Legislator Case Law & Legislation
1367/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on bankruptcy set-off invalidity, ruling it unrelated to the challenged contract.

Case Number 1367/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court's decision to annul a set-off agreement between two companies during a bankruptcy period. The appellant argued the set-off was voidable under bankruptcy code provisions, but the court found the specific contract in question was distinct from the set-off transaction. Consequently, the court held that the lower court did not err in rejecting the appeal as the alleged bankruptcy set-off did not affect the validity of the separate contract.

Legislator headnote

AI generated

Articles 43 and 48 of the Bankruptcy Code; The annulment of a set-off agreement does not automatically invalidate a separate bilateral contract unless a specific bankruptcy court order based on a creditor's lawsuit is issued to recall that specific contract.

Keywords

AI generated
bankruptcy set-off voidable acts contract validity bankruptcy code annulment appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 43 of the Bankruptcy Code
Article 48 of the Bankruptcy Code
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 83(2) and (3) of Law 4790/2021
Article 568(2) of the Code of Civil Procedure
Article 26 of Law 4792/2021

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1367 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1367/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ.Α. Ζ. Α.Ε.Β.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λητώ Ζαζοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Π. Μ. του Ε., κατοίκου …, 2)Γ. Κ. του Ι., κατοίκου … και 3)Ε. - Σ. Κ. του Ν., κατοίκου …. Οι 1η και 3η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χρυσάνθη Υφαντή, η οποία κατέθεσε προτάσεις και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Σκιαδά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/5/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 185/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 239/2015 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 4/1/2018 αίτησή της και τους από 16/11/2020 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου η από 4η Ιανουαρίου 2018 με αριθμ. κατάθεσης 2/4.1.2018 αίτηση της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσίβλητων για αναίρεση της με αριθμ. 239/8.7.2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου κατόπιν της από 12ης Μαΐου 2021 πράξης της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 83 παρ. 2 και 3 του Ν. 4790/2021, σε συνδυασμό με το άρθρο 568 παρ.2 του ΚΠολΔ, το άρθρο 26 του Ν. 4792/2021 και την με αριθμό 39/12.4.2021 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου και εγγραφής στο οικείο πινάκιο από τη γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου στη αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ύστερα από τη ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο της 23ης Φεβρουαρίου 2021 λόγω προσωρινής αναστολής λειτουργίας των Δικαστηρίων της Επικράτειας, δυνάμει της Κοινής Υπουργικής Απόφασης με αριθμ.

Δ1α/Γ.Π.οικ. 10969/2021 (ΦΕΚ 648/τ.Β/20.2.2021). Με την κρινόμενη από 4η Ιανουαρίου 2018 με αριθ. κατάθεσης 2/4.1.2018 αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσίβλητων, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 239/8.7.2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 25η Απριλίου 2013 έφεση της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της με αριθμ. 185/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, που είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και είχε δεχθεί στο σύνολό της την από 19η Μαΐου 2011 αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσίβλητων.

Ειδικότερα με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, που επικύρωσε την ομοίως κρίνασα απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι για τους εκεί διαλαμβανόμενους αναλυτικά λόγους συνέτρεχε περίπτωση διαδοχής της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ.Α.

Ζ. ΑΕΒΕ" στο κατάστημα SUPER MARKET που διατηρούσε η αρχική εργοδότρια των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Α. S. M. ΑΕΒΕ" στην πόλη του … στη διασταύρωση των οδών ... και ... και ως εκ τούτου η άρνηση της αναιρεσείουσας να αποδέχεται τις υπηρεσίες των αναιρεσιβλήτων που προηγουμένως απασχολούντο στο εν λόγω κατάστημα, από την ημερομηνία που αυτή υπεισήλθε στη θέση της αρχικής εργοδότριας ως διάδοχος φορέας αυτής, συνιστούσε σιωπηρά καταγγελία των συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτών, για την οποία δεν είχαν τηρηθεί οι νόμιμες προϋποθέσεις, με συνέπεια την ακυρότητα της καταγγελίας και την υποχρέωση της αναιρεσείουσας εταιρείας να καταβάλει αποδοχές υπερημερίας στις αναιρεσίβλητες για τον μετά την ως άνω διαδοχή χρόνο και να τις απασχολήσει στις προηγούμενες αυτών θέσεις με την απειλή χρηματικής ποινής.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ) δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 8.7.2015, αυτή δε ασκήθηκε στις 4.1.2018, εντός, δηλαδή, της τριετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε, κατά το χρόνο δημοσίευσης της προσβαλλόμενης απόφασης και πριν από την έναρξη εφαρμογής (1.1.2016) της διάταξης του άρθρου 1 άρθρου τρίτου του Ν. 4335/ 2015 που τροποποίησε την ως άνω διάταξη και καθόρισε διετή καταχρηστική προθεσμία, δεδομένου ότι το παραδεκτό των ένδικων μέσων κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση βάσει της θεμελιώδους διαχρονικού δικαίου αρχής που διατυπώνεται στο άρθρο 24 παρ. 1 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 10/2018, ΑΠ 933/2020, ΑΠ 80/2020, ΑΠ 716/2020) και τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται η πρώτη αναιρεσίβλητη και η τρίτη αναιρεσίβλητη με τις από 24.8.2021 προτάσεις τους περί εκπρόθεσμης άσκησης της αίτησης αναίρεσης λόγω παρόδου της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας άσκησής της είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλομένης απόφασης και ως προς εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αντίγραφο του δικογράφου αυτού, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους.

Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης ως χρόνος συζήτησης της αναίρεσης, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι της, θεωρείται η δικάσιμος που αρχικά ορίσθηκε κατά το άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ και όχι η τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, που ορίσθηκε ύστερα από ματαίωση ή αναβολή συζήτησης της υπόθεσης, κατά το άρθρο 575 του ΚΠολΔ, με συνέπεια, αν δεν τηρηθεί η ως άνω θεσπισμένη προθεσμία ως προς την κατάθεση αλλά και ως προς την επίδοση του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης, να απορρίπτονται αυτοί κατά το άρθρο 577 του ΚΠολΔ ως απαράδεκτοι για έλλειψη προδικασίας (ΑΠ 470/2020, ΑΠ 1682/2018, AΠ 239/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση η Πρόεδρος του Β2 Τμήματος του Αρείου Πάγου όρισε δικάσιμο για τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης την 27η Οκτωβρίου 2020, κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 23ης Φεβρουαρίου 2021, οπότε ματαιώθηκε. Η αναιρεσείουσα την 16η Νοεμβρίου 2020 κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου το από 16.11.2020 με αριθμ.

κατάθεσης 105/2020 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης, το οποίο επέδωσε στην πρώτη, στη δεύτερη και στην τρίτη των αναιρεσίβλητων στις 20.11.2020, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 5340γ, 5341γ και 5342γ/20.11.2020 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Ναυπλίου Κωνσταντίνου Σπυρόπουλου, αντίστοιχα.

Πλην, όμως, και σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης για να ήταν εμπρόθεσμοι έπρεπε να είχαν ασκηθεί έως στις 25.9.2020, δηλαδή τριάντα τουλάχιστον πλήρεις (30) ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (27.10.2020) και δεδομένου ότι την ως άνω ημερομηνία (25.9.2020) καθώς και την ημερομηνία της αρχικής δικασίμου της αίτησης αναίρεσης (27.10.2020) λειτουργούσαν κανονικά τα δικαστήρια μετά τη λήξη στις 31.5.2020 της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19 (χρονικά διαστήματα αναστολής από 13.3.2020 έως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 6.4.2021 που δεν υπολογίζονται στις προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων ενώπιον των δικαστηρίων σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ.1 εδ.α Ν. 4690/2020 και το άρθρο 83 παρ1.

εδ.α του Ν. 4790/2021 σε συνδυασμό με το άρθρο 25 του ν. 4792/2021). Συνακόλουθα εφόσον οι από 16.11.2020 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ασκήθηκαν εκπρόθεσμα πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας άφησε αδίκαστη, όχι οποιαδήποτε αίτηση των διαδίκων, αλλά μόνο εκείνη που εισάγει ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία (Ολ ΑΠ 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου, όπως η έφεση, όχι όμως και οι επί μέρους λόγοι της τελευταίας, η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 19/2020, ΑΠ 324/2017, ΑΠ 567/2009).

Περαιτέρω, με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 308/2020).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 308/2020, ΑΠ 76/2016 και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 179/2019).

Για την πληρότητα του λόγου αν το παράπονο συνίσταται στη μη λήψη υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποιά ήταν τα "πράγματα" που προτάθηκαν και ποιά επίδραση θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει να παρατίθενται και όλα τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο (ΑΠ 401/2019).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει από 1.1.2002 μετά την απάλειψη της φράσης "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά" με το άρθρο 17 παρ.2 του Ν. 2915/2001, λόγω της κατάργησης του κατά τα άρθρα 341 επόμ. του ΚΠολΔ συστήματος της διεξαγωγής των αποδείξεων με την έκδοση παρεμπίπτουσας (προδικαστικής) περί αποδείξεων απόφασης, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποία αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι' αυτά.

Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, συγκεκριμένου ισχυρισμού, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 950/2019, ΑΠ 449/2019, ΑΠ 237/2016).

Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό (ΑΠ 1020/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Για να είναι δε ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ) ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ) η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 269/2020, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 1361/2019, ΑΠ 1199/2018, ΑΠ 550/2017).

Στην περίπτωση αυτή δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1373/2019, ΑΠ 319/2017).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1388/2019, ΑΠ 573/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, όπως αναλύεται σε επί μέρους σκέλη υπό στοιχεία Α, Β, Γ, Δ και Ε του δικογράφου που αλληλεπικαλύπτονται, προσάπτει στην εκκαλουμένη απόφαση α) την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω των ασαφών και αντιφατικών αιτιολογιών αυτής (με τα επί μέρους σκέλη υπό στοιχεία Α, Β, Γ, Δ και Ε του πρώτου λόγου αναίρεσης), β) την εκ του αριθμού 8 του ως άνω άρθρου πλημμέλεια της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν (με τα επί μέρους σκέλη υπό στοιχεία Α, Β, Γ και Ε του πρώτου λόγου αναίρεσης) και γ) την εκ του αριθμού 10 του ως άνω άρθρου πλημμέλεια της λήψης υπόψη πραγμάτων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη (με τα επί μέρους σκέλη υπό στοιχεία Α, Β, Γ και Ε του πρώτου λόγου αναίρεσης).

Ειδικότερα η αναιρεσείουσα με τον ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης πλημμέλειες εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ως ακολούθως: α) κατά το με στοιχείο Α σκέλος αυτού προβάλλει κατ' αυτής αιτιάσεις ότι με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες έκρινε ότι η εταιρεία με την επωνυμία "Α.

S. M. AEE" ήταν οργανωμένη κατά συγκεντρωτικό τρόπο σε επί μέρους καταστήματα όπου λειτουργούσαν αυτοτελείς μονάδες-διακριτά τμήματα της εκμετάλλευσης και ότι το κατάστημα της πόλης του … είχε οργανωθεί ως αυτοτελής, υπό λειτουργική και οργανωτική σκοπιά, μονάδα παραγωγής της εταιρείας με δικό του εξοπλισμό και εργατοϋπαλληλικό προσωπικό που δεν επηρεαζόταν από τη λειτουργία των άλλων καταστημάτων, ενώ δέχθηκε αντιφατικά ότι οι αποφάσεις για τα έξοδα λειτουργίας κάθε καταστήματος, τις αγορές εμπορευμάτων και την κοστολόγηση των αγαθών λαμβάνονταν στην έδρα της εταιρείας που είχε κοινό οργανωτικό λογιστήριο και εξέδιδε ενιαίο ισολογισμό, ότι η δεύτερη και η τρίτη των εναγουσών μετακινήθηκαν από το κατάστημα του …, όταν αυτό έκλεισε, στο κατάστημα …, γεγονός που αποδεικνύει ότι το κατάστημα του … δεν διατηρούσε διαφορετικό εργατοϋπαλληλικό προσωπικό και ότι η λειτουργία του επηρεάσθηκε από τη λειτουργία του καταστήματος του …, με τη μεταφορά όλων των εργαζομένων του σ' αυτό, χωρίς να αποτελέσουν, νέους, ως προς αυτό, εργαζόμενους και ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι το κατάστημα που λειτουργούσε στην πόλη του … διατηρούσε διαφορετικό εξοπλισμό από τα υπόλοιπα καταστήματα της ως άνω εταιρείας και ότι απλώς αποτελούσε σημείο πώλησης αγαθών-τροφίμων που δεν μπορούσε να τύχει χωριστής μεταβίβασης, β) κατά το με στοιχείο Β σκέλος αυτού προσάπτει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την αιτίαση ότι, σε σχέση με το χαρακτηρισμό της από 23.2.2011 σύμβασης μεταξύ των εταιρειών με τις επωνυμίες "Α.

S. M. AEE" και "Β. ΑΕ", έκρινε με αντιφατικές αιτιολογίες αρχικά ότι η πρώτη από αυτές προκειμένου να ικανοποιήσει απαιτήσεις προμηθευτών τους πωλούσε τον πάγιο εξοπλισμό καταστημάτων της, στη συνέχεια, δε, έκρινε ότι η μεταβίβαση από αυτήν με την ως άνω σύμβαση του καταστήματος του … προς την εταιρεία "Β. ΑΕ" δεν αφορούσε μόνο τον πάγιο εξοπλισμό αλλά το σύνολο της επιχείρησης με αποτέλεσμα να αντιμετωπίζεται η ως άνω σύμβαση άλλοτε ως σύμβαση πώλησης παγίου εξοπλισμού και άλλοτε, ως σύμβαση μεταβίβασης επιχείρησης, γ) κατά το με στοιχείο Γ σκέλος αυτού προσάπτει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την αιτίαση ότι χωρίς αιτιολογία, άλλως με αντιφατική αιτιολογία έκρινε ότι αυτή (αναιρεσείουσα εταιρεία) ήταν διάδοχος εργοδότης της εταιρείας "Α.

S. M. AEE", ενώ αποδείχθηκε ότι η τελευταία με την από 23.2.2011 σύμβαση δεν μεταβίβασε στην εταιρεία "Β. ΑΕ" την επιχείρηση αλλά μόνο τον πάγιο εξοπλισμό του καταστήματος του … και ότι, ως εκ τούτου, αυτή (αναιρεσείουσα) με την από 28.2.2011 σύμβαση που συνήψε με την εταιρεία "Β. ΑΕ" μπορούσε, επίσης, μόνο να αποκτήσει τον πάγιο εξοπλισμό του ως άνω καταστήματος και ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδείχθηκε ότι η ως άνω εταιρεία και αυτή (αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία) ανέλαβαν το σύνολο των στοιχείων που συνθέτουν την έννοια της επιχείρησης και το σύνολο των εργαζομένων της εταιρείας "Α.

S. M. AEE", γενικά, και ειδικά τις ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες καθότι οι τελευταίες αποδείχθηκε ότι παρέμειναν στο εργατικό δυναμικό της ως άνω εταιρείας, δ) κατά το με στοιχείο Δ σκέλος αυτού προσάπτει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την αιτίαση ότι χωρίς αιτιολογία, άλλως με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε τη θέση της εταιρείας "Β.

ΑΕ" στην από 23-2-2011 σύμβαση που η εταιρεία αυτή συνήψε με την εταιρεία "Α. S. M. AEE" ως θέση παρένθετου προσώπου ανάμεσα σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) και την ως άνω εταιρεία, και χωρίς να διευκρινίζεται αν η εταιρεία "Β. ΑΕ" στην ως άνω σύμβαση συμβλήθηκε ως άμεσος ή έμμεσος αντιπρόσωπος αυτής (αναιρεσείουσας), ενώ σε άλλο σημείο αυτής (απόφασης) παρουσιάζεται, αντιφατικά με την ως άνω κρίση, ότι η εταιρεία "Β.

ΑΕ" συμβλήθηκε με την εταιρεία "Α. S. M. AEE" με πρόθεση και σκοπό να τη διαδεχθεί αυτή ως εργοδότης, ε) κατά το με στοιχείο Ε σκέλος αυτού προβάλλει την αιτίαση κατά της προσβαλλομένης απόφασης ότι με ανεπαρκή αιτιολογία έκρινε τη θέση της εταιρείας "Β. ΑΕ" στην από 23.2.2011 σύμβαση ως παρένθετου προσώπου, αφού η ως άνω κρίση της δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.

Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης και υπό τα προεκτεθέντα σκέλη αυτού, είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος, διότι σ' αυτόν δεν διαλαμβάνονται, παρά μόνο αποσπασματικά, κατ' επιλογή της αναιρεσείουσας, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του ότι η αναιρεσείουσα απέκτησε την ιδιότητα του διαδόχου φορέα της επιχείρησης (καταστήματος …) υποκαθιστώντας εκ του νόμου την προηγούμενη εταιρεία με την επωνυμία "Α.

S. M. AEE" στις υποχρεώσεις που είχε ως αρχική εργοδότρια έναντι των εργαζομένων στο ως άνω κατάστημα στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν και οι αναιρεσίβλητες και επιπλέον δεν αναφέρονται και οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και το περιεχόμενο αυτών που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, προκειμένου να ερευνηθούν από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι αποσπασματικά αν υπάρχουν, σχετικά με την εφαρμογή τους, οι κατά την αναιρεσείουσα υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.

Υπό δε την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και μάλιστα με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα πλήττει ουσιαστικά με τον ως άνω πρώτο λόγο αναίρεσης την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα και επομένως σε κάθε περίπτωση ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν και από τα υπό στοιχεία Α, Β, Γ και Ε του δικογράφου επί μέρους σκέλη αυτού η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν, αυτός είναι αόριστος και απαράδεκτος, καθότι δεν μνημονεύεται στο δικόγραφο της αίτησης ποιοι είναι οι ισχυρισμοί που δεν προτάθηκαν και λήφθηκαν υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση και ποιές οι παραδοχές της ως προς αυτούς καθώς και πως οι ισχυρισμοί αυτοί συνδέονται με το διατακτικό της (ΑΠ 401/2019, ΑΠ 235/2019).

Τέλος, ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν και από τα υπό στοιχεία Α, Β, Γ και Ε του δικογράφου επί μέρους σκέλη αυτού η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορρίπτέος ως αβάσιμος, διότι στην προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνεται μνεία στη σελίδα 15 αυτής ότι λήφθηκαν υπόψη τα αναγραφόμενα σε αυτήν αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων που εξετάσθηκαν πρωτοδίκως, ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων των διαδίκων που λήφθηκαν νόμιμα, έγγραφα που προσκομίσθηκαν με επίκληση από τους διαδίκους και επί μέρους ομολογίες της αναιρεσείουσας) προκειμένου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα απέκτησε την ιδιότητα του διαδόχου φορέα της επιχείρησης (καταστήματος …) υποκαθιστώντας εκ του νόμου την προηγούμενη εταιρεία με την επωνυμία "Α.

S. M. AEE" στις υποχρεώσεις που είχε ως αρχική εργοδότρια έναντι των εναγουσών και ήδη αναιρεσίβλητων και συνεπώς δεν συντρέχει περίπτωση έκδοσης της προσβαλλομένης απόφασης "χωρίς απόδειξη" (ΑΠ 1082/2018). Περαιτέρω η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, κατ'ορθή εκτίμηση του λόγου, εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκ του αριθμού 9 που αναγράφεται στο δικόγραφο αυτής, με την παράλειψή της να αποφανθεί επί πρόσθετου λόγου της έφεσής της, με τον οποίο προέβαλλε τον ισχυρισμό ότι με την υπ'αριθμ. 886/2013 τελεσίδικη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κρίθηκε άκυρη η από 10.5.2011 σύμβαση αυτής (αναιρεσείουσας) με την πτωχεύσασα εταιρεία "A.

S. M. AEE" λόγω σύναψής της κατά την ύποπτη περίοδο και ότι συνακόλουθα τυγχάνει άκυρη και η από 23.2.2011 σύμβαση της εταιρείας "Β. ΑΕ" με την ως άνω εταιρεία, ακυρότητα που επέρχεται και ως προς αυτή (αναιρεσείουσα), στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η εταιρεία "Β. ΑΕ" στην από 23.2.2011 σύμβαση με την εταιρεία "A. S. M.

AEE", ενήργησε ως παρένθετο πρόσωπο και ειδικότερα ως άμεσος αντιπρόσωπος αυτής (αναιρεσείουσας). Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 886/2013 απόφαση του, την οποία το παρόν Δικαστήριο επισκοπεί παραδεκτά για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), που εκδόθηκε επί αγωγής του συνδίκου της πτώχευσης της εταιρείας με την επωνυμία "A.

S. M. AEE" Γ. Κ. κατά της εναγομένων εταιρειών α) "A. S. M. AEE" και β) "Κ.Α. Ζ. ΑΕΒΕ" (αναιρεσείουσα), δέχθηκε τα εξής: α) Ότι η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, είχε πτωχεύσει με την υπ' αριθμ. 802/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ορίσθηκε ως ημέρα παύσης των πληρωμών η 30η Ιουνίου 2010, β) ότι με το από 23.2.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης η πρώτη εναγόμενη εκμίσθωσε στη δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία ακίνητο επί της Λεωφόρου … αριθμ.

…, στο Δήμο ... για το χρονικό διάστημα από 23.2.2011 έως 22.2.2023, έναντι μηνιαίου μισθώματος 5.000 ευρώ, γ) ότι στις 10.5.2011 υπογράφηκε μεταξύ των εταιρειών αυτών (εναγομένων) το από 10.5.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό συμψηφισμού απαιτήσεων, σύμφωνα με το οποίο συμψήφισαν τις μεταξύ τους απαιτήσεις, δηλαδή τη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή αξίωση της δεύτερης εναγομένης έναντι της πρώτης ύψους 460.000 ευρώ από τιμολόγια πώλησης προϊόντων και την απαίτηση της πρώτης έναντι της δεύτερης από την καταβολή μισθωμάτων για το ανωτέρω ακίνητο και δ) ότι η δεύτερη εναγόμενη γνώριζε ότι η πρώτη εναγόμενη είχε παύσει τις πληρωμές της και ότι η πράξη συμψηφισμού, που έλαβε χώρα κατά την ύποπτη περίοδο, ήταν επιζήμια για την ομάδα των πιστωτών.

Για τους λόγους αυτούς το ως άνω Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 43 του Πτωχευτικού Κώδικα, κήρυξε άκυρο και ανακάλεσε το συμψηφισμό που έγινε μεταξύ των εναγομένων εταιρειών με το από 10.5.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό. Πλην, όμως, η ακύρωση και ανάκληση του ως άνω συμψηφισμού που συνήφθη με το από 10.5.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των εταιρειών "A.

S. M. AEE" και της αναιρεσείουσας εταιρείας, δεν επιφέρει ακυρότητα και ανάκληση της από 23.2.2011 αμφοτεροβαρούς σύμβασης, που συνήφθη μεταξύ της εταιρείας "A. S. M. AEE" και της εταιρείας "Β. ΑΕ", όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αφού, ο συμψηφισμός αυτός με το προαναφερθέν περιεχόμενο δεν είχε σχέση με την ως άνω από 23.2.2011 αμφοτεροβαρή σύμβαση που αφορούσε το κατάστημα ….

Και τούτο, διότι, με βάση τα οριζόμενα στα άρθρα 43 και 48 του Πτωχευτικού Κώδικα περί δυνητικής ανάκλησης πράξεων που διενεργήθηκαν από τον οφειλέτη στην ύποπτη περίοδο, για την ανάκληση της ως άνω από 23.2.2011 αμφοτεροβαρούς σύμβασης απαιτείται έκδοση απόφασης από το πτωχευτικό δικαστήριο μετά από άσκηση αγωγής εκ μέρους του συνδίκου της πτώχευσης, απόφαση που ως προς την σύμβαση αυτή δεν ισχυριζόταν η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων εφέσεως ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, ότι είχε εκδοθεί.

Συνακόλουθα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας και επομένως και τον προαναφερθέντα πρόσθετο λόγο έφεσης, έστω και χωρίς αιτιολογία, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού αυτός ήταν αβάσιμος καθότι δεν ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της υπό κρίση υπόθεσης.

Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης και τρίτης των αναιρεσίβλητων που παρέστησαν με τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις και της δεύτερης αναιρεσίβλητης που παρέστη με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 180, 183 του ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου επιδικάζονται ξεχωριστές δικαστικές δαπάνες (ΑΠ 1269/2019).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4η Ιανουαρίου 2018 και με αριθ. κατάθ. 2/4.1.2018 αίτηση αναίρεσης και τους από 16ης Νοεμβρίου 2020 και με αριθ. κατάθ. 105/2020 πρόσθετους λόγους αναίρεσης της υπ' αριθ. 239/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της πρώτης και τρίτης των αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ και της δεύτερης αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ