Legislator Case Law & Legislation
1367/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeals against conviction for theft due to lack of legal grounds and failure to appear.

Case Number 1367/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed appeals filed by two defendants against a fifth-instance court's conviction for theft. The appellant B. or P. or S. or P. A. or L. K. argued for acquittal based on insufficient evidence and flawed identification, while the appellant K. Th. did not appear at the hearing. The court rejected these arguments, ruling that appeals challenging the substantive evaluation of evidence or the court's factual findings do not constitute valid grounds for cassation under Greek criminal procedure law.

Legislator headnote

AI generated

Articles 510, 512, 514 of the Code of Criminal Procedure; Appeals challenging the substantive evaluation of evidence or the court's factual findings do not constitute valid grounds for cassation, and absent defendants' appeals are inadmissible.

Keywords

AI generated
cassation appeal substantive evaluation factual findings failure to appear Code of Criminal Procedure theft conviction inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 510, paragraph 1, item 4 of the Code of Criminal Procedure
Article 510, paragraph 1, item 5 of the Code of Criminal Procedure
Article 512, paragraph 1, item 3 of the Code of Criminal Procedure
Article 514, paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 578 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1367 / 2020 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1367/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη, Νικόλαο Βεργιτσάκη - Εισηγητή και Αναστασία Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 9 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Παπαγεωργίου, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. B. ή P. ή S. ή Π. A. ή L. K. του Τ. – T. – J., κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Μαλανδρίνου ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Κωνσταντίνο Ζαχαράκη, ο οποίος διορίστηκε με την 103/2020 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών και 2. Κ. Θ. του Χ., κατοίκου ..., η οποία δεν εμφανίστηκε, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2567/2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην Ε.Μ. 36/2020 ΑΠΌ 29.6.2020 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 686/2020.

Αφού άκουσε

Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε: α) να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως του B. ή P. ή S. ή Π. A. ή L. K. και β) να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η αίτηση αναίρεσης της Κ. Θ. και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οι κρινόμενες από 29-6-2020 με αριθ. Ε.Μ. 36/29-6-2020 έκθεση κατάθεσης της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών, και από 6-7-2020 (γενικού αριθ. πρωτ. Εισ. Αρείου Πάγου ...2020), αιτήσεις των κατηγορουμένων, B. ή P. ή S. ή Π. A. L. K. του Τ. - T. - και Κ. Θ. του Χ., αντίστοιχα, καθώς και οι από 19-8-2020 προταθέντες επί της πρώτης αναίρεσης, πρόσθετοι λόγοι, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2567/16-12-2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας.(Α') Επί της από 26-7-2020 (γενικού αριθμ. πρωτ. της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου ...6-7-2020) αίτησης της Κ. Θ. του Χ.

Κατά το άρθρο 512 παρ. 1 εδ. γ' του ισχύοντος από 1-7-2019 ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Τέλος, κατά το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠΔ, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη της παρ, 3 του άρθρου 512 ΚΠΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανιστεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου ο αιτών την αναίρεση προσηκόντως, ήτοι με συνήγορο ή δι' αυτού, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στη συζήτηση, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 17-9-2019 αποδεικτικό επιδόσεως της Επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α.Σ., η οποία μετά από παραγγελία του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, πήγε στην οικία που δήλωσε ότι διαμένει η αναιρεσείουσα Κ. Θ. του Χ., επί της οδού ... και, επειδή δεν βρήκε την ίδια προσωπικά ή άλλο πρόσωπο από τα αναφερόμενα στο άρθρο 155 παρ.1 ΚΠΔ, θυροκόλλησε την υπ' αριθμ. ...-9-2020 κλήση του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, με την οποία καλούσε αυτήν να παραστεί δια συνηγόρου στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου κατά τη δικάσιμο της 9ης-10-2020 για την συζήτηση της από 26-7-2020, αίτησης αναίρεσης αυτής, κατά της υπ'αριθμ. 2567/2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης τριών (3) ετών για την αξιόποινη πράξη της συνέργειας σε ληστεία.

Η θυροκόλληση έγινε παρουσία του μάρτυρος Π. Δ., επιμελητή δικαστηρίων της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, όπως προβλέπεται από το άρθρο 155 παρ.2 ΚΠοινΔ. Επίσης, από το με ημερομηνία 22-9-2020 αποδεικτικό επίδοσης της αυτής ως άνω δικαστικής επιμελήτριας Α. Σ., προκύπτει ότι επιδόθηκε η ως άνω κλήση, νομοτύπως και εμπροθέσμως και προς τον διορισθέντα αντίκλητο της αναιρεσείουσας Δικηγόρο Αθηνών Ιωαννίδη Δημήτριο, επί της οδού ...

δια παραδόσεως στα χέρια της συνοίκου του, ενηλίκου Μ. -Κ. Λ., συνεργάτη αυτού. Η αναιρεσείουσα, όμως δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο αυτή και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια αφού η αναιρεσείουσα δεν παρέστη κατά την συζήτηση, ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης της, πρέπει να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην πρώτη παράγραφο της παρούσας και να της επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα (άρθρ.578 παρ.1 ΚΠοινΔ.) II. (Β') Επί της με αριθμ.

Ε.Μ. 36/2020 από 23-6-2020 αίτησης του Β. ή P. ή S.ή Π. A. L. K. του Τ.-T. - η οποία ασκήθηκε παραδεκτά, καθόσον καταχωρίστικε στο Ειδικό του άρθρου 473 ΚΠΔ βιβλίο στις 16.6.2020.

(ι') Κατά το άρθρο 177 παρ. 2 του ΚΠΔ, αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού, εκτός αν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και έχει εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, η χρησιμοποίηση δε στη ποινική δίκη απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου προσβάλλει το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και επάγεται την κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ' του ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.

Α' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως. Με την ως άνω διάταξη του άρθρου 177 παρ. 2 του ΚΠΔ θεσπίζεται, κατ' εξαίρεση της αρχής της ηθικής απόδειξης, που καθιερώνει η διάταξη της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου, η απαγόρευση της αξιοποιήσεως αποδεικτικού μέσου, που έχει αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών και επομένως δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο για την κήρυξη της ενοχής ή την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού, αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με τέτοιες πράξεις, όπως π.χ.

μαγνητοταινία ή βιντεοσκόπηση που αποτυπώνει ιδιωτική συνομιλία ή φωτογράφηση μεταξύ του ενδιαφερομένου και τρίτου, χωρίς τη συναίνεση του τελευταίου. Η αξιόποινη αυτή πράξη, προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 370Α' παρ. 2 του ΠΚ., η οποία (διάταξη) θεσπίστηκε στα πλαίσια της γενικότερης προστασίας που παρέχεται στον άνθρωπο από τα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 9Α και 19 του Συντάγματος, για την προστασία και το σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και ειδικότερα το δικαίωμα για πληροφοριακή αυτοδιάθεση ως συνταγματικά προστατευόμενη αξία που απορρέει από τις διατάξεις των άρθρ. 2 παρ. 1 (ανθρώπινη αξιοπρέπεια), 5 παρ. 1 (δικαίωμα να αναπτύσσει καθένας ελεύθερα την προσωπικότητά του), 9 (κατοικία, ιδιωτική και οικογενειακή ζωή), 9 Α (δικαίωμα στην προστασία των προσωπικών δεδομένων) και 19 (απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας) του Συντάγματος.

Παρά δε τα αναφερόμενα στις διατάξεις των ως άνω άρθρων (370 Α' του Π.Κ. και 177 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ.) και της θεσπισθείσης απολύτου απαγορεύσεως της χρήσεως ως αποδεικτικών μέσων μαγνητοταινιών ή μαγνητοφωνήσεων που αποκτήθηκαν παρανόμως, από πλευράς ποινικού δικονομικού δικαίου, η προβλεπομένη απόλυτη απαγόρευση δικονομικής αξιοποιήσεως τέτοιων αποδεικτικών μέσων, πρέπει να ελέγχεται από το επιλαμβανόμενο της εκδικάσεως της υποθέσεως ποινικό δικαστήριο, αν είναι συμβατή με τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 παρ. 1δ του Συντάγματος, που προστατεύουν το απόλυτο αγαθό της ανθρώπινης αξίας, για να μη τίθενται σε διακινδύνευση τα έννομα αγαθά της ζωής της τιμής και της ελευθερίας του ατόμου τα οποία απολαύουν απόλυτης συνταγματικής προστασίας.

Ωστόσο, ο κανόνας αυτός της απαγόρευσης χρήσης αποδεικτικού μέσου παρανόμως κτηθέντος, που θεσπίζεται από την εν λόγω διάταξη και το άρθρο 19 §3 του Συντάγματος, κάμπτεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όχι μόνον υπέρ αλλά και εναντίον του κατηγορουμένου. Έτσι, υπό τον περιορισμό της αρχής της αναλογικότητας (άρθρ. 25 §1 Συντ.) μπορεί να συνεκτιμηθεί από το δικαστήριο ένα τέτοιο "παράνομο" αποδεικτικό μέσο, όταν αυτό αποτελεί το μοναδικό ενδεχομένως στοιχείο, στο οποίο ο παθών μπορεί να στηρίξει την καταγγελία του για να επιδιώξει την κατά το άρθρο 20 §1 Συντ.

έννομη προστασία του ή όταν αυτό αποτελεί το μόνο προτεινόμενο από τον κατηγορούμενο αποδεικτικό μέσο προς απόδειξη της αθωότητάς του. (ΑΠ 277/2014, 1202/2011, 816/2006).

ΙΙΙ. Στην κρινόμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων που κηρύχθηκε ένοχος με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ. 2567/2019 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, για τις πράξεις της Ληστείας κατά συρροή, κλοπή κατ' εξακολούθηση, παράνομης οπλοφορίας κατ' εξακολούθηση και παράνομη είσοδος στη χώρα και του επιβλήθηκε συνολική ποινή κάθειρξης 27 ετών και 6 μηνών, καθώς και χρηματική ποινή 6.000,00 ευρώ, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναιρέσεως του (κατ'εκτίμηση), αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη υπέπεσε στην πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί το δικαστήριο στήριξε την καταδικαστική του κρίση σε παράνομα αποδεικτικά μέσα, κατά παράβαση των εκ των άρθρων 19 και 20 του Συντάγματος αρχών, " του απορρήτου της επικοινωνίας και ανθρώπινης αξίας" , με τις ειδικότερα αντίστοιχες αιτιάσεις ότι:

α') το δικαστήριο έλαβε υπόψη του παράνομο βιντεοληπτικό υλικό, που αποτυπώθηκε σε 56 φωτογραφίες παρά την απαγόρευση του άρθρου 177 § 2 ΚΠΔ και β') ότι ελήφθη υπόψη βιντεοληπτικό υλικό "καταγραφής καμερών" μη αναγνωσθέν. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι και τούτο διότι: (ι') Ως προς την (α') ειδικότερη αιτίαση, καθόσον, ναι μεν, κατά την διάταξη του άρθρ. 177 παρ. 2 ΚΠΔ αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη στην ποινική διαδικασία, κατά δε, τις διατάξεις των παραγρ. 1.2.3 του άρθρ. 370Α'του ΠΚ, αποτελεί ποινικό αδίκημα η καταγραφή και η χρήση μαγνητοφωνήσεων ή βιντεοσκοπήσεων μη δημόσιων πράξεων, χωρίς την συναίνεση των υποκειμένων, πλην όμως, η απαγόρευση αυτή κάμπτεται εν προκειμένω, κατά τ' αναφερόμενα στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, καθόσον η τοποθέτηση βιντεοκάμερας από τον ιδιοκτήτη του καταστήματος σε σημείο τέτοιο ώστε οι κάμερες να καταγράφουν κινήσεις στις περιοχές εισόδου-εξόδου του καταστήματος, με αποκλειστικό σκοπό την προστασία των αγαθών της επιχείρησης, και μάλιστα για την παρακολούθηση της τέλεσης στο χώρο του, αξιόποινων πράξεων, η χρησιμοποίηση αυτού του βιντεοληπτικού υλικού , εφόσον δεν αναγόταν στη σφαίρα παρακολούθησης της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής των εκεί εργαζόμενων, δεν αποτελεί παράνομη πράξη, παρά την έλλειψη άδειας της αρμόδιας αρχής, καθώς αποτελεί ενδεχομένως το μοναδικό στοιχείο, στο οποίο οι παθόντες ιδιοκτήτες καταστημάτων, μπορούν να στηρίξουν την καταγγελία τους, για να επιδιώξουν την κατά το άρθρο 20 §1 Συντ.

έννομη προστασία τους, αφού το φωτογραφικό αυτό υλικό είναι σημαντικό αποδεικτικό μέσο , γιατί εκτός των ιδίων των παθόντων, κατά την ώρα των ληστειών, δεν υπήρχαν άλλοι αυτόπτες μάρτυρες. Επομένως, το ληφθέν με τον τρόπο αυτό, υλικό καταγραφής καμερών, (και οι εξ αυτού εξαχθείσες 56 φωτογραφίες) , εφόσον δεν αφορά στην παρακολούθηση της προσωπικής και ιδιωτικής ζωής, δεν συνιστά απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και μπορεί να αξιολογηθεί και να συνεκτιμηθεί από το δικαστήριο για την κήρυξη της ενοχής του κατηγορουμένου και δεν αποτελούσε πράξη παράνομη, αλλά επιτρεπτή νόμιμη πράξη, κατ' εφαρμογή των διατάξεων της υπ' οδηγίας 1/2011 της ΑΠΔΠΧ.

Άλλωστε, και με βάση την αρχή της αναλογικότητας, τυγχάνει υπέρτερο έννομο αγαθό άξιο προστασίας (άρθρο 20 §1 Συντ.) η ανθρώπινη αξία στο πρόσωπο του απροστάτευτου θύματος αξιόποινων πράξεων, έναντι της προστασίας των προσωπικών δεδομένων του διαπράττοντος αξιόποινες πράξης και μάλιστα κακουργηματικής μορφής.

Επομένως καμία ακυρότητα δεν δημιουργήθηκε από το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη της και συνεκτίμησε, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και το ανωτέρω βιντεοληπτικό υλικό. (ιι') Ως προς την (β ') ειδικότερη αιτίαση. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ.2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ.

Δ' του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικώς με το αποδεικτικό μέσο.

Στα πρακτικά δε της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται σε ποιο αποδεικτέο θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά, τα στοιχεία των οποίων προσδιορίζουν την ταυτότητά του, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενό του, ώστε ο κατηγορούμενος, γνωρίζων πλήρως την ταυτότητά του, να έχει την ευχέρεια να ασκήσει τα από το άρθρο 358 του ΚΠΔ ως άνω δικαιώματά του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον πραγματοποιήθηκε όντως η ανάγνωση των εγγράφων αυτών, παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενό τους, αφού η δυνατότητα αυτή, λογικώς δεν εξαρτάται μόνον από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα.

Προκειμένου περί εγγράφων που από τη φύση τους είναι ανεπίδεκτα ανάγνωσης (όπως είναι οι φωτογραφίες, οι χάρτες, τα σχεδιαγράμματα κτλ), αυτά δεν "αναγιγνώσκονται" κατά κυριολεξία, αλλά επισκοπούνται από τους παράγοντες της δίκης, προς τους οποίους επιδεικνύονται κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας στον κατηγορούμενο και τους λοιπούς διαδίκους από τον διευθύνοντα τη συζήτηση για να μπορούν να υποβάλλουν κατ' αυτών τυχόν αντιρρήσεις τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την δεύτερη (β') ως άνω ειδικότερη αιτίαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί της ενοχής του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του, "υλικό καταγραφής καμερών" μη αναγνωσθέν και συγκεκριμένα από την στήλη των αναγνωσθέντων στο ακροατήριο εγγράφων, έλαβε υπόψη του, "τις επισκοπηθείσες 56 φωτογραφίες" που απεικονίζουν κινήσεως δραστών, δηλαδή το υλικό καταγραφής καμερών, που είχε αποτυπωθεί στις εν λόγω φωτογραφίες στους χώρους όπου τελέστηκαν οι ληστείες και κλοπές.

Όμως, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, αλλά και ο αναιρεσείων αποδέχεται , οι φωτογραφίες αυτές, οι οποίες φέρονται στον κατάλογο των αναγνωσθέντων εγγράφων με αύξοντα αριθ, 31 και 32, ήτοι 29 φωτογραφίες κλαπέντων αυτοκινήτων και 56 φωτογραφίες κινήσεως δραστών, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, "επισκοπήθηκαν" από τους παράγοντες της δίκης, μετά προηγούμενη επίδειξή τους, εκ μέρους του διευθύνοντος τη συζήτηση, ενώ με την αναφορά τους ως αναγνωσθέντα, μεταξύ των αναγνωσθέντων εγγράφων, επαρκώς προσδιορίζεται, κατά τρόπο που δεν δημιουργείται αμφιβολία, η ταυτότητά τους, ενόψει του ότι άλλα έγγραφα με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν και δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη μνεία πρόσθετων στοιχείων προσδιορισμού τους, αφού με την ανάγνωσή τους στην επ' ακροατηρίου διαδικασία, κατέστη γνωστό το εν λόγω βιντεοληπτικό υλικό κατά το περιεχόμενό του στον αναιρεσείοντα, οπότε αυτός είχε πλήρη δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σε σχέση με το περιεχόμενό του, γεγονός που δεν εξαρτήθηκε πάντως από τον τρόπο προσδιορισμού του στα πρακτικά της δίκης.

Επομένως, ο σχετικός , από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλείται την πλημμέλεια της κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης περί της ενοχής του κατηγορουμένου, λήφθηκαν υπόψη οι εν λόγω φωτογραφίες, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

IV. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 98 παρ.1 του Π.Κ., αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή, για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι επί εξακολουθούντος εγκλήματος, στο δικαστήριο της ουσίας καταλείπεται η κρίση, αν θα καταγνώσει στο δράση μία και μόνο ποινή, λαμβάνοντας υποχρεωτικά υπόψη κατά την επιμέτρησή της το όλο περιεχόμενο των επί μέρους πράξεων ή θα εφαρμόσει τις περί πραγματικής συρροής διατάξεις του άρθρου 94 παρ.1 του Π.Κ..

Με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι, καθ' υπέρβαση εξουσίας, υπάρχει αντίφαση στην προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς μ' αυτήν καταδικάστηκε για μεν την πράξη της ληστείας κατά συρροή (21 πράξεις) (άρθρ. 94 ΠΚ), επιβάλλοντας του ποινές για 21 πράξεις, ενώ για τις πράξεις της παράνομης οπλοφορίας (21 πράξεις) καταδικάστηκε ως έγκλημα κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 98 ΠΚ), επιβάλλοντας του ποινή για μία πράξη, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1 και 98 του ΠΚ, Από την παραδεκτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, ο αναιρεσείων διά του πληρεξούσιου δικηγόρου του, προέβαλε τον ισχυρισμό περί μετατροπής της κατά συρροής τέλεσης των πράξεων της ληστείας σε κατ' εξακολούθηση έγκλημα, πλην όμως το δικαστήριο δέχτηκε ότι οι ληστείες αυτές τελέστηκαν κατά συρροή, "εφόσον, φορέας των (προσωποπαγών) εννόμων αγαθών που προσβλήθηκαν ήταν διαφορετικά πρόσωπα" και απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό.

Ενόψει τούτων και με βάση τις αναφερόμενες στην προηγούμενη παράγραφο παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο άνω αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για 21 (κατά συρροή) πράξεις ληστείας , για τις οποίες του επιβλήθηκαν 21 ποινές (μία για κάθε πράξη). Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία έκρινε, ότι οι κατηγορούμενοι τέλεσαν το έγκλημα της ληστείας κατά συρροή και το έγκλημα της παράνομης οπλοφορίας κατ' εξακολούθηση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 380, 94 και 98 ΠΚ, αφού, κατά τις παραδοχές της απόφασης, το μεν έγκλημα της ληστείας, τελέστηκε από τους κατηγορούμενους με περισσότερες πράξεις, οι οποίες προσέβαλαν έννομα αγαθά διαφορετικών προσώπων, οπότε υφίσταται αληθής πραγματική συρροή του εγκλήματος της ληστείας και όχι κατ' εξακολούθηση τέλεση αυτού και αντιθέτως, το δε έγκλημα της παράνομης οπλοφορίας τελέστηκε κατ'εξακολούθηση.

Εφόσον, λοιπόν, το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε, ότι πρόκειται για 21 αυτοτελείς ληστείες, ορθώς καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για τις ληστείες αυτές και για την παράνομη οπλοφορία κατ'εξακολούθηση και του επέβαλε 21 ποινές (μία για κάθε πράξη από τις ληστείες) και μία ποινή για την παράνομη οπλοφορία, αφού, σύμφωνα με τα αμέσως προεκτεθέντα, ακόμη και στην περίπτωση τελέσεως κατ' εξακολούθηση εγκλήματος, στην ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας απόκειται, αν θα επιβάλει μία ποινή ή θα εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 94 παρ.1 ΠΚ.

Επομένως, το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν υπερέβη την εξουσία του, όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων, αφού ορθά εφήρμοσε τις ουσιαστικού ποινικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1 και 98 του ΠΚ, ο δε υποστηρίζων τα αντίθετα σχετικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρ.510 παρ.1 στοιχ .Θ' και Ε' ΚΠΔ, είναι αβάσιμος, ως προς αμφότερα τα σκέλη του.

V. Περαιτέρω, αυτοτελής ισχυρισμός η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περίστασης από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής.

Στην περίπτωση, δε, που συντρέχουν περισσότερες τέτοιες ελαφρυντικές περιστάσεις, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μία φορά, το δικαστήριο, όμως, κατά την επιμέτρησή της, λαμβάνει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το γεγονός της συνδρομής των περισσότερων ελαφρυντικών περιστάσεων, σύμφωνα με το άρθρο 85 του ΠΚ.

Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.

Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία ε' , ήτοι το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (στοιχ.

ε' ). Για να συντρέξει η επόμενη ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη πρέπει αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, διότι τότε μόνον η επιλογή του αντανακλά και αντικατοπτρίζει τη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία ως προς την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής του προδιάθεσης για βελτιωμένη, ήσυχη και χωρίς παραπτώματα διαβίωση για την οποία πρέπει να επιβραβευθεί.

Απαιτείται, δηλαδή, εκτός από το μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, η συνδρομή και άλλων περιστατικών δηλωτικών της, μετά την πράξη, αρμονικής διαβίωσης του δράστη στην κοινωνία. Οπωσδήποτε δε πρέπει να υπάρχει συμπεριφορά μαρτυρούσα την αληθή ψυχική του μεταβολή προς το καλύτερο. Όμως, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης στον ευρισκόμενο στη φυλακή κρατούμενο, από μόνο το γεγονός ότι αυτός κρατείται και εξαιτίας της κατάστασής του αυτής, λόγω του πειθαναγκασμού του στους κανόνες λειτουργίας των σωφρονιστικών καταστημάτων, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη η τυχόν βελτιωμένη συμπεριφορά του, η οποία στο διάστημα της κράτησής του προδήλως εκδηλώνεται μόνο με θετική συμπεριφορά.

Τούτο γιατί, σε διαφορετική περίπτωση, πέραν των όποιων προνομίων προβλέπει ο σωφρονιστικός Κώδικας και ενδεχομένως να προσφέρονταν στον κρατούμενο στη διάρκεια του εγκλεισμού του, θα προκαλείτο όχι μόνο η εξάλειψη, αλλά ενδεχομένως και ο περιορισμός της πιθανότητας βελτίωσης του χαρακτήρα και της προσωπικότητας του καταδικασθέντος και ήδη κρατουμένου.

Έτσι η παραδοχή της συνδρομής της ελαφρυντικής αυτής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε' του Π.Κ, αναμφιβόλως, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η συμπεριφορά του εντός του σωφρονιστικού καταστήματος είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατουμένου, η οποία βέβαια συνέχεται με την εξαιρετική και οπωσδήποτε βελτιωμένη συμπεριφορά του.

Η καλή, δηλαδή, συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως συμπεριφορά όπου απουσιάζει η παραβατικότητα. Περιλαμβάνει, επιπλέον, τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτόβουλα και αυτόκλητα και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού και οπωσδήποτε είναι βελτιωμένη.

Κατά συνέπεια, για είναι ορισμένος ο παραπάνω ισχυρισμός του δράστη, είτε κρατουμένου, είτε διαβιούντος σε καθεστώς ελευθερίας, για τη συνδρομή της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης, δεν αρκεί η επίκληση καλής και συνήθους συμπεριφοράς σε όλο το πλέγμα της εργασιακής και κοινωνικής του ζωής, αλλά πρέπει αυτός να επικαλεσθεί θετικά πραγματικά περιστατικά, που δηλώνουν την αρμονική κοινωνική διαβίωσή του για μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, που καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα, ο συνήγορός του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντος πρόβαλε προφορικά, τον αυτοτελή ισχυρισμό για συνδρομή στο πρόσωπο του, της ελαφρυντικής περίστασης της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (άρθρο 84 παρ. 2 εδ.

ε' του ΠΚ). Για τη θεμελίωσή του επικαλέστηκε τα εξής: "...ο συνήγορος του 2ου κατ/νου (ήδη αναιρεσείοντος) αφού έλαβε το λόγο , ζήτησε να αναγνωριστεί στον κατηγορούμενο Το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' ΠΚ ". O ισχυρισμός όμως αυτός, όπως διατυπώθηκε και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε,, είναι προεχόντως, απορριπτέος ως παντελώς αόριστος, δεδομένου ότι, δεν αναφέρονται τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωσή του, ήτοι πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβίωσής του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξης και επομένως, το δικαστήριο της ουσίας, λόγω της αοριστίας του εν λόγω αυτοτελούς ισχυρισμού, δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει και πολύ περισσότερο να διαλάβει ειδική για την απόρριψή του αιτιολογία, παρά ταύτα, εκ περισσού τον απέρριψε με την προσήκουσα αιτιολογία, κρίνοντας ανελέγκτως, ότι: "...

θα πρέπει να απορριφθεί το αίτημα του δεύτερου των κατηγορουμένου περί αναγνώρισης στο πρόσωπό τους του ελαφρυντικού 84 παρ. 2ε ΠΚ, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι επέδειξε καλή συμπεριφορά για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση των πράξεών του, μη αρκούντων των προσκομιζόμενων πιστοποιητικών του Καταστημάτος Κράτησης, Μαλανδρίνου για τις άδειες που έλαβε, αλλά απαιτούμενης και της απόδειξης συγκεκριμένων θετικών περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η καλή συμπεριφορά του για μεγάλο χρονικό ".

Συνακόλουθα, ο σχετικός έβδομος, από το άρθρο 510§1 περ. Δ' ΚΠΔ, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση γα έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84§2 περ.

ε' ΠΚ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. VΙ. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται το τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά ούτε η αξιολογική συσχέτισή τους.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε.

Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης (Ολ.

ΑΠ 3/2008).

VII. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, δικάζοντας ως Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 9567/16.12.2019 απόφαση μετά από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που αναφέρονται ως προς το είδος τους σ' αυτή, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ότι αποδεχόταν τ' ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο του 2012 έως Ιανουάριο του 2013 υπήρξε μια έξαρση ληστειών σε καταστήματα στα ..., με λεία τα χρήματα των ταμείων, αλλά και τσιγάρα, κάρτες, κινητά τηλέφωνα κλπ.

Οι αστυνομικοί που επιλήφθηκαν του θέματος, αξιοποιώντας πληροφορίες και βιντεοληπτικό υλικό που είχαν συλλέξει για τον δράστη και τη γυναίκα που τον συνέδραμε σε δύο από τις ληστείες, εντόπισαν το ορμητήριο των δραστών, το οποίο έθεσαν υπό επιτήρηση. Η οικία αυτή, στην οποία διέμεναν όλοι οι κατηγορούμενοι βρισκόταν στον ...

και ανήκε στον πρώτο εξ αυτών ενώ, μετά από πληροφορίες, οι αστυνομικοί διαπίστωσαν την ύπαρξη και άλλης οικίας που επίσης χρησιμοποιούσαν οι κατηγορούμενοι, στην .... Αρχικά προσήχθη στο Αστυνομικό Τμήμα η τρίτη κατηγορούμενη επειδή κατελήφθη να οδηγεί μια κλεμμένη BMW. Μετά την προσαγωγή αυτή παρατηρήθηκε ότι σταμάτησαν να γίνονται ληστείες, καθώς η Κ.

Θ. προφανώς ενημέρωσε και τους λοιπούς ότι έχουν εντοπισθεί. Ακολούθως εντοπίστηκαν και τα οχήματα με τα οποία διαπράττονταν οι ληστείες, που όπως αποδείχθηκε, ήταν κλεμμένα. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι, οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, Α. Μ. και Β. ή P. ή S. ή Π. A. L. K., ενεργώντας από κοινού μαζί και με άλλους άγνωστους δράστες εξακολουθητικά αφαίρεσαν ξένα κινητά πράγματα με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση τους και συγκεκριμένα αφαίρεσαν:

α] στις 20-12-2012 στο ... το σταθμευμένο, με αριθμό, κυκλοφορίας ..., ΙΧΕ αυτοκίνητο ALPHA ROMEO, ιδιοκτησίας Κ. Π., β] στις 11/12-10-2012 στο ... το σταθμευμένο, με αριθμό, κυκλοφορίας ... ΙΧΕ, αυτοκίνητο BMW, ιδιοκτησίας Ε. Β., γ] στις 30-6/2-7-2012 στα ... το σταθμευμένο, με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ, αυτοκίνητο NISSAN SUNNY, ιδιοκτησίας Δ. Χ., με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα και για να χρησιμοποιηθούν κατά την διάπραξη ληστειών.

Συμμετοχή στις ως άνω κλοπές της τρίτης κατηγορούμενης δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Β. ή P. ή S. ή Π. A. L. K., στους ειδικότερα διαλαμβανόμενους στο διατακτικό της παρούσας τόπους και χρόνους, πραγμάτωσε είκοσι ένα (21) εγκλήματα ένοπλης ληστείας, ήτοι με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής και προτάσσοντας απειλητικά, κατά των θυμάτων των πράξεων αυτών, όπλο που έφερε παράνομα, αφαίρεσε από την κατοχή των προσώπων που αναφέρονται στο διατακτικό της παρούσας τα επίσης εκεί αναφερόμενα αναλυτικά, κατ' είδος, ξένα ολικά κινητά πράγματα και χρηματικά ποσά, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση τους.

Σε μία εκ των ως άνω περιπτώσεων, όπως αυτή λεπτομερώς διαλαμβάνεται επίσης στο διατακτικό της απόφασης (υπό στοιχεία Α6), έχοντας αποφασίσει την διάπραξη του κακουργήματος της ένοπλης ληστείας επιχείρησε πράξη που ενείχε αρχή εκτελέσεως, όμως η ενέργειά του αυτή δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους της θελήσεώς του και συγκεκριμένα από εμπόδια εξωτερικά.

Οι ληστείες αυτές τελέστηκαν κατά συρροή, εφόσον, φορέας των (προσωποπαγών) εννόμων αγαθών που προσβλήθηκαν ήταν διαφορετικά πρόσωπα, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού που προέβαλε ο δεύτερος κατηγορούμενος περί μετατροπής της κατηγορίας σε κατ' εξακολούθηση έγκλημα. Αποδείχθηκε επίσης ότι, ο πρώτος κατηγορούμενος Α.

Μ. διευκόλυνε τον δεύτερο κατηγορούμενο Β. ή P. ή S. ή Π. A. L. K. κατά την διάπραξη των προαναφερθεισών 21 ληστειών (τετελεσμένων και σε απόπειρα), παρέχοντάς του διάφορα ΙΧΕ αυτοκίνητα, μεταξωτών οποίων τα ως άνω κλαπέντα ALPHA ROMEO BMW και NISSAN SUNNY, προκειμένου να μεταβαίνει ο δεύτερος κατηγορούμενος σημεία διάπραξης των ληστειών και να διαφεύγει μετά την τέλεσή τους.

Όσον αφορά δε την τρίτη κατηγορούμενη Κ. Θ. αποδείχθηκε ότι αυτή παρείχε στον δεύτερο κατηγορούμενο συνδρομή κατά την τέλεση δύο εκ των ληστειών που ο τελευταίος διέπραξε, ήτοι εκείνης που διέπραξε στις 8-12-2012 σε μίνι μάρκετ στο ... ιδιοκτησίας Κ. Γ. καθώς και εκείνης που διέπραξε στις 17-1-2013 στο κατάστημα ψιλικών στο ...

ιδιοκτησίας Α. Π. (υπό στοιχεία Α7 και Α9) και ειδικότερα μετέφερε αυτόν με τα προαναφερθέντα οχήματα που η ίδια οδηγούσε στα σημεία διάπραξης των ως άνω δύο ληστειών και τον ανέμενε προς επιβίβαση και διαφυγή μετά την τέλεσή τους. Η ενοχή των συγκεκριμένων κατηγορουμένων προέκυψε με βεβαιότητα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, κάποιοι εκ των οποίων αναγνώρισαν με απόλυτη βεβαιότητα τον δεύτερο κατηγορούμενο ως δράστη των πράξεων που τελέσθηκαν σε βάρος τους (Κ.

Α., Β. Π., Α. Π., Φ. Ν., Χ. Κ., Ι. Π., Χ. Ν.-στον πρώτο βαθμό) και κάποιοι άλλοι με ελάχιστες επιφυλάξεις (Α. Π., Δ. Κ.), οφειλόμενες προφανώς στο γεγονός ότι, ο δεύτερος κατηγορούμενος όταν ενημερώθηκε από την τρίτη κατηγορούμενη ότι έχει εντοπισθεί φρόντισε να κόψει το μούσι με το οποίο είχε διαπράξει όλες τις ληστείες, με σκοπό να αλλάξει τη φυσιογνωμία του ώστε να μην αναγνωρίζεται.

Επίσης, οι δύο εκ των αστυνομικών που κατέθεσαν στο ακροατήριο του δικαστηρίου (Ι. Κ. και Χ. Ν.) βεβαίωσαν κατηγορηματικά ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι αυτός που διέπραξε τις αναφερόμενες στο διατακτικό εγκληματικές πράξεις όπως προέκυψε και από την επεξεργασία υλικού που είχαν στη διάθεσή τους, το οποίο είχε ληφθεί από κάμερες καταγραφής κλειστού κυκλώματος και προσκομίστηκε από τους παθόντες.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι νομίμως λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο το υλικό καταγραφής των καμερών και οι εξ αυτού εξαχθείσες φωτογραφίες, οι οποίες και αναγνώστηκαν, απορριπτόμενης της σχετικής ένστασης που υπέβαλαν οι συνήγοροι υπεράσπισης του δεύτερου και τρίτης των κατηγορουμένων.

Ειδικότερα, οι εν λόγω κατηγορούμενοι ζήτησαν, δια των συνηγόρων τους, να μη ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, κατ' άρθρο 177 § 2 ΚΠΔ, σειρά φωτογραφιών (με αριθμό αναγνωστέου 32), οι οποίες προέρχονται από κλειστό κύκλωμα καταγραφής βίντεο που λειτουργούσε εντός των καταστημάτων ορισμένων εκ των θυμάτων της ληστείας για το λόγο μέσο, αφού τα συγκεκριμένα συστήματα λειτουργούσαν χωρίς άδεια της αρμόδιας αρχής.

Ωστόσο, το γεγονός αυτό δεν καθιστά το καταγραφέν υλικό και τις εξ αυτού εξαχθείσες φωτογραφίες παράνομο αποδεικτικό μέσο, καθώς τα έγγραφα αυτά αποτελούν σημαντικό αποδεικτικό μέσο στο οποίο τα θύματα δύνανται να στηρίξουν και να αποδείξουν την καταγγελία τους αφού, εκτός των ιδίων των παθόντων, κατά την ώρα της ληστείας στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπήρχαν αυτόπτες μάρτυρες εντός των καταστημάτων.

Πρέπει, επίσης, να αναφερθεί ότι, οι συγκεκριμένες κάμερες ήταν τοποθετημένες εντός του καταστήματος των παθόντων και σε σημείο τέτοιο ώστε να καταγράφουν κινήσεις στις περιοχές εισόδου/εξόδου και γύρω από το ταμείο, με αποκλειστικό σκοπό την προστασία των αγαθών της επιχείρησης αλλά και των εργαζομένων αυτής.

Συνεπώς, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 § 1,2 της οδηγίας 1/2011 της ΑΠΔΠΧ κρίνεται επιτρεπτή η χρήση του συγκεκριμένου υλικού. Εξ άλλου και με βάση την αρχή της αναλογικότητας τυγχάνει υπέρτερο αγαθό άξιο προστασίας (άρθρο 20 §1 Συντ.) η ανθρώπινη αξία στο πρόσωπο του απροστάτευτου θύματος αξιόποινων πράξεων έναντι της προστασίας των προσωπικών δεδομένων του διαπράττοντος αξιόποινες πράξης και μάλιστα κακουργηματικής μορφής.

Περαιτέρω και όσον αφορά την τρίτη κατηγορούμενη η συνέργειά της στις δύο προαναφερθείσες ληστείες προκύπτει με βεβαιότητα τόσο από το γεγονός ότι εμφανίζεται σε υλικό κλειστού κυκλώματος του μίνι μάρκετ στο ... να εισέρχεται στο κατάστημα και να αποχωρεί μετ' ολίγον, προφανώς για να διαπιστώσει την κατάσταση που επικρατούσε εντός αυτού όπως κατέθεσε ο αστυνομικός Χ.

Ν., ενώ αμέσως μετά εισέρχεται ο δράστης και διαπράττει τη ληστεία, όσο και από καταθέσεις αυτοπτών μαρτύρων που ανέφεραν στους αστυνομικούς ότι το όχημα με το οποίο διέφευγε ο δράστης οδηγούσε μια ξανθιά γυναίκα (βλ. κατάθεση αστυνομικού Ι. Κ.), ενώ επίσης η τρίτη κατηγορούμενη, όπως προαναφέρθηκε, κατελήφθη να οδηγεί ένα από τα προαναφερθέντα κλεμμένα από τους δύο πρώτους κατηγορούμενους οχήματα.

Η συνεργεία δε του πρώτου κατηγορούμενου στις διαπραχθείσες ληστείες αποδεικνύεται από το γεγονός ότι εκείνος είχε διαθέσει στον δεύτερο κατηγορούμενο, ο οποίος διέμενε μαζί του, όλα τα οχήματα με τα οποία διέπραξε τις ληστείες. Τέλος και όσον αφορά την ενοχή όλων των κατηγορουμένων στις ως άνω ληστείες, ενισχυτικό στοιχείο υπέρ της ενοχής τους αποτελεί και το γεγονός ότι μετά τη σύλληψή τους σταμάτησαν εντελώς οι ληστείες στη συγκεκριμένη περιοχή.

Αποδείχθηκε, επίσης, ότι μετά τις κλοπές των προαναφερθέντων, με αριθμούς κυκλοφορίας ... και ... ΙΧΕ αυτοκινήτων, οι πρώτος και δεύτερος κατηγορούμενοι αφαίρεσαν από αυτά τις νόμιμες πινακίδες κυκλοφορίας και προσάρμοσαν στα οχήματα πινακίδες με άλλους αριθμούς κυκλοφορίας, ήτοι τις με αριθμούς ... πινακίδες αντίστοιχα, που προέρχονταν από άλλα οχήματα ιδίας μάρκας και χρώματος.

Ωστόσο, εφόσον οι νέες αυτές πινακίδες ήταν γνήσιες και όχι πλαστές, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί σε βάρος τους το αδίκημα της πλαστογραφίας, καθώς η μετάθεση (γνήσιων) πινακίδων από τα ένα όχημα σε άλλο προβλέπεται από τη διάταξη 90 παρ. 4 του ΚΟΚ (ν. 2696/1999, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 82 παρ. 3 του ν. 3542/2007 και τιμωρείται με διοικητικό πρόστιμο (βλ.

και ΑΠ 937/2011, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος). Τέλος αποδείχθηκε ότι, ό δεύτερος κατηγορούμενος: α) διέπραξε τις ως άνω ληστείες με όπλο που παράνομα έφερε μαζί του και β) εντός του έτους 2012 εισήλθε στην Ελλάδα χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις αν και είναι Αλβανός υπήκοος. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω οι κατηγορούμενοι θα πρέπει: ...Ι.....

ΙΙ. Ο δεύτερος εξ αυτών B. ή P. ή S. ή Π. A. L. K. να κηρυχθεί ένοχος: α) 21 ληστειών (20 τετελεσμένες και 1 σε απόπειρα, χωρίς καλυμμένα χαρακτηριστικά), β) απλής κλοπής κατ' εξακολούθηση, γ) παράνομης οπλοφορίας κατ' εξακολούθηση και δ) παράνομης εισόδου στη χώρα.

VIΙI. Ακολούθως, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας, που δίκασε, όπως προεκτέθηκε, σε δεύτερο βαθμό, αφού κήρυξε ένοχο τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για τις αξιόποινες πράξεις της Ληστείας κατά συρροή, κλοπή κατ' εξακολούθηση, παράνομης οπλοφορίας κατ' εξακολούθηση, παράνομη είσοδος στη χώρα, επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή κάθειρξης 27 ετών και 6 μηνών, καθώς και χρηματική ποινή 6.000,00 ευρώ , με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό του ότι: "Στους παρακάτω τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις πραγμάτωσε περισσότερα εγκλήματα που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα:

Α) Ο δεύτερος κατηγορούμενος με περισσότερες πράξεις πραγμάτωσε περισσότερα ομοειδή εγκλήματα που τιμωρούνται κατά το νόμο με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές και ειδικότερα πραγμάτωσε είκοσι ένα (21) ομοειδή εγκλήματα (ένοπλης) ληστείας, καθόσον, το μεν με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο ζωής αφαίρεσε από άλλους ξένο (ολικά) κινητό πράγμα για να το ιδιοποιηθεί παρανόμως, το δε (σε μια περίπτωση), έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το ανωτέρω κακούργημα, επιχείρησε πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, χωρίς όμως αυτό να ολοκληρωθεί, όχι από δική του βούληση, αλλά από εξωτερικά εμπόδια. Συγκεκριμένα: 1. Την 06-12-2012 και περί ώρα 21:50', εισήλθε σε MINI MARKET που βρίσκεται στο ..., επί της ..., ιδιοκτησίας του Β. Γ. του Π. και με την απειλή όπλου αφαίρεσε από τον υπάλληλο Β. Ν. του Π. και Ε., γεν. 19- 01-1981 στην Αθήνα Αττικής, κάτ. ... α/α το χρηματικό ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ περίπου, κούτες τσιγάρα MARLBORO και CAMEL και ένα (1) κινητό τηλέφωνο, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης.

2. Την 14-12-2012 και περί ώρα 21:00' εισήλθε σε κατάστημα πώλησης γαλακτοκομικών προϊόντων που βρίσκεται στα ..., επί της ... α.α., ιδιοκτησίας Σ. και Π. Μ. και με την απειλή πιστολιού που έφερε ακινητοποίησε τον πατέρα των ανωτέρω Μ. Ο. του Π. και Δ., γεν. 26-10-1942 στα ..., κατ. ... και αφαίρεσε το χρηματικό ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ περίπου, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης.

3. Περί ώρα 21:00' της 21-12-2012 εισήλθε σε ζαχαροπλαστείο με την επωνυμία "..." που βρίσκεται στο ... στη συμβολή της ... με την οδό ..., ιδιοκτησίας Κ. Δ. του Γ. και Μ., γεν. 27-08-1968 στο ..., ... και με την απειλή καραμπίνας που έφερε, ακινητοποίησε τον ανωτέρω και αφαίρεσε το χρηματικό ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ περίπου και μια (1) φιάλη ουίσκι, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης.

4. Περί ώρα 22:00 της 4-1-2013 εισήλθε σε κατάστημα ψιλικών που βρίσκεται στα ... επί της οδού ..., ιδιοκτησίας της Μ. Μ. του Ι. και με την απειλή όπλου που έφερε ακινητοποίησε το σύζυγο της ανωτέρω Ν. Φ. του Ι. και Σ., γεν. 19-1 Ο¬Ι 964 στην ... και αφαίρεσε το χρηματικό ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ περίπου και δύο (2) κούτες τσιγάρα μάρκας MARLBORO, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης.

5. Την 21-12-2012 και περί ώρα 21:45' εισήλθε σε κατάστημα ψιλικών που βρίσκεται στην ..., ιδιοκτησίας του Κ. Ε. του Χ. και με την απειλή κυνηγετικού όπλου (καραμπίνας) που έφερε ακινητοποίησε τον γιο του ανωτέρω Κ. Χ. του Ε. και Α., γεν. 07-04-1980 στην ... και αφαίρεσε το χρηματικό ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ και τρεις (3) κούτες με τσιγάρα μάρκας MARLBORO, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης.

6. Περί ώρα 21:30' της 14-01-2013 εισήλθε σε κατάστημα ψιλικών, που βρίσκεται στην ... ιδιοκτησίας του Τ. Δ. του Χ. και Κ., γεν. 20-10-1978 στο ..., κατ. ... και με την απειλή πιστολιού που έφερε, ακινητοποίησε τον ανωτέρω και αποπειράθηκε να αφαιρέσει χρήματα, με αρνητικό αποτέλεσμα, καθόσον έγινε αντιληπτός από τον Ν. Χ. του Σ. και Ε., γεν. 15-05-1985 στις ... υπάλληλο SECURITY, στη θέα του οποίου τράπηκε σε φυγή επιβιβαζόμενος σε Ι.Χ.Ε. αυτ/το μάρκας NISSAN SUNNY, παλαιού τύπου, α.λ.σ. στο οποίο τον ανέμενε έτερος συνεργός του.

7. Περί ώρα 20:20 της 08-12-2012 εισήλθε σε μίνι μάρκετ με την επωνυμία "...", που βρίσκεται στο ... ιδιοκτησίας του Γ. Κ. του Γ. και Ε., γεν. 18-05- 1976 στην Αθήνα, ... και με την απειλή πιστολιού που έφερε ακινητοποίησε τον ανωτέρω και αφαίρεσε το χρηματικό ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ περίπου και ένα (1) φορητό Η/Υ μάρκας TOSHIBA, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης. Ακολούθως, διέφυγε επιβιβαζόμενος στο με αριθμό ... Ι.Χ.Ε. αυτ/το μάρκας ALFA ROMEO, όπου τον ανέμενε η συγκατηγορούμενή του.

8. Περί ώρα 22:00 της 11-12-2012 εισήλθε σε μίνι μάρκετ που βρίσκεται στο ..., επί της οδού ..., ιδιοκτησίας της Π. Μ. του Ι. και με την απειλή πιστολιού που έφερε ακινητοποίησε τους (α) Α. Κ. του Σ. και Ε., γεν. 27-04-1967 στην Αθήνα, κάτ. ... και το σύζυγο της (β) Π. Δ. του Β. και Α., γεν. 03-09-1970 στα ... και αφαίρεσε το χρηματικό ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ περίπου, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης.

9. Περί ώρα 22:15' της 17-01-2013 εισήλθε σε κατάστημα ψιλικών που βρίσκεται στο ..., στη συμβολή οδών ..., ιδιοκτησίας του Π. Α. και με την απειλή όπλου που έφερε, ακινητοποίησε τον γιο του ιδιοκτήτη Π. Β. του Α. και της Φ., γεν. 05-10-1991 στο ... και αφαίρεσε το χρηματικό ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ και κούτες τσιγάρα συνολικής αξίας δυόμιση χιλιάδων (2500) ευρώ περίπου, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης. Ακολούθως, διέφυγε επιβιβαζόμενος σε Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μάρκας NISSAN SUNNY, παλαιού τύπου, α.λ.σ., όπου τον ανέμενε η συγκατηγορούμενή του.

10. Την 14-01-2013 και περί ώρα 21:40' εισήλθε σε πρατήριο άρτου, που βρίσκεται στο ..., ιδιοκτησίας του Β. Ε. του Κ. και με την απειλή πιστολιού αφαίρεσε από την υπάλληλο Γ. Σ. του Ν. και Β., γεν. 25-12-1971 στα ... το χρηματικό ποσό των ογδόντα (80) ευρώ, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης.

11. Περί ώρα 21:00' της 21-01-2013 εισήλθε σε κατάστημα ψιλικών που βρίσκεται στα ..., συμβολή οδών ... με την επωνυμία "Κ. Δ." ιδιοκτησίας του Κ. Δ. του Γ. και Ε., γεν. 07-06-1968 στο ... και με την απειλή πιστολιού που έφερε ακινητοποίησε τον ανωτέρω και αφαίρεσε το χρηματικό ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ περίπου, δύο (2) κούτες τσιγάρα μάρκας MARLBORO και σοκολάτες, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης. Ακολούθως, επιβιβάσθηκε σε Ι.Χ.Ε. αυτ/το, μάρκας NISSAN SUNNY, α.λ.σ. όπου τον ανέμενε συνεργός του και διέφυγε.

12. Περί ώρα 20:15' της 28-11 -2012 εισήλθε σε κατάστημα μίνι μάρκετ, που βρίσκεται στην ... στάση) ιδιοκτησίας του Π. Α. του Γ. και Χ., γεν. 23-07-1979 στο ..., κατ. ως άνω και με την απειλή πιστολιού που έφερε ακινητοποίησε τον ανωτέρω και αφαίρεσε το χρηματικό ποσό των διακοσίων- τριακοσίων (200-300) ευρώ περίπου, μία (1) κούτα τσιγάρα μάρκας MARLBORO, καθώς και επτά (7) πακέτα καπνού, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης.

13. Περί ώρα 20:40' της 23-12-2012 εισήλθε σε κατάστημα ψιλικών που βρίσκεται στην ..., συμβολή ..., ιδιοκτησίας του Α. Α. και με την απειλή πιστολιού που έφερε ακινητοποίησε τον ανωτέρω και αφαίρεσε το χρηματικό ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ περίπου και ένα (1) κινητό αξίας πεντακοσίων (500) ευρώ, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης.

14. Την 11-01-2013 και περί ώρα 22:37 εισήλθε σε κατάστημα πώλησης ψιλικών ειδών με την επωνυμία "..." που βρίσκεται στην ..., επί της ..., ιδιοκτησίας Ι. Π. και με την απειλή περιστρόφου, που έφερε, ακινητοποίησε τον ανεψιό του ανωτέρω, Κ. Τ. του Χ. και αφαίρεσε το χρηματικό ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ, περίπου, τρεις (3) κούτες τσιγάρων μάρκας MARLBORO, πέντε (5) κούτες καπνό, εκατό (100) εισιτήρια του ΟΑΣΑ αξίας 1,40 ευρώ το καθένα και εκατό (100) εισιτήρια του ΟΑΣΑ αξίας 0,70 λεπτά το καθένα, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης.

15. Την 28-10-2012 και περί ώρα 19:30 εισήλθε σε αρτοποιείο, που βρίσκεται στην ... επί της ... μεταξύ της 3ης και 4ης στάσης, ιδιοκτησίας Κ. Δ. του Β. και με την απειλή κοντόκανης καραμπίνας χρώματος μαύρου, που έφερε, ακινητοποίησε την υπάλληλο του ανωτέρω Δ. Μ. του Κ. και αφαίρεσε το χρηματικό ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης και στη συνέχεια τράπηκε σε φυγή επιβιβαζόμενος σε Ι.Χ.Ε. αυτ/το μάρκας BMW, χρώματος μαύρου, με αριθμό κυκλοφορίας ... , α,.λ.σ. στο οποίο τον ανέμενε έτερος άνδρας συνεργός του.

16. Την 09-01-2013 και περί ώρα 20,50 εισήλθε σε κατάστημα εισαγωγών- εμπορίας τροφών κατοικίδιων ζώων με την επωνυμία "....", που βρίσκεται στην ... στη συμβολή της ..., ιδιοκτησίας του ... και με την απειλή κοντόκανης καραμπίνας, που έφερε, ακινητοποίησε τους υπαλλήλους του ανωτέρω Λ. Κ. του Μ. και Ι. Τ. του Σ. και αφαίρεσε το χρηματικό ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ, περίπου, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης και στη συνέχεια τράπηκε σε φυγή επιβιβαζόμενος σε Ι.Χ.Ε. αυτ/το μάρκας BMW ή MERCEDES, σκούρου χρώματος, με αριθμό κυκλοφορίας ... ... , α,λ.σ. στο οποίο τον ανέμενε έτερος άνδρας συνεργός του 17. Την 16-01-2013 και περί ώρα 21,30 εισήλθε σε φαρμακείο, που βρίσκεται στα ... επί της οδού ... ιδιοκτησίας της Ο. Μ. του Δ. και με την απειλή κοντόκανης καραμπίνας, που έφερε, ακινητοποίησε τον υπάλληλο της ανωτέρω Ε. Μ. και αφαίρεσε το χρηματικό ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ, περίπου με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης και στη συνέχεια τράπηκε σε φυγή πεζός.

18. Την 18-12-2012 και περί ώρα 19:55 εισήλθε σε κατάστημα ζωοτροφών με την επωνυμία "...", που βρίσκεται στην ..., επί της ... χλμ, ιδιοκτησίας της Α. Π. του Δ. και με την απειλή κοντόκανης καραμπίνας, που έφερε, ακινητοποίησε τους υπαλλήλους του ανωτέρω (επ.) K. (ον.) V. του M.και (επ.) G. (ον.) S.του G. και αφαίρεσε το χρηματικό ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ, περίπου με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης και στη συνέχεια τράπηκε σε φυγή επιβιβαζόμενος σε Ι.Χ.Ε αυτ/το, στο οποίο τον ανέμενε έτερος συνεργός του.

19. Την 30-10-2012 και περί ώρα 20,00, μαζί με άλλον άγνωστο ακόμα δράστη αλβανικής καταγωγής, εισήλθαν σε στεγασμένο περίπτερο, που βρίσκεται στο ..., στη συμβολή των οδών ... και με την απειλή κοντόκανης καραμπίνας, που έφερε, ακινητοποίησε τον υπάλληλο Ν. Α. του Μ. και ο άλλος άγνωστος δράστης αφαίρεση το χρηματικό ποσό των διακοσίων (200) ευρώ και δύο κούτες τσιγάρα MARLBORO κόκκινο (μία κούτα μαλακό και μία κούτα σκληρό, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης και στη συνέχεια τράπηκαν σε φυγή επιβιβαζόμενοι σε Ι.Χ.Ε αυτ/το.

20. Την 30-10-2012 και περί ώρα 19:55', μαζί με άλλον άγνωστο ακόμα δράστη αλβανικής καταγωγής, εισήλθαν σε κατάστημα "...", που βρίσκεται στην ... επί της ... ιδιοκτησίας του Χ. Μ. του Δ. και με την απειλή κοντόκανης καραμπίνας, που έφερε, ακινητοποίησε τον ανωτέρω και ο άλλος άγνωστος δράστης αφαίρεσε το χρηματικό ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ και ένα φορητό υπολογιστή, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης και στη συνέχεια τράπηκαν σε φυγή επιβιβαζόμενοι σε ΙΧΕ αυτ/το μάρκας BMW.

21. Την 31-10-2012 και περί ώρα 21:25' εισήλθε σε κατάστημα "...", που βρίσκεται στην ... επί της ... στο … χλμ, ιδιοκτησίας του Ι. Β. του Π. και με την απειλή κοντόκανης καραμπίνας, που έφερε, τον ακινητοποίησε και αφαίρεσε το χρηματικό ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ, περίπου με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης και στη συνέχεια τράπηκε σε φυγή επιβιβαζόμενος σε Ι.Χ.Ε. αυτ/το, μάρκας BMW 520, α.λ.σ. στο οποίο τον ανέμενε έτερος συνεργός του.

Β) Στους παρακάτω τόπους και χρόνους, ενεργώντας από κοινού μαζί με άλλους, άγνωστους κατά την ανάκριση δράστες, με τους οποίους είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές, με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αφαίρεσαν από την κατοχή άλλου ξένο (ολικά) κινητό πράγμα με σκοπό να το ιδιοποιηθούν παράνομα,.

Συγκεκριμένα: 1) στο ... Αττικής, στις 20-12-2012, μετά από συναπόφαση, αφαίρεσαν το σταθμευμένο με αριθμό κυκλοφορίας.... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας ALPHA ROMEO, χρώματος μπλε, ιδιοκτησίας του Κ. Π. του Π., με σκοπό να το ιδιοποιηθούν παράνομα και για να χρησιμοποιηθεί σε ληστείες (εν τέλει διαπραχθείσες από τον δεύτερο κατ/νο A.

Β.), κατά τα διαλαμβανόμενα στις υπό στοιχεία Α και Β κατηγορίες, 2) στο ..., στις 11/12-10-2012, μετά από συναπόφαση, αφαίρεσαν το σταθμευμένο με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας BMW, χρώματος μαύρου, με αριθμό πλαισίου ... και κινητήρα ..., ιδιοκτησίας της Ε. Β. του Β., με σκοπό να το ιδιοποιηθούν παράνομα, και για να χρησιμοποιηθεί σε ληστείες (εν τέλει διαπραχθείσες από τον δεύτερο κατ/νο A.

Β.), κατά τα διαλαμβανόμενα στις υπό στοιχεία Α' και Β' κατηγορίες, 3) στα ..., στις 30-6/2-7-2012, μετά από συναπόφαση, αφαίρεσαν το σταθμευμένο με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας NISSAN SUNNY, χρώματος γκρι, ιδιοκτησίας του Δ. Χ. του Ι., με σκοπό να το ιδιοποιηθούν παράνομα και για να χρησιμοποιηθεί σε ληστείες (εν τέλει διαπραχθείσες από τον δεύτερο κατηγορούμενο A.

Β.), κατά τα διαλαμβανόμενα στις υπό στοιχεία Α' και Β' κατηγορίες.

Γ) Ο δεύτερος κατηγορούμενος, στους τόπους και κατά τους χρόνους που διαλαμβάνονται στην υπό στοιχείο Α' κατηγορία, δηλαδή κατά τη διάπραξη των ληστειών, με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, έφερε παράνομα (δηλαδή χωρίς την άδεια της αστυνομικής αρχής του τόπου κατοικίας του) όπλο και συγκεκριμένα, κατά τη διάπραξη των ληστειών που διαλαμβάνονται στην υπό στοιχείο Α' κατηγορία, έφερε πάνω του παράνομα τα όπλα που εκεί αναφέρονται τα οποία προέτασσε απειλητικά κατά των θυμάτων των πράξεων αυτών.

Δ) Ο δεύτερος κατηγορούμενος όντας υπήκοος τρίτης (εκτός Ε.Ε.) χώρας, σε αδιευκρίνιστο σημείο των Ελληνοαλαβανικών συνόρων, σε χρόνο εντός του έτους το 2012, εισήλθε στο Ελληνικό έδαφος χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις και συγκεκριμένα, όντας Αλβανός υπήκοος, εισήλθε στο Ελληνικό έδαφος από αφύλακτο σημείο της Ελληνοαλβανικής μεθορίου, χωρίς νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα και χωρίς να υποστεί νόμιμο έλεγχο εισόδου." ΙΧ.

Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του, την απαιτούμενη κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν, κατά την παραδεκτή ως άνω αλληλοσυμπλήρωση σκεπτικού και διατακτικού, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1,14, 26 παρ. 1α, 27 παρ 1, 42 παρ. 1, 45,47,49 παρ.1, 94 παρ. 1, 98 και 380 παρ.1, 372 παρ.1, 83 παρ.1 εδ.α' του ΠΚ, ν.3386/2005, 1 παρ.1 στ',α.

β, 10 παρ.1, 13α ν.2168/1993, τις οποίες διατάξεις, κατά την προεκτεθείσα έννοια, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή αιτιολογίες ή με άλλον τρόπο και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης. Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: (α) επαρκώς αιτιολόγησε την απόρριψη περί παρανόμου αποδεικτικού υλικού προερχομένου από τις καταγραφές των καμερών των καταστηματαρχών παθόντων, όπως αναλυτικά αναφέρθηκε στη προαναφερόμενη με στοιχ.

(ΙΙΙ.) σκέψη, (β) ορθά δέχτηκε ότι δεν υπάρχει αντίφαση στην προσβαλλόμενη απόφαση, για το ότι οι μεν ληστείες κρίθηκαν ως κατά συρροή τελεσθείσες (άρθρ. 94 ΠΚ), οι δε πράξεις παράνομης οπλοφορίας θεωρήθηκαν ως έγκλημα κατ' εξακολούθηση (άρθρ. 98 ΠΚ), όπως αναλυτικά αναφέρθηκε στη προαναφερόμενη με στοιχ. (IV.) ως άνω σκέψη.

Χ. Περαιτέρω, δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Έτσι, οι λοιπές αιτιάσεις της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τις οποίες αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, συνισταμένης, σύμφωνα με τις αιτιάσεις που διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, σε εσφαλμένη αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, με αναφορά στο περιεχόμενο των εξετασθέντων κατά την προανάκριση και κατά την ακροαματική διαδικασία αποδεικτικών μέσων (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), σκέψεων και συλλογισμών του αναιρεσείοντος, που, κατά την άποψή του αναιρεσείοντος, οδηγούν σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο, στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας και εκτιμήσεων του ιδίου, ότι από τα ερευνηθέντα αποδεικτικά μέσα δεν προκύπτει η ενοχή του για όλες τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε, καθώς και αιτιάσεων περί εσφαλμένης, ασαφούς, αντιφατικής και ελλιπούς αιτιολογίας σε σχέση με τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες κατηγορίας προανακριτικά και πρωτοδίκως, για τον τρόπο ανακάλυψης των δραστών των αξιοποίνων αυτών πράξεων και μάλιστα δεν φαίνεται ποια αποδεικτικά στοιχεία ώθησαν το δικαστήριο να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα για τις τρεις κλοπές, πράξεις για τις οποίες αθώωσε την αναιρεσείουσα-συγκατηγορουμένη του, ενώ περαιτέρω, επικαλείται εσφαλμένες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που με βάση τα ανωτέρω ελλιπή στοιχεία οδηγήθηκε στο συμπέρασμα της ταυτοποίησής του ως δράστη, με τους λοιπούς συγκατηγορουμένους του, της αποδιδομένης σ' αυτούς από κοινού τέλεσης των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων και ότι το δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόρριψη του ισχυρισμού περί παρανόμου αποδεικτικού υλικού προερχόμενου από τις καταγραφές των καμερών των καταστηματαρχών παθόντων, αφορούν την αξιολογική εκτίμηση των αποδείξεων και την επί της ουσίας κρίση του άνω Δικαστηρίου.

Επομένως, οι αιτιάσεις αυτές, που αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και αποτελούν επιχειρήματα προς απόσειση της ενοχής του αναιρεσείοντος και αμφισβήτηση των εις βάρος αυτού ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματός της, δεν συνιστούν, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, λόγους αναιρέσεως και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι με την επίφαση της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, επιχειρείται να θεμελιωθούν στο άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Δ' του Κ.Ποιν.Δ. και πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, άλλωστε, δεν απαιτείται να διευκρινίζει στο σκεπτικό του από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή του, ούτε χρειάζεται να μνημονεύει τι προέκυψε από το καθένα από αυτά ή να προσδιορίζει την αποδεικτική βαρύτητα εκάστου.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι συναφείς με τα παραπάνω κατ' επίφαση σχετικοί λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ, για ελλιπή και μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Μετά ταύτα μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 578 Κ.Ποιν.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ (Ι')

Απορρίπτει ως ανυποστήρικτη την από 6-7-2020 (αριθμ. γενικού πρωτ.Εισαγγελίας Αρείου Πάγου...6-7-2020) αίτηση της Κ. Θ. του Χ., κατοίκου ... Αττικής, (...) για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2567/2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών,

Και

Επιβάλλει σε βάρος της τη δικαστική δαπάνη την οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ.

(ΙΙ') Απορρίπτει την με αριθμ. αριθμ. Ε.Μ. 36/2020 από 29-6-2020 αίτηση του Β. ή P. ή S. ή Π. A. L. K. του Τ.-T. - , κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2567/2019 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών,

Και

Επιβάλλει σε βάρος του τη δικαστική δαπάνη την οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ