Legislator Case Law & Legislation
1366/2018 AI generated

Supreme Court partially allows university's appeal against labor court award, dismissing wage claim as time-barred.

Case Number 1366/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the University of Patras's appeal against a labor court judgment awarding back pay to a former employee. While the court found the university committed a procedural error by failing to declare the lawsuit inadmissible due to lack of jurisdiction, it ultimately rejected the wage claim for the period 2010-2011 as time-barred under the statute of limitations. Consequently, the court set aside the specific monetary award but dismissed the remainder of the appeal and declared the original lawsuit inadmissible for the contested period.

Legislator headnote

AI generated

Articles 48(3) of Law 496/1974; Article 559(14) of the Code of Civil Procedure: A labor court judgment awarding wages is partially set aside if the claim falls within the two-year limitation period, while a procedural error regarding jurisdiction does not automatically validate the claim if the substantive right is extinguished by the statute of limitations.

Keywords

AI generated
statute of limitations labor dispute public university procedural error inadmissibility code of civil procedure back pay award

Cited Legislation

AI generated
Article 48(3) of Law 496/1974
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 178(1) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1366 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1366/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή, Λουκά Μόρφη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 15 Μαΐου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ", που εδρεύει στην Πάτρα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Πατσιαντό, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Μ. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Ασημακόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/6/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 487/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 375/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 7/11/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 7.11.2017 και με αριθ. κατάθεσης 39/7.11.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 375/23.8.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Με την προσβαλλομένη απόφαση του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού, κατά παραδοχή ως βάσιμης κατ' ουσία της από 2.11.2015 και με αριθ. κατάθ. 382/3.11.2015 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθ. 487/31.8.2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, την από 10.6.2014 και υπ' αριθ. κατάθ. 1647/12.6.2004 αγωγή αυτής κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ", στη συνέχεια, δικάζοντας την ως άνω αγωγή, δέχθηκε κατά ένα μέρος αυτήν ως βάσιμη κατ' ουσία και επιδίκασε στην ενάγουσα, κατά ένα μέρος αναγνωριστικά και κατά ένα μέρος καταψηφιστικά, τα αναφερόμενα σε αυτήν χρηματικά ποσά, ως διαφορές αποδοχών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή και (άρθ. 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.4.2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2).Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 95 παρ. 1 περ.

α του Συντάγματος ορίζεται ότι στις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν, μεταξύ άλλων, η μετά από αίτηση ακύρωσης των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου, ενώ με την παρ. 3 εδ. α του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι κατηγορίες υποθέσεων της ακυρωτικής αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να υπάγονται με νόμο, ανάλογα με τη φύση ή τη σπουδαιότητά τους, στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, το δε Συμβούλιο της Επικρατείας δικάζει σε δεύτερο βαθμό, όπως νόμος ορίζει.

Σε εκτέλεση της τελευταίας αυτής διάταξης του άρθρου 95 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε με λεκτικές διαφοροποιήσεις και πριν την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, αιτήσεις ακύρωσης διαφόρων κατηγοριών υποθέσεων υπήχθησαν με το Ν. 702/1977 στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου. Ειδικότερα με το άρθρο 1 παρ. 1 περ.

γ του Ν. 702/1977, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 2944/2001 και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο (28.7.2006), ορίσθηκε ότι στην αρμοδιότητα του τριμελούς διοικητικού εφετείου υπάγεται η εκδίκαση σε πρώτο βαθμό αιτήσεων ακυρώσεως ατομικών πράξεων διοικητικών αρχών που αφορούν την πρόσληψη και την κατάσταση γενικά του προσωπικού του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ανεξάρτητα από τη φύση της σχέσης που το συνδέει.

Σημειώνεται ότι από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι ακυρωτική διαφορά υπαγόμενη στο Συμβούλιο της Επικρατείας ή στα διοικητικά εφετεία δεν προκαλείται από τη δικαστική αμφισβήτηση κάθε πράξης διοικητικής αρχής, η οποία έχει τα χαρακτηριστικά μονομερούς πράξης που παράγει έννομα αποτελέσματα, αλλά μόνο από τη δικαστική αμφισβήτηση των εκτελεστών εκείνων πράξεων των διοικητικών αρχών (πρβλ.

και άρθρο 45 παρ. 1 Π.Δ/τος 18/1989) που εκδίδονται κατά την ενάσκηση δημόσιας εξουσίας για την ικανοποίηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος ή εκείνων που εκδίδονται στο πλαίσιο διαγραφόμενης από το νόμο ειδικής διοικητικής διαδικασίας (ΑΠ 280/2016, ΑΠ 854/2009). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)...

γ)..., ενώ με τη διάταξη του άρθρου 2 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές ... και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1 Συντάγματος σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας [πλήρως διακρινόμενες από τις ακυρωτικές], που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημα του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993, ΑΕΔ 10/1989).

Οι λοιπές πράξεις της διοίκησης που είναι αμέτοχες του λειτουργικού αυτού στοιχείου και κινούνται σε κύκλο σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου, έχουν δηλαδή ως υπόβαθρο έννομη σχέση του ιδιωτικού δικαίου, όπως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εκφεύγουν της έννοιας της διοικητικής διαφοράς, έστω και αν αυτές σχετίζονται προς τη λειτουργία δημόσιας υπηρεσίας, και επομένως συνιστούν ιδιωτικές διαφορές, επί των οποίων, κατά την ως άνω διάταξη του άρθρου 94 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 στοιχ. (α) του ΚΠολΔ, δικαιοδοσία έχουν τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 280/2016).

Σε εκτέλεση δε των αντιστοίχων συνταγματικών ρυθμίσεων του άρθρου 94 παρ.1 και 3, όπως ίσχυαν πριν την πιο πάνω αναθεώρηση, εκδόθηκε ο Ν. 1406/1983, με τα άρθρα 1 και 9 του οποίου όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπήχθησαν από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων. Ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ.2 εδ.

θ' του Ν. 1406/1983, όπως στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ.3 του Ν. 2721/1999, ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως και διαφορές που αφορούν τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου.

Ως "αποδοχές", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ' αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992, ΑΠ 22/2016, ΑΠ 1341/2014, ΑΠ 1635/2012, ΑΠ 302/2011).

Εξ άλλου τέτοιες ιδιωτικού χαρακτήρα διαφορές είναι οι διαφορές που προέρχονται από την αμφισβήτηση της νομιμότητας των πράξεων κατάταξης σε υφιστάμενη κενή ή ειδικά συνιστώμενη προσωποπαγή οργανική θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (ΣτΕ 1070/2012) ή σε συγκεκριμένο μισθολογικό κλιμάκιο (Μ.Κ) με συνυπολογισμό ή μη, εν όλω ή εν μέρει, του χρόνου προϋπηρεσίας στον φορέα της κατάταξής του υπαλλήλου, οι οποίες έχουν ως συνέπεια την δημιουργία μισθολογικών διαφορών, εφόσον και οι διαφορές αυτές έχουν ως βάση την παροχή εξαρτημένης εργασίας στο πλαίσιο σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την επίλυση των οποίων αρμόδια, επομένως, είναι τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 3/2004, ΣτΕ 3691/2014, ΣτΕ 1611/2012, ΣτΕ 1070/2012, ΣτΕ 2398/2011, ΣτΕ 999/2009, ΑΠ 533/2018, ΑΠ 873/2002).

Μόνη η προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές αρμοδιότητα του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου να διαπιστώνει την συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων του νόμου, καθώς και η δυνατότητα του Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.) να ασκεί τον αντίστοιχο έλεγχο, δεν αρκούν για να χαρακτηρίσουν την σχετική διαδικασία ως ειδική διοικητική διαδικασία, η οποία, αν υπήρχε, θα μπορούσε υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να προσδώσει στις διαφορές αυτές τον χαρακτήρα της διοικητικής διαφοράς (ΑΠ 533/2018, ΑΠ 872/2015, ΣτΕ 3691/2014).

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω οι διαφορές αυτές συνιστούν διαφορές ιδιωτικού δικαίου, αφού ανάγονται σε δικαιώματα και, γενικότερα, σε σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, είναι δε αδιάφορο ότι γενεσιουργός λόγος αυτών είναι εκτελεστές πράξεις των διοικητικών αρχών, επί των οποίων (εκτελεστών πράξεων) η αρμοδιότητα προς ακύρωσή αυτών ανήκει, κατά τα ήδη προαναφερθέντα, στο Συμβούλιο της Επικρατείας ή στα τακτικά διοικητικά εφετεία σε πρώτο βαθμό.

Δηλαδή κρίσιμη από την άποψη της συνδρομής ή μη δικαιοδοσίας, είναι η φύση του δικαιώματος και, γενικότερα η φύση της έννομης σχέσης, που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς, και όχι η εκτελεστή πράξη της Διοίκησης, από την οποία απορρέει το δικαίωμα αυτό ή η σχέση. Το κύρος δε και η νομιμότητα της εκτελεστής αυτής πράξης των οργάνων της διοίκησης, ερευνάται από τα πολιτικά δικαστήρια παρεμπιπτόντως, εφ` όσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί με νόμο και δεν υπάρχει περί του κύρους αυτής απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, παράγουσα δεδικασμένο και δεσμεύουσα τα πολιτικά δικαστήρια (ΟλΑΠ 1/2018, ΟλΑΠ 447/1984, ΑΠ 229/2016).

Το πολιτικό δικαστήριο, όταν εξετάζει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα μίας διοικητικής πράξης ελέγχει, μόνο, αν η διοίκηση ενήργησε μέσα στο πλαίσιο της νομοθετικής εξουσιοδότησης, αν τήρησε τους καθορισμένους τύπους, αν ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά το νόμο, αν εκδόθηκε από το αρμόδιο όργανο ή καθ' υπέρβαση της εξουσίας του και τέλος αν είναι ή όχι αιτιολογημένη.

Δηλαδή ο παρεμπίπτων έλεγχος έχει την έννοια, ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν ακυρώνουν την εκτελεστή διοικητική πράξη, οσάκις αυτή πάσχει κατά τα προαναφερθέντα, ούτε αποκρούουν την εκτελεστότητά της, αλλά απλώς δεν την εφαρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 1/2018). Δεν αποκλείεται δε ο παρεμπίπτων έλεγχος, όταν η ελεγχομένη εκτελεστή διοικητική πράξη έχει καταστεί απρόσβλητη, επειδή έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ή αίτησης ακύρωσης ενώπιον του κατά νόμο εκάστοτε αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου από τον ενδιαφερόμενο διάδικο.

Και τούτο διότι η πάροδος της προθεσμίας δεν θεραπεύει το ελάττωμα της εκτελεστής διοικητικής πράξης από το οποίο αυτή πάσχει, αλλά απλώς καθιστά απαράδεκτη την αίτηση ακύρωσης, και δεν εμποδίζει, συνεπώς, τον παρεμπίπτοντα έλεγχο της νομιμότητας αυτής από τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΠ 281/2017, ΑΠ 1627/2017, ΑΠ 1709/2010, ΑΠ 127/2002).

Τέλος κατά το άρθρο 559 αρ.4 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Περίπτωση όμως τοιαύτης υπέρβασης της δικαιοδοσίας δεν συντρέχει, όταν τα πολιτικά δικαστήρια εξετάζουν παρεμπιπτόντως ζητήματα, τα οποία αν αποτελούσαν το κύριο αντικείμενο της δίκης δεν θα υπήγοντο στη δικαιοδοσία τους, διότι η έννοια του παρεμπίπτοντος συνδέεται κατά νόμο (άρθ. 2 και 282 του ΚΠολΔ), κατά τα ήδη προαναφερθέντα, με την απλή εξέταση και όχι με τη διάγνωση του ζητήματος, όταν το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας προς τούτο και για το λόγο αυτό άλλωστε, στην περίπτωση αυτή, η απόφασή του πολιτικού δικαστηρίου για το κριθέν παρεμπιπτόντως διοικητικής φύσης ζήτημα, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου, δεν παράγει δεδικασμένο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 331 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του οικείου αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), με την από 10.6.2014 και με αριθ. κατάθ. 1647/12.6.2014 αγωγή η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα από 12.3.2001 έως 30.6.2004 απασχολήθηκε από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ" συνεχώς και αδιαλείπτως, ως εξειδικευμένη υπάλληλος κατηγορίας ΠΕ στο εργαστήριο ..., δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου (πέντε συνολικά), υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης από ώρας 08.00 πμ έως 16.00 μμ επί πέντε ημέρες την εβδομάδα, με εξαίρεση μία μόνο σύμβαση, διαρκείας τεσσάρων μηνών από 1.10.2003 έως 31.1.2004, στην οποία τυπικά η σχέση της χαρακτηριζόταν ως μερικής απασχόλησης τετράωρης ημερήσιας απασχόλησης, παρόλο που αυτή συνέχισε και κατά το διάστημα ισχύος της να εργάζεται με πλήρες ωράριο, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ.

Ότι με απόφαση του ΑΣΕΠ κρίθηκε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο αυτής οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 και ότι στη συνέχεια με αποφάσεις των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου (πρυτανικών πράξεων) τοποθετήθηκε σε οργανική θέση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μειωμένης απασχόλησης, που συνεστήθη με την υπ' αριθ. 7857/Β1/10.5.2006 ΚΥΑ, στην οποία κατετάγη από 1.6.2006 αντί να καταταγεί σε συσταθησομένη οργανική θέση πλήρους απασχόλησης, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθ. 11 του Π.Δ/τος 164/2004 και του Ν. 3320/2005, στην οποία (θέση μερικής απασχόλησης) έκτοτε απασχολείται.

Ότι κατά την κατάταξη αυτή, η ενάγουσα κατατάχθηκε στο 17ο μισθολογικό κλιμάκιο, χωρίς να συνυπολογισθεί ολόκληρος ο χρόνος προϋπηρεσίας της από 12.3.2001 στο εναγόμενο, σφάλμα που το εναγόμενο εν μέρει διόρθωσε τον Απρίλιο του 2013. Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι η σχέση εργασίας που τη συνδέει με το εναγόμενο είναι εκείνη της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, στην οποία και σε αντίστοιχη θέση το εναγόμενο οφείλει να την εντάξει και, μετά από μερική μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει αναγνωριστικό, ν' αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.

οφείλει να της καταβάλει το συνολικό χρηματικό ποσό των 21.235,04 ευρώ ως οφειλόμενες για την περίοδο από 1.1.2009 έως 31.1.2011 διαφορές αποδοχών και να υποχρεωθεί αυτό να της καταβάλει το συνολικό χρηματικό ποσό των 19.837,37 ευρώ ως οφειλόμενες για την περίοδο από 1.2.2011 έως 31.5.2014 διαφορές αποδοχών μεταξύ των καταβαλλομένων σε αυτή μειωμένων αποδοχών, λόγω κατάταξης αυτής σε οργανική θέση μειωμένης απασχόλησης και σε κατώτερο μισθολογικό κλιμάκιο και εκείνων που έπρεπε να της καταβληθούν υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης και με συνυπολογισμό ολόκληρου του χρόνου της προηγούμενης απασχόλησής της για την κατάταξή της στο αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους μηνιαία απαίτηση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και μέχρι την εξόφληση.

Με το περιεχόμενο αυτό η υπό κρίση διαφορά κατά τα ρηθέντα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη είναι διαφορά ιδιωτικού δικαίου και, κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κατά παραδοχή ως βάσιμης κατ' ουσία της από 2.11.2015 και με αριθ. κατάθ. 382/3.11.2015 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την αντιθέτως αποφανθείσα υπ' αριθ. 487/31.8.2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων την έχουσα το προαναφερόμενο περιεχόμενο αγωγή, και στη συνέχεια ερεύνησε την αγωγή ως προς τη νομική και ουσιαστική της βασιμότητα και επιδίκασε στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη διαφορές αποδοχών κατά μερική παραδοχή της αγωγής ως βάσιμης κατ' ουσία, δεν υπερέβη τη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων, όπως αβασίμως διατείνεται το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

με τον πρώτο από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης αυτού. Ειδικότερα η προβαλλομένη από το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την κρίση αυτού περί συνδρομής δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων προέβη, καθ' υπέρβαση αυτής, ουσιαστικά σε έλεγχο νομιμότητας της υπ' αριθ. 7857/Β1/10.5.2006 Κ.Υ.Α. (ΦΕΚ Β 649/24.5.2006), με την οποία συνεστήθη η οργανική θέση της αναιρεσίβλητης, ως θέση μειωμένης απασχόλησης, και της υπ' αριθ.

πρωτ. …2/29.5.2006 Πράξης του Πρύτανη του Πανεπιστημίου Πατρών, με την οποία η τελευταία κατετάγη στην ανωτέρω θέση μειωμένης απασχόλησης, την οποία (Πρυτανική πράξη) μάλιστα ανεπιτυχώς η αναιρεσίβλητη προσέβαλε με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Πατρών, που απέρριψε την αίτηση ακύρωσης με την ήδη αμετάκλητη με αριθ. 354/2010 απόφασή του [με το σκεπτικό ότι η ανωτέρω αίτηση ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθότι στρεφόταν ουσιαστικά κατά της υπ' αριθ. 113/12.1.2006 απόφασης του ΑΣΕΠ που διαφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου], ενόψει του ότι οι ανωτέρω πράξεις της διοίκησης υπόκεινται μόνο σε ακυρωτικό έλεγχο, ως εκτελεστές διοικητικές πράξεις, είναι αβάσιμη.

Και τούτο διότι το κρίσιμο από την άποψη της συνδρομής ή μη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, είναι η φύση της επίδικης σχέσης που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς και συγκεκριμένα η φύση αυτής ως σχέσης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης και όχι οι εκτελεστές πράξεις της Διοίκησης, από τις οποίες απορρέει η ανωτέρω σχέση.

Όπως δε διαλαμβάνεται στον αναιρετικό λόγο η απόρριψη της αίτησης ακύρωσης της υπ' αριθ. πρωτ. ..2/29.5.2006 Πράξης του Πρύτανη του Πανεπιστημίου Πατρών, δυνάμει της οποίας η αναιρεσίβλητη κατατάχθηκε σε συσταθείσα οργανική σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, μειωμένης απασχόλησης, με την αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Πατρών έλαβε χώρα για τυπικούς λόγους και όχι κατ' ουσία, ούτως ώστε με την κρίση αυτή να δεσμεύεται το πολιτικό δικαστήριο.

Τη νομιμότητα δε των ανωτέρω πράξεων της διοίκησης (αλλά και της με αριθ. 113/12.1.2006 απόφασης του ΑΣΕΠ) μπορούσε να ερευνήσει το πολιτικό δικαστήριο παρεμπιπτόντως (ΟλΑΠ 1/2018), ακόμη και αν αυτές οι εκτελεστές πράξεις δεν υπόκεινται πλέον σε προσβολή με αίτηση ακύρωσης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας.

Η περαιτέρω δε αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι τα πολιτικά δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας προς εκδίκαση της αγωγής και κατά το σκέλος αυτής που αφορά μισθολογικές διαφορές στις αποδοχές της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων συναρτάται με την εσφαλμένη ή μη κατάταξη αυτής σε συγκεκριμένο μισθολογικό κλιμάκιο, διότι οι διαφορές αυτές στοιχειοθετούν διοικητική διαφορά ουσίας, που υπάγεται στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ.1 και 2 περ.

θ του Ν. 1406/1983, όπως η περ. θ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 3 του Ν. 2721/1999, που αναφέρεται σε "κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού και των Ν.Π.Δ.Δ." είναι αβάσιμη, καθότι η εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης προϋποθέτει σχέση δημοσίου δικαίου του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ.

ενώ η αναιρεσίβλητη συνδέεται κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα με το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 4 του άρθρου ΚΠολΔ με τον οποίο το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Με τη διάταξη του άρθρου 50 παρ. 5 του Π.Δ/τος 18/1989 (άρθ. 50 παρ. 1 του Ν.Δ/τος 170/1973), που κωδικοποίησε σε ενιαίο κείμενο τις διατάξεις νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας, ορίζεται ότι οι αποφάσεις της Ολομελείας, ακυρωτικές και απορριπτικές, καθώς και των τμημάτων αποτελούν δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων, που ισχύει και σε κάθε υπόθεση ή διαφορά ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε από το Συμβούλιο.

Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται αναλόγως και επί ακυρωτικών διαφορών που εκδικάζονται από το Διοικητικό Εφετείο, σύμφωνα με την περί τούτου διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Ν. 702/1977. Από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται ότι επί ακυρωτικών διαφορών η διάγνωση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Διοικητικού Εφετείου αντίστοιχα, δεσμεύει τον πολιτικό δικαστή, ως προς το εκάστοτε κριθέν διοικητικής φύσης ζήτημα.

Επομένως γεννάται δεδικασμένο για τα πολιτικά δικαστήρια ως προς το διοικητικής φύσης ζήτημα που κρίθηκε κυρίως ή παρεμπιπτόντως στη διοικητική δίκη και αποτελεί ήδη προδικαστικό ζήτημα στην εκκρεμή πολιτική δίκη (ΟλΑΠ 39/1988). Ως προδικαστικό ζήτημα νοείται έτερη έννομη σχέση ή δικαίωμα ή συνέπεια του ουσιαστικού δικαίου από το οποίο εξαρτάται η κρίση περί του κυρίου ζητήματος της πολιτικής δίκης.

Κατά την έννοια δε των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δίκαιο που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 302/2011).

Όμως από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 50 παρ. 5 του Π.Δ/τος 18/1989 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 702/1977 προκύπτει επίσης ότι τότε μόνο ιδρύεται δεδικασμένο για τα πολιτικά δικαστήρια από απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή των διοικητικών δικαστηρίων , όταν αυτά έκριναν κατ` ουσία επί του ζητήματος, το οποίο αποτελεί προδικαστικό ζήτημα για την πολιτική δίκη.

Εάν επομένως η ενώπιον των εν λόγω διοικητικών δικαστηρίων προσφυγή ή αίτηση ακύρωσης κατά της διοικητικής πράξης απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους, όπως είναι και η απόρριψη αυτών ως απαράδεκτων, δεν παράγεται από την απόφαση αυτή δεδικασμένο για το προέχον στην πολιτική δίκη διοικητικής φύσης ζήτημα (ΑΠ 582/1996).

Τέλος με τη διάταξη του αριθμού 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι αδιάφορο από πού δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, δηλαδή από απόφαση πολιτικού, διοικητικού ή ποινικού δικαστηρίου ή και από απόφαση διοικητικής αρχής.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο τον προβληθέντα με τις προτάσεις του, ως εφεσίβλητου, ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. ότι η ουσιαστική έρευνα του είδους της επίδικης έννομης σχέσης που το συνδέει με την ήδη αναιρεσίβλητη, ως πλήρους ή μερικής απασχόλησης, εμποδίζεται από την αρνητική λειτουργία του δεδικασμένου, που έχει παραχθεί από την με αριθμό 354/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, το οποίο απέρριψε την αίτηση ακύρωσης της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ.

…2/29.5.2006 πράξης του Πρύτανη του Πανεπιστημίου Πατρών, με την οποία αυτή κατατάχθηκε σε συσταθείσα οργανική θέση προσωπικού μερικής απασχόλησης, με το ακόλουθο σκεπτικό: "Από την επισκόπηση της παραπάνω απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, κατά της οποίας δεν έχει ασκηθεί κανένα ένδικο μέσο (βλ. το υπ' αριθ.

πρωτ. ..1/5.2.2013 πιστοποιητικό της Προϊσταμένης του Β' Τμήματος του Διοικητικού Εφετείου Πατρών) προκύπτει ότι η ανωτέρω αίτηση ακύρωσης απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, χωρίς το Δικαστήριο να εισέλθει στην ουσία της διαφοράς και να κρίνει επί του κρίσιμου ζητήματος του χαρακτηρισμού της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ως πλήρους ή μερικής απασχόλησης, διατυπώνοντας στο σκεπτικό την κρίση ότι "ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαραδέκτως προβαλλόμενος, διότι κατ' ουσίαν στρέφεται όχι κατά της ...2/29.5.2006 πράξεως κατάταξης του Πρύτανη του Πανεπιστημίου Πατρών, αλλά κατά της 113/12.1.2006 αποφάσεως του έχοντος αποφασιστική αρμοδιότητα Γ' Τμήματος του ΑΣΕΠ ...

και συνεπώς η πράξη αυτή, ούσα ατομική, διέφυγε του ακυρωτικού ελέγχου και δεν δύναται να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως επ' ευκαιρία προσβολής της πράξεως περί κατατάξεως που αποτελεί την υλοποίησή της". Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, από τη συγκεκριμένη απόφαση δεν παράγεται δεδικασμένο για το προαναφερθέν ζήτημα, το οποίο δεν ερευνήθηκε στην ουσία του από τα διοικητικά δικαστήρια και ως εκ τούτου δεν εμποδίζεται η έρευνά του από το παρόν Δικαστήριο, απορριπτομένου ως κατ' ουσία αβασίμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του εναγομένου".

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 50 παρ. 5 του Π.Δ/τος 18/1989, 4 παρ.1 του Ν. 702/1977, 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ, καθότι από την απορριπτική με αριθμό 354/2010 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, καταστάσας ήδη αμετακλήτου, δεν παρήχθη δεδικασμένο, ως προς την ανυπαρξία του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να καταταγεί σε προσωποπαγή οργανική θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης, εφόσον η απόρριψη της ασκηθείσας από την αναιρεσίβλητη από 25.7.2006 και με αρ.

κατ. 126/28.7.2006 αίτησης ακύρωσης της με αριθ. ...6/29.5.2006 πράξης του Πρύτανη του Πανεπιστημίου Πατρών, με την οποία αυτή κατατάχθηκε στη συσταθείσα οργανική θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μερικής απασχόλησης, έλαβε χώρα για τυπικούς λόγους, χωρίς το Διοικητικό Εφετείο Πατρών να ερευνήσει αυτήν, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του, κατ' ουσία.

Επομένως ο δεύτερος από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη του δεδικασμένου που απέρρεε από την με αριθ. 354/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πατρών, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα", (ΦΕΚ Α 134) που άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 19-7-2004 και αφορά τους εργαζομένους στο δημόσιο τομέα με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις που υποκρύπτουν σχέση εξάρτησης εργασίας (άρθ. 1 παρ. 1 αυτού), του οποίου σημειωτέον οι ρυθμίσεις κρίθηκαν συμβατές με τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, η οποία αποσκοπεί κατά το άρθρο 1 σημείο 2 αυτής στην αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (ΔΕΚ της 23.4.2009 Υποθ.

Αγγελιδάκη κλπ C 378 - 380), εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες με τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις που υποκρύπτουν σχέση εξάρτησης εργασίας θεωρούνται διαδοχικές προς επίτευξη του ανωτέρω σκοπού της Οδηγίας. Ενόψει όμως του γεγονότος, ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου που συνάπτονταν με δημόσιους φορείς, κατά παράβαση του Ν. 2190/1994, του Π.Δ/τος 410/1988 και του άρθρου 6 του Ν. 2527/1997, δεν μπορούσαν σε κάθε περίπτωση, να μετατραπούν σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου μετά τις 18.4.2001, υπό το κράτος της ισχύος του άρθ. 103 του Συντάγματος μετά την αναθεώρηση του έτους 2001 (ΦΕΚ Α' 85/18-4-2001), οπότε προστέθηκαν οι περί τούτου παράγραφοι 7 και 8, με τις οποίες απαγορεύθηκε ακόμα και με νόμο η μονιμοποίηση του εν λόγω προσωπικού ή η μετατροπή των συμβάσεων του σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έχοντας υποχρεωτικά, κατά τις ως άνω συνταγματικές και άλλες διατάξεις, καταρτισθεί ως συμβάσεις ορισμένου χρόνου (ΟλΑΠ 7/2011, ΟλΑΠ 19/2007), και του γεγονότος ότι το ως άνω Π.Δ. 164/2004 άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, ήτοι μετά το πέρας της περιόδου προσαρμογής της εσωτερικής νομοθεσίας προς τις ρυθμίσεις της άνω Οδηγίας 1999/70 (10 Ιουλίου 2002), περιελήφθησαν σε αυτό, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβαλλομένη προσαρμογή στην παραπάνω Οδηγία και για τον ενδιάμεσο χρόνο και προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή του ήδη απασχολουμένου προσωπικού με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 11 του ως άνω Π. Δ/τος, η οποία ως εκ του μεταβατικού της χαρακτήρα τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α και φορείς του δημοσίου τομέα κρίθηκε συνταγματικά ανεκτή (ΟλΑΠ 16/2017), ορίσθηκε στην παρ.1 ότι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση, (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου α' να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός, (δ) ο, κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις, συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση.

Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης, αντίστοιχης με την αναγραφομένη στην αρχική σύμβαση. Με τις παραγράφους 2 και 3 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι για τη διαπίστωση της συνδρομής των, κατά την προηγουμένη παράγραφο, προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα [εντός προθεσμίας πέντε (5) μηνών από την έναρξη ισχύος του εν λόγω Π.Δ/τος] εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που προσομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (παρ. 2) και ότι οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού, το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων (παρ. 3).

Τέλος με την παρ. 5 του ιδίου άρθρου συμπεριλήφθηκαν στη ρύθμιση της παρ.1 και οι συμβάσεις οι οποίες είχαν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του διατάγματος, λογιζόμενες ως ενεργές. Προς συμπλήρωση της μεταβατικού περιεχομένου ως άνω διάταξης του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 επακολούθησε ο Νόμος 3320/2005 "Ρυθμίσεις θεμάτων για το προσωπικό του Δημοσίου και των νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου τομέα και για τους ΟΤΑ" (ΦΕΚ Α 48), με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 έως 4 του οποίου ορίσθηκε ότι: "Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του ΠΔ 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασης του (παρ. 1).

Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου, κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ` εφαρμογή του ΠΔ 164/2004 (παρ. 2).

Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (παρ. 3). Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσόμενων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (παρ. 4)...".

Επισημαίνεται ότι οι διατάξεις του Ν. 3250/2004 (ΦΕΚ Α 124) που αφορούν τη μερική απασχόληση στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην κρινόμενη υπόθεση, διότι αυτές αναφέρονται ειδικά σε προσλήψεις προσωπικού μερικής απασχόλησης, με χρόνο εργασίας το πολύ είκοσι (20) ωρών εβδομαδιαίως, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου πάντοτε χρόνου, που δεν επιτρέπεται να υπερβεί τους δέκα οκτώ (18) μήνες, για την κάλυψη αναγκών που αποσκοπούν στην παροχή υπηρεσιών κοινωνικού χαρακτήρα προς τους πολίτες, όπως οι υπηρεσίες αυτές καθορίζονται στο άρθρο 3 του εν λόγω νόμου και αποβλέπουν στην αντιμετώπιση των αναγκών συμπληρωματικής εξυπηρέτησης των πολιτών.

Από τις ανωτέρω διατάξεις και ιδίως από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 στοιχ. δ του Π.Δ/τος 164/2004 κατά την γραμματική αυτής διατύπωση, προκύπτει ότι στο νόμο ρυθμίζονται ρητά μόνο οι περιπτώσεις διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με μειωμένη απασχόληση, οι οποίες συνιστούν εφεξής σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης και μάλιστα αντίστοιχης με την αρχική σύμβαση και όχι και οι περιπτώσεις διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που ορισμένες των οποίων είναι πλήρους απασχόλησης και ορισμένες, ή έστω μία από αυτές, μειωμένης απασχόλησης.

Ειδικότερα δεν συνάγεται από τη διάταξη αυτή ότι στις περιπτώσεις διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου, από τις οποίες ορισμένες είναι πλήρους απασχόλησης και ορισμένες, ή έστω μία από αυτές, μειωμένης απασχόλησης, αυτές πάντοτε συνιστούν για τον εφεξής χρόνο ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης, με βάση την αρχική (από τις τυχόν περισσότερες) σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, μειωμένης απασχόλησης.

Το νομοθετικό αυτό κενό αντιμετωπίζεται ερμηνευτικά κατ' αναλογία των όσων ισχύουν επί μικτών συμβάσεων, οπότε εάν οι περισσότερες παροχές τελούν μεταξύ τους σε σχέση κύριας και δευτερεύουσας, οι εφαρμοστέοι στη σύμβαση κανόνες κρίνονται κατ' αρχήν με βάση την κύρια παροχή που απορροφά ή αφομοιώνει τις λοιπές, και κατά συνέπεια, εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις που διέπουν την κυριαρχούσα παροχή στη σύμβαση.

Επομένως στις περιπτώσεις διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, από τις οποίες ορισμένες είναι πλήρους απασχόλησης και ορισμένες, ή έστω μία από αυτές, μειωμένης απασχόλησης, οι συμβάσεις αυτές συνιστούν ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου απασχόλησης πλήρους απασχόλησης, εφόσον το επικρατούν στοιχείο στο σύνολο των συμβάσεων αυτών αφορούσε την εκ μέρους του μισθωτού παροχή εργασίας, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης.

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΑΠ 58/2015). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Στις 12.3.2001 το εναγόμενο ν.π.δ.δ. (Πανεπιστήμιο Πατρών) [ήδη αναιρεσείον] προσέλαβε την ενάγουσα [ήδη αναιρεσίβλητη] με σύμβαση ορισμένου χρόνου, που χαρακτήριζε ως μίσθωση έργου, προκειμένου να παρέχει την υπηρεσία της, μέχρι τις 11.3.2002 ως υπάλληλος γραφείου, κλάδου διοικητικού - οικονομικού, κατηγορίας ΠΕ, στο Τμήμα Μηχανολόγων και Αεροναυπηγών Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής του και συγκεκριμένα ως εξειδικευμένο προσωπικό στο Εργαστήριο ....

Μετά την πάροδο του ορισμένου χρόνου της παραπάνω σύμβασης, αυτή ανανεώθηκε διαδοχικά τέσσερις φορές και συγκεκριμένα συνήφθησαν ομοειδείς συμβάσεις (έργου) για τα χρονικά διαστήματα από 12.3.2002 έως 11.3.2003, 12.3.2003 έως 30.9. 2003, 1.10.2003 έως 31.3.2004 και 1.4.2004 έως 30.6.2004, κατά τα οποία η ενάγουσα παρείχε την εργασία της για την κάλυψη πάγιων και διαρκών ερευνητικών και εκπαιδευτικών αναγκών του εναγομένου, απασχολούμενη κατά πλήρες ωράριο εργασίας, με εξαίρεση το χρονικό διάστημα από 1.10.2003 έως 31.1.2004, κατά το οποίο απασχολήθηκε μερικώς, επί τετράωρο ημερησίως.

Μετά την ισχύ του Π.Δ. 164/2004 η ενάγουσα υπέβαλε στη Διεύθυνση Διοικητικών Υπηρεσιών του εναγομένου την υπ' αριθ. πρωτ. 14182/17.9.2004 αίτηση με τα συνημμένα σ' αυτήν έγγραφα, προς το σκοπό της μετατροπής των διαδοχικών ορισμένου χρόνου συμβάσεών της σε ενιαία σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και επ' αυτής, όπως και επί αιτήσεων άλλων εργαζομένων με διαδοχικές συμβάσεις, ελήφθη η υπ' αριθ. 26/20.12.2004 απόφαση του Υπηρεσιακού Συμβουλίου Διοικητικού Προσωπικού του εναγομένου, όπως αυτή διατυπώθηκε στο ταυτάριθμο πρακτικό του, με την οποία κρίθηκε ότι η ενάγουσα πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 11 του Π.Δ. 164/2004, με την επισήμανση ότι ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας της δεν παρασχέθηκε μόνο με πλήρες ωράριο, αλλά και με μειωμένο ωράριο κατά το επί μέρους χρονικό διάστημα από 1.10.2003 έως 31.1.2004.

Με την 113/12.1.2006 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π. κρίθηκε ότι ορθώς το Υπηρεσιακό Συμβούλιο Διοικητικού Προσωπικού του εναγομένου είχε κρίνει ότι συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την υπαγωγή στη ρύθμιση του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 των εκεί αναφερομένων 136 εργαζομένων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ενάγουσα, χωρίς ωστόσο να γίνεται μνεία σ' αυτήν περί του είδους της εργασιακής σχέσης της ενάγουσας, ως πλήρους ή μερικής απασχόλησης.

Κατόπιν του υπ' αριθ. πρωτ. 855/23.1.2006 εγγράφου της Διεύθυνσης Διοικητικών Υπηρεσιών του εναγομένου προς το εποπτεύον Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, με το οποίο δηλωνόταν ότι δεν υπήρχαν στο Πανεπιστήμιο Πατρών κενές οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας με εκείνες για τις οποίες είχε εκδοθεί η υπ' αριθ.113/12.1.2006 απόφαση του Α.Σ.Ε.Π., εκδόθηκε η υπ' αριθ. 7857/Β1/10.5.2006 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β, 649/24.5.2006), με την οποία συστήθηκε, μεταξύ άλλων, και μία οργανική θέση Κατηγορίας ΠΕ Διοικητικού - Οικονομικού, μερικής απασχόλησης (64 ώρες μηνιαίως), η οποία προοριζόταν προς κάλυψη από την ενάγουσα.

Πράγματι με την υπ' αριθ....6/29.5.2006 Πράξη του Πρύτανη του Πανεπιστημίου Πατρών, η ενάγουσα κατατάχθηκε στην παραπάνω οργανική θέση μερικής απασχόλησης, αναλαμβάνοντας καθήκοντα από 1.6.2006, συνταχθέντος προς τούτο του υπ' αριθ. 9048/1.6.2006 πρακτικού ανάληψης υπηρεσίας. Πλην όμως, από τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 11 παρ.1 στοιχ.

δ του Π.Δ. 164/2004 προκύπτει ότι μόνο σε περίπτωση διαδοχικών συμβάσεων μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστώνται συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης και μάλιστα αντίστοιχης με την αναγραφομένη στην αρχική σύμβαση, όχι δε και σε περίπτωση διαδοχικών συμβάσεων που ορισμένες απ' αυτές είναι πλήρους ωραρίου και ορισμένες, ή έστω μία απ' αυτές, είναι μειωμένου ωραρίου, όπως στην ένδικη υπόθεση.

Η τελευταία αυτή περίπτωση δεν ρυθμίζεται στο νόμο και συνεπώς το δημιουργούμενο νομοθετικό κενό πρέπει να καλυφθεί ερμηνευτικά με τη χρήση των γνωστών ερμηνευτικών μεθόδων της τελολογικής και της συστηματικής - λογικής ερμηνείας του ερμηνευόμενου κανόνα δικαίου. Με βάση τις ερμηνευτικές αυτές μεθόδους, η προσήκουσα στην επίμαχη εργασιακή σχέση ερμηνευτική προσέγγιση επιτάσσει την μετατροπή των πέντε (5) διαδοχικών συμβάσεων μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου σε μία ενιαία σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης και όχι μερικής απασχόλησης, και τούτο επειδή από τον συνολικώς παρασχεθέντα χρόνο εργασίας των 39 μηνών και 19 ημερών (από 12.3.2001 έως και 30.6.2004) η ενάγουσα παρείχε εργασία με πλήρες ωράριο για 35 μήνες και 19 ημέρες και με μειωμένο ωράριο για 4 μήνες μόνο, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι η ενάγουσα κάλυπτε πάγιες και διαρκείς εργασιακές ανάγκες στο εναγόμενο ν.π.δ.δ.

υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης και κατ' εξαίρεση μόνο, για το ενδιάμεσο μικρό χρονικό διάστημα των 4 μηνών από 1.10.2003 έως 31.1.2004, υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης (4ωρο ημερησίως ή 64 ώρες μηνιαίως). Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή δεν μπορεί να γίνει δεκτή και ιδίως δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αδιακρίτως σε όσες περιπτώσεις διαδοχικών συμβάσεων συνέτρεξαν συμβάσεις πλήρους και μερικής απασχόλησης, η συνιστώμενη θέση εργασίας είναι πάντοτε μερικής απασχόλησης, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το εναγόμενο, καθόσον τούτο έρχεται σε αντίθεση με την αρχή της αναλογικότητας και επί πλέον εκφεύγει του σκοπού του νομοθέτη, ο οποίος, αν πράγματι ήθελε ν' αντιμετωπίσει για συγκεκριμένους λόγους δημοσίου συμφέροντος με ενιαίο τρόπο τις ανόμοιες περιπτώσεις διαδοχικών συμβάσεων μειωμένης απασχόλησης και διαδοχικών συμβάσεων πλήρους και μειωμένης απασχόλησης, συνιστώντας σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτές θέσεις εργασίας μειωμένης απασχόλησης, θα το όριζε ρητά και δεν θα περιοριζόταν στη ρύθμιση της πρώτης μόνο από τις κατηγορίες αυτές διαδοχικών συμβάσεων (μειωμένης απασχόλησης) στο άρθρο 11 παρ. 1 στοιχ.

δ εδ. τελ. του ΠΔ 164/2004, το οποίο συγχρόνως παρέχει επιχείρημα εξ αντιδιαστολής περί αποκλεισμού της παραπάνω εσφαλμένης, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ερμηνευτικής εκδοχής. Κατόπιν των ανωτέρω, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης εργασίας μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου, στα πλαίσια εφαρμογής του Π.Δ 164/2004, είναι αυτός της σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου [ενν.

αορίστου] χρόνου πλήρους απασχόλησης και όχι μειωμένης απασχόλησης, όπως αντιθέτως κατατάχθηκε η ενάγουσα από 1.6.2006 και επομένως...".

Με την κρίση αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και στη συνέχεια εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 στοιχ. δ εδ τελ. του Π.Δ/τος 164/2004 σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 1 των παρ. 2 και 3 του Ν. 3320/2005, χαρακτηρίζοντας τη σχέση που συνέδεσε τους διαδίκους ως ενιαία σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με πλήρη απασχόληση, καθότι με βάση τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, κατά τη διάρκεια λειτουργίας των πιο πάνω, πέντε τον αριθμό, διαδοχικών συμβάσεων έργου ορισμένης διάρκειας που υπέκρυπταν παροχή εξαρτημένης εργασίας, η κύρια παροχή που όφειλε η αναιρεσίβλητη προς το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

ήταν η παροχή της εργασίας της υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, αφού υπό το καθεστώς αυτό πράγματι απασχολήθηκε στο αναιρεσείον, δυνάμει των τεσσάρων από τις συμβάσεις αυτές, για χρονικό διάστημα 35 μηνών και 19 ημερών επί συνολικής διάρκειας απασχόλησης 39 μηνών και 19 ημερών και επομένως η παροχή αυτή, ως κύρια, είναι εκείνη που χαρακτηρίζει την όλη σχέση, αφομοιώνοντας το στοιχείο της παροχής εξαρτημένης εργασίας υπό καθεστώς μειωμένης απασχόλησης, που διήρκεσε, δυνάμει της μίας (προτελευταίας) από τις συμβάσεις αυτές, μόλις για χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών, με συνέπεια την ενιαία εφαρμογή των διατάξεων για τον εφεξής χαρακτηρισμό της σχέσης, ως ενιαίας σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με πλήρη απασχόληση.

Επομένως ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι με βάση τις ως άνω παραδοχές η αναιρεσίβλητη, κατά παράβαση του άρθρου 103 παρ.2 του Συντάγματος, καταλαμβάνει στο αναιρεσείον μη υπάρχουσα νομοθετημένη οργανική θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, στηρίζεται επί αναληθούς προϋπόθεσης, αφού με την υπ' αριθ. 7857/Β1/23.1.2006 ΚΥΑ (ΦΕΚ Β, 649/24.5.2006) συνεστήθη τέτοια οργανική θέση προκειμένου να καλυφθεί από την αναιρεσίβλητη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 παρ.2 και 3 του Ν. 3320/2005, πλην όμως παρά το νόμο (άρθ. 11 παρ. 1 εδ.

δ του Π.Δ/τος 164/2004, όπως η σχετική διάταξη ανωτέρω ερμηνεύθηκε) η ως άνω οργανική θέση συνεστήθη από τη διοίκηση ως μειωμένης απασχόλησης, ενώ έπρεπε να συσταθεί ως πλήρους απασχόλησης και κατά συνέπεια η ως άνω ΚΥΑ, κατά το μέρος αυτό, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί ο τρίτος λόγος αναίρεσης.

Σημειώνεται όλως παρεμπιπτόντως ότι παρά την ύπαρξη σχετικού αιτήματος στην αγωγή, η προσβαλλομένη απόφαση δεν διέλαβε στο διατακτικό της διάταξη ως προς την αναγνώριση της φύσης της ανωτέρω σύμβασης ως τοιαύτης πλήρους απασχόλησης, στην οποία όφειλε το εναγόμενο να εντάξει την ενάγουσα, πλην όμως η παράλειψη αυτή είναι δεκτική συμπλήρωσης κατά τα άρθρα 315 επόμ.

του ΚΠολΔ (ΑΠ 1259/2002, ΑΠ 1132/1980). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής (ή ανταγωγής), πρέπει, το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής.

Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.

Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1864/2011, σχετ. ΑΠ 862/2015, AΠ 291/2015). Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.

Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (σχετ. ΟλΑΠ 16/1998, ΑΠ 991/2014). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ.

α` και β` ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν` αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/2012, ΑΠ 220/2012, ΑΠ 1125/2011).

Ειδικότερα για να είναι ορισμένη, κατά το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648, 651, 653 και 655 του ΑΚ η αγωγή, με την οποία ζητείται η επιδίκαση διαφορών στον ενάγοντα μισθωτό μεταξύ οφειλομένων κατά νόμο (δεδουλευμένων ή μη) και καταβληθέντων κατά την αγωγή σε αυτόν μικρότερων αποδοχών, περιλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής η κατάρτιση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μεταξύ των διαδίκων, η ειδικότητα του ενάγοντος, η εκ μέρους αυτού παροχή της εργασίας του, ο συμβατικός ή ο κατά τις οικείες συλλογικές συμβάσεις ή κατά τις ειδικές ρυθμίσεις του νόμου οφειλόμενος μισθός του μισθωτού με αναφορά στο βασικό μισθό και τα επί μέρους επιδόματα που ανάγονται στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα της απασχόλησης του μισθωτού στην ειδικότητα αυτή, κατά το οποίο δεν υπήρξε από το νόμο ή τα πράγματα λόγος διαφοροποίησής τους, ως και η αιτία που κατά νόμο δικαιολογεί την καταβολή των συγκεκριμένων επιδομάτων στον ενάγοντα, το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι επίδικες διαφορές και οι αξιούμενες από την αιτία αυτή διαφορές των αποδοχών (ΑΠ 1004/2017, ΑΠ 900/2017, ΑΠ 1384/2015).

Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων κλπ" (ΦΕΚ Α 297), του οποίου οι διατάξεις των άρθρων 2 - 13, 15 -18, 20 - 26, 27 παρ.2 και 28 επεκτάθηκαν και στο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό που απασχολείται στο Δημόσιο, ΟΤΑ και λοιπά Ν.Π.Δ.Δ., δυνάμει της με αριθ. 2/7093/0022/2004 (ΦΕΚ Β 215) Κοινής Υπουργικής Απόφασης όλων των συναρμοδίων Υπουργών, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του εν λόγω νόμου, ορίσθηκε ότι οι μηνιαίες αποδοχές του κάθε υπαλλήλου αποτελούνται από το βασικό μισθό του μισθολογικού κλιμακίου (Μ.Κ.) της κατηγορίας του και τα επιδόματα και τις παροχές των άρθρων 8,11, 12,13 και 24 του παρόντος νόμου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις καταβολής των.

Με τις διατάξεις δε των άρθρων 2, 3, 4, 5, 6, 7 παρ. 2 και 3, 8, 11, 12, 13, 15 και 20 του ιδίου νόμου προβλέφθηκε η συσχέτιση του μηνιαίου βασικού μισθού του υπαλλήλου με το εκάστοτε μισθολογικό κλιμάκιο (ΜΚ) της κατώτερης κατηγορίας υποχρεωτικής εκπαίδευσης (ΥΕ), στο οποίο αυτός εξελίσσεται ανά διετία (πλην του αμέσως επομένου ΜΚ μετά το εισαγωγικό ΜΚ, όπου αρκεί ένα έτος), πολλαπλασιαζόμενο με τον κατά νόμο οριζόμενο συντελεστή της ανώτερης κατηγορίας (ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ), στην οποία έχει ενταχθεί ο υπάλληλος.

Επίσης προβλέφθηκε η καταβολή πλήθους επιδομάτων, χορηγουμένων για διαφορετικές αιτίες και με διαφορετικές προϋποθέσεις το καθένα, αναλόγως του είδους σπουδών, της φύσης ή του είδους της συγκεκριμένης εργασίας, του τόπου απασχόλησης κλπ., η καταβολή κινήτρου απόδοσης υπό ορισμένες προϋποθέσεις, η καταβολή οικογενειακών παροχών, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση του υπαλλήλου, η καταβολή επιδόματος θέσης ευθύνης, ενώ με τις δύο τελευταίες ως άνω διατάξεις προσδιορίσθηκε η υπηρεσία όπου πρέπει να έχει απασχοληθεί ο υπάλληλος για την αρχική κατάταξη αυτού σε αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο και την περαιτέρω εξέλιξή του.

Στη συνέχεια εκδόθηκε ο Ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο κλπ" (ΦΕΚ Α 226), που αντικατέστησε από 1.11.2011 (άρθ. 32 παρ.4 αυτού) τον προηγούμενο Ν. 3205/2003. Με το άρθρο 14 αυτού ορίσθηκε ότι οι μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου αποτελούνται από το βασικό μισθό και τα επιδόματα και παροχές των άρθρων 15, 17, 18, 19 και 30 του παρόντος νόμου, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις καταβολής των.

Με τις διατάξεις των άρθρων 4, 6, 7, 8, 12 και 13 του νόμου αυτού προβλέφθηκε σύστημα βαθμολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων με την ένταξη αυτών σε βαθμούς (ΣΤ έως Α) με εισαγωγικό τον ΣΤ και καταληκτικό τον Α για την ΠΕ και ΤΕ κατηγορία, τον Β για την ΔΕ κατηγορία και τον Γ για την ΥΕ κατηγορία και με προαγωγή αυτών στον επόμενο βαθμό, κατόπιν παρόδου ορισμένου χρόνου υπηρεσίας στον προηγούμενο βαθμό και κατόπιν αξιολόγησης (προαγωγή), ως και παράλληλα η θέσπιση μισθολογικών κλιμακίων (Μ.Κ.) ανά βαθμό, στα οποία εξελίσσεται ανά διετία ή ανά τριετία (στους βαθμούς Β και Α) ο υπάλληλος.

Επίσης προβλέφθηκε εισαγωγικός βασικός μισθός του βαθμού ΣΤ της κατηγορίας ΥΕ, ο οποίος διαμορφώνεται σε υψηλότερα ποσά για τις κατηγορίες ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ επί τη βάσει των προβλεπομένων στο νόμο συντελεστών, ποσοστιαία προσαύξηση του βασικού μισθού με την προαγωγή στον επόμενο βαθμό σε σχέση με τον βασικό μισθό της προηγούμενης κατηγορίας και επί πλέον προσαύξηση με την εξέλιξη του υπαλλήλου σε επόμενο μισθολογικό κλιμάκιο του ιδίου βαθμού και κατηγορίας.

Με τη διάταξη του άρθρου 30 παρ.1 του Νόμου αυτού καταργήθηκαν όλα τα επιδόματα που προέβλεπε το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς και περιορίσθηκαν σε εκείνα που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 15 - 19, στα οποία περιλαμβάνεται η καταβολή οικογενειακών παροχών, ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση του υπαλλήλου.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω για το ορισμένο της αγωγής, με την οποία ζητείται η επιδίκαση μισθολογικών διαφορών στον ενάγοντα που απασχολείται ως υπάλληλος στο Δημόσιο, Ο.Τ.Α ή Ν.Π.Δ.Δ με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, μεταξύ των οφειλομένων κατά τους ως άνω νόμους 3205/2003 και 4024/2011 αποδοχών (δεδουλευμένων ή μη) και των μικρότερων ποσών, που κατά την αγωγή καταβλήθηκαν σε αυτόν, πλην της διάκρισης σε βασικό μισθό και επιδόματα και της αιτίας των τελευταίων, πρέπει να διαλαμβάνεται στο οικείο δικόγραφο ή τουλάχιστον να προκύπτει σαφώς από το περιεχόμενό του η συσχέτιση του αιτουμένου βασικού μισθού με το μισθολογικό κλιμάκιο της αντίστοιχης χρονικής περιόδου στο οποίο είχε ενταχθεί ή όφειλε να έχει κατά νόμο ενταχθεί ο υπάλληλος και, μετά το Ν. 4024/2011, η συσχέτιση του αιτουμένου βασικού μισθού με το βαθμό και το μισθολογικό κλιμάκιο της αντίστοιχης χρονικής περιόδου, στο οποίο είχε ενταχθεί ή όφειλε να έχει κατά νόμο ενταχθεί ο υπάλληλος, προκειμένου να υπολογισθεί κατά νόμο το ύψος αυτού και ελεγχθεί η βασιμότητα της σχετικής αξίωσης του ενάγοντος.

Τέλος από τον συνδυασμό των άρθρων 522, 524 παρ.1, 525, 526 και 536 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης και των προσθέτων λόγων, έχει την ίδια εξουσία όπως και το πρωτοβάθμιο και κατά συνέπεια μπορεί να ερευνήσει και αυτεπαγγέλτως, μεταξύ άλλων, το ορισμένο, το παραδεκτό (για τους λοιπούς λόγους) ή τη νομική βασιμότητα της αγωγής (ΑΠ 1481/2013, ΑΠ 1625/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της από 10.6.2014 και με αριθ. κατάθ. 1647/12.6.2014 αγωγής, που ως διαδικαστικό έγγραφο της δίκης επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του οικείου αναιρετικού λόγου (άρθ. 561 παρ.2 του ΚΠολΔ), η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ιστορούσε ότι, πέραν της παρά το νόμο ένταξης αυτής από το εναγόμενο σε οργανική θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης αντί πλήρους απασχόλησης, στην οποία έπρεπε να ενταχθεί, το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ.

προέβη στην κατάταξη αυτής στο 17ο μισθολογικό κλιμάκιο (Μ.Κ.) της κατηγορίας της (υπάλληλος ΠΕ) αντί να προβεί στην κατάταξη αυτής στο 15ο μισθολογικό κλιμάκιο, με συνυπολογισμό του χρόνου προϋπηρεσίας της (άνω της πενταετίας) στο εναγόμενο από 12.6.2001 έως 1.6.2006, ότι με την από 6.3.2013 διαπιστωτική πράξη του το εναγόμενο, συνομολογώντας εν μέρει το σφάλμα του, αναγνώρισε την προϋπηρεσία της από 12.6.2001, ότι μετά την εφαρμογή του Ν. 4024/2011 το εναγόμενο με την από 6.3.2013 διαπιστωτική του πράξη κατέταξε αναδρομικά αυτήν από 1.11.2011 στο 2ο μισθολογικό κλιμάκιο του βαθμού Δ και από 25.4.2012 στο 3ο μισθολογικό κλιμάκιο του βαθμού Δ και ότι κατά το από 1.1.2009 έως 30.6.2011 ο νόμιμος κατά το Ν. 3205/2003 οφειλόμενος μηνιαίος μισθός ανερχόταν στο ποσό των 1.573 ευρώ (βασικός μισθός 1104 ευρώ) και από 1.7.2011 στο ποσό των 1.100 ευρώ (βασικός μισθός 1025 ευρώ), ενώ από 1.4.2013 ο νόμιμος μικτός μηνιαίος μισθός της ανερχόταν στο ποσό των 1586 ευρώ.

Στη συνέχεια με βάση τα ανωτέρω ποσά των 1.573 (από 1.1.2009 έως 30.6.2011), 1.100 (από 1.7.2011 έως 31.3.2013) και 1,586 (από 1.4.2013 έως 31.5.2014) ευρώ και μετ' αφαίρεση των αναγραφομένων στην αγωγή ως καταβληθέντων σε αυτή ανά μήνα ποσών, υπολογίζει ανά μήνα τις ούτω προκύπτουσες διαφορές, πλέον των διαφορών στα επιδόματα εορτών Πάσχα ετών 2009, 2010 και 2011, εορτών Χριστουγέννων ετών 2009 και 2010 και αδείας ετών 2009, 2010 και 2011, που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 41.072,41 ευρώ, των οποίων διώκει την επιδίκαση.

Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή πάσχει (ποσοτικής) αοριστίας καθόσον το μεν δεν διακρίνει μεταξύ βασικού μισθού και επιδομάτων και ποίων, περιλαμβανομένων και των τυχόν οικογενειακών παροχών, ούτε διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά θεμελιούντα δικαίωμα της ενάγουσας προς λήψη συγκεκριμένου επιδόματος (μάλιστα αναφέρει ότι επί οφειλομένου μηνιαίου μισθού 1.573 και 1.100 ευρώ, ο βασικός μισθός ανερχόταν σε 1104 και 1025 ευρώ αντίστοιχα, χωρίς να διευκρινίζει σε ποίες επί πλέον αξιώσεις της ενάγουσας ανάγεται η προκύπτουσα διαφορά, της οποίας διώκεται η επιδίκαση), ούτε διαλαμβάνει τι αφορά το ποσό των 1.586 ευρώ (μόνο βασικό μισθό ή και επιδόματα ή άλλες παροχές και ποία), το δε δεν συσχετίζει τον οφειλόμενο βασικό μισθό (για τον κατά νόμο προσδιορισμό του ύψους του) με συγκεκριμένο μισθολογικό κλιμάκιο στο οποίο αυτή όφειλε να είχε καταταγεί κατά το αιτούμενο χρονικό διάστημα υπό το καθεστώς του Ν. 3205/2003 (η αοριστία αυτή επιτείνεται από την αναφορά στην αγωγή, ότι με διαπιστωτική πράξη του 2013 το εναγόμενο "εν μέρει" διόρθωσε αναδρομικά το σφάλμα του αναφορικά με την κατάταξη της ενάγουσας στο μισθολογικό κλιμάκιο που έπρεπε να καταταγεί), ούτε συσχετίζει τον οφειλόμενο βασικό μισθό με συγκεκριμένο μισθολογικό κλιμάκιο του βαθμού αυτής στο οποίο αυτή όφειλε να είχε ενταχθεί κατά το αιτούμενο χρονικό διάστημα μετά την 1.11.2011 υπό το καθεστώς του Ν. 4024/2011, διαλαμβάνοντας ότι ο μικτός μηνιαίος μισθός αυτής ανερχόταν από 1.4.2013 στο ποσό των 1.586 ευρώ, ενώ την ημερομηνία αυτή δεν είχε επέλθει κατά την αγωγή μεταβολή στη μισθολογική και βαθμολογική της κατάσταση, στην οποία (βαθμός Δ μισθολογικό κλιμάκιο 3ο) είχε καταταγεί αναδρομικά από 25.4.2012.

Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που, χωρίς ειδικότερη αιτιολογία, έκρινε ότι η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, απορρίπτοντας τον περί αοριστίας αυτής ισχυρισμό του τότε εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ., τον οποίο αυτό είχε προβάλλει με τις κατατεθείσες από 3.11.2016 προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, έσφαλλε, υποπίπτοντας στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου.

Επομένως, κατά παραδοχή ως βάσιμου του τέταρτου και τελευταίου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ. προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της παρά το νόμο μη απόρριψης της αγωγής κατά το εν λόγω κεφάλαιο ως αόριστης, παρά τον προβληθέντα από αυτό σχετικό ισχυρισμό με τις ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις του, πρέπει να αναιρεθεί κατά ένα μέρος η προσβαλλομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών και ειδικότερα κατά το κεφάλαιο επιδίκασης στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη μισθολογικών διαφορών ύψους 10.705,25 της περιόδου από 1.1.2010 έως 31.1.2011 με αναγνωριστική διάταξη και 19.837,37 ευρώ με το νόμιμο τόκο της περιόδου από 1.2.2011 έως 31.5.2014 με καταψηφιστική διάταξη, κατά μερική παραδοχή της από 10.6.2014 και με αριθ. 1647/12.6.2014 αγωγής αυτής (οι αγωγικές αξιώσεις καταβολής μισθολογικών διαφορών του έτους 2009 κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι έχουν υποπέσει στην προβλεπόμενη από το άρθρο 48 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 496/1974 διετή παραγραφή).

Κατά τα λοιπά πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και στη συνέχεια να ερευνηθεί η αγωγή κατά το μέρος αυτό της επιδίκασης μισθολογικών διαφορών και απορριφθεί αυτή ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας.

Τέλος, λόγω της μερικής ήττας και νίκης της αναιρεσίβλητης στην αναιρετική δίκη, πρέπει να καταδικασθεί η τελευταία στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. για την παρούσα δίκη που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, ως και στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας λόγω της μερικής ήττας και νίκης αυτής (άρθ. 178 παρ.1 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 375/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, κατά το μέρος που, κατά μερική παραδοχή της αγωγής, αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 10.705,25 ευρώ και υποχρέωσε αυτό να καταβάλει στην ενάγουσα επί πλέον το ποσό των 19.837,37 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση, και απορρίπτει την από 7.11.2017 και με αριθ. κατ. 39/7.11.2017 αίτηση αναίρεσης κατά τα λοιπά.

ΚΡΑΤΕΙ και δικάζει την υπόθεση κατά το αναιρεθέν μέρος.

ΔΙΚΑΖΕΙ την από 10 Ιουνίου 2014 και με αριθμό κατάθεσης 1647/12.6.2014 αγωγή και κατά το μέρος αυτό.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή κατά το μέρος αυτό.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ. για τη παρούσα δίκη, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ, ως και στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ