Legislator Case Law & Legislation
1367/2012 AI generated

1367/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1367/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1367/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την 1495/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, μόνον όμως ως προς την απόρριψη του αγωγικού αιτήματος περί επιδικάσεως αποζημιώσεως για ζημίες επελθούσες στον αναιρεσίβλητο κατά το χρονικό διάστημα από 5-10-1983 έως 31-10-1990 και η υπόθεση παραπέμφθηκε για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών ως προς το μέρος αυτό, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απόφασή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1367 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1367/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, πάρεδρο του Νομικού συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπήλιο Πουλακίδα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-9-1993 αγωγή τoυ ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/1995 μη οριστική, 8/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 108/2003 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσίβλητος και εκδόθηκε η 1495/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Πατρών το οποίο εξέδωσε την 718/2009 απόφαση του την αναίρεση της οποίας ζητά το αναιρεσείον με την από 30-3-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 17-11-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει ως εξής: Με την από 8-9-1993 αγωγή του, ο ήδη αναιρεσίβλητος, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει αποζημίωση για τη θετική και αποθετική ζημία που υπέστη από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του τελευταίου, συνιστάμενη στην παράνομη κατάληψη, χρησιμοποίηση και υπαίτια χειροτέρευση του αναφερομένου στην αγωγή ακινήτου του, το οποίο παραχωρήθηκε από το αναιρεσείον στον Δήμο Αιγίου και χρησιμοποιήθηκε από τον τελευταίο ως τόπος υγειονομικής ταφής απορριμμάτων των δημοτών του κατά το χρονικό διάστημα από 10-10-1983 έως 10-10-1993.

Επί της αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 8/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή κατά ένα μέρος. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις και εκδόθηκε η 108/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία, αφού εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, υποχρεώθηκε το ήδη αναιρεσείον να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο, ως αποζημίωση εκ της ανωτέρω αιτίας, για το χρονικό διάστημα από 1-11-1990 έως 10-10-1993, το ποσό των 149.728,53 ευρώ.

Η απόφαση αυτή αναιρέθηκε με την 1495/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, μόνον όμως ως προς την απόρριψη του αγωγικού αιτήματος περί επιδικάσεως αποζημιώσεως για ζημίες επελθούσες στον αναιρεσίβλητο κατά το χρονικό διάστημα από 5-10-1983 έως 31-10-1990 και η υπόθεση παραπέμφθηκε για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών ως προς το μέρος αυτό, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απόφασή του.

Από τις διατάξεις των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται, ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας που έλαβε χώρα με πράξη ή παράλειψη άπαξ τελεσθείσα, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός (πράξη ή παράλειψη), γεννιέται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη θετική και αποθετική ζημία, παρούσα ή μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση (Ολ.

ΑΠ 24/2003). Τα ανωτέρω προϋποθέτουν ότι η ζημία απορρέει από ενιαία και αποπερατωθείσα αδικοπραξία. Διαφορετικά όμως έχουν τα πράγματα, όταν η γενεσιουργός της ζημίας παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του υπόχρεου, δεν έλαβε χώρα άπαξ, αλλά συνεχίζεται, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που ο δράστης υπαιτίως παραλείπει να άρει δημιουργηθείσα από αυτόν επιζήμια κατάσταση, από τη διατήρηση της οποίας προκαλείται ζημία σε άλλον.

Στην περίπτωση αυτή η αδικοπραξία δεν μπορεί, εφόσον συνεχίζεται η παράνομη παράλειψη, να θεωρηθεί αποπερατωθείσα και συνεπώς η παραγραφή της αξιώσεως δεν αρχίζει από το χρόνο που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της αρχικής ζημιογόνου συμπεριφοράς του δράστη με την οποία δημιουργήθηκε η ζημιογόνος κατάσταση, αλλά από τα μεταγενέστερα χρονικά σημεία που εξακολουθεί να υφίσταται η κατάσταση αυτή και να προκαλεί ζημία σε άλλον (ΑΠ 1024/2008).

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κρίνοντας την ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου προς αποζημίωση κατά το διάστημα από 1-1-1988 έως 31-10-1990, δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος είναι κύριος του επιδίκου ακινήτου, ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο θεωρώντας ότι αυτό είναι δική του έκταση, εξέδωσε εναντίον του πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής, το οποίο επικυρώθηκε με την τελεσίδικη 122/1982 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, ότι μετά ταύτα ο αναιρεσίβλητος αποβλήθηκε τελεσιδίκως από την νομή του ακινήτου του και εγκαταστάθηκε σ' αυτό το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο ακολούθως το παραχώρησε στο Δήμο Αιγίου για χρονικό διάστημα δέκα ετών, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για την υγειονομική ταφή των απορριμμάτων των δημοτών του, ότι ο αναιρεσείων αναγνωρίσθηκε κύριος του επιδίκου ακινήτου, κατ' αποδοχή σχετικής αναγνωριστικής περί κυριότητας αγωγής του με την αμετάκλητη ήδη, μετ' απόρριψη της κατ' αυτής αναιρέσεως, 1152/1990 απόφαση του Εφετείου Πατρών και ότι μετά ταύτα το αναιρεσείον διέγραψε το επίδικο ακίνητο από το βιβλίο δημοσίων κτημάτων στο οποίο είχε καταγραφεί ως δημόσιο κτήμα το έτος 1983 και απέδωσε τούτο στον αναιρεσίβλητο, αφού ενημέρωσε το Δήμο Αιγίου ότι η περίοδος της παραχωρήσεως για τον προεκτεθέντα σκοπό έληγε στις 5-10-1993 και δεν θα ανανεωνόταν, διότι το ακίνητο αυτό δεν ήταν πλέον δημόσιο.

Δέχθηκε επίσης το Εφετείο ότι η χρησιμοποίηση του ακινήτου από το Δήμο Αιγίου επί χρονικό διάστημα δέκα ετών, είχε ως αποτέλεσμα τη χειροτέρευση του ακινήτου, για την οποία ευθύνεται το αναιρεσείον ως κακόπιστος νομέας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1097 και 1998 ΑΚ διότι "... ενώ γνώριζε ότι το εν λόγω ακίνητο δεν ήταν δικό του το παρακρατούσε παρανόμως και υπαιτίως και δεν το απέδωσε στον ενάγοντα αλλά άφησε τον Δήμο Αιγίου να το χρησιμοποιεί ως χώρο υγειονομικής ταφής των απορριμμάτων των δημοτών του με αποτέλεσμα να επέλθει η χειροτέρευσή του ..." αλλά και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1099 Α.Κ διότι "...

απέκτησε τούτο με παράνομη πράξη ήτοι χωρίς δικαίωμα και χωρίς τη θέληση του ενάγοντος κυρίου του ...". Και εν τέλει, αφ' ενός μεν έκρινε, με μη πληττόμενη αναιρετικά παραδοχή, ότι οι ένδικες περί αποζημιώσεως αξιώσεις του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, για το χρονικό διάστημα από 5-10-1983 έως και 31-12-1987 έχουν παραγραφεί, λόγω παρόδου της προβλεπόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 90 και 93 του ν.δ.321/1969 πενταετίας, αφ' ετέρου δε, δεχόμενο ότι "...

η κατάληψη του επιδίκου από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο συνεχίσθηκε μέχρι το τέλος του έτους 1992 ...", επιδίκασε ως αποζημίωση του χρονικού διαστήματος από 1-1-1988 μέχρι 31-12-1990 το ποσό των 114.235,07 ευρώ. Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, μέμφεται το Εφετείο, ότι εσφαλμένα εφάρμοσε τις περί παραγραφής διατάξεις των άρθρων 91 και 93 του ν.δ 321/1969 και τις όμοιες των άρθρων 251 και 937 ΑΚ, δεχόμενο παραγραφή των ενδίκων αξιώσεων μόνον για το ως άνω χρονικό διάστημα και όχι και για το μεταγενέστερο επίδικο από 1-1-1988 μέχρι 30-10-1990, αφού οι επιζήμιες για τον αναιρεσίβλητο συνέπειες, που ήταν προβλεπτές για το μέλλον, άρχισαν από την κατά το έτος 1983 κατάληψη του επιδίκου και την παραχώρηση αυτού στο Δήμο Αιγίου, από το τέλος δε του έτους αυτού μέχρι 30-10-1990 παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του Εφετείου, πρόκειται περί εξακολουθητικής ζημίας, οφειλόμενης όχι στην άπαξ τελεσθείσα αδικοπραξία του αναιρεσιβλήτου με την κατάληψη του ακινήτου το έτος 1983 αλλά στη συνεχιζόμενη υπαίτια παράλειψη αυτού να προβεί σε άρση της ζημιογόνου κατάστασης την οποία δημιούργησε υπαιτίως και την οποία ήρε τελικά το έτος 1992.

Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη, εφόσον κατά τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας συνεχιζόταν η παράνομη παράλειψη του αναιρεσείοντος προς άρση της ζημιογόνου καταστάσεως η αδικοπραξία αυτού, δηλαδή η παράνομη κατάληψη δεν μπορούσε να θεωρηθεί αποπερατωθείσα και συνεπώς η παραγραφή της αξιώσεως δεν άρχιζε από το χρόνο που ο αναιρεσίβλητος ζημιωθείς έλαβε γνώση της αρχικής ζημιογόνου συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος με την οποία δημιουργήθηκε η ζημιογόνος κατάσταση, αλλά από τα μεταγενέστερα χρονικά σημεία που εξακολουθούσε να υφίσταται η κατάσταση αυτή και να του προκαλεί ζημία.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως με παράλληλη καταδίκη του ηττηθέντος αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, μειωμένα όμως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με την παρ.2 της 134423 ΟΙΚ. της 8-12-1992/20-1-1993 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30 Μαρτίου 2010 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 718/2009 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Αυγούστου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ