Supreme Court allows appeal against first instance judgment for failure to consider submitted appeal arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed an appeal against a final first-instance judgment that had dismissed the plaintiffs' claims. The plaintiffs argued the single-judge court failed to consider their specific appeal arguments regarding the defendant's insolvency and damage calculation errors. The court ruled that arguments raised in the appeal stage must be examined by the appellate court and found the single-judge court had violated this procedural requirement.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560(5) and 559(8) of the Code of Civil Procedure: The appellate court must examine all arguments submitted by the parties in the appeal; arguments not raised in the appeal cannot be considered ex officio by the second-instance court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1366 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1366/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 14 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1α) …. και 24) …., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γεώργιο Παλάζη και Ιωάννη Κουμέττη και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον επόπτη εκκαθάρισης Δ. Β., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας και κατέθεσε προτάσεις, 2) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσουτσάνη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 28/11/2008 και 4/2/2010 αγωγές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 937/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8162/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23/9/2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η ερήμην της πρώτης αναιρεσίβλητης εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ'αριθμό 8162/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που απέρριψε τις εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ'αριθμό 937/2011 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή των αναιρεσειόντων κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου και είχε δεχθεί αυτή εν μέρει ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558,564, 566 παρ.1ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση κατά της αποφάσεως του ειρηνοδικείου επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ταυτίζεται με το λόγο του άρθρου 559 αρ. 8 του ίδιου Κώδικα.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι εφέσεως, που περιέχουν παράπονα κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 1434/2010).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 522 του ΚΠολΔ, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ γενική αρχή της διαθέσεως, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το αίτημα συνεπώς της εφέσεως και οι λόγοι αυτής, που το στηρίζουν, οριοθετούν το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για να αποφασίσει, αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνον των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους της εφέσεως ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών που, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται, ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σε σχέση με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους εφέσεως και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, όπως είναι το ορισμένο ή η νομική βασιμότητα της αγωγής ή της ενστάσεως, που αυτεπαγγέλτως τα εξετάζει το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνον για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (ΑΠ 226/2016, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 279/2010).
Εξ άλλου κατά το άρθρο 520 παρ.1 του ιδίου Κώδικα, οι λόγοι εφέσεως πρέπει να είναι σαφείς και ορισμένοι και να αναφέρονται σε συγκεκριμένες νομικές ή ουσιαστικές πλημμέλειες που αποδίδονται από τον εκκαλούντα στην προσβαλλομένη με την έφεση οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Σφάλματα ή παραλείψεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δεν προσβάλλονται με λόγο εφέσεως από τον εκκαλούντα δεν μπορούν να ερευνηθούν αυτεπαγγέλτως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, του οποίου η εξουσία οριοθετείται κατά τα ανωτέρω από τους λόγους εφέσεως και το αίτημα που στηρίζεται σε αυτούς (ΑΠ 248/2019, ΑΠ 781/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη: α) τον κρίσιμο ισχυρισμό των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων που προτάθηκε με την αγωγή τους και επαναφέρθηκε με λόγο εφέσεως και συγκεκριμένα ότι η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, είχε περιέλθει σε οριστική και μη αναστρέψιμη αδυναμία εκπληρώσεως των υποχρεώσεών της, αναγκαίο στοιχείο για τη θεμελίωση του αποζημιωτικού δικαιώματος των εναγόντων κατά του δεύτερου εναγομένου και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου, β) τον σχετικό λόγο της εφέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες παραπονούντο ότι έσφαλε το πρωτόδικο δικαστήριο ως προς το ύψος της ζημίας του 17ου εξ αυτών, επιδικάζοντας το ποσό των 4.000 ευρώ, αντί του πράγματι υπεξαιρεθέντος ποσού των 9.870 ευρώ και, γ) τον σχετικό λόγο της εφέσεως, με τον οποίο παραπονούντο για εσφαλμένο υπολογισμό των δικαστικών εξόδων που επιδικάστηκαν.
Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τους παραπάνω λόγους της από 18-10-2013 και με αριθμ. καταθ. 138158/2258/2013 εφέσεως των αναιρεσειόντων, η οποία εισήχθη προς εκδίκαση ενώπιόν του με την από 27-11-2018 κλήση και γι'αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο ως άνω αναιρετικός λόγος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω μέρος της, ενώ παρέλκει η έρευνα του δεύτερου αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, καθόσον η εμβέλεια του ανωτέρω λόγου που έγινε δεκτός την καταλαμβάνει στο σύνολό της.
Στη συνέχεια, πρέπει, κατά το αναιρούμενο μέρος της, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 αρ.3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες (άρθρο 495 αρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106,176, 183, 189 αρ.1, 191 αρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ'αριθμό 8162/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
Καταδικάζει τον καθένα από τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Αυγούστου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ