1366/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη - Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1366/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως (εφεξής Ε.Σ.Ε.), η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα στις 6-5-1961 με τον ν. 4165/1961 και από τη Δημοκρατία της Γεωργίας στις 13-9-2001, διέπει από την κύρωση της το δίκαιο της έκδοσης μεταξύ Ελλάδος και Γεωργίας. Επίσης τα δύο κράτη έχουν υπογράψει την από 10-5-1999 "Σύμβαση δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις" (εφεξής Διμερής Σύμβαση), που κυρώθηκε με τον ν. 2813/10-3-2000 και ισχύει από 5-6-2000 μεταξύ τους.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1366 / 2016 (Β Ποιν. Διακ., ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1366/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ-(ΩΣ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ)
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Νικήτα Χριστόπουλο, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη - Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε ως συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 2 και 9 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία των Αντεισαγγελέων του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου και Αθανασίου Κατσιρώδη αντίστοιχα και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την έφεση του εκκαλούντος -εκζητουμένου (όνομα) G. (επώνυμο) K. του V. V. και D., γεν. στη Γεωργία, στις 3-2-1969, υπηκόου Γεωργίας και ήδη κρατουμένου στο Κατάστημα Κράτησης Κομοτηνής, ο οποίος εμφανίσθηκε χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά της υπ’ αριθμ.8/22-6-2016 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θράκης.
Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης με την ως άνω απόφασή του γνωμοδότησε υπέρ της εκδόσεως του ανωτέρω στις Δικαστικές Αρχές της Δημοκρατίας της Γεωργίας.
Κατά της αποφάσεως αυτής ο εκζητούμενος και τώρα εκκαλών, άσκησε την με αριθμό και ημερομηνία 66/23 Ιουνίου 2016 έφεση, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως Ευάγγελου Ζελεσκίδη του Ποινικού Τμήματος του Εφετείου Θράκης και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 818/2016. Προκειμένης συζητήσεως
Αφού άκουσε
τον εκζητούμενο, που με προφορική ανάπτυξη ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα η οποία πρότεινε να γίνει τυπικά δεκτή και να απορριφθεί κατ’ ουσία, η από 23 Ιουνίου 2016 και με αριθμό 66 έφεση του ως άνω εκζητουμένου, κατά της υπ’ αριθμ.8/22-6-2016 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θράκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 451 παρ. 1 ΚΠΔ, κατά της οριστικής απόφασης του Συμβουλίου Εφετών, με την οποία αυτό γνωμοδοτεί στην περίπτωση αίτησης για την έκδοση αλλοδαπού υπηκόου, επιτρέπεται στον εκζητούμενο και στον εισαγγελέα να ασκήσουν έφεση ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου μέσα σε 24 ώρες από τη δημοσίευση της απόφασης. Η έφεση ασκείται αποκλειστικά με δήλωση ενώπιον του γραμματέα εφετών και συντάσσεται από αυτόν σχετική έκθεση, στην οποία πρέπει να διατυπώνονται με τρόπο σαφή και ορισμένο και οι λόγοι της έφεσης, κατά αναλογική εφαρμογή του άρθρου 474 παρ. 2 ΚΠΔ για την άσκηση των ενδίκων μέσων. Αν δεν τηρηθεί ο παραπάνω τύπος για την άσκηση της έφεσης ή δεν περιέχεται στην οικεία έκθεση ένας τουλάχιστον ορισμένος λόγος έφεσης, αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Επομένως, η κρινόμενη από 23-6-2016 έφεση, η οποία ασκήθηκε από τον G. K. του V. V. και D. νομότυπα και εμπρόθεσμα με δήλωση ενώπιον του αρμόδιου γραμματέα του Εφετείου Θράκης κατά της απόφασης 8/22-6-2016 του Εφετείου Θράκης, που γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης τούτου, ως εκζητουμένου, στις Αρχές της Γεωργίας, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν.
Από τα άρθρα 474 παρ. 2 και 502 παρ. 2 ΚΠΔ προκύπτει ότι το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης προσδιορίζεται από την έκταση και το περιεχόμενο των λόγων της, στην έρευνα των οποίων περιορίζεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έχει εξουσία να κρίνει μόνο για τα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης, που πλήττονται με τους λόγους της έφεσης. Αυτό ισχύει και για την έφεση που ασκείται ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά απόφασης του συμβουλίου εφετών, που αφορά έκδοση αλλοδαπού. Κατά το άρθρο 436 ΚΠΔ, αν δεν υπάρχει σύμβαση, οι όροι και η διαδικασία της έκδοσης αλλοδαπών εγκληματιών ρυθμίζονται από τις διατάξεις των επόμενων άρθρων (437-456 ΚΠΔ), οι οποίες εφαρμόζονται ακόμη και αν υπάρχει σύμβαση, εφόσον δεν έρχονται σε αντίθεση με αυτή, καθώς και στα σημεία που δεν προβλέπει η σύμβαση.
Η από 13-12-1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως (εφεξής Ε.Σ.Ε.), η οποία κυρώθηκε από την Ελλάδα στις 6-5-1961 με τον ν. 4165/1961 και από τη Δημοκρατία της Γεωργίας στις 13-9-2001, διέπει από την κύρωση της το δίκαιο της έκδοσης μεταξύ Ελλάδος και Γεωργίας. Επίσης τα δύο κράτη έχουν υπογράψει την από 10-5-1999 "Σύμβαση δικαστικής αρωγής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις" (εφεξής Διμερής Σύμβαση), που κυρώθηκε με τον ν. 2813/10-3-2000 και ισχύει από 5-6-2000 μεταξύ τους.
Ειδικότερα, κατά το άρθρο 30 παρ. 2 της Διμερούς Σύμβασης, η έκδοση ενεργείται για πράξη που, σύμφωνα με τη νομοθεσία και των δύο μερών, τιμωρείται με ποινή στερητική της ελευθερίας πάνω από ένα έτος, καθώς και για ποινή φυλάκισης ή άλλο μέτρο στερητικό της ελευθερίας ή μέτρο ασφάλειας, που επιβλήθηκε από τα δικαστήρια του μέρους που ζητεί την έκδοση, εφόσον η σχετική κύρωση είναι τουλάχιστον έξι μηνών.
Επίσης, στο άρθρο 36 παρ. 1 αυτής ορίζονται τα εξής: Το αίτημα για έκδοση θα διατυπώνεται γραπτώς και θα συνοδεύεται από τα ακόλουθα δικαιολογητικά: Α) το πρωτότυπο ή επικυρωμένο αντίγραφο εκτελεστής απόφασης ή εντάλματος σύλληψης ή άλλου εγγράφου, που θα έχει την ίδια ισχύ και αποτέλεσμα και θα έχει εκδοθεί από το μέρος που ζητεί την έκδοση σύμφωνα με τη νομοθεσία του, Β) έκθεση των γεγονότων, για τα οποία ζητείται η έκδοση, όπου θα διευκρινίζονται με τον ακριβέστερο δυνατό τρόπο ο τόπος και η ημεροχρονολογία τέλεσης του εγκλήματος, ο νομικός χαρακτηρισμός του, το κείμενο των νομικών διατάξεων που ισχύουν γι’ αυτό και η ποινή που απομένει για έκτιση και Γ) ακριβή περιγραφή της ταυτότητας, κατοικίας και εθνικότητας του ατόμου που πρόκειται να εκδοθεί.
Το αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο, που αποφαίνεται για την έκδοση, δεν έχει εξουσία να ερευνήσει τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας, για την οποία ζητείται η έκδοση ή τη νομιμότητα της σχετικής προδικασίας που τηρήθηκε από τις αρμόδιες αρχές του κράτους που ζητεί την έκδοση, αφού ούτε από τις διατάξεις του άρθρου 36 της Διμερούς Σύμβασης και του άρθρου 12 παρ. 2 της Ε.Σ.Ε., που ορίζουν εξαντλητικά τα συγκεκριμένα στοιχεία και δικαιολογητικά που πρέπει να συνοδεύουν την αίτηση, για τη στήριξη και τη δικαστική αξιολόγηση της, ούτε από άλλη διάταξη αυτών προβλέπεται και η επισύναψη εγγράφων, που να βεβαιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής για την αξιόποινη πράξη, για την οποία ζητείται ο εκζητούμενος, αλλά και επειδή δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 437, 443 παρ. 1 και 450 παρ. 2 ΚΠΔ, που προβλέπουν επισύναψη στην αίτηση έκδοσης εγγράφων για βεβαίωση ενδείξεων ενοχής και έρευνα για τη βασιμότητα της κατηγορίας (όταν ζητείται η έκδοση για την παραπομπή του εκζητούμενου σε δίκη, και όχι για την εκτέλεση ποινής), αφού έρχονται σε αντίθεση με τη Διμερή Σύμβαση και την Ε.Σ.Ε.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 438 ΚΠΔ, η έκδοση απαγορεύεται: α) ..., β) ..., γ) αν πρόκειται για έγκλημα που κατά τους ελληνικούς νόμους χαρακτηρίζεται πολιτικό, στρατιωτικό ... ή όταν από τις περιστάσεις προκύπτει ότι η έκδοση ζητείται για λόγους πολιτικούς, δ) αν σύμφωνα με τους νόμους του κράτους που ζητεί την έκδοση ή του ελληνικού κράτους ή του κράτους όπου τελέστηκε το έγκλημα, έχει προκύψει, ήδη πριν από την απόφαση για την έκδοση, νόμιμος λόγος που εμποδίζει τη δίωξη ή την εκτέλεση της ποινής ή αποκλείει ή εξαλείφει το αξιόποινο και ε) αν πιθανολογείται ότι εκείνος, για τον οποίο ζητείται η έκδοση, θα καταδιωχθεί από το κράτος στο οποίο παραδίδεται για πράξη διαφορετική από εκείνη για την οποία ζητείται η έκδοση.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 438 παρ. γ’ ΚΠΔ, πολιτικοί είναι οι λόγοι, όταν με την έκδοση η κυβέρνηση του εκζητούντος κράτους επιδιώκει να εκδικηθεί ή να καταστείλει την αντίδραση πολιτικού της αντιπάλου, λόγω της αντίθεσης του προς αυτή. Επίσης, κατά το άρθρο 32 παρ. ΙΑ της Διμερούς Σύμβασης, η έκδοση δεν επιτρέπεται όταν το έγκλημα, για το οποίο αυτή ζητείται, θεωρείται από το κράτος, στο οποίο απευθύνεται το αίτημα έκδοσης, ως πολιτικό ή σχετιζόμενο με πολιτικό έγκλημα.
Κατά δε το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 της Ε.Σ.Ε., δεν χωρεί έκδοση, αν η αξιόποινη πράξη, για την οποία ζητείται η έκδοση, θεωρείται από το άλλο μέρος ως πολιτική εγκληματική πράξη ή ως συναφής με τέτοια πράξη ή αν το μέρος, από το οποίο ζητείται η έκδοση, έχει σοβαρούς λόγους να πιστεύει ότι η αίτηση έκδοσης, που αιτιολογείται για κάποια παράβαση του κοινού δικαίου, έχει υποβληθεί με σκοπό τη δίωξη ή την τιμωρία ατόμου για τα φυλετικά, θρησκευτικά, πολιτικά ή εθνικά του φρονήματα ή ότι η θέση του διατρέχει κίνδυνο να επιδεινωθεί από τον ένα ή τον άλλο από τους λόγους αυτούς.
Ακόμη, κατά το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), κανένας δεν επιτρέπεται να υποβληθεί σε βασανιστήρια ούτε σε ποινές ή μεταχείριση απάνθρωπες ή εξευτελιστικές. Επίσης κατά το άρθρο 6 παρ. 1 αυτής, κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεση του να δικαστεί δίκαια, δημόσια και μέσα σε λογική (εύλογη) προθεσμία από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που έχει κατασταθεί από τον νόμο, το οποίο θα αποφασίσει είτε για αμφισβητήσεις σχετικά με δικαιώματα και υποχρεώσεις του αστικής φύσης, είτε για τη βασιμότητα κάθε εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσης.
Ενώ, κατά το ίδιο άρθρο 6 παρ. 3 περ. α’ αυτής, ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να πληροφορηθεί, μέσα στη συντομότερη προθεσμία, σε γλώσσα που κατανοεί και με λεπτομέρεια, τη φύση και τον λόγο της εναντίον του κατηγορίας. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι απαιτείται τα εγκλήματα, για τα οποία ζητείται η έκδοση, να προσδιορίζονται κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο στη σχετική αίτηση και στην αντίστοιχη διωκτική πράξη, με επαρκή περιγραφή του χρόνου, τόπου, τρόπου και λοιπών περιστάσεων τέλεσης τους και της μορφής συμμετοχής του εκζητούμενου σ’ αυτή.
Αυτό επιβάλλεται και από την αρχή της ειδικότητας, που καθιερώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 14 της Ε.Σ.Ε., επαναλαμβάνεται δε και στο άρθρο 34 της Διμερούς Σύμβασης, σύμφωνα με την οποία η έκδοση γίνεται για το έγκλημα που ορίζεται ειδικά (ως προς τα στοιχεία που το συγκροτούν) τόσο στην αίτηση έκδοσης, όσο και στην πράξη του Υπουργού Δικαιοσύνης που διατάσσει την έκδοση, και όχι για οποιαδήποτε άλλη πράξη.
Η αρχή της ειδικότητας, η οποία θεωρείται γενικά αναγνωρισμένος κανόνας του διεθνούς δικαίου και εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση έκδοσης, περιορίζει την κυριαρχική εξουσία του κράτους που ζητεί την έκδοση, το οποίο δεν μπορεί να διώξει τον εκζητούμενο για πράξεις, που τελέστηκαν πριν από την παράδοση του και είναι διαφορετικές από εκείνες, για τις οποίες έγινε η έκδοση (εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις), αποτρέποντας έτσι και το ενδεχόμενο να διωχτεί το εκδιδόμενο πρόσωπο για πολιτικά εγκλήματα ή για πολιτικούς λόγους και σκοπούς.
Ακόμη, η υποχρέωση για συγκεκριμενοποίηση της διωκόμενης πράξης, που αποδίδεται στον εκζητούμενο, βρίσκει έρεισμα και στις υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρο 28 Σ.) διατάξεις του παραπάνω άρθρου 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα του κατηγορουμένου να πληροφορηθεί λεπτομερειακά τη φύση και τον λόγο της σχετικής κατηγορίας) και του άρθρου 14 παρ. 3 περ.
α’ του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη στις 16-12-1966 και κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2462/1997.
Περαιτέρω, στο άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του π.δ. 114/2010, όπως η παρ. 2 αντικ. με το άρθρο 35 παρ. 4 του π.δ. 113/2013, ορίζονται τα εξής: "1. Οι αιτούντες επιτρέπεται να παραμένουν στη Χώρα μέχρι την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας εξέτασης της αίτησης και δεν απομακρύνονται με οποιονδήποτε τρόπο. 2. Η προηγούμενη παράγραφος δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις, όπου οι αρμόδιες αρχές είτε παραδίδουν τον αιτούντα σε άλλο κράτος μέλος της Ε.
Ε. βάσει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3251/2004, είτε εκδίδουν αυτόν σε τρίτη χώρα (μη μέλος της Ε.Ε.), με την εξαίρεση της χώρας καταγωγής του αιτούντος ή σε διεθνή ποινικά δικαστήρια, με βάση τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας. Η παράδοση ή η έκδοση δεν πρέπει να οδηγεί σε έμμεση ή άμεση επαναπροώθηση του ενδιαφερόμενου κατά παράβαση του άρθρου 33 παρ. 1 της Σύμβασης της Γενεύης ή σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης σύμφωνα με το άρθρο 15 του π.δ. 96/2008.
Κανένας δεν εκδίδεται πριν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αίτησης του, εφόσον επικαλείται φόβο δίωξης στο εκζητούν κράτος...". Εξάλλου, στο άρθρο 15 του π.δ. 96/2008 ορίζεται: "1. Επικουρική προστασία δικαιούνται τα πρόσωπα τα οποία έχουν υποστεί ή κινδυνεύουν να υποστούν σοβαρή βλάβη 2. Η σοβαρή βλάβη συνίσταται σε:
α) θανατική ποινή ή εκτέλεση ή β) βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος στη χώρα καταγωγής του ή γ) σοβαρή προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης".
Επίσης στο άρθρο 9 του ίδιου π.δ. (96/2008) ορίζεται: "1. Οι πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου ΙΑ της Σύμβασης της Γενεύης πρέπει : α) να είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης ή της επανάληψης τους, ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών (ν.δ. 53/1974) ή β) να αποτελούν σώρευση διαφόρων μέτρων, όπου να περιλαμβάνεται παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή, ούτως ώστε να θίγεται το άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με τον αναφερόμενο στο στοιχείο α’ . 2.
Οι πράξεις που μπορούν να χαρακτηρισθούν ως πράξεις δίωξης σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο έχουν ιδίως τη μορφή: α) πράξεων σωματικής ή ψυχολογικής βίας, συμπεριλαμβανομένων πράξεων σεξουαλικής βίας β) νομοθετικών, διοικητικών, αστυνομικών ή δικαστικών μέτρων, τα οποία εισάγουν διακρίσεις αφεαυτά ή εφαρμόζονται κατά τρόπο που εισάγει διακρίσεις γ) αβάσιμης ποινικής δίωξης ή δυσανάλογης ή μεροληπτικής επιβολής ποινής δ) έλλειψης δυνατότητας άσκησης ενδίκων μέσων ε) ποινικής δίωξης ή επιβολής ποινής για την άρνηση εκπλήρωσης στρατιωτικής θητείας σε σύρραξη, αν η εκπλήρωση της στρατιωτικής θητείας θα συμπεριελάμβανε εγκλήματα ή πράξεις που εμπίπτουν στις ρήτρες αποκλεισμού όπως προβλέπονται στο άρθρο 12 παρ. 2 στ) πράξεων που στρέφονται κατά προσώπου λόγω φύλου ή παιδικής ηλικίας".
Ακόμη στο άρθρο 1Θ παρ. 1 και 2 του π.δ. 96/2008 αναφέρεται ότι, κατά την αξιολόγηση των λόγων δίωξης, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη: α) Την έννοια της φυλής β) την έννοια της θρησκείας, γ) την έννοια της ιθαγένειας, δ) την ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα και ε) τις πολιτικές πεποιθήσεις. Στην έννοια των πολιτικών πεποιθήσεων περιλαμβάνεται ιδίως η υποστήριξη άποψης, ιδέας ή πεποίθησης για ζήτημα που σχετίζεται με τους ενδεχόμενους φορείς δίωξης, όπως αυτή προσδιορίζεται στο άρθρο 9, και με τις πολιτικές ή τις μεθόδους τους, ανεξάρτητα από το αν ο αιτών έχει εκδηλώσει έμπρακτα τη σχετική άποψη, ιδέα ή πεποίθηση.
Κατά την αξιολόγηση δε της βασιμότητας του φόβου του αιτούντος, ότι θα υποστεί δίωξη, δεν ασκεί επιρροή αν ο αιτών χαρακτηρίζεται πράγματι από το φυλετικό, θρησκευτικό, εθνικό, κοινωνικό ή πολιτικό στοιχείο, το οποίο προκαλεί τη δίωξη, με την προϋπόθεση ότι το σχετικό χαρακτηριστικό αποδίδεται πράγματι σ’ αυτόν από τον φορέα της δίωξης.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει ότι με τη θέσπιση τους ορίστηκαν οι ελάχιστες απαιτήσεις για την αναγνώριση και το καθεστώς των υπηκόων τρίτων χωρών ή των ανιθαγενών ως προσφύγων ή ως προσώπων που έχουν ανάγκη διεθνούς προστασίας, τα οποία διώκονται από τις αρχές του εκζητούντος κράτους, λόγω των πολιτικών φρονημάτων τους, του φύλου, της φυλής, της εθνοτικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της θρησκείας κλπ.
και των οποίων κινδυνεύει η ζωή, η σωματική ακεραιότητα, η ελευθερία και η αξιοπρέπεια τους, σε περίπτωση που εκδοθούν και παραδοθούν στο κράτος αυτό. Η αυξημένη προστασία αυτή δεν καταλαμβάνει και τις παραβατικές συμπεριφορές, που έχουν αξιόποινο χαρακτήρα και δεν φέρουν τα χαρακτηριστικά των εξαιρετικών περιπτώσεων, κατά τις οποίες συντρέχουν πολιτικοί, φυλετικοί, κοινωνικοί ή άλλοι λόγοι, που συναρτώνται με τη ζητούμενη έκδοση και συνεπάγονται κίνδυνο δίωξης στο εκζητούν κράτος, κατά τρόπο που να συνιστά σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και να θέτει σε κίνδυνο τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα και την ελευθερία του εκζητούμενου.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι ισχυρισμός εκζητούμενου ότι υπέβαλε αίτηση πολιτικού ασύλου στις αρμόδιες ελληνικές αρχές που εκκρεμεί και η επίκληση από αυτόν φόβου δίωξης του στο εκζητούν κράτος, κατά την έννοια του άρθρου ΙΑ της Σύμβασης της Γενεύης (προσχηματική ποινική δίωξη, σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων κλπ.), δεν ασκεί έννομη επιρροή στη δίκη για την έκδοση του, καθόσον η προαναφερόμενη σχετική διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του π.δ. 114/2010 (όπως ισχύει) "......
Κανένας δεν εκδίδεται πριν εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αίτησης του, εφόσον επικαλείται φόβο δίωξης στο εκζητούν κράτος", αναφέρεται στη μη έκδοση του εκζητούμενου από τον αρμόδιο γι’ αυτό, κατά το άρθρο 452 παρ. 1 ΚΠΔ, Υπουργό Δικαιοσύνης, εφόσον προηγήθηκε αμετάκλητη γνωμοδότηση υπέρ της έκδοσης από το συμβούλιο Εφετών ή του Αρείου Πάγου και δεν τάσσεται ως στοιχείο που εμποδίζει (μέχρι την τελεσίδικη παραδοχή ή απόρριψη της αίτησης ασύλου) τη συζήτηση ή τη λήψη σχετικής απόφασης για την έκδοση ή μη του εκζητούμενου από το αρμόδιο δικαστικό όργανο, το οποίο, για τη διαμόρφωση της γνωμοδοτικής κρίσης του, εξετάζει και συναξιολογει (μαζί με τα λοιπά στοιχεία) και τη βασιμότητα του επικαλούμενου φόβου δίωξης ως ενδεχόμενου νομίμου λόγου που εμποδίζει την έκδοση, κατά τα άρθρα 3 της Ε.Σ.Ε., 32 παρ.
ΙΑ της Διμερούς Σύμβασης και 438 περ. γ’ και ε’ ΚΠΔ. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, ότι μόνη η επίκληση (ενδεχόμενα και προσχηματική) από τον εκζητούμενο φόβου δίωξης σε βάρος του για λόγους πολιτικούς στο κράτος που ζητεί την έκδοση του συνεπάγεται, αυτόματα και χωρίς αξιολόγηση της βασιμότητας του επικαλούμενου φόβου, εκφορά αρνητικής γνωμοδοτικής κρίσης (οριστικής και αμετάκλητης) για τη δικαζόμενη αίτηση έκδοσης, θα ήταν μη συμβατή με τη θεμελιώδη δικονομική αρχή και το λειτουργικό καθήκον του αρμόδιου δικαστικού οργάνου να αποφαίνεται για το αντικείμενο που καλείται να κρίνει, αφού προηγουμένως αξιολογήσει και πειστεί για τη βασιμότητα (νομική και ουσιαστική) των εκάστοτε κρισίμων ζητημάτων και ισχυρισμών των διαδίκων.
Θα οδηγούσε δε στο άτοπο να αποφασίζει τελικά ο ίδιος ο εκζητούμένος για τη μη έκδοση του, αφού η αμετάκλητη αρνητική γνωμοδότηση, χωρίς δικαστικό έλεγχο του ισχυρισμού του για φόβο δίωξης στο εκζητούν κράτος, από το αρμόδιο συμβούλιο δεσμεύει και τον Υπουργό Δικαιοσύνης να μη διατάξει την έκδοση του εκζητούμενου, κατά του οποίου μπορεί να υποβληθεί μόνο νέα αίτηση έκδοσης που στηρίζεται σε διαφορετικά στοιχεία (άρθρα 452 παρ. 1-2 και 454 ΚΠΔ).
Η ερμηνευτική εκδοχή, υποχρεωτικής αναβολής της δίκης για την έκδοση μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας ή ασύλου, πρέπει να αποκρουστεί, αφού τέτοια ενέργεια ούτε προβλέπεται από τη σχετική διάταξη, ούτε συμπορεύεται με τον σκοπό του νομοθέτη, για την ταχύτερη δυνατή περάτωση του δικαστικού σταδίου της έκδοσης, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 448 παρ. 1 εδ.
α’ , 449 παρ. 1 και 451 παρ. 1 και 2 ΚΠΔ, που προβλέπουν εικοσιτετράωρη προθεσμία σύγκλησης του συμβουλίου εφετών για τη συζήτηση εκκρεμούς έκδοσης και για την άσκηση έφεσης κατά της σχετικής απόφασης και οκταήμερη προθεσμία για τυχόν αναβολή της συζήτησης και για την έκδοση απόφασης από το δευτεροβάθμιο συμβούλιο (ΑΠ 447/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, από όλα τα έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, μεταξύ των οποίων η σε νόμιμη μετάφραση, κατωτέρω μνημονευόμενη, αίτηση έκδοσης και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, σε συνδυασμό με όσα ο εκζητούμενος κατέθεσε, μέσω διερμηνέα, ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του παρόντος Συμβουλίου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Με την από 27-4-2016 ρηματική διακοίνωση της Πρεσβείας της Δημοκρατίας της Γεωργίας προς το Υπουργείο Εξωτερικών της Ελλάδας, υποβλήθηκε το 13/25735/21/21-4-2016 αίτημα για την έκδοση στις Δικαστικές αρχές της Δημοκρατίας της Γεωργίας του γεωργιανού υπηκόου G. K. του V. V. και D., που γεννήθηκε στις 3-2-1969 στην Τιφλίδα Γεωργίας, κρατούμενου στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης Κομοτηνής, προκειμένου να δικασθεί για τα αδικήματα της ανθρωποκτονίας από πρόθεση κατά συναυτουργία και κατά συρροή και της ληστείας κατά συναυτουργία και κατά συρροή κατά το Ελληνικό Ποινικό Δίκαιο, ήτοι της ανθρωποκτονίας από κοινού με τις επιβαρυντικές περιστάσεις της τέλεσης της από ομάδα δραστών σε βάρος δυο ανθρώπων για ίδιο συμφέρον κατ7 επανάληψη και με συγκάλυψη άλλου εγκλήματος, κατά το Γεωργιανό Ποινικό Κώδικα, όπως ειδικότερα προσδιορίζεται στην 10α/1961-16/20-4-2016 απόφαση του Δικαστηρίου της Τιφλίδας, που εξέδωσε ο Δικαστής Νικολόζ Μαργκβελασβίλι του Τμήματος Ανακρίσεων και Προανακρίσεων του Δικαστηρίου της Τιφλίδας.
Το Συμβούλιο Εφετών Θράκης με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 8/2016 απόφαση του (βούλευμα), γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης του εκκαλούντος, ενώ συγχρόνως αποφάνθηκε ότι: α) ο ανωτέρω είναι το ίδιο πρόσωπο με τον εκζητούμενο από τη Δημοκρατία της Γεωργίας και δεν έχει υποβάλει αίτηση για αποποίηση της υπηκοότητας της Δημοκρατίας της Γεωργίας, ούτε προέκυψε ότι έχει απωλέσει την υπηκοότητα αυτή, β) υπάρχουν όλα τα έγγραφα που απαιτούνται για την έκδοσή του, γ) τα εγκλήματα που του αποδίδονται, είναι από εκείνα για τα οποία επιτρέπεται η έκδοση, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις του διττού αξιοποίνου για τις ανωτέρω πράξεις και δ) δεν υπάρχει λόγος απαγόρευσης της έκδοσής του από τους αναφερόμενους στα άρθρα 3 έως 11 της προαναφερόμενης Ευρωπαϊκής Σύμβασης και τα άρθρα 31 και 32 της, ως άνω, σύμβασης δικαστικής συνδρομής μεταξύ Ελληνικής Δημοκρατίας και Δημοκρατίας της Γεωργίας και 438 εδ.
γ’ ΚΠΔ. Ειδικότερα, οι ανωτέρω πράξεις, για τις οποίες ζητείται η έκδοση του, δεν αποτελούν πολιτικό έγκλημα, ούτε προέκυψε ότι ζητείται η έκδοση του για πολιτικά εγκλήματα ή άλλες συναφείς προς αυτά πράξεις. Περαιτέρω, δεν προέκυψε ότι με την έκδοση και την παράδοση του, προκειμένου να δικασθεί γι’ αυτές, απειλείται η ζωή ή η σωματική του ακεραιότητα ή η ελευθερία του εξαιτίας της καταγωγής του ή των πολιτικών ή των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, ή ότι πρόκειται να επιδεινωθεί η θέση του για τέτοιους λόγους ή να υποβληθεί αυτός σε βασανιστήρια ή εξευτελιστική μεταχείριση, κατά την έννοια των άρθρων 33 παρ. 1 της Σύμβασης της Γενεύης, 3 παρ. 1 και 2 της Ε.Σ.Ε., 9 και 15 του π.δ. 114/2010, όπως ισχύει, ούτε ότι η αίτηση προς έκδοση του αφορά πράξεις, για τις οποίες εκείνος διώχθηκε και καταδικάσθηκε ή απαλλάχθηκε στην Ελλάδα.
Εξάλλου, σε σχέση με τις προαναφερθείσες πράξεις έχουν εκδοθεί από τις Δικαστικές Αρχές της Δημοκρατίας της Γεωργίας και έχουν συνυποβληθεί με το υπ’ αριθ. 13/25735/21/21-4-2016 αίτημα έκδοσης της Γενικής Εισαγγελίας Γεωργίας, σε επίσημο αντίγραφο και επικυρωμένη μετάφραση και τα συνημμένα σ’ αυτό έγγραφα, ήτοι η προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της Τιφλίδας που αφορά τις πράξεις αυτές, οι οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται από το άρθρο 109 παρ. 1d, 2e και 3 a, c, e του Ποινικού Κώδικα Γεωργίας και αποσπάσματα από τον Ποινικό Κώδικα της Γεωργίας που αφορούν τα άρθρα 109, 236 και 237.
Στο αίτημα έκδοσης και στα έγγραφα που τη συνοδεύουν υπάρχει η ακόλουθη λεπτομερής έκθεση των συνθηκών τέλεσης των πράξεων: Ο εκζητούμενος Γ. Κ. μαζί με το συνεργό του Β. Γ. προτίθεντο να δολοφονήσουν τον Γ. Κ. και τη μητέρα του Ν. Κ., με σκοπό να λάβουν στην κατοχή τους την περιουσία τους. Σκοπεύοντας να διαπράξουν την παραπάνω πράξη, ο πρώτος (εκζητούμενος) οδήγησε τον Γ.
Κ. σ’ ένα αγρόκτημα έξω από την Τιφλίδα, στην περιοχή Κοτζόρι, όπου τους περίμενε ο Β. Γ. και εκεί τον σκότωσαν. Για να μην ανακαλυφθεί το έγκλημα, αποφάσισαν να εξαφανίσουν το πτώμα και τα αποδεικτικά στοιχεία. Γι’ αυτό, οι δυο συνεργοί τοποθέτησαν το πτώμα σε πλαστικό βαρέλι που ήταν γεμάτο με κάποιο οξύ.
Το πτώμα δεν αποσυντέθηκε πλήρως στο οξύ. Κατόπιν, γέμισαν το βαρέλι με τσιμέντο και το έθαψαν στην αυλή του σπιτιού. Αργότερα, την ίδια ημέρα, πήγαν στο διαμέρισμα της Ν. Κ., όπου ο εκζητούμενος τη μαχαίρωσε στο λαιμό με αποτέλεσμα το θάνατο της. Ύστερα αφαίρεσε 12.000 δολ. ΗΠΑ, ένα φορητό υπολογιστή, πολύτιμα αντικείμενα της οικογένειας και δυο όπλα στο όνομα του Γ.
Κ.. Κατ’ αρχήν, φύλαξαν τα κλεμμένα όπλα κοντά στο συγκρότημα του εκζητούμενου στο Κοτζόρι, αλλά την άνοιξη του 2015 τα έκρυψαν κοντά στο Μοναστήρι, στο χωριό Νόριο, περιοχή Γκαρνταμπάνι. Οι ανωτέρω πράξεις που φέρεται ότι τελέσθηκαν τον Δεκέμβριο του έτους 2014 από τον εκζητούμενο προβλέπονται και τιμωρούνται από το άρθρο 109 παρ. 1d, 2e και 3 a, c, e του Ποινικού Κώδικα Γεωργίας με φυλάκιση από δεκαέξι (16) έως είκοσι (20) έτη ή ισόβια κάθειρξη, ενώ είναι αξιόποινες και κατά τον Ελληνικό Ποινικό Κώδικα, διωκόμενες σε βαθμό κακουργήματος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 299 παρ. 1 και 380 παρ. 1 ΠΚ, τιμωρούνται δε αντίστοιχα με τις ποινές της ισόβιας κάθειρξης και της κάθειρξης, για τις οποίες επιτρέπεται η έκδοση.
Ο εκζητούμενος με την κρινόμενη έφεση του προβάλλει τους ισχυρισμούς ότι, αφενός η αίτηση έκδοσης του είναι προσχηματική, καθόσον αυτή ζητείται στην πραγματικότητα για πολιτικούς λόγους, ήτοι λόγω της πολιτικής δραστηριότητας που εκείνος είχε αναπτύξει, οι δε σχετικές αποδείξεις εσφαλμένα εκτιμήθηκαν από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και αφετέρου ότι δεν είναι επιτρεπτή η έκδοση του μέχρι την οριστική κρίση επί του αιτήματος του για χορήγηση πολιτικού ασύλου.
Από τα προαναφερόμενα, όμως, αποδεικτικά στοιχεία δεν πιθανολογήθηκε ούτε ότι ο εκζητούμενος, μετά την έκδοση του, θα καταδιωχθεί από τη Δημοκρατία της Γεωργίας για πράξεις διαφορετικές από εκείνες, για τις οποίες ζητείται η έκδοση του (άρθρο 438 εδ. γ’ και δ’ ΚΠΔ), ούτε ότι η αίτηση έκδοσης υποβλήθηκε με σκοπό τη δίωξη και τιμωρία του εκκαλούντος για πολιτικούς λόγους (πολιτικά φρονήματα), ισχυρισμοί όλως αορίστως εκτιθέμενοι, για τους οποίους άλλωστε κανένα σχετικό στοιχείο δεν προσκόμισε ο εκκαλών.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ουδεμία επιρροή ασκεί στην έκβαση της δίκης η υποβολή αίτησης χορήγησης πολιτικού ασύλου, ενέργεια, για την οποία άλλωστε ο εκκαλών δεν προσκομίζει κανένα σχετικό στοιχείο. Κατόπιν των ανωτέρω, εφόσον ο εκκαλών ταυτίζεται με τον συλληφθέντα, υπάρχουν όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά έγγραφα, ο εκκαλών είναι από τα πρόσωπα που μπορούν να εκδοθούν και τα εγκλήματα, για τα οποία διώκεται ο ίδιος είναι από εκείνα, για τα οποία επιτρέπεται η έκδοσή και δεν υπάρχουν, κατά τους νόμους τόσον του αιτούντος κράτους, όσο και τους ημεδαπούς, λόγοι εμποδίζοντες τη δίωξη ή αποκλείοντες ή εξαλείφοντες το αξιόποινο, συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του.
Συνεπώς, το Συμβούλιο Εφετών Θράκης, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα ίδια και γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης του εκκαλούντος, δεν έσφαλε και οι τ’ αντίθετα υποστηρίζοντες λόγοι της έφεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Πρέπει επομένως, ν’ απορριφθεί η έφεση ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την από 23-6-2016 έφεση του εκζητούμενου G. K. του V. V. και D., υπηκόου Γεωργίας, κατά της υπ’ αριθ. 8/2016 απόφασης του Συμβουλίου Εφετών Θράκης, με την οποία γνωμοδότησε υπέρ της έκδοσης αυτού στις Δικαστικές Αρχές της Δημοκρατίας της Γεωργίας.
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα που καθορίζει στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Σεπτεμβρίου 2016.
Εκδόθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Σεπτεμβρίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ