Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds due to late submission of supplementary briefs.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment that rejected their claim for damages. The appellant argued that the respondent committed an unfair competition act by launching a tender to delay their business plan, but the lower court found this behavior lawful and in the respondent's economic interest. The appeal was rejected because the appellant failed to submit the required supplementary briefs and serve copies on the respondent at least thirty days before the hearing, rendering the additional arguments inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 569(2) and 577(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; Supplementary appeal arguments require submission of the brief and service of copies at least thirty days prior to the hearing, with failure to comply resulting in automatic inadmissibility.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1367 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1367/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευφημία Παπαϊωάννου που ανακάλεσε την από 1/4/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "....", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Παναγιώτη Γιαννόπουλο και Σπυρίδωνα Αλεξανδρή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/8/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής.
Εκδόθηκε η 47/2016 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/9/2020 αίτησή της και τους από 4/3/2022 πρόσθετους λόγους αυτής.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αριθμ. 47/2016 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, η οποία απέρριψε κατ'ουσίαν την αγωγή της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρ. 3ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 569 παρ. 2 και 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, η παραδεκτή άσκηση των προσθέτων λόγων αναιρέσεως προϋποθέτει όπως, τόσο η κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, όσο και η επίδοση αντιγράφου αυτού στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους, έχει λάβει χώρα τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως που είχε αρχικώς οριστεί.
Η παράλειψη δε τηρήσεως των παραπάνω διατυπώσεων ή της μιας απ' αυτές συνεπάγεται την απόρριψη αυτών ως απαραδέκτων και αυτεπαγγέλτως (ΟλΑΠ 143/1984, ΑΠ318/2017). Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 της από 29-12-1980 πράξεως νομοθετικού περιεχομένου, που κυρώθηκε με τον Ν. 1157/1981, καθιερώθηκε από 1 Ιανουαρίου 1981 πενθήμερη εβδομάδα εργασίας, αρχόμενη από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή για το προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών της τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ενώ κατά την παρ. 12 του ίδιου άρθρου, η διαδρομή των προθεσμιών, που τάσσονται από το νόμο ή τα δικαστήρια, αρχίζει από την επομένη ημέρα της επιδόσεως ή του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της και λήγει την 17.00 ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας.
Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 144 αρθμ.1 ΚΠολΔ οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο ή από τα δικαστήρια αρχίζουν από την επομένη ημέρα μετά την επίδοση ή μετά τη συντέλεση του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας και λήγουν στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας και αν αυτή είναι κατά το νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης μη εξαιρετέας ημέρας.
Οι ως άνω διατάξεις εφαρμόζονται τόσον επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων, οι οποίες τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξεως, σε τρόπο ώστε αν η τελευταία ημέρα των εν λόγω προθεσμιών συμπίπτει προς ημέρα εξαιρετέα ή Σάββατο, δεν υπολογίζεται αυτή και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα της επομένης εργάσιμης ημέρας, πράγμα το οποίο ισχύει και επί της 30ήμερης προθεσμίας που τάσσεται με τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, για την κατάθεση και την επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως.
Επομένως, αν η τελευταία (30η), πριν από τη δικάσιμο, ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επιδόσεως) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα, δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1286/2018, ΑΠ 672/2017, ΑΠ 833/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, με πράξη της Προέδρου του Α1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ορίσθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης (4-4-2022).
Η αναιρεσείουσα κατέθεσε το από 4-3-2022 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναιρέσεως στις 4 Μαρτίου 2022, σύμφωνα με την επισυναπτόμενη 37/2022 πράξη κατάθεσης, που συντάχθηκε από την αρμόδια γραμματέα, ενώ το επέδωσε στην αναιρεσίβλητη αυθημερόν, ήτοι στις 4 Μαρτίου 2022 ,όπως προκύπτει από την υπ'αριθμ. 6289 Ε/4-3-2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών, Κ.
Κ.. Έτσι, η τριακοστή ημέρα, από την επομένη της επιδόσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, ήτοι από 5 Μαρτίου 2022, συμπίπτει με την 3 Απριλίου 2022,ημέρα Κυριακή, όπως προκύπτει από το ημερολόγιο του τρέχοντος έτους, ώστε η πιο πάνω 30ήμερη προθεσμία, παρατεινόμενη αντιστοίχως, λήγει στις 7 το βράδυ της επόμενης εργάσιμης ημέρας, δηλαδή στις 4 Απριλίου 2022, η οποία είναι και η δικάσιμος της υποθέσεως, η συζήτηση της οποίας έχει οριστεί για την 9.30 π.μ.
ώρα, μέχρι την οποία όμως δεν είχε συμπληρωθεί η 30ήμερη προθεσμία. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπρόθεσμα και ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτοι.
Κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 2267/2013).
Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας ή αντιφάσεως των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ357/2018,ΑΠ 1445/2017, ΑΠ 1022/2017, ΑΠ 1438/2009).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγους της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ των αντιφατικών αιτιολογιών α) σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της συμφωνηθείσης χρονικής διάρκειας της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως και της αποτυπώσεώς της στα προσκομισθέντα ιδιωτικά συμφωνητικά ή στις προφορικές συμφωνίες των διαδίκων, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν τελικά, κατά την προσβαλλομένη, οι δύο έγγραφες συμβάσεις έργου που είχαν ημερομηνία λήξεως μετά την παρέλευση λίγων μηνών από την υπογραφή τους, οι οποίες παρατάθηκαν με ολιγόμηνες συμβάσεις, αποτυπώνουν την πραγματική συμφωνία των μερών, με αποτέλεσμα να μη δικαιούται η αναιρεσείουσα αμοιβής για το έργο που θα εκτελούσε μετά τη λήξη τους ή η σύμβαση είχε καταρτιστεί προφορικά με πενταετή διάρκεια, τα δε ιδιωτικά συμφωνητικά συντάχθηκαν για φορολογικούς μόνο λόγους, χωρίς να δεσμεύουν τους συμβαλλομένους, με αποτέλεσμα να δικαιούται η αναιρεσείουσα αμοιβής για το έργο που θα εκτελούσε έως την πραγματική λήξη της συμβάσεως.
Και, β) σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της καταγγελίας της πενταετούς διάρκειας συμβάσεως έργου από την αναιρεσίβλητη, καθόσον, ενώ δέχεται ότι η τελευταία προέβη στην προκήρυξη μειοδοτικού διαγωνισμού ύστερα από την άρνηση της αναιρεσείουσας να μειώσει το ύψος της συμβατικά από τον Μάρτιο του 2012 συμφωνηθείσης αμοιβής της και ότι η συμπεριφορά της συνιστά ενάσκηση νόμιμου δικαιώματος που εξυπηρετεί το θεμιτό οικονομικό συμφέρον της επιχειρήσεως, ταυτόχρονα δέχεται ότι δεν υφίστατο μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου πενταετούς διάρκειας η οποία καταγγέλθηκε από την αναιρεσίβλητη.
Οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι είναι απαράδεκτοι λόγω της αοριστίας τους, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, δεν εκτίθενται οι κρίσιμες παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία αυτό δέχθηκε, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, ως εν προκειμένω, και επιπλέον ως προς το ως άνω πρώτο ζήτημα της συμφωνηθείσης χρονικής διάρκειας της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο που εντοπίζεται η αντίφαση των αιτιολογιών σχετικά με αυτό το ζήτημα και όχι σχετικά με την ένσταση αναρμοδιότητας και την έλλειψη δικαιοδοσίας του δικαστηρίου.
Σε κάθε περίπτωση, οι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των πραγμάτων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου.
Εξάλλου, ως πράγματα, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας, ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστανσης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 120/2018).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 25/2003). Για να είναι ορισμένος ο ίδιος λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, ήτοι τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, επιπλέον δε πρέπει να αναφέρεται ποια επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός (ΑΠ 387/2019, ΑΠ 421/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί παράνομης υποκλοπής του επαρκούς και κατάλληλου για τις συνθήκες του έργου επιχειρησιακού της σχεδίου προς θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης της αναιρεσίβλητης.
Από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 αρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο μέρος, το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε τα ακόλουθα: < Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η εναγομένη, με το πρόσχημα δήθεν της κατάρτισης έγγραφου σχεδίου φύλαξης βιομηχανικών προδιαγραφών, απέσπασε το μέχρι τότε πλήρως επιτυχές επιχειρησιακό της πλάνο.
Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι οι Η.G και M.D, με το πρόσχημα δήθεν της κατάρτισης έγγραφης σύμβασης φύλαξης και της παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών, της υπέκλεψαν το επιχειρησιακό της σχέδιο το οποίο αποδείχθηκε επαρκές και κατάλληλο για τις συνθήκες του έργου. Επιπλέον ισχυρίζεται ότι η διενέργεια μειοδοτικού διαγωνισμού είχε ως σκοπό την παρέλευση ικανού χρονικού διαστήματος προκειμένου η εναγομένη να πετύχει τον σκοπό της.
Ο ισχυρισμός της ενάγουσας περί τέλεσης αδικοπραξίας σε βάρος της από την εναγομένη δεν αποδείχθηκε βάσιμος. Ειδικότερα η εναγομένη, έχοντας ως σκοπό να περιστείλει τα λειτουργικά της έξοδα για τη φύλαξη των εγκαταστάσεών της, πρότεινε στην ενάγουσα να μειώσει την αμοιβή της, όταν δε η τελευταία δεν συναίνεσε, προέβη στη διεξαγωγή του μειοδοτικού διαγωνισμού.
Άλλωστε η ενάγουσα δεν κατείχε ειδικό και εμπεριστατωμένο σχέδιο φύλαξης, το οποίο αδυνατεί να οργανώσει άλλος εργολάβος, αλλά λόγω της παραμονής της στην περιοχή από τον Μάρτιο του 2012 γνώριζε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτής. Η ανωτέρω συμπεριφορά της εναγομένης συνιστά άσκηση νόμιμου δικαιώματός της το οποίο εξυπηρετεί το εύλογο και απολύτως θεμιτό οικονομικό συμφέρον της επιχείρησής της, δεν είναι δε αδικοπρακτική ώστε να υποχρεούται σε χρηματική ικανοποίηση της ενάγουσας λόγω ηθικής βλάβης>.
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, ότι δηλαδή η συμπεριφορά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης δεν ήταν αδικοπρακτική και απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν τη βάση της ένδικης αγωγής, τη στηριζόμενη στις διατάξεις της αδικοπραξίας, έλαβε υπόψη τον παραπάνω αγωγικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας. Επομένως, και ο ως άνω αναιρετικός λόγος, με τον οποίον η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 106, 176, 183,189αρ.1, 191 αρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-9-2020 αίτηση και τους από 4-3-2022 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ'αριθμ. 47/2016 τελεσίδικης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Αυγούστου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ