοί κίνησης του χαρτοφυλακίου του και συγκεκριμένα, οι λογαριασμοί χαρτοφυλακίου "Margin" και "3DC", στους οποίους καταχωρήθηκαν οι χρηματιστηριακές συναλλαγές αυτού, καθώς και οι χρηματικές κινήσεις καταβολής του τιμήματος των αγορών μετοχών και κάλυψης της χορηγούμενης πίστωσης, για τα χρονικά διαστήματα α) από 18.2.2011 έως 23.1.2012 και β) από 2.2.2011 έως 23.1.2012 και οι οποίοι, ήδη από τα τέλη του έτους 2011 έως τις αρχές του έτους 2012, εμφάνιζαν χρεωστικό υπόλοιπο κατώτερο του συμφωνημένου διατηρητέου περιθωρίου, γεγονός για το οποίο αυτή ενημέρωσε εγκαίρως αμφότερους τους εναγόμενους, καλώντας τον πρώτο εξ αυτών να προβεί είτε σε κατάθεση μετρητών, είτε σε κατάθεση επιπλέον μετοχών στο χαρτοφυλάκιο ασφαλείας.

Ότι o πρώτος εναγόμενος της κατέβαλε, στις 2.1.2012, το χρηματικό ποσό των 200.000 ευρώ για τη μείωση του χρεωστικού υπολοίπου του, το οποίο, ωστόσο, παρά την εν λόγω καταβολή μετρητών, παρέμεινε κατώτερο του συμβατικά ορισμένου διατηρητέου περιθωρίου και για το λόγο αυτό προέβη, στις 4.1.2012, σε εκποίηση των διαλαμβανόμενων στην αγωγή μετοχών εκ του χαρτοφυλακίου ασφαλείας αυτού, χωρίς, ωστόσο, να καλυφθεί και πάλι το διατηρητέο περιθώριο, με συνέπεια οι λογαριασμοί "Margin" και "3DC" να εμφανίζουν έως την 31.3.2012, χρεωστικά υπόλοιπα ύψους 179.731,40 ευρώ και 77.402,67 ευρώ, αντιστοίχως, πλέον των τόκων ύψους 16.134,92 ευρώ και 9.662,85 ευρώ, αντιστοίχως, τα οποία είναι κατώτερα του συμβατικά συμφωνημένου διατηρητέου περιθωρίου, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στην αγωγή.

Με βάση το παραπάνω ιστορικό, η ενάγουσα, αφού διέλαβε στην αγωγή της δήλωση περί καταγγελίας των συμβάσεων που κατάρτισε με τον πρώτο εναγόμενο, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 257.134,07 ευρώ για το κεφάλαιο των χρεωστικών υπολοίπων των λογαριασμών χαρτοφυλακίου του πρώτου εναγόμενου (179.731,40 ευρώ για το λογαριασμό του χαρτοφυλακίου "Margin" και 77.402,67 ευρώ για το λογαριασμό του χαρτοφυλακίου "3DC"), με το νόμιμο τόκο από 1.4.2012 έως την εξόφληση, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Μετά την άσκηση της ανωτέρω αγωγής και πριν από τη συζήτησή της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, υπεισήλθε στη θέση της ενάγουσας, ως καθολική διάδοχός της, κατόπιν συγχώνευσής της με απορρόφηση, η ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία και συνέχισε έκτοτε τη δίκη.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 2098/2017 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής, λόγω της μη κλήτευσης της δεύτερης εναγόμενης, τόσο κατά την αρχική δικάσιμο της 17.12.2014, όσο και κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο της 16.11.2016, που συζητήθηκε επ' ακροατηρίου η υπόθεση, συνεπεία της αναγκαστικής ομοδικίας που το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι υφίσταται μεταξύ των εναγόμενων, του μεν πρώτου ως πρωτοφειλέτη, της δε δεύτερης ως εγγυήτριας.

Ακολούθως, μετά την έκδοση της ανωτέρω απόφασης, η αναιρεσίβλητη, με την από 8.3.2017 κλήση της, που επιδόθηκε μόνον προς τον πρώτο εναγόμενο (Η. Ξ.), αφενός μεν ζήτησε την επαναφορά προς συζήτηση της παραπάνω αγωγής της έναντι του τελευταίου, αφετέρου δε δήλωσε ότι παραιτείται εκ του δικογράφου της αγωγής ως προς την δεύτερη εναγόμενη εταιρεία "Financial Analytics Ανώνυμη Εταιρεία Επενδυτικής Διαμεσολάβησης".

Τελικά η ένδικη αγωγή συζητήθηκε κατά τη δικάσιμο της 5.12.2018 και ακολούθως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1539/2019 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία α) κρίθηκε ότι η παραίτηση της ενάγουσας από την αγωγή, ως προς τη δεύτερη εναγόμενη, είναι νομότυπη, κηρύχθηκε η δίκη καταργημένη ως προς την δεύτερη εναγόμενη, ανακλήθηκε η προηγούμενη υπ' αριθ. 2098/2017 μη οριστική απόφαση ως προς τη διάταξή της για υποχρέωση της ενάγουσας να κλητεύσει την δεύτερη εναγόμενη και απορρίφθηκε o ισχυρισμός του πρώτου εναγόμενου περί ακυρότητας της παραιτήσεως αυτής λόγω μη κλητεύσεως της συνεναγομένης του, και β) έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η αγωγή, απορριπτομένων όλων των αρνητικών ισχυρισμών και ενστάσεων που προέβαλε o πρώτος εναγόμενος, και υποχρεώθηκε αυτός να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 257.134,07 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Κατά της άνω οριστικής απόφασης άσκησε ο εναγόμενος (Η. Ξ.) την από 15.5.2019 έφεση, και τον από 18.10.2021 πρόσθετο λόγο έφεσης, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1971/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε καθ' ολοκληρίαν ως ουσία αβάσιμη η έφεση και ο πρόσθετος αυτής λόγος.

Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο εναγόμενος την υπό κρίση από 14.9.2022 αίτηση αναιρέσεως, η οποία, εφόσον ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής αποτελεί σύμβαση εμπορικής παραγγελίας κατά τα άρθρα 90 επ. του ΕΝ, επί της οποίας έχουν ευθεία εφαρμογή οι περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ, της οποίας αποτελεί ειδικότερη μορφή. Κατά το άρθρο 713 του ΑΚ, "με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει, χωρίς αμοιβή, την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας", ενώ στο άρθρο 714 του ίδιου κώδικα ορίζεται ότι "ο εντολοδόχος ευθύνεται για κάθε πταίσμα". Έτσι, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της σύμβασης ή πλημμελούς εκπλήρωσης ή παράβασης των νόμιμων υποχρεώσεων, αξιώνεται, όχι ο μειωμένος βαθμός επιμέλειας των λοιπών χαριστικών συμβάσεων (δόλος ή βαριά αμέλεια), αλλά, λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα της εντολής, η αυξημένη επιμέλεια κοινού οφειλέτη και υποχρεούται ο εντολοδόχος να ανορθώσει την οφειλόμενη σε πταίσμα του θετική ή αποθετική ζημία του εντολέα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 335 ΑΚ. Ζημία, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, θετική μεν είναι η ελάττωση της περιουσίας, αρνητική δε το κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με πιθανότητα προσδοκώμενο κέρδος που ματαιώθηκε.

Συνεπώς, ο εντολοδόχος, κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του, όχι μόνο πρέπει να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια, αλλά οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια, την οποία καταβάλλει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος διαφορετικά και για ελαφρά αμέλεια. Το πταίσμα του εντολοδόχου και επομένως η κατά το άρθρο 714 ΑΚ ευθύνη του προς αποζημίωση τεκμαίρεται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεών του προς εκπλήρωση της εντολής (ΑΠ 875/2022, ΑΠ 342/2021, ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 112/2016).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β` και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017).

Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπάρχει ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1109/2019).

Τέλος, η υπαίτια (από δόλο ή αμέλεια) ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη, δεν συνιστά αδικοπραξία, οι δε έννομες συνέπειες της παράβασης ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής (ΑΠ 560/2022).

Η υπαίτια πράξη ή παράλειψη αυτή μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει ευθύνη και από αδικοπραξία, αν, και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη, θα ήταν καθεαυτή παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 560/2022, ΑΠ 845/2019).

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (Ολ.

ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 813/2019). Επομένως, στην αγωγή προς αποζημίωση από αδικοπραξία, για την πληρότητα του δικογράφου, πρέπει να αναφέρονται τα περιστατικά εκείνα που συνιστούν την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγόμενου, τα γεγονότα που δικαιολογούν την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας, που επήλθε στον ενάγοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα που προσδιορίζουν τη θετική και αποθετική ζημία του (ΑΠ 59/2019, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 838/2011).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.

Ως κριτήριο των χρηστών ηθών, η έννοια των οποίων είναι νομική, χρησιμεύουν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη χρηστώς και με φρόνηση σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 10/1991). Στην περίπτωση που η κρινόμενη συμπεριφορά σχετίζεται με ορισμένη κατηγορία συναλλαγών και συναλλασσομένων, οι αντίστοιχες, στην κατηγορία αυτή των συναλλασσομένων, κρατούσες αντιλήψεις, λαμβάνονται υπόψη, εκτός αν, κατά το κοινό συναίσθημα του πιο πάνω κοινωνικού ανθρώπου, δεν συμβιβάζονται με την κοινωνική ηθική.

Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη, την οποία δεν αποκλείει, κατά τις περιστάσεις, η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή φυσικής ευχέρειας, συνεκτιμούνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων και οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που οδήγησαν τον υπαίτιο στη συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με τη διαγωγή του αντισυμβαλλομένου "θύματος", για να κριθεί το εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση.

Στην αναζήτηση δε του ορθού αυτού μέτρου συνεκτιμώνται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και τα επιβαλλόμενα όρια από αυτή. Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέληση του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απέσχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία.

Η γένεση, εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, υποχρεώσεως για αποζημίωση, προϋποθέτει, σύμφωνα με αυτήν τη διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνες του άρθρου 298 του ΑΚ, την ύπαρξη μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθεαυτή, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, στη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα μετά διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία της ζημίας (ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 212/2018, ΑΠ 752/2017).

Περαιτέρω, στα άρθρα 2, 3, 4, 25 και 36 του Ν. 3606/2007 "Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και άλλες διατάξεις", με τον οποίο έγινε η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου "Για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου" της 21ης Απριλίου 2004 (L 145/30.4.2004) και του οποίου οι διατάξεις των άρθρων 1 έως και 70 εξακολουθούν να εφαρμόζονται για πράξεις και παραλείψεις, που έχουν τελεστεί μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου Ν. 4514/3-1-2018 (βλ.

άρθρο 98 τούτου), ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: (Άρθρο 2) Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, νοούνται ως: 1. "Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΕΠΕΥ)" κάθε νομικό πρόσωπο, του οποίου το σύνηθες επάγγελμα ή δραστηριότητα είναι η παροχή μίας ή περισσότερων επενδυτικών υπηρεσιών σε τρίτους ή η διενέργεια μίας ή περισσότερων επενδυτικών δραστηριοτήτων σε επαγγελματική βάση... 2) ως "Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών" (ΑΕΠΕΥ) ορίζεται η ΕΠΕΥ, η οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού. 3. "Πιστωτικό ίδρυμα":

το πιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια του ν. 3601/2007... 6. "Πελάτης": φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο παρέχει επενδυτικές ή παρεπόμενες υπηρεσίες μια ΕΠΕΥ ή ένα πιστωτικό ίδρυμα. 7. "Επαγγελματίας πελάτης": ο πελάτης ο οποίος διαθέτει την πείρα, τις γνώσεις και την εξειδίκευση ώστε να λαμβάνει τις δικές του επενδυτικές αποφάσεις και να εκτιμά δεόντως τους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται και ο οποίος πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 6.8. "Ιδιώτης πελάτης":

κάθε πελάτης που δεν είναι επαγγελματίας...(Άρθρο 3) Πεδίο εφαρμογής. 1. Οι διατάξεις του Πρώτου Μέρους του νόμου αυτού εφαρμόζονται στις ΑΕΠΕΥ, στις οργανωμένες αγορές και τους διαχειριστές αγοράς, καθώς και στις Ανώνυμες Εταιρίες Επενδυτικής Διαμεσολάβησης (ΑΕΕΔ), εφόσον παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες σύμφωνα με την άδεια λειτουργίας τους. 2.

Στα πιστωτικά ιδρύματα, εφόσον παρέχουν μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις: (α) το άρθρο 2, (β) η παράγραφος 5 του άρθρου αυτού, καθώς και τα άρθρα 6, 7,12 έως 15 και 19, (γ) τα άρθρα 25 έως 30...(Άρθρο 4) Επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες και παρεπόμενες υπηρεσίες 1.

Ως επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες νοούνται οι εξής: (α) Η λήψη και διαβίβαση εντολών, η οποία συνίσταται στη λήψη και διαβίβαση εντολών για λογαριασμό πελατών, για κατάρτιση συναλλαγών σε χρηματοπιστωτικά μέσα. (β) Η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών, η οποία συνίσταται στην κατάρτιση συμβάσεων αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων για λογαριασμό πελατών...2.

Ως παρεπόμενες υπηρεσίες νοούνται οι εξής: (α)... (β) Η παροχή πιστώσεων ή δανείων σε επενδυτή προς διενέργεια συναλλαγής σε ένα ή περισσότερα χρηματοπιστωτικά μέσα, στην οποία μεσολαβεί η ΕΠΕΥ, η οποία παρέχει την πίστωση ή το δάνειο... (Άρθρο 25) Υποχρεώσεις επαγγελματικής συμπεριφοράς κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών: 1.Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και ειδικότερα να συμμορφώνονται με τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου αυτού... (Άρθρο 36) Άδεια λειτουργίας, μετοχικό κεφάλαιο και τακτικός έλεγχος ΑΕΕΔ. 1.Οι ΑΕΕΔ λειτουργούν με τη μορφή ανώνυμης εταιρίας.

Στην επωνυμία τους πρέπει να προσδιορίζονται ως "Ανώνυμη Εταιρία Επενδυτικής Διαμεσολάβησης" και στο διακριτικό τους τίτλο ως "ΑΕΕΔ". 2. Οι ΑΕΕΔ επιτρέπεται να παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες που συνίστανται αποκλειστικά στη λήψη και διαβίβαση εντολών επί κινητών αξιών και μεριδίων, που εκδίδονται από οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων και στην παροχή επενδυτικών συμβουλών, που αφορούν κινητές αξίες και μερίδια που εκδίδονται από οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων.

Οι ΑΕΕΔ δεν επιτρέπεται να κατέχουν κεφάλαια και χρηματοπιστωτικά μέσα πελατών τους. 3. Οι ΑΕΕΔ επιτρέπεται να διαβιβάζουν εντολές επί κινητών αξιών και μεριδίων που εκδίδονται από οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων μόνο σε: (α) ΕΠΕΥ που εδρεύουν σε κράτος - μέλος, (β) πιστωτικά ιδρύματα που εδρεύουν σε κράτος - μέλος...".

Εξάλλου, ο Ν. 2843/2000 "Εκσυγχρονισμός των χρηματιστηριακών συναλλαγών, εισαγωγή εταιριών επενδύσεων στην ποντοπόρο ναυτιλία στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και άλλες διατάξεις", του οποίου τα άρθρα 1 έως 6 καταργήθηκαν με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 4141/5-4-2013, αλλά εξακολουθούν να εφαρμόζονται για τις πράξεις ή παραλείψεις που έχουν τελεσθεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του, προέβλεπε στα άρθρα 2, 3, 4 και 5 αυτού, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: (άρθρο 2 παρ. 1) "Επιτρέπεται η παροχή πίστωσης, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για τα πιστωτικά ιδρύματα, από μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών προς πελάτη του, για την εξόφληση του τιμήματος χρηματιστηριακής αγοράς μετοχών, που πραγματοποιεί για λογαριασμό του στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, μόνον, εφόσον έχει συναφθεί, εγγράφως, σύμβαση για τη χορήγηση πιστώσεων, μεταξύ του μέλους και του πελάτη". (άρθρο 3 ) "1.

Για την εξασφάλιση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων, που απορρέουν από την παροχή πιστώσεων για αγορά μετοχών, ο πελάτης παρέχει στο μέλος ως ασφάλεια, κινητές αξίες και μετρητά, το σύνολο των οποίων ονομάζεται "Χαρτοφυλάκιο Ασφάλειας". 2. Το Χαρτοφυλάκιο Ασφάλειας αποτελείται από τις μετοχές, οι οποίες αγοράζονται με πίστωση, ή και από άλλες κινητές αξίες, οι οποίες αποτιμώνται, σύμφωνα με την περίπτωση β' της παραγράφου 1 του άρθρου 6, τις οποίες παρέχει συμπληρωματικά ο πελάτης, ως ασφάλεια για την οφειλή, που γεννάται ύστερα από τη χορήγηση κάθε πίστωσης. 3.

Η αξία του Χαρτοφυλακίου Ασφάλειας αποτιμάται κάθε εργάσιμη ημέρα και ονομάζεται "Τρέχουσα Αξία του Χαρτοφυλακίου Ασφάλειας". 4. Συνιστάται νόμιμο ενέχυρο υπέρ του μέλους επί των κινητών αξιών, που περιλαμβάνονται στο Χαρτοφυλάκιο Ασφάλειας. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις, που ορίζεται διαφορετικά στο παρόν, επί των κινητών αξιών αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν.δ. 17.7./13.8.1923. 5.

Κινητές αξίες, κατά την έννοια του παρόντος νόμου, είναι οι μετοχές και οι λοιπές αξίες, με χαρακτηριστικά μετοχών, οι ομολογίες και οι λοιπές αξίες, με χαρακτηριστικά ομολογιών, εφόσον αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην Κεφαλαιαγορά, όπως η Ηλεκτρονική Δευτερογενής Αγορά Τίτλων ή σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά, σύμφωνα με την παράγραφο 1του άρθρου 4 του ν. 1969/1991 (ΦΕΚ 167 Α') και παρέχουν δικαίωμα απόκτησης άλλης κινητής αξίας μέσω εγγραφής ή ανταλλαγής ή που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, καθώς και κάθε άλλη ανταλλάξιμη αξία, που ορίζεται, ως κινητή αξία, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

Τα μέσα πληρωμής αποκλείονται". (άρθρο 4) 1. "Για κάθε αγορά μετοχών με πίστωση, ο πελάτης υποχρεούται να καταθέσει κινητές αξίες ή να καταβάλει μετρητά στο μέλος, ώστε να προκύπτει αρχικό περιθώριο, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος άρθρου. Με πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος δύναται να ορίζονται όροι και προϋποθέσεις για τη δυνατότητα κατάθεσης από τον πελάτη στο μέλος και μετρητών. 2.

Ως αρχικό περιθώριο νοείται η διαφορά μεταξύ της συνολικής τρέχουσας αξίας των κινητών αξιών, οι οποίες καταβάλλονται, σύμφωνα με την παράγραφο 1, προκειμένου να αποτελέσουν το Χαρτοφυλάκιο Ασφάλειας, που λαμβάνεται, υπόψη, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και της οφειλής του πελάτη, η οποία προκύπτει, αυτοτελώς, από τη συγκεκριμένη αγορά μετοχών με πίστωση. 3.

Το αρχικό περιθώριο ορίζεται σε ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου ασφάλειας. Το παραπάνω ποσοστό μεταβάλλεται, με πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, μετά από γνώμη του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς". (άρθρο 5) " 1. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου οι ακόλουθοι όροι έχουν την εξής έννοια:

Η διαφορά μεταξύ της τρέχουσας αξίας των κινητών αξιών, που περιέχονται στο Χαρτοφυλάκιο Ασφάλειας και του χρεωστικού υπολοίπου καλείται περιθώριο. Ως διατηρητέο περιθώριο νοείται το ελάχιστο περιθώριο, το οποίο πρέπει να υφίσταται, οποτεδήποτε, κατά τη διάρκεια πιστωτικής σύμβασης. (Το διατηρητέο περιθώριο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να είναι μικρότερο του αρχικού περιθωρίου). 2.

Αν το περιθώριο καταστεί κατώτερο από το διατηρητέο περιθώριο, το ύψος του οποίου καθορίζεται, σύμφωνα με την περίπτωση α' της παραγράφου 2 του άρθρου 6, το μέλος απαιτεί, την ίδια ημέρα από τον πελάτη, να καλύψει τη διαφορά, μέχρι την έναρξη της μεθεπόμενης συνεδρίασης του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών. 3.

Αν ο πελάτης δεν εκπληρώσει εμπρόθεσμα την κατά την προηγούμενη παράγραφο υποχρέωση για κάλυψη της διαφοράς, το μέλος προβαίνει, εντός τριών (3) εργάσιμων ημερών, από της προειδοποιήσεως του πελάτη το αργότερο, στις απαραίτητες ενέργειες, σύμφωνα με την επόμενη παράγραφο, προκειμένου να αποκατασταθεί το διατηρητέο περιθώριο. 4.

Οι κατά την προηγούμενη παράγραφο απαραίτητες ενέργειες συνίστανται στα εξής: α. Για μετοχές ή άλλα χρηματιστηριακά πράγματα, στην απευθείας εκποίησή τους, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 26 του ν. 3632/1928, μη ισχύοντος του εκεί αναφερόμενου χρονικού περιορισμού των τριάντα (30) ημερών, β. Για άλλες κινητές αξίες, πλην των παραπάνω, στη διενέργεια της πράξης, που απαιτείται για την κατ' εφαρμογή των οικείων διατάξεων αναγκαστική εκποίησή τους".

Κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 2843/2000 εκδόθηκε η Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, με αριθμό 2474/31.5.2001 (ΦΕΚ Α' 110/1.6.2001) "Παροχή πιστώσεων από πιστωτικά ιδρύματα και μέλη του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών", η οποία καταργήθηκε με την Πράξη ΕΕΤ ΤτΕ 157/6/02.04.2019 (ΦΕΚ Β' 2136/07.06.2019), αλλά εφαρμόζεται κατά τον κατωτέρω κρίσιμο χρόνο, και με τις γενικές διατάξεις της, καθόρισε τα όρια του ως άνω νόμου, ως προς το διατηρητέο περιθώριο, ως ποσοστό επί της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου ασφαλείας σε 35% και ως προς το αρχικό περιθώριο στο ύψος που προβλεπόταν στο άρθρο 4 παρ. 3 του ιδίου νόμου, ήτοι σε ποσοστό τουλάχιστον 50% της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου ασφαλείας, όρισε, δε, ότι τα πιστωτικά ιδρύματα και τα μέλη του ΧΑΑ δύνανται, να προσδιορίζουν ποσοστό "διατηρητέου" και "αρχικού περιθωρίου" μεγαλύτερα των προαναφερομένων, με την προϋπόθεση ότι θα ενημερώνεται σχετικά ο πελάτης και θα υφίσταται ειδική αναφορά στην ειδική προς τούτο σύμβαση.

Ακόμη, με τις ειδικές διατάξεις της ίδιας ΠΔΤΕ ορίστηκαν και τα ακόλουθα: "Η παροχή πίστωσης προς φυσικά πρόσωπα, στο πλαίσο της παρούσας Πράξης, θα διέπεται από τους εξής ειδικούς όρους. 1. Μετρητά που τυχόν καταβάλλονται ως μέρος του χαρτοφυλακίου ασφάλειας (άρθρο 3 παράγρ. 1 του Ν. 2843/2000) θα δεσμεύονται σε ειδικό λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα, με όρους που συμφωνούνται μεταξύ των αντισυμβαλλομένων. 2.

Με την επιφύλαξη τυχόν πρόσθετων διατάξεων, που αφορούν ειδικά στα μέλη του ΧΑΑ, τα πιστωτικά ιδρύματα για την παροχή πίστωσης, κατά τις διατάξεις της παρούσας Πράξης, υποχρεούνται όπως: (α) εξασφαλίσουν δήλωση του πελάτη ότι είναι ενημερωμένος επαρκώς για (ί) τον κίνδυνο που ενέχει η διενέργεια συναλλαγών με πίστωση, (ίί) τον κίνδυνο που ενδεχομένως να προκύπτει από την υποχρέωση κάλυψης των προβλεπόμενων περιθωρίων και των συνεπειών από τη μείωση του περιθωρίου κάτω από το απαιτούμενο "διατηρητέο περιθώριο", (ίίί) τις διαδικασίες εκποίησης στοιχείων του χαρτοφυλακίου ασφάλειας. (β) καταρτίσουν σύμβαση, η οποία σε κάθε περίπτωση θα περιέχει κατ' ελάχιστο: (ί) τη βασική λειτουργία του μηχανισμού παροχής πιστώσεων κατά τρόπο κατανοητό, (ίί) τα στοιχεία που δύνανται να απαρτίζουν το χαρτοφυλάκιο ασφάλειας, (iii) τα οριζόμενα από το πιστωτικό ίδρυμα ποσοστά "αρχικού περιθωρίου" και "διατηρητέου περιθωρίου", (iν) την προθεσμία κάλυψης τυχόν ελλείμματος του διατηρητέου περιθωρίου, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει την εκάστοτε ισχύουσα προθεσμία- εκκαθάρισης τίτλων στο Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών, (ν) τη σειρά προτεραιότητας κατά την εκποίηση των στοιχείων του χαρτοφυλακίου στην οποία θα προβαίνει το πιστωτικό ίδρυμα σε περίπτωση μη προσήκουσας κάλυψης των περιθωρίων, (νi) τη διαδικασία και τους όρους δέσμευσης και αποδέσμευσης στοιχείων του χαρτοφυλακίου ασφάλειας, (vii) αναλυτικά τις επιβαρύνσεις για την παροχή πίστωσης προς τον αντισυμβαλλόμενο με ειδική αναφορά στο εφαρμοζόμενο ετησιοποιημένο επιτόκιο, που εφαρμόζεται στα υπόλοιπα της πίστωσης, ή και στην τυχόν βάση αναφοράς που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του επιτοκίου στην περίοδο εκτοκισμού και αναλυτικά σε τυχόν λοιπές επιβαρύνσεις. (γ) αποτιμούν την τρέχουσα αξία του χαρτοφυλακίου ασφάλειας υποχρεωτικά κάθε εργάσιμη ημέρα για τον προσδιορισμό των ποσοστών των παραγρ.

Α 1 (β) και Α 1 (γ) της παρούσας Πράξης, ή ανάλογα της παραγρ.Α3, με βάση την τελευταία διαθέσιμη επίσημη τιμή αναφοράς, όπως αυτή ορίζεται από την κάθε οργανωμένη αγορά... (δ) ενημερώνουν τους πελάτες τους (ί) το αργότερο μέχρι την έναρξη της επόμενης συνεδρίασης του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών για τις συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν και για την υποχρέωση κάλυψης τυχόν ελλείμματος του διατηρητέου περιθωρίου (παραγρ.

Β 2 β) (ίν)...". Στη συνέχεια, με την υπ' αριθ. 2567/23.11.2005 (ΦΕΚ Α' 289/29.11.2005) Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, τροποποιήθηκαν οι διατάξεις της παραπάνω ΠΔΤΕ, ως προς τα όρια των περιθωρίων, τα οποία καθορίστηκαν σε ποσοστό 30% επί της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου ασφαλείας για το διατηρητέο περιθώριο και σε ποσοστό 40% επί της τρέχουσας αξίας του χαρτοφυλακίου ασφαλείας για το αρχικό περιθώριο.

Τέλος, στα άρθρα 2 παρ. 4, 7 και 17 του Ν. 3340/2005 "Για την προστασία της Κεφαλαιαγοράς από πράξεις προσώπων, που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και πράξεις χειραγώγησης της αγοράς", που έχει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, την προσαρμογή της νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 28ης Ιανουαρίου 2003, για τις πράξεις προσώπων που κατέχουν προνομιακές πληροφορίες και τις πράξεις χειραγώγησης της αγοράς (κατάχρηση αγοράς), και ο οποίος νόμος, καταργήθηκε μεν με το άρθρο 42 του ν. 4443/2016, αλλά κατά το άρθρο 41 παρ. 1 και 2 του νέου αυτού νόμου εξακολουθεί να εφαρμόζεται σε παραβάσεις, που έλαβαν χώρα μέχρι την έναρξη ισχύος του, ορίζονται τα ακόλουθα: (άρθρο 2 παρ. 4) "Ως "κατάχρηση αγοράς" νοείται η κατάχρηση προνομιακών πληροφοριών, όπως ορίζεται στα άρθρα 3 έως 6 του νόμου αυτού και η χειραγώγηση της αγοράς".(άρθρο 7) "1.

Απαγορεύεται η χειραγώγηση της αγοράς. 2. Ως "χειραγώγηση της αγοράς" νοούνται: (α) συναλλαγές ή εντολές για τη διενέργεια συναλλαγών, με τις οποίες δίδονται ή είναι πιθανόν ότι θα δοθούν ψευδείς ή παραπλανητικές ενδείξεις για την προσφορά, τη ζήτηση ή την τιμή χρηματοπιστωτικού μέσου ή με τις οποίες διαμορφώνεται, από ένα ή περισσότερα πρόσωπα που ενεργούν από κοινού, η τιμή ενός ή περισσότερων χρηματοπιστωτικών μέσων σε μη κανονικό ή τεχνητό επίπεδο, εκτός εάν το πρόσωπο που κατήρτισε τις συναλλαγές ή το πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου καταρτίσθηκαν οι συναλλαγές ή το πρόσωπο που έδωσε τις εντολές για τη διενέργεια συναλλαγών αποδεικνύει ότι οι συναλλαγές αυτές καταρτίσθηκαν ή ότι έδωσε τις εντολές για τη διενέργεια των συναλλαγών αυτών για θεμιτούς λόγους και ότι οι συναλλαγές ή εντολές είναι σύμφωνες με τις αποδεκτές πρακτικές της σχετικής αγοράς, (β) συναλλαγές ή εντολές για τη διενέργεια συναλλαγών, οι οποίες συνδυάζονται με/ή συνιστούν παραπλανητικές μεθοδεύσεις ή άλλο τέχνασμα, (γ) η διάδοση δια των μέσων μαζικής ενημέρωσης και του διαδικτύου ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο πληροφοριών, οι οποίες δίνουν ή είναι πιθανόν να δώσουν ψευδείς ή παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά με χρηματοπιστωτικά μέσα ή φημών ή παραπλανητικών ειδήσεων, εάν ο διαδίδων γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι οι πληροφορίες, οι φήμες ή οι ειδήσεις αυτές ήταν ψευδείς ή παραπλανητικές... 3.

Συμπεριφορές που συνιστούν χειραγώγηση της αγοράς κατά την έννοια των παραγράφων 1 έως 2 αποτελούν ενδεικτικά οι εξής: (α) η συμπεριφορά, από ένα ή περισσότερα πρόσωπα που δρουν συντονισμένα, η οποία οδηγεί στην εξασφάλιση δεσπόζουσας θέσης επί της προσφοράς ή της ζήτησης ενός χρηματοπιστωτικού μέσου, με αποτέλεσμα τον άμεσο ή έμμεσο τεχνητό προσδιορισμό της τιμής αγοράς ή της τιμής πώλησης ή τη δημιουργία αθέμιτων συνθηκών στις συναλλαγές, (β) η αγορά ή πώληση ενός χρηματοπιστωτικού μέσου κατά την περίοδο διαμόρφωσης της τιμής κλεισίματος της αγοράς με αποτέλεσμα την παραπλάνηση των επενδυτών που ενεργούν βάσει της τιμής αυτής, (γ) ...(δ)... 4.

Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς καθορίζονται κριτήρια και ενδείξεις βάσει των οποίων θα εξετάζεται κατά πόσον συγκεκριμένη συμπεριφορά ενδέχεται να συνιστά χειραγώγηση της αγοράς στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου αυτού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα εκτελεστικά μέτρα της Οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου". (άρθρο 17) "Τα πρόσωπα που διαμεσολαβούν κατ` επάγγελμα στην κατάρτιση συναλλαγών υποχρεούνται να ειδοποιούν την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, όταν υπάρχουν σοβαρές υπόνοιες, ότι συναλλαγές που έχουν καταρτισθεί θα μπορούσαν να συνιστούν κατάχρηση της αγοράς.

Όταν η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς λαμβάνει ειδοποιήσεις κατά την έννοια του παρόντος άρθρου προερχόμενες από πιστωτικά ιδρύματα, τις διαβιβάζει και στην Τράπεζα της Ελλάδος". Κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 4 του άρθρου 7 του νόμου αυτού εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1/347/12.7.2005 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (ΦΕΚ Β 983/13.7.2005), η οποία στο άρθρο 2 ορίζει ότι με την επιφύλαξη των παραδειγμάτων στην παράγραφο 3 του άρθρου 7 του ν. 3340/2005, προκειμένου να εξετασθεί, εάν συναλλαγές ή εντολές για τη διενέργεια συναλλαγών, συνιστούν χειραγώγηση, κατά την έννοια της περίπτωσης (α) της παραγράφου 2 του άρθρου 7 του ν. 3340/2005, η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και οι συμμετέχοντες στην αγορά λαμβάνουν, υπόψη, τα ακόλουθα κριτήρια και ενδείξεις, των οποίων η απαρίθμηση δεν είναι εξαντλητική και τα οποία δεν πρέπει, απαραιτήτως, να θεωρούνται, ότι από μόνα τους συνιστούν πράξεις χειραγώγησης αγοράς: (α) Το βαθμό στον οποίο οι δοθείσες εντολές ή οι διενεργηθείσες συναλλαγές αντιπροσωπεύουν σημαντικό ποσοστό του καθημερινού όγκου συναλλαγών στο σχετικό χρηματοπιστωτικό μέσο στην οικεία οργανωμένη αγορά, ιδίως, όταν οδηγούν σε σημαντική μεταβολή της τιμής του χρηματοπιστωτικού μέσου, (β) Το βαθμό στον οποίο οι δοθείσες εντολές ή οι διενεργηθείσες συναλλαγές από πρόσωπα με σημαντική θέση αγοράς ή πώλησης σε ένα χρηματοπιστωτικό μέσο οδηγούν σε σημαντικές μεταβολές της τιμής του χρηματοπιστωτικού μέσου ή συνδεδεμένου με αυτό παράγωγου μέσου ή του υποκείμενου μέσου, που έχει εισαχθεί για διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά, (γ) Κατά πόσο οι διενεργηθείσες συναλλαγές δεν συνεπάγονται αλλαγή του πραγματικού δικαιούχου του χρηματοπιστωτικού μέσου, που είναι εισηγμένο για διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά, (δ) Το βαθμό στον οποίο οι δοθείσες εντολές ή οι διενεργηθείσες συναλλαγές οδηγούν σε βραχυπρόθεσμες αντιστροφές θέσεων και αντιπροσωπεύουν σημαντικό ποσοστό του καθημερινού όγκου συναλλαγών στο σχετικό χρηματοπιστωτικό μέσο στην οικεία οργανωμένη αγορά, και ενδέχεται να σχετίζονται με σημαντικές μεταβολές στην τιμή ενός χρηματοπιστωτικού μέσου, που έχει εισαχθεί για διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά, (ε) Το βαθμό στον οποίο οι δοθείσες εντολές ή οι διενεργηθείσες συναλλαγές συγκεντρώνονται σε μικρό χρονικό διάστημα της συνεδρίασης και οδηγούν σε μεταβολή τιμής, η οποία στη συνέχεια αντιστρέφεται, (στ) Το βαθμό στον οποίο οι δοθείσες εντολές μεταβάλλουν τις καλύτερες τιμές προσφοράς και ζήτησης ενός χρηματοπιστωτικού μέσου εισηγμένου για διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά ή γενικότερα τις τιμές που καταγράφονται στο βιβλίο εντολών των συμμετεχόντων στην αγορά και οι οποίες αποσύρονται πριν εκτελεσθούν. (ζ) Το βαθμό στον οποίο δίδονται εντολές ή διενεργούνται συναλλαγές σε, ή γύρω από, συγκεκριμένο χρονικό διάστημα κατά το οποίο υπολογίζονται οι τιμές αναφοράς, οι τιμές εκκαθάρισης και οι αποτιμήσεις, με αποτέλεσμα να μεταβάλλονται ή να επηρεάζονται οι εν λόγω τιμές ή αποτιμήσεις κατ' επανάληψη (σε περισσότερες από μία συνεδριάσεις).

Με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 3340/2005, οι οποίες αποβλέπουν στη διαφύλαξη της εύρυθμης λειτουργίας της κεφαλαιαγοράς και στην προστασία του επενδυτικού κοινού, εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη η έννοια της "χειραγώγησης της αγοράς" και εξειδικεύθηκαν οι μορφές τέλεσης της σχετικής παράβασης.

Μεταξύ άλλων ορίστηκε ότι η χειραγώγηση της αγοράς μπορεί να επιχειρείται δια της διενέργειας συναλλαγών ή εντολών για τη διενέργεια συναλλαγών, όταν με τις συναλλαγές αυτές είναι δυνατόν, να δοθούν ψευδείς ή παραπλανητικές ενδείξεις. Ειδικότερα, χειραγώγηση της αγοράς επιφέρει η διενέργεια συναλλαγών, οι οποίες είναι ικανές, ως εκ της φύσεώς τους, να επηρεάσουν την τιμή ή τις συναλλαγές επί κινητών αξιών, που έχουν εισαχθεί σε οργανωμένη χρηματιστηριακή αγορά και να ασκήσουν επιρροή στο επενδυτικό κοινό και στη διαμόρφωση των αποφάσεών του, ως προς τις συναλλαγές τους επ' αυτών.

Συνεπώς, το ουσιώδες στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης της παράβασης της χειραγώγησης της αγοράς είναι ή ύπαρξη κινδύνου παραπλάνησης των επενδυτών, ως προς τα κρίσιμα για τις επενδυτικές τους αποφάσεις μεγέθη, με τη χρήση διαφόρων μεθοδεύσεων (όπως κατάρτιση προσυνεννοημένων συναλλαγών, μεγάλος όγκος ύποπτων συναλλαγών, συχνότητα αυτών, σχέση μεταξύ προσώπων συμμετεχόντων στις συναλλαγές, τεχνητή διαμόρφωση της τιμής κλεισίματος των μετοχών), συνεπεία των οποίων επέρχεται στρέβλωση των δεδομένων, που αφορούν στην τιμή και στην εμπορευσιμότητα των κινητών αξιών και τεχνητή διαμόρφωσή τους σε επίπεδο, που δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά τους μεγέθη. (ΑΠ 1776/2023).

Ακόμη, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 3587/2007, που ορίζουν, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια με πράξη ή παράλειψη του κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή" (παρ. 1 εδ.

α), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας" (παρ. 1 εδ. β`), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3), και ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ.

α`), προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 619/2021, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018).

Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, επίσης, ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης στο πλαίσιο παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 ν. 2251/1994.

Ειδικότερα, από το συνδυασμό όλων των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, σαφώς συνάγεται ότι τα πιστωτικά ιδρύματα, όπως είναι οι τράπεζες, όταν παρέχουν νομίμως επενδυτικές υπηρεσίες σε επαγγελματική βάση, στις οποίες υπηρεσίες περιλαμβάνεται και η εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών τους, με σκοπό την κατάρτιση από αυτούς αγορών και πωλήσεων χρηματοπιστωτικού μέσου, όπως είναι και η αγορές και πωλήσεις μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ), αλλά και η παρεπόμενη επενδυτική υπηρεσία της παροχής στους πελάτες τους πιστώσεων η δανείων για να προβαίνουν στις αγορές αυτές, υπό τις προαναφερθείσες αυστηρές προϋποθέσεις του Ν. 2843/2000, έχουν, τόσο από την γενικού περιεχομένου διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 Ν. 3606/2007, σύμφωνα με την οποία οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους, όσο και από την, από το άρθρο 288 ΑΚ, συναγομένη αρχή της καλής συναλλακτικής πίστης κατά την εκπλήρωση της παροχής τους, ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, η οποία επιβάλλει σε αυτά, ακόμη και στην περίπτωση που οι εντολές δεν διαβιβάζονται απ' ευθείας από τον ίδιο τον πελάτη, αλλά με τη μεσολάβηση της παρέχουσας επίσης επενδυτικές υπηρεσίες σε αυτόν Ανώνυμης Εταιρίας Επενδυτικής Διαμεσολάβησης (ΑΕΕΔ), να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προφύλαξης του αντισυμβαλλόμενου πελάτη τους, ιδιαίτερα δε του μη επαγγελματία πελάτη, και αποτροπής της μέλλουσας να επέλθει ζημίας του.

Έτσι, έχουν υποχρέωση ενημέρωσης του πελάτη και στην περίπτωση της, εν αγνοία αυτού, χειραγώγησης μετοχών του, κατά την ανωτέρω έννοια, από την ΑΕΕΔ αυτή, για το οποίο γεγονός μάλιστα έχουν και συγκεκριμένη υποχρέωση, κατά το άρθρο 17 του Ν. 3340/2005, να ενημερώσουν και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, προς προστασία του συνόλου των επενδυτών.

Επί πλέον η συγκεκριμένη παράλειψη ενημέρωσης του πελάτη συνιστά παράβαση και της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης, απορρέουσας από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Επομένως, αν από την ανωτέρω αντισυμβατική αλλά και παράνομη και υπαίτια παράβαση της σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών από την τράπεζα, έναντι του έχοντος την ιδιότητα του καταναλωτή πελάτη της, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994, αυτός υπέστη ζημία που βρίσκεται σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με την συμπεριφορά αυτή, τότε θεμελιώνεται εκτός από συμβατική και αδικοπρακτική ευθύνη αυτής κατά τις διατάξεις των άρθρων 914, 288 ΑΚ και 8 Ν. 2251/1994 (ΑΠ 1776/2023, ΑΠ 796/2023, ΑΠ 619/2021, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την πληρότητα της ενστάσεως πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν όλα τα θεμελιωτικά της γεγονότα, που επιφέρουν, ως έννομη συνέπεια, την παρακώλυση της γεννήσεως ή ασκήσεως ή την κατάλυση του ένδικου δικαιώματος σε μεταγενέστερο χρόνο, ταυτοχρόνως δε πρέπει να διατυπώνεται και αίτημα απορρίψεως της αγωγής για το συγκεκριμένο λόγο, το οποίο όμως μπορεί και να καλύπτεται από το γενικό αίτημα του ενισταμένου για παραδοχή όλων των ισχυρισμών του και την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 125/2022, ΑΠ 1070/2017, ΑΠ 355/2015).

Εξάλλου, τα άρθρα 440 και 441 ΑΚ, που ρυθμίζουν το συμψηφισμό, ορίζουν το μεν πρώτο, ότι, "Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες", το δε δεύτερο ότι, "συμψηφισμός επέρχεται αν ο ένας τον επικαλεσθεί με δήλωση προς τον άλλο.

Η πρόταση συμψηφισμού επιφέρει απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων από τότε που συνυπήρξαν". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της πρότασης του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού, θα συνυπάρξουν.

Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει συνεπώς από το χρονικό αυτό σημείο, το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του (κύρια ή ενεργητική απαίτηση), προτείνοντας την ανταπαίτησή του (ή παθητική απαίτηση) σε συμψηφισμό, επέρχεται δε με την πρότασή του, απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται αναδρομικά, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται.

Απαίτηση και ανταπαίτηση πρέπει να είναι τέλειες, δηλαδή να είναι ληξιπρόθεσμες, να μην τελούν υπό αίρεση ή προθεσμία, να μην υπόκεινται σε ανατρεπτική ή αναβλητική ένσταση και να είναι αγώγιμες, δηλαδή να μην είναι απλώς φυσικές ενοχές. Ο νόμος δεν απαιτεί, ως όρο του συμψηφισμού, ταυτότητα του νομικού λόγου που στηρίζει τις αμοιβαίες απαιτήσεις ή συνάφεια της αιτίας τους, αλλά ούτε και επιβάλλει η ανταπαίτηση που αντιτάσσεται προς συμψηφισμό να είναι εκκαθαρισμένη.

Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα, είτε ενώπιον δικαστηρίου, με τη μορφή ένστασης (άρθρο 442 ΑΚ). Όπως συνάγεται δε, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 441 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ για να είναι ορισμένη η ένσταση συμψηφισμού πρέπει να περιλαμβάνει σαφή έκθεση των παραγωγικών της ανταπαιτήσεως γεγονότων, προσδιορισμό της απαίτησης του ενάγοντος, στην οποία αναφέρεται η δήλωση συμψηφισμού, καθορισμό του αντικειμένου και του χρόνου γεννήσεώς τους, όπως επίσης και ορισμένο αίτημα, ήτοι την απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και την απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 697/2022, ΑΠ 695/2020, ΑΠ 84/2019).

Τέλος, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από αυτό συνάγεται ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή εν όλω ή εν μέρει, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου, τη δε απόφαση αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή ή το οικείο μέρος αυτής, όσο και ως προς την ήδη προβληθείσα ένσταση και δεν υπάρχει ανάγκη να την επαναφέρει και ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ (ΑΠ 1118/2023, ΑΠ 1218/2020, ΑΠ 1256/2019).

Στην αντίστροφη περίπτωση, αν δηλαδή η αγωγή έγινε δεκτή και απορρίφθηκε ένσταση του εναγομένου κατ' αυτής, ο τελευταίος εκκαλώντας την απορριπτική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μπορεί να επαναφέρει στο Εφετείο την ένταση αυτή μόνο με λόγο έφεσης ή με πρόσθετο λόγο και όχι απλά με τις προτάσεις του (ΑΠ 1218/2020, ΑΠ 279/2015, ΑΠ 1710/2012).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα κατά τα άρθρα 118 - 120 στοιχεία και τους λόγους της έφεσης, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες συνίστανται σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστηρίου ή σε ορισμένες περιπτώσεις και του ίδιου του εκκαλούντος.

Οι λόγοι της έφεσης πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι, ώστε να μπορεί να οριοθετηθεί η εξουσία του εφετείου, ενόψει, μάλιστα, της διάταξης του άρθρου 522 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση (και τους τυχόν πρόσθετους λόγους αυτής) και να είναι σε θέση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κρίνει για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους, αλλά και να μπορεί ο εφεσίβλητος να αμυνθεί, αποκρούοντας και ανασκευάζοντας αυτούς.

Οι αόριστοι λόγοι έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (ΑΠ 1509/2021, ΑΠ 1284/2019, ΑΠ 574/2018, ΑΠ 1130/2015). Ειδικότερα, όταν αποδίδεται στην εκκαλουμένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και τα περιστατικά που κατά τον εκκαλούντα στοιχειοθετούν την αποδιδομένη νομική πλημμέλεια (ΑΠ 584/2019, ΑΠ 574/2018, ΑΠ 1657/2002).

Εάν όμως αποδίδεται στην εκκαλουμένη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, ο σχετικός λόγος έφεσης επαρκώς προσδιορίζεται εκ της μνείας ότι από την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, ενώ δεν είναι αναγκαία η εξειδίκευση των επί μέρους σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ), είναι υποχρεωμένο να κρίνει την ορθότητα του διατακτικού της εκκαλούμενης απόφασης μετά από καθολική εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης και όχι μόνο με βάση τα μερικότερα παράπονα του εκκαλούντος που συνδέονται με αυτή, τούτο δε επανεκτιμά εξ υπαρχής την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού (ΑΠ 1509/2021, ΑΠ 1588/2017, ΑΠ 1345/2015).

Τυχόν δε πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφερόμενη στο ορισμένο ή μη, είτε της αγωγής είτε της έφεσης, ελέγχεται αναιρετικά, με βάση τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία, η απόφαση είναι αναιρετέα, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ 1509/2021, ΑΠ 574/2018, ΑΠ 1212/2013, ΑΠ 803/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο αναιρεσείων, με τις από 14.11.2018 προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αρνήθηκε την αγωγή της αντιδίκου της ως νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και ζήτησε την απόρριψή της. Ειδικότερα, ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε ότι στις 28.1.2011, μετά από γνωριμία του με τον Δ.

Α., νόμιμο εκπρόσωπο της εταιρεία παροχής υπηρεσιών επενδυτικής διαμεσολάβησης "FINANCIAL ANALYTICS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ" και σχετικών προτροπών του, κατήρτισε με την εταιρία αυτή σύμβαση παροχής υπηρεσιών επενδυτικής διαμεσολάβησης, σύμφωνα με την οποία η εταιρία θα ελάμβανε εντολές για κατάρτιση συναλλαγών για λογαριασμό του, επί κινητών αξιών και μεριδίων οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, τις οποίες θα διαβίβαζε περαιτέρω προς εκτέλεση σε επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, πιστωτικά ιδρύματα κλπ...

και εν προκειμένω στην ενάγουσα τράπεζα. Ότι την ίδια ημέρα (28.11.2011) κατάρτισε με την ενάγουσα τρείς συμβάσεις παροχής υπηρεσιών (καταθέσεων και επενδυτικών) και μία σύμβαση παροχής πίστωσης προς διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών μετά του παραρτήματος αυτής, με αντικείμενο την εκ μέρους της ενάγουσας χρηματιστηριακών συναλλαγών (αγορές και πωλήσεις μετοχών στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών), για λογαριασμό του, με τη χορήγηση σε αυτόν έντοκης πίστωσης για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς των μετοχών, μέχρι του ποσού των 300.000 ευρώ και με προθεσμία εξόφλησης για εκάστη συναλλαγή αγοράς, τρείς εργάσιμες ημέρες από την ημερομηνία εκκαθάρισης της χρηματιστηριακής συναλλαγής, είτε με μετρητά, είτε από το προϊόν της πωλήσεως των μετοχών που αγοράστηκαν με πίστωση, ή από το προϊόν της πώλησης άλλων μετοχών του χαρτοφυλακίου ασφαλείας, κατόπιν εντολής του ή κατόπιν ασκήσεως από την εναγόμενη τράπεζα του δικαιώματός της προς εκποίηση, στα πλαίσια του, υφιστάμενου υπέρ αυτής, νόμιμου ενεχύρου, επί του χαρτοφυλακίου ασφαλείας του, κατά τους ειδικότερους διαλαμβανόμενους στις άνω συμβάσεις όρους.

Ότι, σε εκτέλεση των άνω συμβάσεων, η ενάγουσα άνοιξε στο όνομά του τον υπ' αριθ. 538516 χρηματιστηριακό κωδικό και τηρούσε επ' ονόματι του δύο λογαριασμούς, έναν προς εξυπηρέτηση της σύμβασης παροχής πίστωσης περιθωρίου ("Margin") και έναν προς εξυπηρέτηση της σύμβασης τριήμερης πίστωσης ("3DC ή Τ+3"), στους οποίους καταχωρήθηκαν οι χρηματιστηριακές συναλλαγές αυτού, καθώς και οι χρηματικές κινήσεις καταβολής του τιμήματος των αγορών μετοχών και κάλυψης της χορηγούμενης πίστωσης.

Ότι από την αρχή της συνεργασίας τους ο νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω εταιρείας επενδυτικής διαμεσολάβησης, Δ. Α., επέμεινε ιδιαίτερα στο να επενδύσει σε μετοχές της εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ", την οποία του σύστησε ως εταιρεία με εξαιρετικά θετικές προοπτικές, λόγω των πολλών και σε διαφορετικούς τομείς, δραστηριοτήτων της.

Ότι μέχρι και τα τέλη του Σεπτεμβρίου του 2011, o ανωτέρω, Δ. Α., προέβη, επ' ονόματι και για λογαριασμό του, μέσω του χρηματιστηριακού κωδικού του, σε αγορά πολλών χιλιάδων μετοχών της εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ", η τιμή της οποίας ήταν συνεχώς ανοδική και δη ενδεικτικά την 1.2.2011 η τιμή της εν λόγω μετοχής έκλεισε σε 0,350 ευρώ και στις 30.9.2011 έκλεισε σε 1,06 ευρώ.

Ότι στα τέλη του Σεπτεμβρίου του 2011, αν και ο λογαριασμός του λειτουργούσε ομαλά, παρατήρησε ότι το χρεωστικό του υπόλοιπο προς την πρώτη εναγομένη είχε ανέλθει σε υψηλά επίπεδα και για το λόγο αυτό ζήτησε επιτακτικά από τον Δ. Α. να σταματήσει να αγοράζει μετοχές της ανωτέρω εταιρείας, o δε τελευταίος, καίτοι επέμενε στην άποψή του περί ανόδου της τιμής της συγκεκριμένης μετοχής και της διατήρησης της θέσης του, πράγματι σταμάτησε, κατά τους μήνες Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 2011, να αγοράζει μετοχές της ανωτέρω εταιρείας.

Ότι, την 30.11.2011, το χαρτοφυλάκιό του, στα πλαίσια της σύμβασης πίστωσης (margin), αποτελούνταν από 260.300 μετοχές της εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ", αξίας τότε 356.611 ευρώ και μετοχές άλλων εταιρειών, συνολικής αξίας 167.789,94 ευρώ και το χαρτοφυλάκιό του, στα πλαίσια της σύμβασης τριήμερης πίστωσης (Τ+3), αποτελούνταν από 495.274 μετοχές της εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ", αξίας 678.525,38 ευρώ και μετοχές άλλων εταιρειών, συνολικής αξίας 9.950 ευρώ, ενώ το διατηρητέο περιθώριο ήταν ανώτερο των συμβατικών ορίων.

Ότι, κατά μήνα Δεκέμβριο 2011, λόγω προσωπικών προβλημάτων του (θέματα υγείας στενών συγγενικών προσώπων) έπαψε προσωρινά να παρακολουθεί τις γενόμενες ενέργειες και την κίνηση του λογαριασμού του, εκ των υστέρων δε διαπίστωσε ότι ο Δ. Α. αυθαίρετα και παράνομα είχε διαβιβάσει κατά το μήνα αυτό τις παρατιθέμενες εντολές προς αγορά και πώληση μετοχών, τις οποίες εκτέλεσε η εναγόμενη τράπεζα, επ' ονόματι και για λογαριασμό του, κατά το χρονικό διάστημα από 1.12.2011 έως 30.12.2011, με αποτέλεσμα στις 30.12.2011 το χαρτοφυλάκιο margin να αποτελείται από 446.500 μετοχές της εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ", αξίας 473.290 ευρώ και μετοχές άλλων εταιρειών, συνολικής αξίας 122.096 ευρώ και το χαρτοφυλάκιο Τ+3 από 495.274 μετοχές της εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ", αξίας 445.490,44 ευρώ και μετοχές άλλων εταιρειών, συνολικής αξίας 9.034,55 ευρώ, ο δε λογαριασμός της σύμβασης πίστωσης margin παρουσίαζε έλλειμμα περιθωρίου 27,88%.

Ότι, στις 2.1.2012, προς μεγάλη του έκπληξη διαπίστωσε ότι, χωρίς να έχει δώσει εντολή και χωρίς καμία ειδοποίησή του εκ μέρους της ενάγουσας, αυτή προέβη στην πώληση των αναφερόμενων μετοχών του χαρτοφυλακίου του, έναντι του διαλαμβανόμενου ποσού. Ότι την ίδια ημέρα επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον διευθυντή της ενάγουσας Σ.

Λ., προκειμένου να πληροφορηθεί το λόγο για τον οποίο ρευστοποιήθηκαν μετοχές του χαρτοφυλακίου του, τονίζοντας ότι είχε έντονες αντιρρήσεις για την πώληση των μετοχών αυτών, αφού αποτελούσαν το σημαντικότερο (πλην μετοχών DIONIC) μέρος του χαρτοφυλακίου του, και αυτός του απάντησε ότι λόγω της πτώσης της αξίας του χαρτοφυλακίου του είχε δημιουργηθεί το καλούμενο "margin call" (πτώση του περιθωρίου του λογαριασμού κάτω του ποσοστού 30%) και ότι εκείνος αποφάσισε να εκποιήσει τις άνω μετοχές του χαρτοφυλακίου ασφαλείας, προκειμένου δε να μην προβεί σε άλλη εντολή για περαιτέρω εκποίηση μετοχών, θα έπρεπε άμεσα να καταθέσει στον κωδικό του το ποσό των 150.000 ευρώ.

Ότι, προκειμένου να μην προχωρήσει ο ανωτέρω προστηθείς της ενάγουσας σε επιπλέον πωλήσεις, στις 3.1.2012 κατέθεσε στην ενάγουσα το ποσό των 200.000 ευρώ σε μετρητά, προς ακόμη μεγαλύτερη εξασφάλιση του χαρτοφυλακίου του, και ενημέρωσε τηλεφωνικά σχετικά με την καταβολή αυτή την ίδια ημέρα τον Σ. Λ., ο οποίος για μία ακόμη φορά τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα πραγματοποιούσε καμία άλλη πώληση.

Ότι παρά ταύτα, την επόμενη ημέρα, 4.1.2012, διαπίστωσε ότι η ενάγουσα προέβη σε περαιτέρω πωλήσεις μετοχών, οι οποίες, μαζί με την μετοχή της εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ", αποτελούσαν πλέον το σύνολο του χαρτοφυλακίου του και δη ότι προέβη σε πωλήσεις όλων των μετοχών του χαρτοφυλακίου του, πλην αυτών της "DlONlC ΑΒΕΕ" και της "ΕΒΡΟΦΑΡΜΑ ΑΒΕΕ".

Ότι, πέραν των μετοχών που πράγματι πωλήθηκαν, η ενάγουσα από τις 3.1.2012 έως και τις 9.1.2012, αλλά και αργότερα, έδινε εντολή πώλησης ορισμένων τεμαχίων του χαρτοφυλακίου του και χιλιάδων τεμαχίων της "DlONlC ΑΒΕΕ", οι οποίες δεν εκτελούνταν ελλείψει αγοραστών. Ότι, απότοκος των ενεργειών αυτών της ενάγουσας, δηλαδή η καταχώρηση πλήθους εντολών πώλησης τεμαχίων της μετοχής της "DlONlC ΑΒΕΕ", οι οποίες έμεναν ανεκτέλεστες, ήταν η αξία της μετοχής να παρουσιάσει ραγδαία και κατακόρυφη πτώση, καθόσον η ενάγουσα με τις ενέργειές της και μόνον, προβαίνοντας σε τεράστιο αριθμό καταχώρησης μαζικών εντολών πώλησης μετοχών της εταιρίας "DlONlC ΑΒΕΕ", προκάλεσαν τον λεγόμενο χρηματιστηριακό πανικό, με αποτέλεσμα διαδοχικά limit down των μετοχών της άνω εταιρίας.

Ότι, ειδικότερα, κατά το άνω διάστημα η ενάγουσα προέβαινε σε μαζική καταχώρηση, στο σύστημα συναλλαγών του Χ.Α.Α, εντολών πωλήσεως μετοχών της συγκεκριμένης εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ", για λογαριασμό πολλών πελατών - επενδυτών της, στο χαρτοφυλάκιο των οποίων είχε δημιουργηθεί "margin call", έτσι δε με τις υπαίτιες αυτές ενέργειές της και εν πλήρη γνώση των συνεπειών των ενεργειών της προκάλεσε έναν φαύλο κύκλο, ο οποίος τροφοδοτούσε ένα πτωτικό σπιράλ της αξίας της μετοχής της "DIONIC ΑΒΕΕ", με συνέπεια την συνεχή πτώση της αξίας της μετοχής αυτής, η τιμή της οποίας στις 29.1.2011 κυμαινόταν από 1,34 ευρώ έως 1,40 ευρώ, στις 30.12.2011 έκλεισε σε 1,06 ευρώ σημειώνοντας πτώση 18,46%, στις 2.1.2012 έκλεισε σε 0,742 ευρώ σημειώνοντας πτώση 30% (limit down), στις 3.1.2012 έκλεισε σε 0,520 ευρώ σημειώνοντας πτώση 29,92 στις 4.1.2012 έκλεισε σε 0,364 ευρώ σημειώνοντας πτώση νέα 30% (limit down), στις 5/1/2012 έκλεισε σε 0,255 ευρώ σημειώνοντας νέα πτώση 29,95% (limit down) και στις 9.1.2012 έκλεισε σε 0,270 ευρώ σημειώνοντας ελαφρά άνοδο 5,88% (limit down) ευρώ, με περαιτέρω συνέπεια, ειδικά όσον αφορά τον ίδιο (εναγόμενο), στις 10.1.2012, η αξία του χαρτοφυλακίου του, το οποίο αποτελούταν κατά κύριο λόγο από τη μετοχή της εταιρείας αυτής, να ανέρχεται στο ποσό των 52.479 ευρώ και το χρεωστικό υπόλοιπο, εκ της πιστωτικής σύμβασης που είχε καταρτίσει με την πρώτη εναγόμενη τράπεζα, να έχει διαμορφωθεί στο συνολικό ποσό των 182.201,60 ευρώ και ειδικότερα, στα ποσά των 114.628,28 ευρώ και 85.955,64 ευρώ, όσον αφορά τους λογαριασμούς "Margin" και "Τ+3", αντίστοιχα.

Ότι την 16.3.2012, έχοντας ήδη ενημερωθεί ότι κατά την 609η/9.2.2012 συνεδρίαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς αποφασίστηκε η προσωρινή αναστολή της εταιρείας "FINANCIAL ANALYTICS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ", υπέβαλε στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς την με αριθ. πρωτ. 3666/16.3.2012 αίτησή του, με την οποία ζήτησε να του γνωστοποιηθεί αν έχει διερευνήσει τις κινήσεις της μετοχής DIONIC από τα τέλη Δεκεμβρίου 2011 έως τις αρχές Ιανουαρίου 2012, καθώς επίσης και αν σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας έχει διαπιστώσει οιαδήποτε συμμετοχή της εταιρείας "FINANCIAL ANALYTICS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗΣ" και της πρώτης εναγομένης, έλαβε δε την απάντηση ότι ο έλεγχος επί των άνω θεμάτων βρίσκεται σε εξέλιξη και ότι πράγματι είχε ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας της άνω εταιρείας, επειδή αυτή είχε υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις της νομοθεσίας της κεφαλαιαγοράς.

Ότι η ενάγουσα ήταν υπαίτια για την αφύσικη υπερτίμηση της μετοχής της DIONIC και συνεπώς την αγορά της από αυτόν σε υψηλότερη της φυσιολογικής αξία και αποκλειστικά υπαίτια για τη μείωση της αξίας του χαρτοφυλακίου του κάτω του margin call και συνεπώς του ποσού που αναζητά με την αγωγή της, άλλως συνυπαίτια κατά ποσοστό 99%, καθόσον συμμετείχε σε υπερτιμητική κερδοσκοπία.

Ότι, ειδικότερα, η ενάγουσα συμμετείχε ενεργά κατά το πρώτο στάδιο της υπερτιμητικής κερδοσκοπίας με την μετοχή της DIONIC, καθώς μέσω αυτής εκτελούνταν οι σχετικές εντολές αγοράς μετοχών, γνώριζε για τον εξαιρετικά μεγάλο αριθμό εντολών και συναλλαγών της FINANCIAL ANALYTICS στην μετοχή της DIONIC, και όφειλε να γνωρίζει ότι οι συγκεκριμένες συναλλαγές συνιστούν προσπάθεια κατάχρησης της αγοράς, κάτι που αυτός δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει, πλην όμως αυτή σε συμπαιγνία με την FINANCIAL ANALYTICS συμμετείχε ενεργά στην τεχνητή διαμόρφωση της τιμής της μετοχής σε υψηλότερα του φυσιολογικού επίπεδα.

Ότι επιπλέον η ενάγουσα όφειλε, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ν. 3340/2005, να ενημερώσει άμεσα την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, σε σχέση με την αυξητική αυτή χειραγώγηση της αγοράς, ώστε αυτή να ενημερώσει με τη σειρά της την τράπεζα της Ελλάδος και να ληφθούν μέτρα προστασίας του επενδυτικού κοινού. Ότι η ενάγουσα γνώριζε ότι οι πελάτες της FINANCIAL ANALYTICS είχαν μεγάλο αριθμό μετοχών της εταιρίας DIONIC και ότι κάθε μαζική εντολή πωλήσεων των μετοχών τους θα είχε ως συνέπεια την ανεξέλεγκτη πτώση της αξίας της μετοχής.

Ότι, σε κάθε περίπτωση, η ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη, σύμφωνα με το άρθρο 25 του ν. 3606/2007, αλλά και σεβόμενη τη γενική υποχρέωση πίστης και προστασίας των συμφερόντων του, να έλθει άμεσα σε απευθείας επικοινωνία μαζί του γνωρίζοντας ότι ο κωδικός του είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένος στη χειραγωγούμενη μετοχή αλλά και υπό τη διαχείριση του φερόμενου χειραγωγού Δ.

Α., και να τον ενημερώσει ώστε να λάβει τα μέτρα του, αφενός μεν ανακαλώντας την εντολή του προς την FINANCIAL ANALYTICS, αφετέρου δε δίδοντας απευθείας εντολή στην ίδια την ενάγουσα για την πώληση των μετοχών της DIONIC που βρίσκονταν στο χαρτοφυλάκιό του, με σκοπό να αποτραπεί η επικείμενη οικονομική καταστροφή του.

Ότι η άνω γνώση της ενάγουσας επιβεβαιώθηκε και από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, η οποία κατά την 733η/1.10.2015 συνεδρίαση του Διοικητικού της Συμβουλίου επέβαλε πρόστιμο σ' αυτήν, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ν. 3340/2005. Ότι, ακόμη, δεν ενημερώθηκε από την ενάγουσα σχετικά με την πτώση του περιθωρίου ασφαλείας του κάτω από το διατηρητέο περιθώριο του 30% κατά το χρόνο και κατά τους τρόπους που προβλέπονται δυνάμει του όρου 7.2 της μεταξύ τους σύμβασης πίστωσης, ώστε να προβεί στις ενέργειες που έπρεπε για την αποφυγή της οικονομικής του καταστροφής.

Ότι, αντίθετα, η πώληση των μετοχών του στις 2.1.2012 έγινε χωρίς καμία προηγούμενη ενημέρωσή του, επιπλέον δε ενώ ο άνω Σ. Λ. τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα προέβαινε σε άλλες (ζημιογόνες) πωλήσεις μετοχών του εάν κατέθετε ο ποσό των 150.000 ευρώ, πράγμα που έκανε αυτός καταθέτοντας την 3.1.2012 το ποσό των 200.000 ευρώ, εντούτοις η ενάγουσα πώλησε την 4.1.2012 το σύνολο των υπόλοιπων μετοχών του.

Ότι, εξαιτίας των άνω αντισυμβατικών και παράνομων πράξεων και παραλείψεων της ενάγουσας, α) απώλεσε το ποσό των 80.455,45 ευρώ, το οποίο αποτελεί τη διαφορά μεταξύ της αξίας των μετοχών των εταιριών "FLEXOPACK Α.Ε.", "Δ.Ε.Η. Α.Ε.", "Μ. Α.Ε.", "JUMBO ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "ΚΑΤ. ΑΦΟΡΟΛΟΓΗΤΩΝ Α.Ε.", που πωλήθηκαν στις 2.1.2012 και στις 4.1.2012, κατά τις συγκεκριμένες ημερομηνίες πώλησής τους και εκείνης κατά το χρόνο σύνταξης της αγωγής, στις 7.1.2013, και β) απώλεσε το ποσό των 1.063.432,87 ευρώ, που αντιστοιχεί στη διαφορά μεταξύ της αξίας των μετοχών της εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ", τις οποίες διατηρεί στο χαρτοφυλάκιό του κατά την ως άνω ημερομηνία σύνταξης της αγωγής του, και σε εκείνη που θα είχαν οι μετοχές αυτές κατά τον ίδιο χρόνο, με βάση τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, λαμβανομένης υπόψη και της μεταγενέστερης της επίμαχης περιόδου ανόδου του Γενικού Δείκτη του Χρηματιστηρίου Αθηνών, αν δεν είχε μεσολαβήσει η πτώση της τιμής τους, συνεπεία των μαζικών εντολών των εναγομένων για την πώλησή τους.

Με βάση τα παραπάνω ζήτησε την απόρριψη της αγωγής, ισχυριζόμενος ότι η ενάγουσα είναι αποκλειστικά υπεύθυνη για την πρόκληση της ζημίας και τη μείωση της αξίας του χαρτοφυλακίου του κατά το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού του, άλλως υπεύθυνη κατά ποσοστό 99%, σε κάθε δε περίπτωση και δη για την περίπτωση που ήθελε κριθεί βάσιμη η αγωγή της αντιδίκου του, προέβαλε την ένσταση συμψηφισμού των άνω απαιτήσεών του, συνολικού ποσού (80.455,45 ευρώ + 1.063.432,87 ευρώ) 1.144.882,32 ευρώ, με την ένδικη απαίτηση της ενάγουσας, ούτως ώστε να αποσβεσθούν αμοιβαίως αυτές κατά το μέρος που καλύπτονται, προβάλλοντας το σχετικό αίτημα, κατόπιν δε του γενόμενου συμψηφισμού η ενάγουσα θα εξακολουθεί να του οφείλει το ποσό των (1.144.882,32 - 257.134,07) 887.754 ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 1539/2019 απόφασή του, απέρριψε την ένσταση συμψηφισμού του αναιρεσείοντος ως αόριστη, όσον αφορά το ποσό των 1.063.432,87 ευρώ, με την αιτιολογία ότι κατά το ποσό αυτό ο εναγόμενος επιχειρεί να θεμελιώσει την ένσταση συμψηφισμού στις αποδιδόμενες στον προστηθέντα της ενάγουσας, Σ.

Λ., πράξεις χειραγώγησης της αγοράς, κατά την έννοια του άρθρου 7 του Ν. 3340/2005, ήτοι των πολυάριθμων εντολών για την πώληση των μετοχών της εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ", πλην όμως μόνη η αναφορά του εναγόμενου σε μαζικές εντολές πώλησης των μετοχών της εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ" και στην πτωτική πορεία της τιμής τους, χωρίς επίκληση περαιτέρω στοιχείων, δεν αρκεί για να καταστήσει τον παραπάνω ισχυρισμό (ένσταση συμψηφισμού) ορισμένο.

Κατά τα λοιπά έκρινε νόμιμη την ένσταση συμψηφισμού, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 440 επ. ΑΚ, και εν συνεχεία, εκτιμώντας τις αποδείξεις, την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη, ενώ δέχθηκε και ως ουσία βάσιμη την αγωγή, υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 257.134,07 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του παραπονέθηκε ο αναιρεσείων για την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενος εκ προοιμίου ότι α) κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού η εκκαλουμένη απέρριψε αφενός ως αόριστη την ένσταση συμψηφισμού που υπέβαλε και β) κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, κατά λανθασμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και μη λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη ουσιώδεις ισχυρισμούς που προτάθηκαν, η εκκαλουμένη δέχθηκε ως βάσιμη την αγωγή της αντιδίκου, απορρίπτοντας και την ένσταση συμψηφισμού που προέβαλε πρωτοδίκως, κρίνοντας ότι η αντίδικος δεν φέρει αδικοπρακτική ούτε αντισυμβατική ευθύνη για την εξέλιξη και κατάληξη της μεταξύ τους σχέσης και τη δημιουργία του αιτηθέντος χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού του.

Στη συνέχεια, αφού αναφέρθηκε εκτενώς στο νομοθετικό πλαίσιο της ένδικης διαφοράς, προβαίνοντας σε ανάλυση των πιο πάνω διατάξεων του Ν. 3606/2007, του Ν. 3340/2005 και των άρθρων 298, 299, 914 και 919 ΑΚ, διέλαβε και πάλι τα όσα είχε προβάλει με τις πρωτόδικες προτάσεις του, ακολούθως δε και σχετικά με το ορισμένο του ισχυρισμού του για τη χειραγώγηση της άνω μετοχής, ισχυρίσθηκε ότι κατά την προβολή του ισχυρισμού του πρωτοδίκως ανέφερε επαρκώς για ποιους λόγους υπήρξε στη συγκεκριμένη περίπτωση χειραγώγηση της αγοράς όσον αφορά τη μετοχή της εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ", με τη συμμετοχή και της ενάγουσας, λόγο για τον οποίο της επιβλήθηκε πρόστιμο από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, καταλήγοντας ότι, σε κάθε περίπτωση, έπρεπε να γίνει δεκτή η προβληθείσα από αυτόν ένσταση συμψηφισμού του αιτηθέντος αγωγικού ποσού με την έναντι της αντιδίκου του γεγενημένη, βεβαία, εκκαθαρισμένη και ληξιπρόθεσμη απαίτησή του, συνολικού ποσού 1.144.888,32 ευρώ.

Εξάλλου, με τον πρόσθετο λόγο της έφεσής του, παραπονέθηκε και πάλι για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη/πλημμελή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, κατά την σιωπηλή απόρριψη του ουσιώδους ισχυρισμού του περί της υπερτιμητικής χειραγώγησης της αγοράς σε σχέση με τη μετοχή της εταιρείας "DIONIC ΑΒΕΕ", ισχυριζόμενος ότι η εκκαλουμένη δεν εξετίμησε ορθά τις προσκομισθείσες ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αποδείξεις, αλλά και δεν ερμήνευσε ορθά το νόμο και δη τις διατάξεις των άρθρων 7 και 17 Ν. 3340/2005 καθώς και του άρθρου 25 Ν. 3606/2007.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον δεύτερο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, ως απαράδεκτο, λόγω αοριστίας, και συνακόλουθα και τον πρόσθετο λόγο αυτής, χωρίς έρευνα της ουσίας του, με τις ακόλουθες σκέψεις και παραδοχές: "Στην προκειμένη περίπτωση, o εκκαλών - προσθέτως εκκαλών, με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσής του, ως και με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο αυτής, επιχειρεί να επαναφέρει κατ' έφεση την ένσταση συμψηφισμού που προέβαλε πρωτοδίκως, αμυνόμενος (ταυτοχρόνως δε κι επιτιθέμενος) στην σε βάρος του ασκηθείσα αγωγή.

Ειδικότερα, o εκκαλών - προσθέτως εκκαλών, αφού εκ προοιμίου εκθέτει, επί λέξει, [Α) (στο μεν δικόγραφο της έφεσης (πρώτη παράγραφος στην όγδοη σελίδα της έφεσης) ότι "(α) κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού η εκκαλουμένη απέρριψε αφενός ως αόριστη την ένσταση συμψηφισμού που υπέβαλα που στηρίζεται στον ισχυρισμό της χειραγώγησης της αγοράς και (β) κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, κατά λανθασμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και μη λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη ουσιώδεις ισχυρισμούς που προτάθηκαν, η εκκαλουμένη απόφαση εδέχθη ως βάσιμη την αγωγή της αντιδίκου, απορρίπτοντας την ένσταση συμψηφισμού που υπέβαλα πρωτοδίκως κρίνοντας ότι η αντίδικος δεν φέρει αδικοπρακτική ούτε ενδοσυμβατική ευθύνη για την εξέλιξη και κατάληξη της μεταξύ μας σχέσης και της δημιουργίας του αιτηθέντος χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού μου", [Β) στο δε δικόγραφο πρόσθετου λόγου (δεύτερη και τρίτη παράγραφοι της πρώτης σελίδας του δικογράφου του πρόσθετου λόγoυ "Ι.

Εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη/πλημμελής εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού κατά την σιωπηλή απόρριψη του ουσιώδους ισχυρισμού μου περί της "υπερτιμητικής" χειραγώγησης της αγοράς σε σχέση με τη μετοχή της "ΝΤΙΟΝΙΚΑ Ε.Β.Ε.Ε". 1. Σε συμπλήρωση των όσων εξέθεσα στις σελ 57 και επ. της ανωτέρω εφέσεώς μου, θα ήθελα να προσθέσω ότι στην πραγματικότητα, η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε σιγή έναν κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό μου, στον οποίο αφιέρωσα μεγάλο κομμάτι των πρωτόδικων προτάσεών μου.

Στο μέτρο που η εν λόγω έλλειψη της οποιασδήποτε αιτιολογίας συνεπάγεται σιωπηλή απόρριψη του σχετικού ισχυρισμού μου, η εκκαλουμένη πάσχει διότι δεν εξετίμησε ορθά τις προσκομισθείσες ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αποδείξεις, αλλά και δεν ερμήνευσε ορθά το νόμο, και δη τις διατάξεις των άρθρων 7 και 17 Ν. 3340/2005 καθώς και του άρθρου 25 N. 3606/2007", αιτείται, κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση των ισχυρισμών του, την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφαση κατά το κεφάλαιο και τις διατάξεις της που απέρριψε την ένσταση συμψηφισμού που προέβαλε, προκειμένου να γίνει δεκτή αυτή και να συμψηφισθεί το αιτηθέν αγωγικό ποσό, ύψους 257.134,07 ευρώ, με την, έναντι της ενάγουσας - εφεσίβλητης - καθ' ής ο πρόσθετος λόγος έφεσης, δικής του γεννημένης, βεβαίας, εκκαθαρισμένης και ληξιπρόθεσμης απαίτησής του ....

Προς θεμελίωση των παραγωγικών της ανταπαιτήσεώς του γεγονότων, ο εκκαλών - προσθέτως εκκαλών, επικαλείται, κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση των διαλαμβανόμενων στην έφεση, ως και στον πρόσθετο λόγο αυτής, ισχυρισμών του, τα ακόλουθα περιστατικά... Πέραν δε των ανωτέρω, ουδέν άλλο περιστατικό επικαλείται, στην έφεσή του, ο εκκαλών - προσθέτως εκκαλών, προκειμένου να θεμελιώσει, ιστορικά και νομικά, την ένσταση συμψηφισμού, την οποία ισχυρίζεται ότι προέβαλε πρωτοδίκως, και επαναφέρει κατ' έφεση με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσής του.

Υπό τα ανωτέρω, όμως, διαλαμβανόμενα στην έφεση και κατ' ακριβή μεταφορά στην παρούσα, περιστατικά, ο δεύτερος λόγος αυτής, διά του οποίου επιχειρείται, από τον εναγόμενο - εκκαλούντα, η κατ' έφεση επαναφορά της, απορριφθείσας πρωτοδίκως, ένστασης συμψηφισμού ανταπαίτησής του με την ένδικη απαίτηση της αντιδίκου του, παρίσταται παντελώς αόριστος καθόσον δεν γίνεται σαφής έκθεση των παραγωγικών της ανταπαιτήσεως γεγονότων, ούτε και διαλαμβάνεται ορισμένο αίτημα, ήτοι η απόσβεση των συμψηφιζόμενων απαιτήσεων και η απόρριψη της αγωγής...

Επισημαίνεται ότι, υπό την ανωτέρω διατύπωσή του, o δεύτερος λόγος της κρινόμενης έφεσης δεν μπορεί να εκληφθεί από το Δικαστήριο τούτο, κατ' ορθή νοηματική εκτίμηση του περιεχομένου του, ως λόγος περί εν γένει κακής εκτίμησης των αποδείξεων, για τον επαρκή προσδιορισμό του οποίου θα ήταν αρκετή η μνεία ότι από κακή εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οδηγήθηκε σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, χωρίς να απαιτείται να εξειδικεύονται τα σημειούμενα, σχετικά με την εκτίμηση των πραγμάτων, σφάλματα ...

και ως τέτοιος να ερευνηθεί κατ' ουσίαν και τούτο διότι, στο σύνολο του περιεχομένου στο δικόγραφο της έφεσης, η μνεία περί κακής εκτίμησης των αποδείξεων αποδίδεται, κατά σαφή και ρητή αναφορά, ως αιτίαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου αποκλειστικά και μόνον σε σχέση με την απόρριψη της πρωτοδίκως προβληθείας, από τον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα - προσθέτως εκκαλούντα, ένστασης συμψηφισμού, αιτίαση η οποία προβάλλεται και αλυσιτελώς όσον αφορά την, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εν μέρει απόρριψη της ένστασης συμψηφισμού ως αόριστης...

Ακολούθως, ... o δεύτερος λόγος της κρινόμενης έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, συνακόλουθα δε απορριπτέος κρίνεται και ο πρόσθετος λόγος αυτής, άνευ έρευνας της ουσίας του, διά του οποίου επιχειρείται η κατ' έφεση επαναφορά της ίδιας ένστασης, χωρίς να προβάλλονται άλλοι ισχυρισμοί - αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης ή να επαναφέρονται πρωτοδίκως προβληθείσες ενστάσεις... ".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, και απέρριψε τον άνω δεύτερο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, όπως συμπληρώθηκε με τον πρόσθετο λόγο εφέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείτο για την απόρριψη της προβληθείσας πρωτοδίκως από τον αυτόν ένστασης συμψηφισμού, ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου, καθόσον ο ως άνω δεύτερος λόγος εφέσεως, όπως συμπληρώθηκε με τον πρόσθετο λόγο, υπό το ως άνω περιεχόμενό του, είναι πλήρης και επαρκώς ορισμένος, εφόσον αναφέρονται στο δικόγραφο της έφεσης οι κανόνες δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν και τα περιστατικά που κατά τον εκκαλούντα στοιχειοθετούν την αποδιδομένη στην απόφαση νομική πλημμέλεια, σχετιζόμενα με τα επικληθέντα προς θεμελίωση της ένστασης συμψηφισμού περιστατικά, ως προς το ποσό της ανταπαίτησης του αναιρεσείοντος από τη ζημία του κατά το ποσό των 1.063.432,87 ευρώ, κατά το οποίο είχε απορριφθεί η προβληθείσα πρωτοδίκως ένσταση συμψηφισμού ως αόριστη, με βάση τα οποία συνέτρεχαν όλα τα αναγκαία στοιχεία της νομοτυπικής μορφής των άρθρων 440 και 441 ΑΚ, ενώ, επίσης, καθόσον αφορά το έτερο σκέλος της ένστασης συμψηφισμού, ήτοι αυτό της ανταπαίτησης του αναιρεσείοντος από τη ζημία του κατά το ποσό των 80.455,45 ευρώ, κατά το οποίο είχε απορριφθεί η προβληθείσα πρωτοδίκως ένσταση συμψηφισμού ως ουσία αβάσιμη, σαφώς προέβαλε ο ενάγων την πλημμέλεια της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων.

Δεν ήταν δε αναγκαίο για το ορισμένο του λόγου αυτού εφέσεως να παρατίθενται περαιτέρω πραγματικά περιστατικά, ούτε η εξειδίκευση των επί μέρους σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παρά το νόμο κήρυξη απαραδέκτου, είναι βάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι και οι λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (ΟλΑΠ 25/2003).

Γι' αυτό, η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης ή η μη λήψη υπόψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 782/2019, ΑΠ 344/2015, 1255/2009). Δεν ιδρύει, όμως, τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, ο οποίος δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 14/2004, ΑΠ 57/2019, 1636/2017). Εξάλλου, το άρθρο 300 παρ. 1 εδ. α` ΑΚ ορίζει ότι, αν εκείνος που ζημιώθηκε συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, υποχρέωση προς αποζημίωση, η οποία δυνατόν να οφείλεται είτε σε αθέτηση ενοχής που προϋπήρχε, είτε σε αδικοπραξία, είτε σε οποιαδήποτε άλλη αιτία.

Έτσι, η ένσταση του συντρέχοντος πταίσματος (άρθρο 300 του ΑΚ) έχει, κατ` αρχάς, εφαρμογή προς απόκρουση ή περιστολή της αξιώσεως αποζημιώσεις και δεν προτείνεται εναντίον αξιώσεως για καταδίκη σε παροχή και γενικά σε εκπλήρωση συμβάσεως (ΑΠ 57/2019, ΑΠ 1058/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι με τον δεύτερο λόγο της έφεσής του και τον πρόσθετο λόγο αυτής προέβαλε ως σφάλματα της απόφασης του Πρωτοδικείου, αφενός μεν την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, αφετέρου δε την απόρριψη τόσο του αρνητικού ισχυρισμού του περί αποκλειστικής υπαιτιότητας της ενάγουσας ως προς την πρόκληση της ζημίας και τη μείωση της αξίας του χαρτοφυλακίου του κατά το χρόνο κλεισίματος του λογαριασμού του, όσο και την επικουρικά προβληθείσα ένσταση συντρέχοντος πταίσματος της αντιδίκου κατά ποσοστό 99%, ισχυρισμούς που είχε προτείνει με τις πρωτόδικες προτάσεις του.

Ότι, συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της έφεσής του και ο πρόσθετος λόγος αυτής αφορούσαν, όχι μόνο την επικουρικά προβληθείσα ένσταση συμψηφισμού, αλλά και τους πρωτοδίκως απορριφθέντες παραπάνω ισχυρισμούς του, πλην όμως το Εφετείο δεν τους έλαβε υπόψη του, υποπίπτοντας έτσι στην από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Όπως προαναφέρθηκε, με τον δεύτερο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος αποδίδεται ρητά στην εκκαλουμένη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων, με τη ρητή αναφορά ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατά λανθασμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και μη λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη ουσιώδεις ισχυρισμούς που προτάθηκαν, δέχθηκε ως βάσιμη την αγωγή της αντιδίκου.

Ο λόγος αυτός της έφεσης επαρκώς προσδιορίζεται εκ της μνείας ότι από την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, δεχόμενο την αγωγή και ως ουσία βάσιμη, ενώ δεν είναι αναγκαία η εξειδίκευση των επί μέρους σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατά συνέπεια έπρεπε να ληφθεί υπόψη από το Εφετείο και να διερευνηθεί εκ νέου η ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής. Όμως το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον δεύτερο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά το άνω σκέλος του, και δεν ερεύνησε εκ νέου την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Επομένως, κατά το μέρος αυτό, ο προκείμενος λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος. Αντίθετα, καθόσον αφορά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον απορριφθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα με τον άνω λόγο της έφεσής του ισχυρισμό του περί συντρέχοντος πταίσματος της αναιρεσίβλητης κατά ποσοστό 99%, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν νόμιμος, εφόσον δεν προτάθηκε προς απόκρουση ή περιστολή αξιώσεως αποζημιώσεως, αλλά εναντίον της ασκηθείσας εις βάρος του από την αναιρεσίβλητη αξιώσεως της τελευταίας για καταδίκη σε παροχή από εκπλήρωση συμβάσεως πιστώσεως.

Συνεπώς το Εφετείο, δεν όφειλε να απαντήσει στον προαναφερθέντα μη νόμιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και επομένως δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β ΚΠολΔ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και παρελκούσης της έρευνας του τρίτου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για παρά το νόμο απόρριψη του δεύτερου σκέλους του τρίτου λόγου της εφέσεώς του, περί μη λήψεως υπόψη αποδεικτικών στοιχείων που είχε προσκομίσει πρωτοδίκως, καθόσον ο λόγος αυτός καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια των κριθέντων ως βασίμων, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει, κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 1528/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων από την Υπηρεσία, ο β' αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ