Supreme Court dismisses appeal on labor dispute, upholding lower court's rejection of abuse of rights claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the employer's appeal against the labor court's decision to reject the employee's wage claims. The employee argued for unpaid wages based on a fixed-term contract, while the employer contended the claim constituted an abuse of rights due to delayed objection and subsequent payment of lower amounts. The court ruled that the employee's failure to immediately protest the contract terms and the employer's partial payments did not justify dismissing the claim as an abuse of rights under Article 281 of the Civil Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281, 559 of the Civil Procedure Code; An appeal based on abuse of rights is inadmissible if the lower court correctly assessed that delayed objection and partial performance do not constitute a waiver of future claims.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1366 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1366/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Κ. Π..Γ. Ε. Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Καρούζου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Β. Κ. του Ε., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ελένης Ευαγγελοδήμου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-11-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1449/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4319/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-11-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 15-11-2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 4319/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την ως άνω απόφαση απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι από 9-11-2020 και 8-12-2020 αντίθετες εφέσεις της εναγομένης και του ενάγοντος αντίστοιχα κατά της υπ' αριθμ. 4319/2021 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 6-11-2019 αγωγή του αναιρεσίβλητου, με την οποία αυτός, επικαλούμενος την απασχόλησή του στην εναγομένη εταιρεία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως εργοδηγός, από τις 3-9-2013 έως τις 20-9-2018 που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του, ζητούσε να του επιδικαστούν τα αναφερόμενα ποσά για διαφορές αποδοχών και επιδομάτων του. Η εν λόγω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων αναιρέσεως (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Ως χρόνος εργασίας νοείται ο χρόνος κατά τη διάρκεια του οποίου ο εργαζόμενος μπορεί αλλά και οφείλει να παράσχει την εργασία του. Το π.δ. 88/1999, το οποίο εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 93/104/ΕΚ, ορίζει ως χρόνο εργασίας "κάθε περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας ο εργαζόμενος ευρίσκεται στην εργασία, στη διάθεση του εργοδότη και ασκεί τη δραστηριότητα ή τα καθήκοντά του, σύμφωνα με τις ισχύουσες ρυθμίσεις, για κάθε κατηγορία εργαζομένων" (άρθρο 2). Στο άρθρο 14 παρ. 1 του π.δ. της 27-6/4-7-1932 (ΦΕΚ Α' 212/4-7-1932) "περί κωδικοποιήσεως και συμπληρώσεως των περί οκταώρου εργασίας διατάξεων", ορίζεται ότι ως ώρες εργασίας θεωρούνται οι πραγματικές, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται οι διακοπές ή τα διαλείμματα εργασίας. 'Ετσι ο χρόνος που απαιτείται για τη μετάβαση του εργαζόμενου από την κατοικία του στον τόπο παροχής της εργασίας και επιστροφής, δεν αποτελεί κατά κανόνα, χρόνο εργασίας, δηλαδή της εκπλήρωσης από αυτόν της συμβατικής του υποχρέωσης έναντι του εργοδότη του, κατά την έννοια του άρθρου 652 ΑΚ, αλλά χρόνο διατιθέμενο από τον εργαζόμενο προς εκπλήρωση της ανωτέρω υποχρεώσεώς του προς παροχή της συμφωνημένης εργασίας του.
Συνεπώς αυτός (ο εργαζόμενος) καθορίζει και τη διάρκεια του εν λόγω χρόνου, με την επιλογή της κατάλληλης προς τούτο κατοικίας, εφόσον τουλάχιστον, δεν επιβάλλονται από τον εργοδότη δεσμεύσεις, με τις οποίες χάριν αυτού ο άνω χρόνος παρατείνεται, ούτε υφίσταται συμφωνία μεταξύ των μερών (άρθρο 361 ΑΚ) να καταβάλλεται και για την απασχόληση αυτή (δηλαδή για τη μετάβαση στο τόπο εργασίας και επιστροφή στην κατοικία) αμοιβή.
Δεν μπορεί, επομένως, χωρίς συμφωνία να τεθεί ζήτημα υπερωριακής απασχόλησης, στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 517/2019, 1087/2008). Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 361, 648, 649, 652 και 659 Α.Κ. προκύπτει ότι, αν κατά την διάρκεια της συμβάσεως εργασίας συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων η παροχή εκ μέρους του εργαζoμένου πρόσθετης και διαρκούς φύσεως εργασίας, για την αντιμετώπιση μόνιμων και τακτικών αναγκών, εντός του νομίμου ωραρίου της απασχόλησής του, η οποία, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, δεν είναι συναφής προς την αρχικώς συμφωνηθείσα εργασία, ήτοι δεν είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τα κύρια καθήκοντά του και η οποία παρέχεται συνήθως με μισθό, ο εργοδότης, αν δεν έχει συμφωνηθεί ιδιαίτερος μισθός ή ότι δεν θα καταβάλλεται τέτοιος, υποχρεούται να καταβάλλει για την πρόσθετη αυτή εργασία το συνηθισμένο μισθό, δηλαδή το μισθό που καταβάλλεται συνήθως σε άλλους μισθωτούς, οι οποίοι παρέχουν την ίδια εργασία κάτω από τις ίδιες συνθήκες.
Η πρόσθετη εργασία για την κάλυψη αναγκών διαρκούς φύσεως πρέπει να παρέχεται μέσα στα όρια του νόμιμου ή συμβατικού ωραρίου, γιατί διαφορετικά πρόκειται για υπερεργασία ή υπερωρία, οι οποίες αμείβονται διαφορετικά (ΑΠ 587/1994). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ ΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 316/2017, 130/2016).
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ ΑΠ 3/2020, 4/2014). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ.α' Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ ΑΠ 16/2006, 20/2005).
Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (Ολ ΑΠ 1/1999).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ ΑΠ 2/2022, Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 987/2022, ΑΠ 1184/2015).
Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσίαν, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της αποφάσεως ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της αποφάσεως του δικαστηρίου επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναιρέσεως (Ολ ΑΠ 27/1998, ΑΠ 1322/2021, ΑΠ 1281/2020).
Περαιτέρω λόγος αναιρέσεως που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση, περίπτωση η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ.2 του ΚΠολΔ προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 495/2021, ΑΠ 319/2017).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα που το δικαστήριο έλαβε υπόψη, χωρίς να το επιτρέπει ο νόμος ή χωρίς να προσκομισθούν ή τα αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε στο δικαστήριο της ουσίας κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και να προσδιορίζεται το αποδεικτικό περιεχόμενο καθενός από αυτά, ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έγινε η επίκληση και η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1148/2018, ΑΠ 1347/2007, 1416/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε σχέση με το ζήτημα της φύσης και των ωρών της απασχόλησης του αναιρεσιβλήτου στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "...Η εναγομένη εταιρεία ασκεί εργοληπτική κατασκευαστική επιχείρηση, η οποία αναλαμβάνει, κατά κύριο λόγο, την εκτέλεση δημοσίων έργων σε διάφορες περιοχές της χώρας.
Στις 2.9.2013 προσέλαβε τον ενάγοντα, πτυχιούχο πολιτικό μηχανικό των ΤΕΙ, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να τον απασχολεί ως εργοδηγό στα έργα που εκτελούσε, έναντι μηναίων αποδοχών που, κατά την υπογραφείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, ανερχόταν στο ποσό των 761,90 ευρώ.
Ωστόσο με βάση προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, που έλαβε χώρα αμέσως μετά τη σύναψη της σύμβασης, συμφωνήθηκε ο ενάγων να λαμβάνει για πενθήμερη εργασία εβδομαδιαίως και οκτάωρη ημερησίως το μηνιαίο ποσό των 1.500 ευρώ (μικτές αποδοχές) και 1.200 ευρώ (καθαρές αποδοχές) και για όσο διάστημα θα απασχολείται εκτός, Αθηνών, οπότε θα αντιμετώπιζε έξοδα διαμονής και μετακινήσεων, το ποσό των 2.250 ευρώ (μικτές αποδοχές) και 1.800 ευρώ (καθαρές αποδοχές)...Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στα εργοτάξια της εναγομένης τα συνεργεία εργάζονταν συνήθως κατά τους θερινούς μήνες από τον Μάιο έως και τον Οκτώβριο από τις 7.00 το πρωϊ έως τις 7.00 το απόγευμα, ενώ κατά τους χειμερινούς μήνες, όταν και σκοτείνιαζε νωρίς, οπότε και οι συνθήκες εργασίας καθίσταντο δυσχερείς, εργαζόταν κατά μέσο όρο από τις 7.00 το πρωϊ έως τις 5.00 το απόγευμα.
Ο ενάγων όμως πέραν της εργασίας που προσέφερε με το παραπάνω ωράριο, προσέφερε εργασία και τρία Σάββατα τον μήνα από ώρα 7.00 π.μ. έως 5.00 μ.μ.. Επίσης, ο ενάγων ξεκινούσε την εργασία του μία ώρα νωρίτερα, διότι είχε την υποχρέωση από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή να περνά από τον τόπο κατοικίας των εργαζομένων του συνεργείου και να τους μεταφέρει στο έργο, όπως επίσης τελείωνε την εργασία του και μία ώρα αργότερα από το παραπάνω ωράριο, διότι είχε το καθήκον να μεταφέρει τους ίδιους εργαζόμενους στην κατοικία τους το βράδυ, μετά το πέρας της εργασίας τους.
Ο παραπάνω χρόνος που χρειαζόταν για τη μεταφορά των εργαζομένων από την κατοικία τους στο εργοτάξιο και από το εργοτάξιο στην κατοικία τους, την οποία μεταφορά εκτελούσε ο ενάγων με βανάκι της εναγομένης, ήταν χρόνος εργασίας του ενάγοντος και δεν γινόταν από ελευθεριότητα αυτού, αλλά επειδή είχε αναλάβει σχετική συμβατική υποχρέωση να δεσμεύει τον παραπάνω χρόνο και την εργασιακή του δύναμη στην υπηρεσία της εναγομένης προς εξυπηρέτηση του συγκεκριμένου σκοπού".
Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια και ειδικότερα που συνυπολόγισε τις ώρες που χρειαζόταν ο ενάγων να μεταφέρει τους εργαζόμενους από και προς τον τόπο εργασίας τους, στον ημερήσιο χρόνο παροχής εξαρτημένης εργασίας εκ μέρους του ενάγοντος, δεν έσφαλε περί την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο της υπό στοιχ.
Β' έφεσης της εναγομένης, που υποστήριζε τα αντίθετα. Με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με το να συνυπολογίσει στον ημερήσιο χρόνο εργασίας του ενάγοντος-αναιρεσίβλητου και τις δύο (2) ώρες που αυτός χρειαζόταν για τη μετάβασή του από τον τόπο της κατοικίας του στον τόπο εργασίας του και αντιστρόφως, με τη συνοδεία και λοιπών εργαζομένων, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 2 του Π.Δ. 88/1999 και 14 του Π.Δ. 27-6/1932, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του Ν.Δ. 3789/1957, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν.Δ. 1037/1971, που δίδουν τον ορισμό του νόμιμου χρόνου εργασίας και καθορίζουν τα νόμιμα χρονικά όρια εργασίας.
Ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του, καθόσον δεν διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα αναφορικά με τη μη εφαρμογή των επικαλούμενων διατάξεων (Ολ ΑΠ 16/2006, 20/2005), δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά τη μη εφαρμογή τους, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.
Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι ένδικες αμοιβές και αποζημιώσεις δεν επιδικάσθηκαν για τον απαιτούμενο χρόνο μετάβασης του ενάγοντος από τον τόπο κατοικίας του στον τόπο εργασίας του και αντιστρόφως, αλλά για το χρόνο που απαιτείτο για τη μεταφορά των εργαζομένων από την κατοικία τους στο χώρο εργασίας τους στο εργοτάξιο και αντιστρόφως, την οποία μεταφορά εκτελούσε ο ενάγων με "βανάκι" της εναγομένης και δεν γινόταν από ελευθεριότητα αυτού, αλλά επειδή (κατά την προσβαλλόμενη απόφαση) είχε αναλάβει σχετική συμβατική υποχρέωση να δεσμεύει τον παραπάνω χρόνο και την εργασιακή του δύναμη στην υπηρεσία της εναγομένης προς εξυπηρέτηση του συγκεκριμένου σκοπού.
Δηλαδή, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, επρόκειτο περί καθορισθείσας συμβατικά πρόσθετης, διαρκούς φύσεως εργασίας, μη συναφούς προς την συμφωνηθείσα κύρια εργασία του εργοδηγού, που αποτέλεσε παρακολούθημα της πρώτης και οδήγησε σε υπέρβαση του συμβατικού και νομίμου ωραρίου και δεν ευρίσκουν έδαφος εφαρμογής οι φερόμενες ως παραβιασθείσες ως άνω επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα διατάξεις.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα, όπως ορθά εκτιμάται, προβάλλει την αιτίαση ότι, επειδή στα καθήκοντα του εργοδηγού δεν συμπεριλαμβάνονταν και η μετάβασή του στις οικίες των λοιπών εργαζομένων και η μεταφορά αυτών στον τόπο εργασίας τους, έπρεπε τα πρόσθετα αυτά καθήκοντα, να αποτελέσουν αντικείμενο συμφωνίας του αναιρεσιβλήτου με την ίδια (αναιρεσείουσα), κάτι όμως που δεν απέδειξε ο αναιρεσίβλητος, είναι επίσης απαράδεκτος, αφού με αυτόν πλήττεται η παραπάνω αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ότι ο αναιρεσίβλητος είχε αναλάβει σχετική συμβατική υποχρέωση να δεσμεύει τον παραπάνω χρόνο και την εργασιακή του δύναμη στην υπηρεσία της εναγομένης προς εξυπηρέτηση του συγκεκριμένου σκοπού.
Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς.
Επιπλέον απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του είναι ο ίδιος λόγος και κατά το τρίτο σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι δεν αναφέρονται ποια είναι τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως αποδεικτικά μέσα που αγνοήθηκαν από το Εφετείο, με τον προσδιορισμό και του περιεχομένου αυτών, αλλά ούτε και ποια αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπόψη από το ως άνω Δικαστήριο, καίτοι δεν είχαν προσκομισθεί.
Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση, κατά λέξη, ότι, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία, ενώ δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος στις υπ' αριθ. 5390/02.02.2018 και 5348/25.04.2018 ένορκες βεβαιώσεις του ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Κοσμά, οι οποίες δόθηκαν ενώ ήταν σε ισχύ η σύμβαση εργασίας του με την εναγομένη-αναιρεσείουσα (καταγγέλθηκε στις 20-9-2018), προκειμένου να τις προσκομίσει η τελευταία στα πλαίσια άλλων δικών μεταξύ αυτής και τρίτων εργαζομένων της, είχε βεβαιώσει ότι, με εξαίρεση τις καθυστερήσεις, για τις οποίες επίσης βεβαίωσε, εξοφλούνταν οι εργαζόμενοι με τα νόμιμα, κατέληξε αντιφατικά στο συμπέρασμα ότι ο εναγόμενος-αναιρεσίβλητος εξοφλήθηκε από την αναιρεσείουσα μόνο μερικώς και ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο....
δεχόμενο εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση εξόφλησης που πρότεινε η εναγομένη, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Ωστόσο όμως, στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, ούτε εξειδικεύεται το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ενώ δεν παρατίθενται ούτε τα πραγματικά γεγονότα, που δέχθηκε το Δικαστήριο, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προσβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του. Οι αποδιδόμενες με τον ίδιο λόγο πλημμέλειες στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, την αξιολόγηση των ως άνω αποδεικτικών μέσων (ενόρκων βεβαιώσεων) και τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος, δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
λόγο αναιρέσεως, αλλά, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, πλήττεται η περί των πραγματικών γεγονότων κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως που είναι ουσιαστικά ανέλεγκτη κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1β' Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται μόνο όταν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, όταν δηλαδή το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό.
Ο ανωτέρω λόγος δεν δημιουργείται όταν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση από το δικαστήριο των αποδείξεων ή την ερμηνεία δικαιοπραξίας, ούτε όταν χρησιμεύουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 811/2021, ΑΠ 142/2020, ΑΠ 119/2006, 681/2006, 1539/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1β' Κ.Πολ.Δ.
αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, με το να δεχθεί ότι "η εξώδικη δήλωση του αναιρεσίβλητου στις αναφερόμενες ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, περί πλήρους εξόφλησης, σύμφωνα με τα νόμιμα, σημαίνει ότι υπήρχε διαφορετικός συμφωνημένος μισθός, τον οποίο η αναιρεσίβλητη δήθεν δεν κατέβαλε στον εναγόμενο" και να οδηγηθεί στη συνέχεια στο συμπέρασμα ότι "ο εναγόμενος εξοφλήθηκε μερικώς και μόνο ως προς τις νόμιμες αποδοχές του και όχι πλήρως", προέβη σε παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ότι ο εργαζόμενος, που απασχολείται και ειδικεύεται σε επάγγελμα τεχνικής φύσεως, ο οποίος δεν διαθέτει θεωρητικών και ανθρωπιστικών σπουδών, ούτε λογιστικής ή φοροτεχνικής φύσεως γνώσεις, αναφέροντας ότι εξοφλούταν σύμφωνα με τα νόμιμα, είναι βέβαιο κατά την κοινή λογική ότι βεβαίωνε ότι η αναιρεσείουσα εταιρεία δρα σύμφωνα με τα νόμιμα, δηλαδή σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία και εξοφλεί πλήρως τους εργαζόμενους για τα δεδουλευμένα τους, όπως ισχύει και για εκείνον...".
Με το περιεχόμενο όμως αυτό ο ανωτέρω λόγος, κατά το προαναφερόμενο μέρος του, είναι απαράδεκτος, διότι το παρατιθέμενο συμπέρασμα δεν έχει χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την προεκτιθέμενη έννοια και δεν χρησιμοποιήθηκε κατά την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον ίδιο πραγματικών γεγονότων, αλλά χρησιμοποιήθηκε απλώς κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, που αποτελούνται από τις καταθέσεις των νομίμως εξετασθέντων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μαρτύρων των διαδίκων, των αναφερομένων ως άνω ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων αυτών και των εγγράφων, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεως του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Μόνη η αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί, αλλά απαιτείται επιπρόσθετα να συντρέχουν περιστατικά αναγόμενα στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και εκείνου που αποκρούει το δικαίωμα, από τα οποία γεννιέται στον τελευταίο (υπόχρεο) η καλόπιστη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι αυτό δεν πρόκειται ν ασκηθεί εναντίον του, έτσι ώστε η μεταγενέστερη επιδίωξη ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες (Ολ ΑΠ 62/1990, Ολ ΑΠ 56/1990, ΑΠ 747/2022, ΑΠ 826/2018, ΑΠ 909/2017).
Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ' ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ ΑΠ 8/2001, ΑΠ 126/2019, 25/2019, 38/2015).
Περαιτέρω, επί αξιώσεων εργαζομένου για την καταβολή οφειλόμενων αποδοχών, επιδομάτων κλπ, μόνη η έλλειψη διαμαρτυρίας αυτού για τη μη καταβολή τους κατά το χρόνο που παρείχε την εργασία του στον εναγόμενο εργοδότη δεν δικαιολογεί τη δημιουργία εύλογης πεποίθησης στον τελευταίο ότι δεν προτίθεται ν' ασκήσει τις αξιώσεις αυτές, έστω και αν παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα (ΑΠ 398/2021, ΑΠ 909/2017, ΑΠ 768/2016).
Σημειώνεται δε ότι σε κάθε περίπτωση και αν ο ενάγων παραιτήθηκε σιωπηρώς εκ των νομίμων εργασιακών δικαιωμάτων του, αυτό δεν του στερεί το δικαίωμα όπως διεκδικήσει αυτά μεταγενέστερα με αγωγή, αφού η συμφωνία περί παραιτήσεως του μισθωτού από τις νόμιμες εν γένει μισθολογικές αξιώσεις του είναι άκυρη, είτε γίνει πριν από την παροχή εργασίας, είτε μετά από αυτή (ΑΠ 543/2019, 875/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε, όσον αφορά την ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος για την καταβολή των οφειλομένων διαφορών αποδοχών, που προέβαλε παραδεκτά και επανέφερε ενώπιόν του η εναγομένη, τα ακόλουθα, τα οποία έχουν σχέση με τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του την 20-9-2018 άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την ένδικη από 5-12-2019 αγωγή του για τις αξιώσεις του από τη σύμβαση εργασίας.
Η μη άσκηση της αγωγής του ενάγοντος σε προγενέστερο χρόνο δεν θα μπορούσε να έχει δημιουργήσει στην εναγομένη την εύλογη πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν διατηρεί και δεν θα ασκήσει αξιώσεις εναντίον της, διότι αφενός δεν διέρρευσε ιδιαίτερα μακρός χρόνος από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, αφετέρου ως εργοδότης, η εναγομένη όφειλε να γνωρίζει ότι οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα τις συμβατικές του αποδοχές και εφ' όσον τον απασχολεί επί χρόνο υπέρτερο του συμβατικού και νομίμου ημερήσιου και εβδομαδιαίου ωραρίου και κατά την ημέρα του Σαββάτου καθ' υπέρβαση του πενθημέρου, έχει την υποχρέωση να του καταβάλλει πρόσθετες αμοιβές και αποζημιώσεις, τις οποίες δεν είναι δυνατό να αποφεύγει.
Εξάλλου, την εντύπωση αυτή δεν δύναται να δημιουργήσει δικαιολογημένα η μη άσκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος κατά τον χρόνο διάρκειας της σύμβασης εργασίας, η μη διαμαρτυρία του για τη μη καταβολή των αμοιβών και αποζημιώσεων, η ανεπιφύλακτη είσπραξη των χαμηλότερων νόμιμων αποδοχών που του κατέβαλε η ενάγουσα και η παράλειψη προσφυγής του στο ΣΕΠΕ ή στη δικαιοσύνη, διότι η συμπεριφορά αυτή είναι αναμενόμενη από τον εργαζόμενο που προσδοκά την εξώδικη λύση και υπαγορεύεται από τον φόβο μήπως με τη δικαστική διεκδίκηση δυσαρεστήσει τον εργοδότη και τούτο επισύρει την απόλυση του.
Προσέτι, η εναγομένη αποτελεί εταιρεία που ανήκει στον όμιλο επιχειρήσεων συμφερόντων της οικογένειας Γ., στον οποίο ανήκουν οι επίσης εργοληπτικές επιχειρήσεις "Τ. Ε.-Π.. Γ. E.", "Ε..Η.. Α." και "Έ. Α.", συμμετέχει σε διαγωνισμούς και αναλαμβάνει ως ανάδοχος την κατασκευή δημοσίων έργων, αποχετευτικών, αντιπλημμυρικών ή αρδευτικών για λογαριασμό της Ε., Περιφερειών ή άλλων φορέων και εκτελεί τα έργα και με πρόσληψη άλλων υπεργολάβων.
Η υποχρέωσή της να καταβάλει στον ενάγοντα τα οφειλόμενα από τη σύμβαση εργασίας του, δεν κρίνεται ότι θα της προκαλέσει τις επαχθείς συνέπειες που επικαλείται (ισχυρίζεται ότι δεν θα επιβιώσει επειδή είναι μικρή οικογενειακή επιχείρηση και θα κλείσει διότι είχε ζημίες τα έτη 2017 και 2018), καθώς πρόκειται για εταιρεία ομίλου και η οικονομική της κατάσταση μπορεί να διαφοροποιείται κατά περίπτωση και σε συνάρτηση με το ποια εταιρεία του ομίλου αποφασίζεται να αναλάβει ως ανάδοχος έργα.
Αντίθετα, η παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος του ενάγοντος, ο οποίος είναι μισθοσυντήρητος, θα καταστεί για τον ίδιο ιδιαίτερα επαχθής". Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο έκρινε ότι ο ενάγων δεν άσκησε τα δικαιώματά του καταχρηστικά και ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που είχε προβάλει η εναγομένη, ορθώς εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και απέρριψε το σχετικό λόγο της υπό στοιχείο Β' έφεσης.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, αλλά αντιθέτως προέβη σε ορθή υπαγωγή των ως άνω πραγματικών περιστατικών στην πιο πάνω διάταξη σχετικά με τη μη συνδρομή περίπτωσης καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, δεδομένου ότι:
α) η μη άμεση διαμαρτυρία του ενάγοντος για την μη εφαρμογή των όρων της συμβάσεως σχετικά με το ύψος των συμφωνηθεισών αποδοχών του, β) η αδράνεια του ενάγοντος για την διεκδίκηση των εργασιακών του αξιώσεων, ενόψει του ότι οι λαμβανόμενες αποδοχές του ήταν το μέσο βιοπορισμού του και γ) η είσπραξη αποδοχών κατώτερων των δικαιούμενων με βάση την επικαλούμενη σύμβαση και η επιδίωξη των εργασιακών αξιώσεων μετά την λύση της συμβάσεως, δεν είναι δυνατόν να εκληφθούν ως παραίτηση αυτού από τις εν λόγω αξιώσεις του για το μέλλον και δεν θεμελιώνουν κατάχρηση κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.
Περαιτέρω, με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού από το αιτιολογικό της αποφάσεως προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στην προκειμένη περίπτωση περί μη συνδρομής των όρων της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, που δεν εφαρμόσθηκε, ενώ περιέχει σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.
Τα περιστατικά δε αυτά ήταν επαρκή και δικαιολογούσαν, χωρίς να απαιτείται καμιά οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, τη μη εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως. Επομένως οι τέταρτος και πέμπτος από τους αριθμούς 1 και 19 αντίστοιχα του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αναίρεση να απορριφθεί στο σύνολό της.
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠοΛΔ). Σημειώνεται ότι, μετά την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως, είναι άνευ αντικειμένου και δεν ερευνάται η αίτηση της αναιρεσείουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς τα ποσά που επιδικάστηκαν με αυτήν στον αναιρεσίβλητο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-11-2021 αίτηση της ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Ε. Κ. Π.. Γ. Ε. Ε." για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4319/2021 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα να πληρώσει για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Νοεμβρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ