Legislator Case Law & Legislation
1367/2009 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against public entity regarding family allowance statute of limitations calculation error.

Case Number 1367/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the Greek State's appeal against a Thessaloniki Court of First Instance judgment. The lower court incorrectly calculated the two-year statute of limitations for family allowances, starting from the end of the fiscal year of birth rather than the actual date of claim generation. Consequently, the Court of First Instance wrongly rejected the State's limitation defense for three plaintiffs. The Court ruled that the State's appeal regarding the third plaintiff was inadmissible as she had no claims in 2000, but the appeal against the other three was valid due to the procedural error in applying the limitation period.

Legislator headnote

AI generated

Articles 90 and 91 of Law 2362/1995; The statute of limitations for public entity claims begins from the date the claim could be legally pursued, not from the end of the fiscal year of birth, and courts must strictly apply this rule to prevent unjustified extensions of limitation periods.

Keywords

AI generated
statute of limitations public entity claims family allowance fiscal year calculation limitation period start administrative law civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 4 paragraph 1 of the Constitution
Law 1505/1984
Article 8 of Law 1505/1984
Article 11 paragraph 1 of Law 1505/1984
Article 11 paragraph 6 of Law 1505/1984
Article 91 paragraph 1 letter a of Law 2362/1995
Article 90 paragraph 3 of Law 2362/1995
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 29/2006
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1367 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1367/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον κ.Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Γεωργάκη, Πάρεδρο του ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)..., 2)..., 3)Χ1, 4)..., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Βροντάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 43/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 6904/2006 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 6-4-2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γρηγόριος Κουτσόπουλος διάβασε την από 3-5-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Σπυρίδωνος Ζιάκα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του πρώτου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Το Σύνταγμα στο άρθρο 4 παρ. 1 ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Εξάλλου, ο ν. 1505/1984 "Αναδιάρθωση μισθολογίου προσωπικού Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" ορίζει α) στο άρθρο 8 ότι "Πέραν του κατά το προηγούμενο άρθρο μηνιαίου βασικού μισθού παρέχονται και τα επιδόματα οικογενειακών βαρών, όπως ορίζεται στα επόμενα άρθρα" και β) στο άρθρο 11 παρ. 1, όπως το τελευταίο έχει μερικώς αντικατασταθεί με το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 1810/88, ότι "το επίδομα οικογενειακών βαρών ορίζεται για όλους τους υπαλλήλους σε ποσοστό επί του βασικού μισθού του μισθολογικού κλιμακίου 20 ως εξής...", και γ) στο άρθρο 11 παρ. 6, όπως ισχύει μετά το άρθρο 52 παρ. 11 ν. 1591/86, ότι "στην περίπτωση που και οι δύο σύζυγοι είναι υπάλληλοι του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ.

ή Ο.Τ.Α. ή συνταξιούχοι των υπηρεσιών αυτών ο καθένας θα παίρνει το μισό από το προβλεπόμενο κατά περίπτωση επίδομα στην παράγραφο 1 του άρθρου αυτού. Αν ο ένας από τους συζύγους είναι υπάλληλος ή συνταξιούχος των υπηρεσιών του προηγούμενου εδαφίου και ο άλλος υπάλληλος ή συνταξιούχος α) του υπόλοιπου δημόσιου τομέα όπως αυτός οριοθετήθηκε με τη διάταξη της παραγρ. 6 του άρθρου 1 του ν. 1256/1982, β) των Ν.Π.Ι.Δ.

που δεν περιλαμβάνονται στην έννοια του Δημόσιου Τομέα της προηγούμενης περίπτωσης πλην όμως λειτουργούν με μορφή οργανισμού κοινής ωφέλειας ή Κρατικής επιχείρησης, γ) των ιδιωτικών Τραπεζών εν γένει και δ) είναι δικαιούχος επιδόματος οικογενειακών βαρών από τον Διανεμητικό Λογαριασμό Οικογενειακών Επιδομάτων Μισθωτών (ΔΛΟΕΜ) του ΟΑΕΔ, ως υπάλληλος ή συνταξιούχος οποιασδήποτε από τις παραπάνω υπηρεσίες, τότε το επίδομα οικογενειακών βαρών καταβάλλεται στον ένα απ' αυτούς κατ' επιλογή τους".

Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι το οικογενειακό επίδομα που προβλέπεται παρέχεται στους έγγαμους υπαλλήλους που αφορούν οι διατάξεις αυτές ως προσαύξηση μισθού, για την παρεχόμενη εργασία, η οποία προσαύξηση καταβάλλεται για την αντιμετώπιση των βαρών που συνεπάγεται η δημιουργία οικογένειας, στα πλαίσια και της επιβαλλόμενης από το άρθρο 21 του Συντάγματος προστασίας της.

Με την τελευταία αυτή διάταξη εξουσιοδοτείται ο κοινός νομοθέτης να θεσπίσει, μεταξύ άλλων, και πρόσθετη μισθολογική αμοιβή σε έγγαμους δημόσιους υπαλλήλους, ως ιδιαίτερη κατηγορία, για την πραγμάτωση της συνταγματικής αυτής επιταγής. Το ότι η ανωτέρω παροχή έχει χαρακτήρα μισθού επιβεβαιώνεται και από τη διάταξη του άρθρου 141 παρ. 2 της Συμβάσεως του Άμστερνταμ (πρώην 119 της ΕΟΚ), που εφαρμόζεται και σε εργασιακές συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο τομέα (αποφάσεις ΔΕΚ στις υποθέσεις 248/83 και 58/81), σύμφωνα με την οποία διάταξη ως αμοιβή νοούνται οι συνήθεις βασικοί ή κατώτατοι μισθοί ή αποδοχές, αλλά και όλα τα άλλα οφέλη που παρέχονται άμεσα ή έμμεσα σε χρήματα ή σε είδος λόγω της σχέσεως εργασίας.

Περαιτέρω, με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2470/97 "Αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", που ισχύει από 1/1/97 και αντικατέστησε τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 1505/84, ορίσθηκε ότι για την ενίσχυση της οικογένειας των υπαλλήλων που εμπίπτουν στο νόμο αυτό χορηγείται μηνιαία οικογενειακή παροχή ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση των υπαλλήλων, ως εξής :

α) για οικογένεια έγγαμων υπαλλήλων χωρίς τέκνα ή με ενήλικα τέκνα δώδεκα χιλιάδες (12.000) δραχμές και β) για οικογένεια με τέκνα ανήλικα ... προσαυξάνεται κατά 6.000 δρχ. ... Με το άρθρο 12 παρ. 4, όπως ισχύει μετά το άρθρο 21 του ν. 2515/97, ορίζεται ότι στην περίπτωση που ο ένας των συζύγων λαμβάνει οικογενειακό επίδομα από οποιαδήποτε πηγή του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, τότε στον έτερο σύζυγο υπάλληλο του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ.

ή ΟΤΑ καταβάλλεται μόνο συμπληρωματικό ποσό ως εξής : α) το ποσό των προσαυξήσεων λόγω τέκνων, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται μόνο σε επίδομα γάμου, β) το βασικό ποσό της οικογενειακής παροχής, χωρίς προσαυξήσεις, όταν το καταβαλλόμενο στον έτερο αναφέρεται σε επίδομα τέκνων... Όμως η απλή μετονομασία του επιδόματος οικογενειακών βαρών του ν. 1505/84 σε μηνιαία οικογενειακή παροχή για την ενίσχυση της οικογένειας δεν μετέβαλε τη λειτουργία και το νομικό χαρακτήρα της παροχής αυτής ως ανταλλάγματος εξ αιτίας της προσφερόμενης εργασίας και επομένως ως προσαύξησης του μισθού.

Εξάλλου, η θέσπιση διακρίσεων μεταξύ των υπαλλήλων που βρίσκονται στην ίδια οικογενειακή κατάσταση και οι οποίες διακρίσεις συνδέονται, όχι με την παρεχόμενη από αυτούς εργασία, αλλά με το τυχαίο γεγονός της παροχής ή όχι εργασίας και από το σύζυγο ή από το καθεστώς αυτής, με βάση τις οποίες (διακρίσεις) ο υπάλληλος που έχει σύζυγο υπάλληλο του δημοσίου ή των νομικών προσώπων που προβλέπονται στις ανωτέρω διατάξεις στερείται του επιδόματος, ενώ υπάλληλος του οποίου ο σύζυγος δεν εργάζεται ή εργάζεται στον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα το εισπράττει, αντιβαίνει ευθέως στη συνταγματική επιταγή της ίσης νομοθετικής μεταχείρισης των ομοίων.

Η εξίσωση βάσει της αρχής αυτής γίνεται προς τα άνω (αποφάσεις ΔΕΚ επί της ερμηνείας του άρθρου 119 στις υποθέσεις 12/81 και 0337/89). Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση τα ακόλουθα : Οι αναιρεσίβλητες είχαν προσληφθεί από το αναιρεσείον ως αρχαιολόγοι η πρώτη, δεύτερη και τέταρτη από αυτές και ως συντηρήτρια η τρίτη, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού του ΥΠΠΟ και εργάστηκαν με τις ιδιότητες αυτές κατά τα εκτιθεμένα στην απόφαση αυτή χρονικά διαστήματα.

Ότι οι εν λόγω αναιρεσίβλητες ήταν έγγαμες κατά το χρόνο προσλήψεως τους και από αυτές οι μεν δεύτερη και τρίτη είχαν ήδη δύο και ένα τέκνο αντιστοίχως, οι δε πρώτη και τέταρτη απέκτησαν από ένα τέκνο στις 29-9-2000 και 6-1-2002 αντιστοίχως. Όμως το αναιρεσείον αρνείται να καταβάλει σ' αυτές το οικογενειακό επίδομα (γάμου και τέκνων) για τα χρονικά διαστήματα από την πρόσληψη τους μέχρι τις 30-6-2002 για το λόγο ότι τούτο καταβάλλεται στους εργαζόμενους επίσης στο δημόσιο συζύγους τους.

Έκρινε κατόπιν αυτών το Εφετείο ότι οι αναιρεσείουσες για το αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση για κάθε μία από αυτές χρονικό διάστημα, δικαιούνται στο ακέραιο το οικογενειακό επίδομα (γάμου και τέκνων) του άρθρου 11 του Ν. 1505/1984 και 12 του Ν. 2470/1997, λόγω αντιθέσεως των ως άνω ρυθμίσεων προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας.

Με την ανωτέρω κρίση του το δικαστήριο της ουσίας δεν έσφαλε όσον αφορά την ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων ουσιαστικών διατάξεων. Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από τη ς γενέσεώς της " κατά δε τη διάταξη του άρθρου 91 εδ.

α' του ίδιου νόμου, "επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.

Η διάταξη αυτή, είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α' του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της ενάρξεως του χρόνου παραγραφής, οποιασδήποτε αξιώσεως κατά του δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ.

α', και επομένως κατισχύει αυτής. (Ολ. ΑΠ 29/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε, ότι οι επίδικες απαιτήσεις των αναιρεσιβλήτων για την καταβολή του οικογενειακού επιδόματος, υπόκεινται σε διετή παραγραφή, που αρχίζει από το τέλος του οικονομικού μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική τους επιδίωξη και ότι οι απαιτήσεις αυτές, κατά το μέρος που αναφέρονται στο χρονικό διάστημα από 1-1-2000 μέχρι 31-12-2000 δεν έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή, διότι από το τέλος του οικονομικού έτους 2000 και δη:

από 1-1-2001 μέχρι την επίδοση της αγωγής (31-12-2002) δεν παρήλθε διετία. Έτσι όμως όπως έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ως προς τις πρώτη, δεύτερη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση παραγραφής του αναιρεσείοντος, παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 του ν. 2362/1995, γιατί υπολόγισε την έναρξη του χρόνου της παραγραφής από του τέλους του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν οι αξιώσεις και όχι από το χρόνο της γενέσεώς τους.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., καθόσον στρέφεται κατά των ανωτέρω τριών αναιρεσιβλήτων, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και δη μόνο κατά το μέρος που αφού τις ένδικες απαιτήσεις του χρονικού διαστήματος από 1-1-2000 μέχρι 31-12-2000 των προαναφερόμενων τριών αναιρεσιβλήτων και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Τέλος η απόρριψη της ενστάσεως παραγραφής, καθόσον αφορά την τρίτη αναιρεσίβλητη Χ1 είναι άνευ αντικειμένου, γιατί αυτή δεν είχε καμία απαίτηση κατά το έτος 2000, αλλά μόνο το έτος 2002, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση. Επομένως και η αναίρεση κατ' αυτής, σε σχέση με την ένσταση παραγραφής για αξιώσεις του έτους 2000, είναι άνευ εννόμου συμφέροντος και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού το επικαλούμενο αυτό λάθος δεν τη θίγει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-4-2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 6904/2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, καθόσον στρέφεται κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης Χ1 .

Αναιρεί την 6904/2006 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, καθόσον αφορά τις λοιπές αναιρεσίβλητες και κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Συμψηφίζει εν όλω την μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Απριλίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ