Legislator Case Law & Legislation
1367/2016 AI generated

1367/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1367/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1367/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, συντρέχουν οι προϋποθέσεις του διττού αξιοποίνου των εγκληματικών πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, και του σαφούς προσδιορισμού τους στην αίτηση έκδοσης και στα σχετικά δικαιολογητικά που τη συνοδεύουν, σύμφορα με τα άρθρα 2 § 1, 14 της Ε.Σ.Ε., τα άρθρα 37, 42 της Σύμβασης Δικαστικής Αρωγής Ελλάδος - ΕΣΣΔ (ήδη Ρ.Ο.) και τα άρθρα 437 εδ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1367 / 2016 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1367/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ (ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε ως συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 και 9 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία των Αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου και Αθανάσιου Κατσιρώδη αντίστοιχα και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος-εκζητουμένου (όνομα) A. (επώνυμο) G. του V., γεν. στις 15-10-1957 στο χωριό ... της Γεωργιανής Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας, υπηκόου της Ρωσικής Ομοσπονδίας, και ήδη κρατουμένου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κανταρτζή, κατά της υπ’ αριθμ. 415/30-6-2016 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.

Το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές του Κράτους της Ρωσίας.

Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 4/30-6-2016 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Τμήματος Βουλευμάτων του Εφετείου Θεσσαλονίκης Κ. Τ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 843/2016. Προκειμένης συζητήσεως

Αφού άκουσε

τον εκζητούμενο και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησαν όσα αναφέρονται στο σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα η οποία πρότεινε να απορριφθεί η από 30 Ιουνίου 2016 και με αριθμό 4 έφεση του ως άνω εκζητουμένου, κατά της υπ’ αριθμ. 415/30-6-2016 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 451 § 1 του ΚΠΔ, κατά της οριστικής αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών, με την οποία τούτο γνωμοδοτεί, κατά το άρθρο 450 του ίδιου Κώδικα, αιτήσεως εκδόσεως αλλοδαπού υπηκόου, επιτρέπεται στον εκζητούμενο και στον Εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση ενώπιον του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, μέσα σε 24 ώρες από τη δημοσίευση της αποφάσεως, για την έφεση δε συντάσσεται έκθεση από το γραμματέα εφετών, στην οποία, όπως και στην έκθεση για κάθε ένδικο μέσο, πρέπει να διατυπώνονται και οι λόγοι για τους οποίους ασκείται. Επομένως, η κρινόμενη υπ’ αριθμ. 4/30-6-2016 έφεση του εκκαλούντος - εκζητούμενου G. A. του V. υπηκόου του Κράτους της Ρωσικής Ομοσπονδίας, κατά της υπ’ αρ. 415/30-6-2016 απόφασης (βουλεύματος) του Συμβουλίου Εφετών Θεσ/νικης, την οποία αυτό γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεώς του στις Αρχές του Κράτους της Ρωσίας, για τις πράξεις που αναφέρονται παρακάτω, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα την 30-6-2016, δηλ. την ίδια ημέρα δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα Εφετών Θεσ/νικης και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και ερευνηθεί κατ’ ουσίαν.

Από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 2 και 502 παρ. 2 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των λόγων της, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έχει εξουσία να κρίνει επί εκείνων μόνον των μερών της πρωτόδικης απόφασης, στα οποία αναφέρονται οι προτεινόμενοι από τον εκκαλούντα λόγοι εφέσεως. Τούτο ισχύει και επί του ενδίκου μέσου της εφέσεως ενώπιον του κατ’ άρθρο 451 παρ. 1 αρμοδίου Τμήματος του Αρείου Πάγου, εναντίον της περί εκδόσεως απόφασης του Συμβουλίου Εφετών.

Συνεπώς, η υπό κρίση έφεση θα εξεταστεί μόνον, ως προς το βάσιμο των με αυτή προβαλλομένων λόγων, που συνίστανται στο ότι: Α) "Α] Εσφαλμένη εφαρμογή διατάξεων νόμου και ειδικότερα: 1) παραβίαση της αρχής ειδικότητας δυνάμει του άρθρου 14 της ευρωπαϊκής σύμβασης έκδοσης (ν. 4165/1961), των άρθρων 37 και 42 της διμερούς σύμβασης δικαστικής αρωγής μεταξύ Ελλάδας και Ρωσικής Ομοσπονδίας (v. 1242/1982 και άρθρου 440 ΚΠΔ), ενόψει της μη εξειδίκευσης των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες ζητείται η έκδοσή του και της αοριστίας των κατηγοριών σε βάρος του, η οποία δεν θεραπεύεται ούτε από τα προσκομιζόμενα έγγραφα της δικογραφίας, 2) Παραβίαση αρχής μη έκδοσης ημεδαπού, δυνάμει του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 4165/1961, άρθρου 38 ν. 1242/1982 και άρθρου 438 ΚΠΔ, στο μέτρο, που όπως αποδεικνύεται από προσκομιζόμενα στο συμβούλιο επίσημα μεταφρασμένα έγγραφα της Ρωσικής ομοσπονδίας καθώς και των Ελληνικών αρχών φέρει ευ τοις πράγμασι ομογενειακή ιδιότητα-ελληνική ιθαγένειας, 3) Παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης (άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ), στο μέτρο που στην περιοχή Βόλγκογκραντ επικρατεί έντονα ανθελληνικό-ρατσιστικό δικαϊικό αίσθημα, οπότε δεν θα τύχει δίκαιης δίκης.

Β) Κακή εκτίμηση του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού, όσον αφορά στην Ελληνική ιθαγένεια και στο ορισμένο του καθορισμού των αξιόποινων πράξεων. Γ) Έλλειψη επαρκούς και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του προσβαλλόμενου βουλεύματος που αποφαίνεται υπέρ της εκδόσεώς του, όσον αφορά το ορισμένο του καθορισμού των αξιόποινων πράξεων και την παραδοχή της ομογενειακής ιδιότητάς του και Δ) Σοβαροί λόγοι υγείας του κατάσταση, η οποία θα επιδεινωθεί ραγδαία και δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί, σε περίπτωση αναχώρησής του από την Ελλάδα.

Κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος οι γενικά παραδειγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ, σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου, κατά δε το άρθρο 436 του ΚΠΔ, οι όροι και η διαδικασία έκδοσης αλλοδαπών εγκληματιών, αν δεν υπάρχει σύμβαση, ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων, δηλ.

των άρθρων 437-456 ΚΠΔ, οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, αν δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση. Εξ άλλου, η από 21/5/1981 Σύμβαση δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της άλλοτε Ενώσεως των Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (Ε.Σ.Σ.Δ.), η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Ν. 1242/1982 και εξακολουθεί να ισχύει τις επόμενες πενταετείς περιόδους από την ημερομηνία θέσεως της σε ισχύ και να έχει εφαρμογή και ως προς τη Ρωσική Ομοσπονδία (Ρ.Ο), αφού δεν καταγγέλθηκε, ούτε από αυτή μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ (ΑΠ 489/2013, ΑΠ 203/2015, ΑΠ 638/2015) ορίζει στα άρθρα 37 και 42 αυτής, τα εξής:

Τα συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνται μετά από αίτηση και σύμφωνα με τις διατάξεις της παρούσας Συμβάσεως να εκδίδουν αμοιβαίως πρόσωπα που ευρίσκονται στο έδαφος τους, για άσκηση ποινικής διώξεως ή εκτέλεση ποινής. Η έκδοση πραγματοποιείται για πράξεις που, σύμφωνα με τη νομοθεσία και των δύο συμβαλλομένων μερών, αποτελούν εγκλήματα για τα οποία προβλέπεται ποινή στερητική της ελευθερίας άνω του ενός έτους ή άλλη βαρύτερη ποινή (άρθρο 37 παρ. 1, και 2 εδ.

α). Η αίτηση εκδόσεως πρέπει να συντάσσεται εγγράφως και να περιλαμβάνει α) την ονομασία του οργάνου από το οποίο προέρχεται η αίτηση, β) το κείμενο του νόμου του Συμβαλλόμενου Μέρους από το οποίο προέρχεται η αίτηση, που χαρακτηρίζει την πράξη ως έγκλημα, γ) το ονοματεπώνυμο του προσώπου του οποίου ζητείται η έκδοση, πληροφορίες για την υπηκοότητα του, τον τόπο κατοικίας ή διαμονής του και άλλες πληροφορίες για το πρόσωπο του, όπως και, αν είναι δυνατό, περιγραφή της εξωτερικής του εμφανίσεως, φωτογραφία και τα δακτυλικά του αποτυπώματα, δ) εκτίμηση του μεγέθους της ζημίας, εφόσον το έγκλημα προκάλεσε υλική ζημία.

Στην αίτηση εκδόσεως για άσκηση ποινικής διώξεως επισυνάπτεται κυρωμένο αντίγραφο της δικαστικής αποφάσεως που διατάσει προσωρινή κράτηση και περιγραφή των πραγματικών περιστατικών που συνιστούν την εγκληματική πράξη. Το Συμβαλλόμενο Μέρος από το οποίο προέρχεται η αίτηση, δεν υποχρεούται να επισυνάψει στην αίτηση εκδόσεως τις αποδείξεις ενοχής του εκζητουμένου (άρθρο 41 παρ. 1, 2 εδ, α’ και 3).

Από τις διατάξεις αυτές της πιο πάνω Συμβάσεως και τη διάταξη του άρθρου 12 της από 13/12/1957 Ευρωπαϊκής Σύμβασης Εκδόσεως (Ε.Σ.Ε.) ου κυρώθηκε από την Ελλάδα με τον Ν. 4165/1961 και από την άλλοτε Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ΕΣΣΔ), με νόμο, του οποίου η ισχύς άρχισε στις 7/11/1966, οι οποίες, εν όψει και του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, υπερισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης ημεδαπού νόμου, προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ζητείται, με βάση αυτές τις Συμβάσεις, η έκδοση αλλοδαπού για αξιόποινη πράξη, το Συμβούλιο, που επιλαμβάνεται της σχετικής αιτήσεως, δεν έχει εξουσία να ερευνήσει, αν υπάρχουν ή όχι στοιχεία ενοχής του εκζητουμένου ως προς την αποδιδομένη σ’ αυτόν κατηγορία, αφού όχι μόνο οι παραπάνω Συμβάσεις δεν διαλαμβάνουν μεταξύ των δικαιολογητικών που πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση εκδόσεως και τα αποδεικτικά στοιχεία ενοχής του εκζητουμένου, αλλά ρητώς ορίζει το προαναφερόμενο άρθρο 42 παρ. 3 της διμερούς Σύμβασης (Ν. 1242/1982), ότι το Συμβαλλόμενο μέρος από το οποίο προέρχεται η αίτηση δεν έχει τέτοια υποχρέωση (ΑΠ 489/2013). Σημειώνεται δε, ότι η άνω διμερής Σύμβαση εφαρμόζεται συμπληρωματικά προς τις διατάξεις και τις αρχές της Ε.Σ.Ε., όπως προβλέπεται στο άρθρο 28 παρ. 2 της τελευταίας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 38 της παραπάνω Διμερούς Σύμβασης (Ν. 1242/1982) "έκδοση δεν λαμβάνει χώρα αν: 1) το πρόσωπο για το οποίο έγινε η αίτηση εκδόσεως είναι υπήκοος του Συμβαλλόμενου Μέρους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση ή πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί από το κράτος αυτό το δικαίωμα του ασύλου, 2) η έκδοση δεν επιτρέπεται από τη νομοθεσία του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση, 3) το έγκλημα για το οποίο ζητείται η έκδοση διώκεται, κατά τη νομοθεσία και των δύο Συμβαλλομένων Μερών, μόνο κατ’ έγκληση, 4) κατά τη στιγμή της λήψεως της αιτήσεως η ποινική δίωξη δεν μπορεί να ασκηθεί, σύμφωνα με τη νομοθεσία του Συμβαλλόμενου Μέρους από το οποίο προέρχεται η αίτηση ή η απόφαση δεν μπορεί να εκτελεστεί λόγω παραγραφής ή για άλλη νόμιμη αιτία ...".

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 438 του ΚΠΔ, το οποίο, σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο 38 παρ. 2 της ως άνω Διμερούς Συμβάσεως, έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, "η έκδοση απαγορεύεται: α) αν εκείνος για τον οποίο ζητείται ήταν ημεδαπός όταν τελέστηκε η πράξη, β) αν η δίωξη και τιμωρία του εγκλήματος που τέλεσε στο εξωτερικό ανήκει σύμφωνα με τους ελληνικούς νόμους στα ελληνικά δικαστήρια (γ) αν πρόκειται για έγκλημα που κατά τους ελληνικούς νόμους χαρακτηρίζεται πολιτικό, στρατιωτικό...

ή όταν από τις περιστάσεις προκύπτει ότι η έκδοση ζητείται για λόγους πολιτικούς, δ) αν σύμφωνα με τους νόμους του κράτους που ζητεί την έκδοση ή του ελληνικού κράτους ή του κράτους όπου τελέστηκε το έγκλημα, έχει προκύψει ήδη πριν από την απόφαση για την έκδοση νόμιμος λόγος που εμποδίζει την δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο, και ε) αν πιθανολογείται ότι εκείνος για τον οποίο ζητείται η έκδοση θα καταδιωχθεί από το κράτος στο οποίο παραδίδεται για πράξη διαφορετική από εκείνη για την οποία ζητείται η έκδοση".

Από την έννοια δε της παραπάνω διατάξεως της περ. α’ του άρθρου 438 ΚΠΔ, προκύπτει ότι αρνητική προϋπόθεση για την έκδοση του εκζητουμένου είναι μόνο η ιδιότητα αυτού ως ημεδαπού, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξεως, αλλά όχι και η ιδιότητα αυτού ως Ρώσου υπηκόου Ελληνικής καταγωγής (σχετ. ΑΠ 2270/2004).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 3 παρ. 2 της από 13/12/1957 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως Εκδόσεως, δεν χωρεί έκδοση, αν η αξιόποινη πράξη, για την οποία αιτείται η έκδοση, θεωρείται από το άλλο μέρος ως πολιτική τοιαύτη ή ως συναφής προς τοιαύτη παράβαση ή αν το καλούμενο προς έκδοση μέρος έχει σοβαρούς λόγους να πιστεύει, ότι η αίτηση εκδόσεως, που αιτιολογείται για κάποια παράβαση του κοινού δικαίου, έχει υποβληθεί με το σκοπό διώξεως ή τιμωρίας ατόμου για τα φυλετικά, θρησκευτικά, πολιτικά ή εθνικά του φρονήματα ή ότι η θέση του εν λόγω ατόμου διατρέχει κίνδυνο να επιδεινωθεί από τον ένα ή τον άλλο από τους λόγους αυτούς.

Τέλος σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ (ν. 53/1974), στην οποία έχει προσχωρήσει και η Ρωσική Ομοσπονδία, "Ουδείς επιτρέπεται να υποβληθή εις βασάνους ούτε εις ποινάς ή μεταχείρισιν απανθρώπους ή εξευτελιστικάς", σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της αυτής ως άνω σύμβασης, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα σε δίκαιη και δημόσια εκδίκαση υπόθεσής του, εντός εύλογης προθεσμίας, από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο που λειτουργεί νόμιμα, το οποίο θα αποφασίσει είτε για τις αμφισβητήσεις των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσης είτε για το βάσιμο κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης, ενώ κατά το ίδιο άρθρο 6 παρ. 3 περ. α’ αυτής, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορηθεί, μέσα στη συντομότερη προθεσμία, σε γλώσσα που κατανοεί και με λεπτομέρεια, τη φύση και τον λόγο της εναντίον του κατηγορίας.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι απαιτείται τα εγκλήματα, για τα οποία ζητείται η έκδοση, να προσδιορίζονται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο στη σχετική αίτηση και στην αντίστοιχη διωκτική πράξη, με επαρκή περιγραφή του χρόνου, τόπου, τρόπου και λοιπών περιστάσεων τέλεσής τους και της μορφής συμμετοχής του εκζητούμενου σ’ αυτή.

Τούτο επιβάλλεται και από την αρχή της ειδικότητας, που καθιερώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 14 της ΕΣΕ, σύμφωνα με την οποία η έκδοση γίνεται για το έγκλημα που ορίζεται ειδικά (ως προς τα στοιχεία που το συγκροτούν) τόσο στην αίτηση έκδοσης όσο και στην πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης που διατάσσει την έκδοση, και όχι για οποιαδήποτε άλλη πράξη.

Η αρχή της ειδικότητας, η οποία θεωρείται γενικά αναγνωρισμένος κανόνας του διεθνούς δικαίου και εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση έκδοσης, περιορίζει την κυριαρχική εξουσία του κράτους που ζητεί την έκδοση, το οποίο δεν μπορεί να διώξει τον εκζητούμενο για πράξεις, που τελέστηκαν πριν από την παράδοση του και είναι διαφορετικές από εκείνες για τις οποίες έγινε η έκδοση (εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις), αποτρέποντας έτσι και το ενδεχόμενο να διωχτεί το εκδιδόμενο πρόσωπο για πολιτικά εγκλήματα ή για πολιτικούς λόγους και σκοπούς.

Πολιτικό δε έγκλημα είναι το έγκλημα που απευθύνεται αμέσως κατά της πολιτείας και αποσκοπεί να ανατρέψει ή να αλλοιώσει την υπαρκτή πολιτειακή και κοινωνικοοικονομική τάξη, ενώ συναφές προς πολιτικό έγκλημα είναι το έγκλημα που παρασκευάζει άμεσα τα μέσα για τη διάπραξη πολιτικού εγκλήματος. Επιπλέον η αρχή της ειδικότητας εξασφαλίζει την ορθή εφαρμογή των αρχών της διττής εγκληματικότητας και της αμοιβαιότητας, σύμφωνα με τις οποίες η έκδοση επιτρέπεται μόνο για όσες πράξεις είναι αξιόποινες και κατά το δίκαιο του εκδίδοντος κράτους (Ολ.ΑΠ 462/1992).

Ακόμη, η υποχρέωση για συγκεκριμενοποίηση της διωκόμενης πράξης, που αποδίδεται στον εκζητούμενο, βρίσκει έρεισμα και στις υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 Σ.) διατάξεις του παραπάνω άρθρου 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα του κατηγορουμένου να πληροφορηθεί λεπτομερειακά τη φύση και τον λόγο της σχετικής κατηγορίας) και του άρθρου 14 παρ. 3 περ.

α’ του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη στις 16-12-1966 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2462/1997 (ΑΠ 203/2015, ΑΠ 203/2015, ΑΠ 638/2015, ΑΠ 878/2014, ΑΠ 276/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, από τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό με όσα εκθέτει ο εκκαλών - εκζητούμενος στο από 5-9-2016 υπόμνημά του, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Το Κράτος της Ρωσικής Ομοσπονδίας με την 81/3-415-16 από 9-6-2016 έγγραφη αίτηση της Γενικής Εισαγγελίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας, συνοδευόμενη από επίσημα έγγραφα δικαιολογητικά, μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα, που διαβιβάστηκε με τη διπλωματική οδό και συγκεκριμένα με την από 16-6-2016 ρηματική διακοίνωση της Πρεσβείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Αθήνα, , ζήτησε την έκδοση στις αρχές της Ρωσίας του υπηκόου Ρωσικής Ομοσπονδίας G.

A. του V., που γεννήθηκε στις 15-10-1957 στο χωριό ... της Γεωργιανής Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας, ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Θεσσαλονίκης, βάσει του εντάλματος σύλληψης 4/2016 του Προέδρου Εφετών Θεσσαλονίκης, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το προσβαλλόμενο βούλευμα. Ο εκζητούμενος διώκεται βάσει της από 19-5-2016 αποφάσεως του προϊσταμένου της ανακριτικής ομάδας της Γενικής Διεύθυνσης Ανακρίσεων της Γενικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Εσωτερικών της Ρωσίας στο νομό Βόλκογκραντ, κατόπιν του από 12-2-2016 εντάλματος περί μέτρων περιορισμού υπό μορφή κράτησης, δυνάμει του από 8-12-2015 εντάλματος καταδίωξης κατηγορουμένου.

Η δίωξη αυτή ασκήθηκε για να δικαστεί ως υπαίτιος για αδικήματα: "της παράνομης παραγωγής, αγοράς, αποθήκευσης, μεταφοράς ή πώλησης αγαθών και προϊόντων [αλκοόλ] χωρίς σήμανση", της "σύστασης εγκληματικής οργάνωσης και συμμετοχής σε αυτήν" και της "νομιμοποίησης [ξέπλυμα] χρημάτων από εγκληματική δραστηριότητα", που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 171.1, 210 και 174.1 του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα, είναι δε αξιόποινες και κατά το ελληνικό ποινικό δίκαιο (άρθρα 155παρ.1 α,β, 157 παρ.1 γ σε συνδ.μ£ άρθρα 53,79-92 Ν.2960/2001 ως ισχύει, αρθρ. 187 παρ. 1εδ.

τελ. Π.Κ. 3 περ. ιη εδ. β’ και 45 παρ. 1 α’ γ’ Ν. 3691/2008). Ακολούθησε η σύλληψη του εκζητούμενου την 12-5-2016, βάσει της .../12-5-2016 εντολής προσωρινής σύλληψης του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατόπιν του υπ’ αρίθμ.2016/23509 από 7-4-2016 Διεθνούς Εντάλματος Σύλληψης της ΙΝΤΕΡΠΟΛ Ρωσίας, που διαβιβάσθηκε στην Εισαγγελία Εφετών Θεσσαλονίκης με το υπ’ αριθμ.4850/10/59870-38910/2016 [ΝΠΑΠ] από 27-1-2016 σήμα της ΙΝΤΕΡΠΟΛ Ελλάδας.

Αυτός κρατήθηκε προσωρινά βάσει της προαναφερόμενης εντολής προσωρινής σύλληψης του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια με το υπ’ αρίθμ.4/2016 ένταλμα σύλληψης του Προέδρου Εφετών Θεσσαλονίκης μέχρι να εκδοθεί απόφαση για την αίτηση έκδοσής του. Στην αίτηση έκδοσης του εκζητούμενου και στα έγγραφα που τη συνοδεύουν και ειδικότερα:

α) το από 7-4-2016 διεθνές ένταλμα σύλληψης των Ρωσικών Αρχών, β) την από 19-5-2016 απόφαση του προϊσταμένου της ανακριτικής ομάδας της Γενικής Διεύθυνσης Ανακρίσεων του Υπουργείου Εσωτερικών της Ρωσίας στο νομό Βολκογκραντ, γ] το από 12-2-2016 ένταλμα περί μέτρων περιορισμού υπό μορφή κράτησης και δ] το από 8-12-2015 ένταλμα καταδίωξης κατηγορουμένου, περιγράφονται λεπτομερώς οι ως άνω αξιόποινες πράξεις της "παράνομης παραγωγής, αγοράς, αποθήκευσης, μεταφοράς, ή πώλησης αγαθών και προϊόντων (αλκοόλ) χωρίς σήμανση", της "σύστασης εγκληματικής οργάνωσης και συμμετοχής σε αυτή" και της "νομιμοποίησης (ξέπλυμα) χρημάτων από εγκληματική δραστηριότητα", για τις οποίες ζητείται η έκδοση του εκζητουμένου και για τις οποίες το Συμβούλιο Εφετών Θεσσαλονίκης γνωμοδότησε με την προσβαλλόμενη απόφαση υπέρ της έκδοσής του, συνιστάμενες στο ότι:

Τον Μάρτιο 2013, η ακριβής ημερομηνία και χρόνος δεν ανακαλύφθηκαν από την ανάκριση, ο Γ. Α.Β., σαν διευθυντές του έργου της εταιρίας "..." μέσα στην εταιρία "...", ΑΦΜ ..., επίσημη έδρα νομός Βολγογκράντ, πόλις Βολγογκράντ, οδός ..., εγγεγραμένης στις 29 Μαρτίου 2010 στην Διεύθυνση Ομοσπονδιακής Φορολογίας στην συνοικία ..., η οποία ασχολιόταν με αγορές, αποθήκευση και προμήθειες οινοπνευμάτων, καθώς και η αρχιλογίστρια της εν λόγω εταιρίας Ι.

Ν.Β., η - τμηματάρχης για σχέσεις με προμηθευτές Μ. Ι.Β., ο Γενικός διευθυντής Γ. Ν.Β., ενώ γνωρίζοντας την διαδικασία κυκλοφορίας οινοπνευμάτων στην Ρωσική Ομοσπονδία, κατέχοντας πληροφορίες περί λιανικές εταιρίες οινοπνευμάτων στον νομό Βολγκογκράντ και περί της δυνατότητας απόκτησης οινοπνευμάτων, επιδιώκοντας τον ιδιοτελή στόχο συστηματικής εισπράξεως κέρδους από παράνομες πωλήσεις οινοπνευμάτων, στα τέλη 2013, η ακριβής ημερομηνία δεν ανακαλύφθηκε από την ανάκριση, δημιούργησαν με άγνωστα πρόσωπα οργανωμένη εγκληματική ομάδα με στόχο τις παράνομες πωλήσεις οινοπνευμάτων στον νομό Βολγκογκράντ.

Εφαρμόζοντας το εγκληματικό τους σχέδιο και ενεργώντας μέσα στην οργανωμένη εγκληματική ομάδα, οι Γ. Α.Β.. Γ. Ν.Β., Ι. Ν.Β., Μ. Α.Β. και άγνωστα στην ανάκριση πρόσωπα, γνωρίζοντας ότι ο μοναδικός ιδρυτής και υπάλληλος της εταιρίας "..." είναι ο Μ. Ε.Β., καθώς και ότι στην εταιρία εκδόθηκε άδεια No. ... της 12 Ιουλίου 2012, για αγορά αποθήκευση και προμήθειες οινοπνευμάτων με δικαίωμα πραγματοποίησης της άνω δραστηριότητας, μόνο στην διεύθυνση:

Μόσχα, οδός ..., κτίριο 3, όροφος I, μέρος 1, δωμάτιο 15 Β, απόκτησαν με τρόπο άγνωστο για την ανάκριση τραπεζικά στοιχεία, σφραγίδες και θεσμικά έγγραφα της "..." ΑΦΜ .... Κατόπιν τούτου, συνεχίζοντας να επιδιώκουν τον κοινό εγκληματικό σκοπό, οι Γ. Α.Β., Π. Ν.Β. Ι. Ν.Β., Μ. Ι.Β.. από κοινού με άγνωστα για την ανάκριση πρόσωπα, χωρίς να ενημερώσουν τον ιδρυτή και διευθυντή της "..." Μ.

Ε.Β., άνοιξαν εξ’ ονόματος του τελευταίου στο παράρτημα της ..., Βολγσγκράντ λογαριασμό No. ... και εκ μέρους του Μ. Ε.Β. σαν διευθυντή και αρχιλογιστή της 000 "..." και οργάνωσαν την περίοδο από τον Μάρτιο 2013 μέχρι τον Νοέμβριο 2014 την παράνομη επιχειρηματική δραστηριότητα και συγκεκριμένα: χονδρικές πωλήσεις οινοπνευμάτων προς διάφορα καταστήματα του νομού Βολγογκράντ.

Σύμφωνα με το πόρισμα του εμπειρογνώμονα No. ... της 22 Ιουλίου 2015, την περίοδο από τις 23 Σεπτεμβρίου 2013 έως τις 25 Απριλίου 2014 στον λογαριασμό No. ... "... στο παράρτημα της ... στο Βολγογκράντ κατατέθηκαν 39.998.630 ρούβλια 47 kopecks σαν πληρωμή για τα οινοπνεύματα, το οποίο, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 169 του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, κρίνεται σαν ειδικά μεγάλο μέγεθος.

Συνεχίζοντας να εφαρμόζουν την εγκληματική τους πρόθεση, ενεργώντας μέσα σε οργανωμένη εγκληματική ομάδα, οι Γ. Α.Β., Γ. Ν.Β., Ι. Ν.Β.; Μ. IB. και άγνωστα για την ανάκριση πρόσωπα, γνωρίζοντας ότι ο μοναδικός ιδρυτής και υπάλληλος της εταιρίας ... είναι ο κ. Α. Β.Β., καθώς και ότι στην εν λόγω εταιρία εκδόθηκε άδεια No. ...

της 13 Αυγούστου 2013 για την αγορά, αποθήκευση και προμήθειες οινοπνευμάτων, και ότι η εταιρία μπορεί να πραγματοποιεί την άνω δραστηριότητα μόνο στην διεύθυνση: Μόσχα, οδός ... κτίριο 1, μέρος Α, μέρος I, όροφος …, δωμάτιο ..., απόκτησαν με άγνωστο για την ανάκριση τρόπο τραπεζικά στοιχεία, σφραγίδες και θεσμικά έγγραφα της ...

ΑΦΜ ... και συνεχίζοντας να εφαρμόζουν από κοινού το εγκληματικό τους σχέδιο, οι Γ. Α.Β., Γ. Ν.Β., Ι. Ν.Β., Μ. Ι.Β. μαζί με άγνωστα για την ανάκριση πρόσωπα, χωρίς να ενημερώσουν τον ιδρυτή και διευθυντή της ... Α. Β.Β., άνοιξαν εκ μέρους του στο παράρτημα της τράπεζας ... ... και εκ μέρους του Α. Β,Β. σαν διευθυντή και λογιστή της ..., την περίοδο από τον Νοέμβριο 2013 μέχρι τον Ιούνιο 2014 και οργάνωσαν την παράνομη επιχειρηματική δραστηριότητα, ήτοι χονδρικές πωλήσεις οινοπνευμάτων προς διάφορα καταστήματα στον νομό Βολγογκράντ.

Σύμφωνα με το πόρισμα του εμπειρογνώμονα No. ... της 10 Αυγούστου 2015, την περίοδο από τις 14 Νοεμβρίου 2013 έως τις 19 Ιουνίου 2014 στον λογαριασμό No. ... στο παράρτημα της τράπεζας ... στο Βολγογκράντ κατατέθηκαν 71.281.746 ρούβλια 53 kopecks σαν πληρωμή για οινοπνεύματα, το οποίο, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 169 του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας αποτελεί ειδικά μεγάλο μέγεθος Εκτός τούτου, τον Μάρτιο 2013, η ακριβής ημερομηνία και χρόνος δεν ανακαλύφθηκαν από την ανάκριση, ο Γ.

Α.Β., σαν διευθυντής του έργου της εταιρίας " ..." μέσα στην - Εταιρία ..., ΑΦΜ ..., επίσημη έδρα νομός Βολγογκράντ, πόλις Βολγκογκράντ. οδός ..., εγγεγραμένης στις 29 Μαρτίου 2010 στην Διεύθυνση Ομοσπονδιακής Φορολογίας στην συνοικία ... πόλης Βολγογκράντ, η οποία ασχολιόταν με αγορές, αποθήκευση και προμήθειες οινοπνευμάτων, καθώς και η αρχιλογίστρια της εν λόγω εταιρίας Ι.

Ν.Β., η τμηματάρχης για σχέσεις με προμηθευτές Μ. 1.Β, ο Γενικός διευθυντής Γ. Ν.Β., ενώ γνωρίζοντας την διαδικασία κυκλοφορίας οινοπνευμάτων στην Ρωσική Ομοσπονδία, κατέχοντας πληροφορίες για λιανικές εταιρίες οινοπνευμάτων στον νομό Βολγογκράντ και περί δυνατότητες απόκτησης οινοπνευμάτων, επιδιώκοντας τον ιδιοτελή "στόχο συστηματικής εισπράξεως κέρδους από παράνομες πωλήσεις οινοπνευμάτων, στα τέλη 2013, η ακριβής ημερομηνία δεν ανακαλύφθηκε από την ανάκριση, δημιούργησαν με άγνωστα πρόσωπα οργανωμένη εγκληματική ομάδα με στόχο τις παράνομες πωλήσεις οινοπνευμάτων στον νομό Βολγογκράντ.

Την περίοδο από τις αρχές του 2014 έως τον Ιούνιο 2014, η ακριβής ημερομηνία δεν ανακαλύφθηκε από την ανάκριση, άγνωστα για την ανάκριση πρόσωπα σε συνεννόηση με τους Γ. Α,Β., Γ. Ν.Β., Μ. Ι.Β., Ι. Ν.Β., επιδιώκοντας από κοινού την εγκληματική πρόθεση προς την παράνομη παραγωγή και πωλήσεις άνευ βινιέτων οινοπνευμάτων, γνωρίζοντας τον κοινό κίνδυνο και την παρανομία των πράξεων τους, προβλέποντας αναπόφευκτο συμβάν των κοινωνικά επικίνδυνων γεγονότων, οργάνωσαν σε άγνωστο για την ανάκριση χώρο την παραγωγή των άνευ βινιέτων οινοπνευμάτων σε ειδικά μεγάλο μέγεθος.

Συνεχίζοντας να δρουν μέσα σε οργανωμένη εγκληματική ομάδα, εφαρμόζοντας την κοινή εγκληματική πρόθεση, άγνωστα πρόσωπα σε συνεννόηση με τους Γ. Α.Β. Γ. Ν.Β., Μ. Ι.Β., Ι. Ν.Β, μετέφεραν τα άνευ βινιέτων οινοπνεύματα την εν λόγω περίοδο στις αποθήκες στην διεύθυνση: πόλις Βολγογκράντ, οδός ... και πόλις Βολγογκράντ, λεωφόρος ..., όπου τα αποθήκευαν για τις ακόλουθες πωλήσεις.

Επιδιώκοντας από κοινού την εγκληματική πρόθεση προς την πώληση άνευ βινιέτων οινοπνευμάτων, οι Γ. Α.Β., Γ. Ν.Β., Μ. Ι.Β., Ι. Ν.Β., ενεργώντας μέσα σε οργανωμένη ομάδα μαζί με άγνωστα πρόσωπα, οργάνωσαν την εν λόγω περίοδο πωλήσεις των άνευ βινιέτων οινοπνευμάτων σε καταστήματα του νομού Βολγογκράντ. Στις 11 Ιουνίου 2014 στις αποθήκες με διεύθυνση:

πόλις Βολγκογκράντ, οδός ... και πόλις Βολγογκράντ, λεωφόρος ..., καθώς και σε λιανικά καταστήματα πωλήσεων οινοπνευμάτων, πραγματοποιήθηκαν από την αστυνομία έρευνες κατά τις οποίες κατασχέθηκαν από την παράνομη κυκλοφορία άνευ βινιέτων οινοπνεύματα - βότκες διαφόρων ποιοτήτων. Σύμφωνα με το πόρισμα του επιθεωρητή του τμήματος No. 4 της Διεύθυνσης Οικονομικής Ασφάλειας και Καταπολέμησης Διαφθοράς της Γενικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Εσωτερικών της Ρωσίας στον νομό Βολγογκράντ της 12 Μαΐου 2015, η αξία των κατασχεθέντων οινοπνευμάτων ανήλθε σε 46.104.179 ρούβλια, το οποίο, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 169 του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας αποτελεί ειδικά μεγάλο μέγεθος.

Οι ως άνω πράξεις που φέρονται ότι τελέστηκαν από τον εκζητούμενο, όπως ειδικότερον περιγράφονται λεπτομερώς ως προς το χρόνο, τον τόπο και τις συνθήκες τέλεσης, προβλέπονται και τιμωρούνται: α] η σύσταση εγκληματικής οργάνωσης και συμμετοχή σε αυτή από το μέρος 1 του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα της Ρωσικής Ομοσπονδίας με φυλάκιση έως είκοσι ετών, β] της παράνομης παραγωγής, αγοράς, αποθήκευσης, μεταφοράς ή πώλησης αγαθών και προϊόντων αλκοόλ χωρίς σήμανση από π.π. "a", "6" μέρος 4 άρθρ. 171.1 του ιδίου ως άνω Ποινικού Κώδικα με φυλάκιση έως έξι [6] ετών και γ] της νομιμοποίησης (.....) εσόδων χρημάτων από εγκληματική δραστηριότητα από π.π. "a" "6" μέρος 4 άρθρ. 174.1 του ιδίου Κώδικα με φυλάκιση έως επτά [7] ετών.

Οι πράξεις αυτές, για τις οποίες το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης του ανωτέρου, προσδιορίζονται, ως προς όλα τα ουσιώδη στοιχεία τους, με την απαιτούμενη σαφήνεια στα προαναφερόμενα έγγραφα, είναι, επίσης, αξιόποινες και κατά την ελληνική ποινική νομοθεσία και συγκεκριμένα συνιστούν τα αδικήματα:

α] της λαθρεμπορίας, β] της εγκληματικής οργάνωσης και γ] της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα που προβλέπονται και τιμωρούνται κατά τις διατάξεις των άρθρων 155 παρ.1 α, β, 157 παρ. 1γ σε συνδ. με άρθρ.53, 79-92 του Ν.2960/2001,όπως ισχύει, 187παρ.1 εδ. τελ. του Π.Κ..3περ.ιηεδ.β’ και 45παρ.1 α, γ Ν.3691/2008 και επισύρουν ποινές φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους, κάθειρξης έως δέκα ετών και κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, αντίστοιχα.

Επομένως, συντρέχουν οι προϋποθέσεις του διττού αξιοποίνου των εγκληματικών πράξεων, για τις οποίες ζητείται η έκδοση, και του σαφούς προσδιορισμού τους στην αίτηση έκδοσης και στα σχετικά δικαιολογητικά που τη συνοδεύουν, σύμφορα με τα άρθρα 2 § 1, 14 της Ε.Σ.Ε., τα άρθρα 37, 42 της Σύμβασης Δικαστικής Αρωγής Ελλάδος - ΕΣΣΔ (ήδη Ρ.Ο.) και τα άρθρα 437 εδ.

α’ , 440 ΚΠΔ, ενώ δεν συντρέχει περίπτωση απαγόρευσης της έκδοσης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3,4 και 5 της ανωτέρω Ευρωπαϊκής Σύμβασης, 38 της διμερούς.

Παράλληλα, από την αίτηση έκδοσης, από τα έγγραφα που επισυνάπτονται σ’ αυτή, από τα λοιπά έγγραφα και από όλα γενικά τα αποδεικτικά στοιχεία του φακέλου, δεν προέκυψε ότι η έκδοση του ως άνω εκζητούμενου αποβλέπει στη δίωξή του για τις πολιτικές του πεποιθήσεις [πολιτικά φρονήματα] ή την καταγωγή του ή ότι απειλείται η ζωή του ή η ελευθερία του ένεκα της εθνοτικής καταγωγής του, ή ότι θα διωχθεί από τις Ρωσικές Αρχές για πράξεις διαφορετικές από εκείνες για τις οποίες ζητείται η έκδοση του. Αντιθέτως, προέκυψε ότι η έκδοσή του ζητείται για να δικαστεί για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις του κοινού ποινικού δικαίου και δεν είναι προσχηματική, δηλαδή, δεν υποβλήθηκε με σκοπό να διωχθεί για τα φυλετικά, θρησκευτικά, πολιτικά ή εθνικά του φρονήματα, ή ότι η θέση του κινδυνεύει για όλους αυτούς τους λόγους και να μην τύχει δίκαιης δίκης.

Περαιτέρω, αναφορικά με τις προβαλλόμενες με τον πρώτο λόγο εφέσεως αιτιάσεις του εκκαλούντος περί παραβιάσεως του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη σε περίπτωση εκδόσεώς του στις Αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας, πρέπει να αναφερθούν τα εξής: Από τις διατάξεις του άρθρου 6 της Σύμβασης της Ρώμης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων (ν.δ. 53/1 974) που έχουν το περιεχόμενο που προαναφέρθηκε, προκύπτει ότι τα αναφερόμενα σ’ αυτό δικαιώματα γεννιούνται υπέρ του κατηγορουμένου μετά την έκδοση του και προσαγωγή του ενώπιον της αρμοδίας δικαστικής αρχής του Κράτους που ζήτησε την έκδοση του, οπότε και θα ετοιμάσει την υπεράσπισή του κατά της εναντίον του κατηγορίας.

Τα δικαιώματα αυτά του εκζητουμένου δεν μπορούν να ελέγχονται από το κράτος από το οποίο ζητείται η έκδοση αλλά εμπίπτουν στις υποχρεώσεις του ελέγχου για την άσκησή τους ή μη των δικαστικών αρχών του Κράτους που ζήτησε την έκδοση του, των οποίων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί εκ των προτέρων το σύννομο των ενεργειών τους που θα ακολουθήσουν μετά την παράδοση του εκζητουμένου (ΑΠ- σε Συμβούλιο- 1177/2012, 1303/2011, 47/2011, ΑΠ 878/2014).

Εξάλλου, δεν υπάρχει, κατά τους νόμους της Ελλάδος και της Ρωσίας νόμιμος λόγος που να αποκλείει ή να εξαλείφει το αξιόποινο των ως άνω πράξεων, ούτε συντρέχει κάποια από τις απαγορευτικές και διακωλυτικές περιπτώσεις της έκδοσης, που προβλέπονται στα άρθρα 3 έως 10 της Ε.Σ.Ε., στο άρθρο 38 της Διμερούς Σύμβασης και στο άρθρο 438 ΚΠΔ, οι δε ισχυρισμοί και το αίτημα του εκκαλούντος εκζητουμένου να μην εκδοθεί, καθόσον εν τοις πράγμασι έχει ομογενειακή ιδιότητα- ελληνική ιθαγένεια, αφού τα συγγενικά του πρόσωπα [μητέρα, αδέλφια, σύζυγος και γιος] είναι κάτοχοι δελτίων αστυνομικής ταυτότητας, αλλά και για λόγους υγείας, δεν συνιστούν νόμιμο λόγο για τη μη έκδοση του.

Ενόψει των εκτεθέντων, εφόσον συντρέχουν όλες οι απαιτούμενες για την έκδοση του εκκαλούντος θετικές, κατά τις προαναφερθείσες Συμβάσεις και τον Κ.Ποιν.Δ., προϋποθέσεις και ελλείπουν οι αρνητικές, το Συμβούλιο Εφετών, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως αυτού, δεν έσφαλε αλλά ορθά εκτίμησε τα πράγματα και εφάρμοσε το νόμο, οι δε περί του αντιθέτου ειδικότεροι ισχυρισμοί και αιτήματα του εκκαλούντος εκζητουμένου, που προαναφέρθηκαν, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Συνακόλουθα τούτων, πρέπει η κρινόμενη έφεσή του να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ’ ουσία αβάσιμη και να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ), που ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ’ αριθμ. 4/30-6-2016 έφεση του εκκαλούντος - εκζητουμένου G. A. του V., υπηκόου του Κράτους της Ρωσικής Ομοσπονδίας κατά της υπ’ αριθμ. 415/30-6-2016 απόφασης (Βουλεύματος) του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης και

Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Σεπτεμβρίου 2016.

Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του 9 Σεπτεμβρίου 2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ