1367/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την …/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1367/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): προς τους 9ο, 19ο, 23ο, 27ο, 28ο και 29ο των αναιρεσίβλητων και από τις υπ' αριθμό …/12.1.2017 και …/12.1.2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κιλκίς Χ. Μ. προς τους 20ο και 21ο των αναιρεσιβλήτων, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα εταιρεία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 8.4.2015 και με αριθ.
Full text
Απόφαση 1367 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1367/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την …/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", η οποία εδρεύει στην …, τελεί υπό ειδική εκκαθάριση και εκπροσωπείται νόμιμα από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και με δ.τ. "... Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καμπά που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)A. K. του A. (Χ. Α.), κατοίκου ..., 2) A. Q. του S. (Κ. Α.), κατοίκου ..., 3)S. D. (Σ. Ν.) του G., κατοίκου ..., 4) V. T. (Τ. Β.) του Z., κατοίκου ..., 5)Ν. Α. του Μ., κατοίκου ..., 6)Δ. Α. του Δ., κατοίκου ..., 7)Γ. Ε. του Χ., κατοίκου ..., 8)Ι. Γ. του Ε., κατοίκου ..., 9)Χ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., 10)Σ. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 11)Σ. Ζ. του Ρ., κατοίκου ..., 12)Ι. Ι. του Λ., κατοίκου ..., 13)Ε. Κ. του Γ., κατοίκου ..., 14)Π. Κ. του Θ., κατοίκου ..., 15)Τ. Κ. του Τ., κατοίκου ..., 16)Σ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 17)Ν. Μ. του Α., κατοίκου ..., 18)Μ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., 19)Β. Ν. του Κ., κατοίκου ..., 20)Ε. Ξ. του Κ., κατοίκου ..., 21)Ν. O. του Δ., κατοίκου ..., 22)Π. Π. του Κ., κατοίκου ..., 23)Γ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 24)Μ. Σ. του Α., κατοίκου ..., 25)Β. Τ. του Ο., κατοίκου ..., 26)Α. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 27)Γ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 28)Β. Τ. του Γ., κατοίκου ..., 29)Γ. Χ. του Κ., κατοίκου ..., 30)Π. Σ. του Γ., κατοίκου ..., oι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/6/2011 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25951/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 2345/2014 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 8/4/2015 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα εταιρεία, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 18/4/2017 έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στη προκειμένη περίπτωση από τις υπ' αριθμό …/17.2.2017, …/8.2.2017, …/23.1.2017, …/17.2.2017, …/8.2.2017, …/20.1.2017, …/23.1.2017, …/8.2.2017, …/16.1.2017, …/24.1.2017, …/2.2.2017, …/19.1.2017, …/27.1.2017, …/20.1.2017, …/19.1.2017, …/17.1.2017, …/17.1.2017, …/17.1.2017, …/17.1.2017 και …/19.1.2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Δ. Π. προς τους 1ο, 4ο, 5ο, 6ο, 7ο, 8ο, 10ο, 11ο, 12ο, 13ο, 14ο, 15ο, 16ο, 17ο, 18ο, 22ο, 24ο, 25ο, 26ο και 30η των αναιρεσιβλήτων, από την υπ' αριθμό .../3.2.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βέροιας Χ.
Ζ. προς τον 2ο των αναιρεσιβλήτων, από την υπ' αριθμό .../9.1.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Σ. Χ. προς τον 3ο των αναιρεσιβλήτων, από τις υπ' αριθμό …/5.1.2017, …/5.1.2017, …/5.1.2017, …/5.1.2017, …/5.1.2017 και .../5.1.2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Τρικάλων Ι. Α.
προς τους 9ο, 19ο, 23ο, 27ο, 28ο και 29ο των αναιρεσίβλητων και από τις υπ' αριθμό …/12.1.2017 και …/12.1.2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Κιλκίς Χ. Μ. προς τους 20ο και 21ο των αναιρεσιβλήτων, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα εταιρεία, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 8.4.2015 και με αριθ.
κατάθ. …/15.4.2015 αίτησης αναίρεσης αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (25.4.2017), καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτής νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τους αναιρεσίβλητους.
Εφόσον οι ως άνω αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτών.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 7, 8 και 9 του Ν. 1386/1983 "Οργανισμός Οικονομικής Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων" συνάγεται ότι ο σκοπός που επιδιωκόταν με την υπαγωγή προβληματικής επιχείρησης στις ρυθμίσεις του νόμου αυτού ήταν κυρίως η εξυγίανσή της και η εξασφάλιση της βιωσιμότητάς της και, αν αυτό δεν επιτευχθεί, η εκκαθάριση της επιχείρησης και η από το προϊόν της εκκαθάρισης ικανοποίηση των αναγγελθέντων δανειστών με βάση τον πίνακα που συνέτασσε ο εκκαθαριστής.
Μεταξύ των μέτρων εξυγίανσης περιλαμβανόταν και η ανάληψη της διοίκησης της επιχείρησης από τον Οργανισμό Οικονομικής Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων (εφεξής ΟΑΕ), το μέτρο δε αυτό προβλεπόταν στο άρθρο 7 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου και ρυθμιζόταν στο άρθρο 8 του ίδιου νόμου, στο οποίο μεταξύ άλλων οριζόταν ότι, κατά τη διάρκεια της διοίκησης της επιχείρησης, ο ΟΑΕ καταρτίζει μελέτη βιωσιμότητάς της και διαπραγματεύεται με τους μετόχους και τους πιστωτές της επιχείρησης για την επίτευξη συμφωνίας σχετικά με την επιβίωσή της (παρ. 5) και ότι κατά τη διάρκεια της ανωτέρω διοίκησης της επιχείρησης, μπορούσε με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας να ορίζεται ότι αναστέλλονται η πληρωμή των ληξιπρόθεσμων χρεών της επιχείρησης έναντι οποιουδήποτε τρίτου και του Δημοσίου, τα μέτρα και οι εκκρεμείς διαδικασίες ατομικής ή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης και το τοκοφόρο των κάθε είδους απαιτήσεων (παρ. 4).
Αν επιτυγχάνετο η ανωτέρω συμφωνία πιστωτών και επιχείρησης για την εξυγίανσή της, αυτή (συμφωνία) εγκρινόταν με υπουργική απόφαση, από τη δημοσίευση της οποίας έπαυε η προσωρινή διοίκηση του ΟΑΕ και ήρετο η τυχόν διαταχθείσα αναστολή της παραγράφου 4, ενώ αν δεν επιτυγχανόταν η συμφωνία εντός ορισμένης προθεσμίας κατά τη κρίση του ΟΑΕ, ακολουθούσε η κατά το άρθρο 9 του νόμου αυτού διαδικασία εκκαθάρισης (παρ. 6 και 7 του άρθρου 8), η οποία λάμβανε χώρα κατά τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 18 - 22 του Ν.Δ/τος 3562/1956 "περί υπαγωγής ανωνύμων εταιρειών υπό τη διοίκηση και διαχείριση των πιστωτών και θέσεως αυτών υπό ειδική εκκαθάριση" (παρ. 2 του άρθρου 9).
Πριν από την αντικατάσταση του άρθρου 9 με το άρθρο 48 του Ν. 1882/1990, δεν προβλεπόταν στη διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 1386/1983 υπό την αρχική διατύπωσή της, αν η τυχόν διαταχθείσα κατά το στάδιο της διοίκησης της επιχείρησης από τον ΟΑΕ αναστολή της πληρωμής των χρεών, του τοκοφόρου των απαιτήσεων και των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης συνεχιζόταν και κατά το στάδιο της εκκαθάρισης και για την κάλυψη του νομοθετικού αυτού κενού είχε γίνει δεκτό ότι πρέπει, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, να εφαρμοσθεί αναλογικά η διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 8, έτσι ώστε να αναστέλλεται και κατά το στάδιο αυτό η πληρωμή των χρεών και τα μέτρα εκτέλεσης [είτε] με βάση την απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας που έχει εκδοθεί στο προηγούμενο στάδιο, εφόσον αυτή προέβλεπε ότι η ανωτέρω αναστολή ισχύει και κατά το στάδιο της εκκαθάρισης, είτε με βάση νεώτερη απόφαση που θα εκδοθεί το πρώτον κατά το στάδιο της εκκαθάρισης (ΟλΑΠ 27/1992, ΟλΑΠ 16/1994).
Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι υπό το εν λόγω προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς του Ν.1386/1983 η κατά τα άνω αναστολή ήταν δυνητική για τη διοίκηση σε αντίθεση με τις ρυθμίσεις της τότε ισχύουσας πτωχευτικής νομοθεσίας περί υποχρεωτικής αναστολής των ατομικών διώξεων των πτωχευτικών πιστωτών, αναστολής της τοκοφορίας των εγχειρογράφων απαιτήσεων έναντι της ομάδας των πιστωτών και περί υποχρεωτικής υπαγωγής των απαιτήσεων των πτωχευτικών πιστωτών στη διαδικασία της επαλήθευσης των απαιτήσεων (άρθ. 533, 536, 582 επόμ.
και 637 του Εμπορικού Νόμου). Στη συνέχεια όμως η διάταξη του άρθρου 9 του Ν. 1386/1983 αντικαταστάθηκε στο σύνολό της με τη διάταξη του άρθρου 48 του Ν. 1882/1990, η οποία πλέον ορίζει στη μεν παράγραφο 1 του (νέου) άρθρου 9 ότι, αν δεν επιτευχθεί η συμφωνία πιστωτών και επιχείρησης για την βιωσιμότητά της ή δεν τηρηθούν οι όροι της, το εφετείο της περιφέρειας της έδρας της επιχείρησης ύστερα από αίτηση του ΟΑΕ ή καθενός που έχει έννομο συμφέρον διορίζει εκκαθαριστή, ο οποίος προβαίνει σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού στην εκκαθάριση της περιουσίας της επιχείρησης, στη δε παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ότι με τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου που ορίζεται ο εκκαθαριστής παύει αυτόματα η εξουσία των οργάνων διοίκησης της επιχείρησης ή η τυχόν προσωρινή διοίκηση του ΟΑΕ, αναστέλλεται η περαιτέρω πτωχευτική διαδικασία, απαγορεύεται η αναγκαστική εκτέλεση και η λήψη προσωρινών, συντηρητικών ή προφυλακτικών μέτρων και αναστέλλονται οι τυχόν εκκρεμείς διαδικασίες, ενώ η διοίκηση, διαχείριση και εκπροσώπηση της επιχείρησης ανήκει στον εκκαθαριστή.
Εφόσον επομένως ο νομοθέτης με ρητή πλέον διάταξη όρισε ποιες διαδικασίες και μέτρα απαγορεύονται ή αναστέλλονται κατά το στάδιο της εκκαθάρισης της επιχείρησης χωρίς να παραπέμψει στο νομικό καθεστώς της πτώχευσης συνολικά, δεν υπάρχει πλέον περιθώριο αναλογικής εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 4 του Ν. 1386/1983 στο στάδιο της εκκαθάρισης και έτσι δεν χωρεί κατά το στάδιο αυτό αναστολή της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΑΠ 340/1993), ούτε αναστέλλεται η τοκοφορία των απαιτήσεων.
Σημειώνεται ότι με το άρθρο 47 του Ν. 1882/1990 αντικαταστάθηκε η παρ. 1 του άρθρου 8 του Ν. 1386/1983 και ορίσθηκε συγκεκριμένη διάρκεια εννέα (6 + 3) μηνών άσκησης της διοίκησης της επιχείρησης από τον ΟΑΕ. Περαιτέρω αναστολή της τοκοφορίας των απαιτήσεων προβλέπεται, εκτός από την προαναφερθείσα περίπτωση της ανάληψης της διοίκησης της επιχειρήσεως από τον ΟΑΕ (άρθρο 8 παρ. 4 του Ν. 1386/1983), και στην περίπτωση της θέσης της επιχείρησης υπό επίτροπο κατά το άρθρο 45 του Ν. 1892/1990, όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε στο σύνολό της με το άρθρο 43 του Ν. 1947/1991.
Συγκεκριμένα ορίζεται στο άρθρο 45 toy N. 1892/1990 μετά την κατά τα άνω αντικατάστασή του, ότι το εφετείο της περιφέρειας της έδρας της επιχείρησης, ύστερα από αίτηση των πιστωτών που αντιπροσωπεύουν το 51% των πιστώσεων, θέτει την επιχείρηση υπό επίτροπο, τον οποίο διορίζει μετά από υπόδειξη των ανωτέρω πιστωτών (παρ. 1), ότι αποστολή του επιτρόπου είναι η εντός προθεσμίας εννέα (6 + 3) το πολύ μηνών προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας μεταξύ πιστωτών και επιχείρησης για την εξυγίανσή της (παρ. 4), ότι μόλις δημοσιευτεί η απόφαση του εφετείου που διορίζει τον επίτροπο, αναστέλλονται προσωρινά τα μέτρα, εκκρεμή ή όχι, ατομικής ή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της επιχείρησης, η λήψη ασφαλιστικών μέτρων εναντίον της και η τοκοφορία των κάθε είδους απαιτήσεων (παρ. 6) και ότι αν επιτευχθεί η ανωτέρω συμφωνία πιστωτών και επιχείρησης και δημοσιευτεί η απόφαση του εφετείου που την επικυρώνει, παύουν τα έργα του επιτρόπου και αίρονται οι αναστολές της παραγράφου 6, η δε πτώχευση που τελούσε υπό αναστολή ανακαλείται αυτοδικαίως (παρ. 7), ενώ αν εντός του ανωτέρω χρονικού διαστήματος των εννέα (9) το πολύ μηνών δεν επιτευχθεί η ως άνω συμφωνία ή δεν εκπληρωθούν μεταγενεστέρως οι όροι της, διατάσσεται η εκκαθάριση της επιχείρησης κατά το άρθρο 46 του ίδιου νόμου (Ν. 1892/1990).
Το στάδιο αυτό της εκκαθάρισης ρυθμίζεται από τα άρθρα 46 και 46α του Ν. 1892/1990, όπως το πρώτο αντικαταστάθηκε στο σύνολό του και το δεύτερο προστέθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2000/1991, όπου στην παράγραφο 4 του πρώτου από αυτά (άρθρου 46) ορίζεται ότι, από την επόμενη ημέρα της υποβολής της αίτησης στο εφετείο για τη θέση της επιχείρησης υπό εκκαθάριση, απαγορεύεται η αναγκαστική εκτέλεση, η λήψη παντός ασφαλιστικού μέτρου και η κήρυξη της πτώχευσης, ενώ στην παράγραφο 12 του δεύτερου από αυτά (άρθρου 46α) ορίζεται ότι επί της εκκαθάρισης του παρόντος άρθρου ισχύουν κατά τα λοιπά αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 3 και 4 του Ν. 1386/1983, δηλαδή, με τη δημοσίευση της απόφασης του εφετείου που ορίζεται ο εκκαθαριστής, αναστέλλεται η περαιτέρω πτωχευτική διαδικασία, απαγορεύεται η αναγκαστική εκτέλεση και η λήψη προσωρινών, συντηρητικών ή προφυλακτικών μέτρων και αναστέλλονται οι τυχόν εκκρεμείς σχετικές διαδικασίες.
Από την αντιπαραβολή των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η αναστολή της τοκοφορίας των απαιτήσεων των πιστωτών προβλέπεται μόνο κατά το στάδιο της προσωρινής διοίκησης της επιχείρησης από τον ΟΑΕ και κατά το στάδιο της θέσης της επιχείρησης υπό επίτροπο, κατά τα οποία στάδια γίνεται προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας πιστωτών και επιχείρησης για την εξυγίανσή της και τα οποία διαρκούν εννέα 9 μήνες το πολύ το καθένα (άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 1386/1983 όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 47 του Ν. 1882/1990 και άρθρο 45 παρ. 4 του Ν. 1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε με άρθρο 43 του Ν. 1947/1991), ενώ κατά το στάδιο της εκκαθάρισης της επιχείρησης είτε κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 του Ν. 1386/1983 όπως ισχύει, είτε κατά τις διατάξεις των άρθρων 46 ή 46α του Ν. 1892/ 1990 όπως ισχύουν, δεν προβλέπεται αναστολή ή απαγόρευση της τοκοφορίας των απαιτήσεων, αλλά μόνο των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης και των ασφαλιστικών μέτρων.
Η διαφοροποίηση αυτή της νομοθετικής ρύθμισης είναι απόλυτα δικαιολογημένη, γιατί στην προσπάθεια εξυγίανσης της επιχείρησης, η οποία επιδιώκεται στα στάδια ανάληψης της διοίκησης από τον ΟΑΕ και της θέσης της επιχειρήσεως υπό επίτροπο, είναι λογικό να απαιτεί ο νομοθέτης από τον πιστωτή να "θυσιάσει" τους τόκους του διαστήματος των εννέα (9) το πολύ μηνών που διαρκούν τα ανωτέρω στάδια, ενώ κατά το στάδιο της εκκαθάρισης της επιχείρησης δεν έχει νόημα τέτοια θυσία του πιστωτή, ούτε εξυπηρετεί με οποιοδήποτε τρόπο το σκοπό και τη διαδικασία της εκκαθάρισης, ενώ αντίθετα δικαιολογείται η κατά το στάδιο αυτό απαγόρευση της αναγκαστικής εκτέλεσης και των ασφαλιστικών μέτρων, ώστε να αποφευχθεί η προνομιακή ικανοποίηση κάποιου πιστωτή σε βάρος των υπολοίπων.
Το ότι είναι καθόλα δυνατή η απ' ευθείας θέση κάποιας επιχείρησης υπό την εκκαθάριση του άρθρου 46 του Ν. 1892/1990, όπως ρητώς ορίσθηκε με την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 42 παρ.1 του Ν. 1947/1991 ή η απ' ευθείας θέση αυτής υπό επίτροπο, όπως προκύπτει από τη διατύπωση του άρθρου 45 παρ. 1 του Ν. 1892/1990 μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 43 του Ν. 1947/1991, χωρίς δηλαδή να απαιτείται η προηγούμενη υπαγωγή αυτής υπό την διοίκηση του ΟΑΕ δεν διαφοροποιεί τα όσα προαναφέρθηκαν, ενόψει μάλιστα του ότι ήδη με τη διάταξη του άρθρου 47 του Ν. 1892/1990 το έργο του ανωτέρω Οργανισμού περιορίσθηκε στις επιχειρήσεις που είχαν υπαχθεί στις ρυθμίσεις του Ν. 1386/1983, ενώ πλέον ο ανωτέρω Οργανισμός, μετά την εκκαθάρισή του, έπαυσε από ετών τη λειτουργία του.
Επομένως η μη απαγόρευση της τοκοφορίας των απαιτήσεων κατά το στάδιο της εκκαθάρισης δεν οφείλεται σε παραδρομή του νομοθέτη, αλλά αποτελεί ηθελημένη ρύθμιση και έτσι δεν υπάρχει περιθώριο αναλογικής εφαρμογής και κατά το στάδιο της εκκαθάρισης των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 8 παρ.4 του Ν. 1386/1983 και 45 παρ. 6 του Ν. 1892/1990 μετά την αντικατάσταση του δευτέρου με το άρθρο 43 του Ν. 1947/1991 που προβλέπουν την ανωτέρω αναστολή της τοκοφορίας των απαιτήσεων.
Αυτό καθίσταται περισσότερο φανερό αν ληφθεί υπόψη ότι ο Ν. 2000/1991, ο οποίος με το άρθρο 14 αυτού τροποποίησε το άρθρο 46 και προσέθεσε το άρθρο 46α στον Ν. 1892/1990, δεν περιλαμβάνει την απαγόρευση ή αναστολή της τοκοφορίας των απαιτήσεων στις απαγορεύσεις που θεσπίζει για το στάδιο της εκκαθάρισης, Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι και η διάταξη του άρθρου 50 παρ. 3 του ανωτέρω Ν. 2000/1991 με την οποία ορίζεται ότι στην περίπτωση της υπό εκκαθάριση εταιρείας "Ελληνικά Σιδηροκράματα Α.Ε." αναστέλλεται, μεταξύ άλλων μέτρων, και το τοκοφόρο των κάθε είδους απαιτήσεων, πλην των απαιτήσεων του προσωπικού αυτής από την εργασιακή σχέση, πράγμα που σημαίνει ότι ο νομοθέτης δεν θέλησε την αναστολή ή απαγόρευση της τοκοφορίας των απαιτήσεων κατά το στάδιο της εκκαθάρισης και, όπου το ήθελε, το όρισε ρητώς.
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 181 του Ν. 3588/2007 (νέου Πτωχευτικού Κώδικα) τα άρθρα 44 έως 46γ του Ν. 1892/1990, όπως ίσχυαν μετά τις τροποποιήσεις τους, καταργήθηκαν. Ρητώς όμως προβλέφθηκε από τη διάταξη του άρθρου 182 του Πτωχευτικού Κώδικα ότι αυτός εφαρμόζεται επί των διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη της ισχύος του, οι δε προϊσχύσασες διατάξεις εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται επί των εκκρεμών διαδικασιών.
Επομένως η αναστολή της τοκοφορίας των απαιτήσεων δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε στο άρθρο 24 του Πτωχευτικού Κώδικα, που ορίζει ότι από την έναρξη της πτώχευσης οι απαιτήσεις των πιστωτών που δεν είναι εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα παύουν να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους, αλλά ούτε και σε ανάλογη εφαρμογή αυτού, εφόσον σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, οι παραπάνω καταργηθείσες ρυθμίσεις ρύθμιζαν το ζήτημα αυτό με διαφορετικό τρόπο.
Επιχείρημα υπέρ της πιο πάνω εκδοχής αποτελούν και οι ρυθμίσεις των διατάξεων των άρθρων 103 και 106 ια του Πτωχευτικού Κώδικα, όπως η πρώτη αντικαταστάθηκε και η δεύτερη (με την οποία επανήλθε σε ισχύ ο θεσμός της ειδικής εκκαθάρισης σε λειτουργία) προστέθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 4013/2011 (και πριν την αντικατάσταση της πρώτης και κατάργησης της δεύτερης με το Ν. 4446/2016), με τις οποίες ρυθμίζονται αντιστοίχως ανάλογοι θεσμοί εξυγίανσης των επιχειρήσεων και εκκαθάρισης αυτών σε λειτουργία αντί της πτώχευσης, ως προληπτικά μέτρα που μπορεί να διατάξει το πτωχευτικό δικαστήριο με το άνοιγμα της άνω προπτωχευτικής διαδικασίας εξυγίανσης των επιχειρήσεων ή της διαδικασίας για τη θέση της επιχείρησης σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης σε λειτουργία, στις οποίες περιλαμβάνονται η αναστολή των ατομικών μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της περιουσίας του οφειλέτη ή οποιοδήποτε μέτρο κρίνεται αναγκαίο προκειμένου να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη, όπως η διάθεση της περιουσίας αυτού (άρθ. 10 του Πτωχευτικού Κώδικα στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 103 και δια μέσω αυτού το άρθρο 106 ια του ιδίου Κώδικα), όχι όμως και η αναστολή της τοκοφορίας των απαιτήσεων.
Με τις τελευταίες αυτές διατάξεις δεν γίνεται παραπομπή στο άρθρο 24 παρ.1 του Πτωχευτικό Κώδικα που αφορά αναστολή της τοκοδοσίας, ούτε επίσης υφίσταται νομοθετικό κενό, αφού η κατά τα ανωτέρω νομοθεσία ρυθμίζει με πληρότητα και λεπτομέρεια το ανωτέρω στάδιο της προπτωχευτικής διαδικασίας, με συνέπεια να μην γεννάται ζήτημα αναλογικής εφαρμογής της τελευταίας διάταξης (άρθ. 24 παρ. 1 Πτωχ.Κ).
Ζήτημα από τις ομοίου περιεχομένου διατάξεις των άρθρων 154 εδ. γ του Πτωχευτικού Κώδικα και 975 αριθ. 3 του ΚΠολΔ δεν γεννάται, αφού αυτές αναφέρονται στο όλως διαφορετικό ζήτημα της κατάταξης των εργατικών απαιτήσεων και ειδικότερα της απαίτησης προς καταβολή αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σχέσης εξαρτημένης εργασίας, στις οποίες άλλωστε περιλαμβάνονται και οι παρεπόμενες απαιτήσεις από τόκους (ΟλΑΠ 22/2000).
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που με τη προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ότι από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 8 παρ.4 και 9 παρ.3 του Ν. 1386/1983, όπως το άρθρο 9 αντικαταστάθηκε στο σύνολό του με το άρθρο 48 του Ν. 1882/1990, 45 παρ.6 του Ν. 1892/1990, όπως το άρθρο 45 αντικαταστάθηκε στο σύνολό του με το άρθρο 43 του Ν. 1947/1991, 46 παρ. 1 και 46 α παρ. 12 του Ν. 1892/1990, όπως η πρώτη αντικαταστάθηκε και η δεύτερη προστέθηκε με το άρθρο 14 του Ν. 2000/1991 και 24 παρ. 1 του Ν. 3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας) συνάγεται ότι η θέση επιχείρησης υπό την ειδική εκκαθάριση του άρθρου 46 α του Ν. 1892/1990 δεν επιφέρει αναστολή της τοκοδοσίας των απαιτήσεων των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, κατ' ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 8 παρ. 4 του Ν. 1386/1983 και 24 παρ.1 του Πτωχευτικού Κώδικα και απέρριψε τον περί του αντιθέτου ισχυρισμό της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τεχνικής εταιρείας περί αναστολής των οφειλών της από τόκους μετά τις 8 Ιουλίου 2011, οπότε δημοσιεύθηκε η υπ' αριθμό 1307/8.7.2011 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης για τη θέση αυτής υπό την ως άνω ειδική εκκαθάριση, ορθώς ερμήνευσε τις πιο πάνω διατάξεις και ορθώς δεν εφάρμοσε αναλόγως τις διατάξεις των άρθρων 8 παρ.4 του Ν. 1386/1983, 45 παρ.6 του Ν. 1892/1990 μετά την αντικατάσταση του άρθρου αυτού με το άρθρο 43 του Ν. 1947/1991 και 24 παρ.1 του Πτωχευτικού Κώδικα, για τις οποίες δεν υπήρχε έδαφος ανάλογης εφαρμογής.
Επομένως ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Ζήτημα καταδίκης της αναιρεσείουσας στη πληρωμή δικαστικών εξόδων δεν γεννάται, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν μετείχαν της αναιρετικής δίκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8.4.2015 και με αριθ. κατάθ. …/2015 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 2345/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουλίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ