Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to procedural time limits and insufficient reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of First Instance's decision regarding temporary compensation. The appellants argued the lower court violated constitutional rights and misinterpreted the case file, but the Court found the appeal time-barred because the six-month limitation period had already expired. Furthermore, the Court rejected the claim of insufficient reasoning as vague and the constitutional violation argument as unfounded since the statutory provision did not infringe upon protected property rights.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(20), 576(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if filed outside the six-month limitation period, lacks sufficient reasoning, or fails to demonstrate a violation of protected constitutional rights by a procedural time limit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1367 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1367/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντι-προέδρου του Αρείου Πάγου Διονυσίου Γιαννακόπουλου), Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιο-καστρίτη και Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
Των αναιρεσειουσών: 1)Χ1 κατοίκου ..., 2) Χ2 κατοίκου ..., οι οποίες εκπρο-σωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Μίντζια και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην ..., 2) Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας ..., που κατοικοεδρεύει στο ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και δεν κατέθεσαν προτάσεις, 3) Ψ3, κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/9/2004 αίτηση των ήδη αναιρεσειουσών και την από 22/2/2005 ανταίτηση του πρώτου των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η 5173/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι αναιρεσείουσες με την από 16/6/2006 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 384/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφεραν προς συζήτηση οι αναιρεσείουσες με την από 1/8/2009 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 3/12/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 19-6-2006 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 5173/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κλήσης προς συζήτηση για την δικάσιμο της 23-4-2010, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για την ανωτέρω στην αρχή της παρούσας αναφερομένη, (14-5-2010) μη απαιτούμενης ως εκ τούτου νέας κλήσης (άρθρα 226 αριθμ. 4 σε συνδ.
με 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για τον τρίτο των αναιρεσιβλήτων,Ψ3, (αγνώστου διαμονής) και περίληψη αυτής (κλήσης) δημοσιεύθηκε στις εφημερίδες "ΗΧΩ ΤΩΝ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΩΝ" και "Η ΑΥΓΗ", στα φύλλα της 7-10-2009. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης επαναφέρεται προς συζήτηση με την ως άνω κλήση, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 384/2009 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη, η συζήτηση, λόγω μη νομότυπης κλήτευσης του ως άνω τρίτου των αναιρεσιβλήτων Ψ3 και από το περιεχόμενο της οποίας (απόφασης) προκύπτει ότι αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμος της 11-1-2008 είχε επιδοθεί στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για τον ως άνω τρίτο των αναιρεσιβλήτων, Ψ3, (αγνώστου διαμονής, πλην όμως δεν προέκυπτε ότι έγιναν οι δημοσιεύσεις στις υποδειχθείσες εφημερίδες).
Επομένως, εφ' όσον αυτός δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία του, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. Με τον πρώτο, από το αρθ. 559 αριθμ. 1, 8, 14 και 11 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, σχετικά με την κρίση του Εφετείου ότι η αίτηση των αναιρεσειόντων, περί καθορισμού οριστικής αποζημί-ωσης, για το απαλλοτριωθέν ακίνητο τους και τα επικείμενα, είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε μετά την πάροδο των εξ μηνών, αφότου αυτοί έλαβαν γνώση του καθορισμού της προσωρινής αποζημίωσης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, κατά μεν τα σκέλη, από τους αριθμ. 1, 8 και 11 του αρθ. 559, προεχόντως, ως αόριστος, διότι ουδόλως αναφέρονται τα αναγκαία στοιχεία για την ίδρυση καθενός από τους λόγους αυτούς, δηλαδή: α) ποίος ο παραβιασθείς κανόνας ουσιαστικού δικαίου και σε τί συνίσταται η παραβίαση -αρθ. 559 αριθμ. 1, β) ποίος είναι ο αυτοτελής ισχυρισμός, τον οποίο το δικαστήριο έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη- αρθ. 559 αριθμ. 8, γ) ποία είναι τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβε ή δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο ή τα οποία δεν ήταν επιτρεπόμενα, αλλά και σε κάθε περίπτωση, απορριπτέος, ως απαράδεκτος και σχετικά με τα τρία ως άνω σκέλη, καθώς και σχετικά με το, από το αρθ. 559 αριθμ. 14 σκέλος, διότι υπό την προσχηματική επίκληση της πλημμέλειας, της προβλεπόμενης από τις ως άνω διατάξεις, πλήττεται η ανέλεγκτος, περί τα πράγματα κρίση του δικάσαντος Εφετείου, αναφορικά με το ως άνω ζήτημα (δηλαδή του χρονικού σημείου, κατά το οποίο οι αιτούντες νυν αναιρεσείοντες έλαβαν γνώση του καθορισμού της προσωρινής αποζημίωσης).
Κατά την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α' του νόμου 2382/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων ΚΑΑΑ), η οποία είναι όμοια με την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ν.δ. 797/1971, η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται με την καταβολή στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο της αποζημίωσης, που προσδιορίστηκε προσωρινά ή οριστικά κατά τον παρόντα νόμο ή με την δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως γνωστοποίησης ότι η αποζημίωση κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων κατά το επόμενο άρθρο 8.
Εξάλλου κατά την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 εδάφιο β' του ιδίου νόμου, όποιος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στην δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης, δικαιούται να ασκήσει, με αίτηση του, την αξίωση για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης, κατά το άρθρο 21 του παρόντος Νόμου, μέσα σε πέντε έτη από την συντέλεση της απαλλοτρίωσης και, σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έλαβε γνώση, μέσα σε έξι μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση.
Τέλος, κατά την μεταβατική διάταξη του άρθρου 29 παρ. 3 του ιδίου νόμου, οι διατάξεις περί παραγραφής και προθεσμιών του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και επί απαλλοτριώσεων που κηρύχθηκαν από 1ης Φεβρουαρίου 1971 και εφ' εξής εφόσον οι σχετικές αξιώσεις έχουν γεννηθεί, αλλά δεν έχουν παραγραφεί κατά την έναρξη ισχύος αυτού.
Εάν ο χρόνος της παραγραφής και των προθεσμιών που ορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος είναι βραχύτερος εκείνου που ορίζεται από τις παλαιές διατάξεις τότε από την έναρξη ισχύος του παρόντος ισχύει ο βραχύτερος και αρχίζει από αυτήν. Εάν ο χρόνος της παραγραφής και των προθεσμιών, με βάση τις παλαιές διατάξεις, συμπληρώνεται, νωρίτερα από το βραχύτερο χρόνο που ορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος, η παραγραφή ή η προθεσμία συμπληρώνεται με την πάροδο του χρόνου που ορίζεται από τις παλαιές διατάξεις.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι οι περί παραγραφής και προθεσμιών διατάξεις του ν.2882/2001, ενόψει του ότι από τον προϊσχύσαντα ν.797/1971 δεν προβλεπόταν προθεσμία ασκήσεως της αιτήσεως για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης, εφαρμόζονται και για τις απαλλοτριώσεις που έχουν κηρυχθεί από 1-2-1971 και εφεξής, ο δε χρόνος έναρξης είναι εκείνος που ορίζεται από τις νέες διατάξεις και στην προκειμένη περίπτωση, που δεν προβλεπόταν τέτοια προθεσμία και επομένως δεν μπορεί να γίνει λόγος για βραχύτερο ή μακρύτερο χρόνο, από της ισχύος του ν.2882/2001, δηλαδή από 7-5-2001.
Περαιτέρω για τους ίδιους λόγους ο βραχύτερος χρόνος των έξι μηνών από της γνώσεως αρχίζει και αυτός από της ισχύος του ν. 2882/2001, ενώ η γνώση αναφέρεται στον καθορισμό της αποζημίωσης και όχι στην συντέλεση της απαλλοτρίωσης, αφού η τελευταία θεωρείται, ότι έχει γίνει με την δημοσίευση στο ΦΕΚ της γνωστοποίησης της κατάθεσης της αποζημίωσης (Α.Π. 1635/2003).
Εξάλλου, επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ακινήτου, το δικαίωμα του ιδιοκτήτου του απαλλοτριουμένου ακινήτου, να ζητήσει το δικαστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, που δικαιούται, από τον υπόχρεο προς καταβολή αυτής, υπόκειται στη γενική εικοσαετή παραγραφή του αρθ. 249 Α.Κ. (Ολ.ΑΠ 599/1971).
Διάφορο, όμως, του ζητήματος της παραγραφής του δικαιώματος του καθορισμού αποζημίωσης, είναι το ζήτημα της προθεσμίας (5ετίας από τη συντέλεση της απαλλοτρί-ωσης ή 6μηνης από τη γνώση του καθορισμού προσωρινής αποζημίωσης), που ορίζεται από τη διάταξη του αρθ. 9 παρ. 4 εδ. β' του Ν. 2882/2001 και αφορά το δικαίωμα του δικαιούχου, ο οποίος δεν κλητεύθηκε, ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό αποζημίωσης, να ζητήσει μεγαλύ-τερη οριστική αποζημίωση, η οποία (διάταξη) κατά τη διάταξη του αρθ. 29 παρ. 3 του ιδίου νόμου, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα σκέψη, έχει εφαρμογή και επί απαλλοτριώσεων, που κηρύχθηκαν από 1.2.1971 και εφεξής, αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση έχει ήδη καθορισθεί, με δικαστική απόφαση, η προσωρινή αποζημίωση.
Για το λόγο αυτό, εξάλλου, δεν τίθεται θέμα αντίθεσης της διάταξης του αρθ. 9 παρ. 4 εδ. β' του ως άνω νόμου, προς το αρθ. 17 του Συντάγματος. Το δίκασαν Εφετείο, κρίνοντας την από 19.9.2004 αίτηση των αναιρεσειόντων, περί καθορισμού οριστικής αποζημίωσης, για το απαλλοτριωθέν ακίνητο τους, δέχθηκε τα εξής: Δυνάμει της υπ' αριθμό 1055151/3572/0010/17-5-1996 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Χωροταξίας, Περιβάλλοντος και Δημοσίων Έργων, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 586 Δ/1996), κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση, υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου, έκτασης συνολικού εμβαδού 161.135 μ2, που βρίσκονται στην περιοχή του Δήμου ..., για δημόσια ωφέλεια και ειδικότερα για την διάνοιξη της Εθνικής οδού ..., στον ανισόπεδο κόμβο με την περιφερειακή Λεωφόρο ...
Η απαλλοτριούμενη έκταση με τα επικείμενα της απεικονίζεται στο από 3-9-1997 και με κλίμακα 1:500 κτηματολογικό διάγραμμα και τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα, που συνέταξε ο μηχανικός ... και έχει θεωρήσει νόμιμα ο Δ/ντης της Διεύθυνσης Τοπογραφήσεων και Απαλλοτριώσεων (Δ12) της ΓΓΔΕ του ΥΠΕΧΩΔΕ. Μεταξύ των απαλλοτριουμένων εκτάσεων είναι και η υπ' αριθμόν κτηματολογίου 27 ιδιοκτησία των αιτούντων, από την οποία, συνολικού εμβαδού 1038,20 τ.μ, απαλλοτριώθηκαν 624,30 τ.μ.
και απέμεινε τμήμα 413,90 τ.μ.. Επί της απαλλοτριώσεως αυτής μετά από αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 101871997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης για τις εδαφικές εκτάσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η υπ' αριθμόν 27 ιδιοκτησία των αιτούντων σε 12.000 δρχ.
το τ.μ.. Οι αιτούντες με την από 20-10-2003 αίτησή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποίαν κατέθεσαν στις 21-11-2003 ζήτησαν μεταξύ άλλων τον προσωρινό καθορισμό αποζημίωσης, διότι δεν έλαβαν μέρος σε δίκη, ούτε κλητεύθηκαν για να παραστούν σ' αυτή, με αντικείμενο τον καθορισμό της αποζημίωσης, σχετικά με την ιδιοκτησία τους, που απαλλοτριώθηκε με την ανωτέρω Υπουργική Απόφαση, όπου στον κτηματολογικό πίνακα φέρεται εσφαλμένα ότι δικαιούχος είναι ο Ψ3.
Με βάση την αίτηση αυτή εξεδόθη η υπ' αριθμόν 800/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία διέταξε επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης. Στην συνέχεια με την από 20-9-04 αίτησή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποίαν κατέθεσαν την 1-12-2004, παραιτήθηκαν του αιτήματος καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης διότι, όπως εκτίθεται σ' αυτήν, ήδη είχαν καταθέσει την 1.12.2004 την κρινομένη από 19.9.2004 ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αίτηση τους.
Αποδείχθηκε έτσι ότι οι αιτούσες έλαβαν γνώση του καθορισμού της αποζημίωσης την 20.10.2003, όταν συνέταξαν την πρώτη αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποίαν είχαν καταθέσει στις 21.11.2003, με αίτημα μεταξύ άλλων τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης για το ακίνητο που απαλλοτριώθηκε με την προαναφερόμενη απόφαση.
Από τότε μέχρι την άσκηση της κρινομένης αίτησης, η οποία κατατέθηκε την 1-12-04 και επεδόθη την 2-12-04 έχει παρέλθει χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των έξι μηνών και συνεπώς η αίτηση ασκήθηκε εκπρόθεσμα, όπως βάσιμα ισχυρίζεται και το Ελληνικό Δημόσιο. Οι αιτούσες ισχυρίζονται ότι έλαβαν γνώση του καθορισμού της αποζημίωσης, με την υπ' αριθμόν 1013/1997 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 23.4.2004, όταν έγινε η συζήτηση της από 20.10,2003 αίτησής τους, όπου εξεδόθη η ανωτέρω υπ' αριθμόν 800/04 απόφαση, που διέταξε επανάληψη της συζήτησης.
Όπως όμως προκύπτει από την με ημερομηνία σύνταξης 20-10-2003 αίτησή τους οι αιτούσες διαλαμβάνουν ότι "μεταξύ των δικαιούχων αυτών και με αριθμό ιδιοκτησίας 27, αντί του Ψ3, όπως εσφαλμένως, κακώς και παρανόμως έχει καταχωριστεί ως ιδιοκτήτης της ιδιοκτησίας τους και ως εκ τούτου ως δικαιούχος της σχετικής αποζημίωσης έπρεπε να συμπεριληφθούν αυτές ως ιδιοκτήτριες..". "....
Επειδή μέχρι σήμερα ουδέποτε άσκησαν ... αίτηση, ούτε εκλήθησαν ποτέ να παραστούν ως διάδικοι σε δίκη, με αντικείμενο είτε τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος, είτε την αναγνώριση δικαιούχου αποζημίωσης...". Εκ των ανωτέρω αποδεικνύ-εται σαφώς ότι οι αιτούσες είχαν λάβει γνώση του καθορισμού της αποζημίωσης από την σύνταξη της άνω αίτησης.
Υπό τις παραδοχές αυτές, το δικάσαν Εφετείο έκρινε ότι η αίτηση των αναιρεσειόντων ήταν απορριπτέα, ως εκπρόθεσμη και ως εκ τούτου απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε μετά την πάροδο της προθεσμίας των έξι μηνών από τη γνώση του καθορισμού της προσωρινής αποζημίωσης, που ορίζεται από την προαναφερθείσα διάταξη του αρθ. 9 παρ. εδ. β' του Ν.2882/2001.
Με τον δεύτερο, από το αρθ. 559 αριθμ. 1 και 14 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το δικάσαν Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβίασης της, ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του αρθ. 2.49 Α.Κ,, περί εικοσαετούς παραγραφής του δικαιώματος προς δικαστικό καθορισμό της αποζημίωσης, για το απαλλοτριωθέν ακίνητο, καθώς και στην πλημμέλεια της κήρυξης, ως απαραδέκτου, της αίτησης των αναιρεσειόντων, κατά παράβαση της ίδιας διάταξης του αρθ. 249 Α.Κ.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και ως εκ τούτου, αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως, από τις προεκτεθείσες παραδοχές του προκύπτει, δεν έκρινε το ζήτημα της παραγραφής του δικαιώματος προς δικαστικό προσδιορισμό της αποζημί-ωσης, το οποίο υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του αρθ. 249 Α.Κ., αλλά το ζήτημα της προθεσμίας, για την άσκηση της αίτησης περί καθορισμού μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης, από τον δικαιούχο, τον μη κλητευθέντα και τον μη λαβόντα μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης, κατά το άρθ. 9 παρ. 4 εδ. β Ν. 2882/2001. Με τον τρίτο, από το αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση, για εσφαλμένη εφαρμογή, από το δικάσαν Εφετείο, της διάταξης του αρθ. 10 παρ. 2 του Ν.2882/2001. Και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπό-θεσης και ως εκ τούτου αβάσιμος, διότι η εν λόγω διάταξη αναφέρεται σε ζήτημα διάφορο από το ως άνω κριθέν από το δικάσαν Εφετείο και ειδικότερα αναφέρεται στο ζήτημα της διακοπής της παραγραφής της αξίωσης προς είσπραξη της αποζημίωσης, της καθορισθείσης προσωρινώς ή οριστικώς, για το απαλλοτριωθέν ακίνητο.
Με τον τέταρτο, από το άρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι, το δικάσαν Εφετείο, κατά παράβαση και κατ' εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθ. 9 παρ. 4 εδ. β' και αρθ. 21 του Ν.2882/2001, έκρινε την αίτηση των αναιρεσει-όντων απαράδεκτη, ως εκπρόθεσμη, παρά το ότι δεν είχε συμπληρωθεί η προθεσμία της 5ετίας, που ορίζεται από την ως άνω διάταξη. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, όπως ήδη προαναφέρθηκε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, διαρκούσης της πενταετίας, οι αναιρεσείοντες έλαβαν γνώση του καθορισμού της προσωρινής αποζημίωσης και ότι, κατά το χρόνο άσκηση της αίτησης τους, ενώπιον του Εφετείου, είχε παρέλθει η εξάμηνη προθεσμία από τη γνώση. Ο ίδιος λόγος, κατά το από το άρθ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, σκέλος αυτού, με τον οποίον αποδίδεται η πλημμέλεια της ανεπαρκούς αιτιολογίας, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι ουδόλως προσδιορίζεται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια και ποία επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται.
Έγγραφα, κατά την έννοια του από το αρθ. 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, είναι τα αποδεικτικά έγγραφα, τα οριζόμενα από τα αρθ. 339 και 432 έως 465 ΚΠολΔ, τα οποία παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου, ενώ αντιθέτως, δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την ως άνω έννοια, τα διαδικαστικά έγγραφα της ενεστώσας δίκης. Επομένως, ο πέμπτος, από το άρθ. 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το δίκασαν Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχό-μενο του εισαγωγικού της παρούσας δίκης δικογράφου, δηλαδή της κρινομένης αίτησης των αναιρεσειόντων, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Με τον έκτο, από το αρθ. 559 αριθμ., 1 ΚΠολΔ,, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο παραβίασε διάταξη ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα τη διάταξη του αρθ. 17 του Συντάγματος, προς την οποία αντίκειται η εφαρμοσθείσα από το δικάσαν δικαστήριο διάταξη του αρθ. 9 παρ. 4 εδ. β' του Ν.2882/2001. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα μείζονα νομική σκέψη, δεν υπάρχει αντίθεση της τελευταίας διάταξης προς τη Συνταγματική διάταξη του άρθ. 17, διότι δεν πλήττεται το προστατευόμενο από το Σύνταγμα δικαίωμα περιουσίας, δεδομένου ότι έχει ήδη προηγηθεί ο δικαστικός καθορισμός αποζημίωσης και η ως άνω διάταξη προβλέπει απλώς την προθεσμία, για την άσκηση αίτησης προς καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης.
Ο ίδιος (έκτος) κατά το άλλος σκέλος αυτού, από το άρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι απορ-ριπτέος, ως αβάσιμος, ταυτιζόμενος κατά περιεχόμενο με τους προαναφερθέντες δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης.
Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι ηττηθείσες αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 παρ. 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-6-2006 αίτηση των Χ1 και Χ2, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5173/20052 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ