Legislator Case Law & Legislation
1366/2015 AI generated

Supreme Court allows appeal against final judgment, remands case for retrial with new judges.

Case Number 1366/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the final judgment of the Thessaloniki Court of Appeal, ordering a remand for further proceedings before a newly constituted panel. The appellants argued that the lower court's dismissal of their claim regarding the illegal construction was legally flawed, while the appellees did not appear. The court found the appeal admissible and the lower court's reasoning insufficient, necessitating a retrial to address the substantive legal issues properly.

Legislator headnote

AI generated

Articles 568, 578, 580, 176, 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is admissible if the grounds are not frivolous, and if the appeal is allowed, the case must be remanded for retrial before a different panel of judges.

Keywords

AI generated
appeal admissibility final judgment remand for retrial new judges panel legal costs award civil procedure code frivolous grounds

Cited Legislation

AI generated
Article 568 paragraphs 2, 3 and 4 of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1366 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1366/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 25 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αι... Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Μ., χήρας Ν. Π., κατοίκου ..., 2) Ε. Π. του Ν., κατοίκου ... και 3) Θ. Π. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Βαρδάκα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Σ. του Ε., 2) Σ. Σ. του Ε. και 3) Μ. Σ. του Ε., κατοίκων ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-4-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2008/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 30-12-2009 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1681/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως. Ήδη η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με την από 25-2-2014 κλήση των αναιρεσειόντων.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 6-2-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 25-2-2014 κλήση των αναιρεσειόντων, φέρεται νόμιμα προς περαιτέρω συζήτηση η κρινόμενη από 30-12-2009 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 2.008/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 1681/2013 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομισθούν στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη και ως προς τους αναγκαίους ομόδικους των αναιρεσειόντων Α. Κ. και ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.

Από τις προσκομιζόμενες υπ’ αριθ. ... Δ, ... Δ και ... Δ/2-9-2014 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητού ... Ν. Κ., προκύπτει ότι αντίγραφο της ως άνω κλήσεως με την επ’ αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο της 10-11-2014 έχει επιδοθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων που επισπεύδουν την συζήτηση, στους αναιρεσιβλήτους (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.), οι οποίοι κατά τη δικάσιμο της 10-11-2014 είχαν νομίμως παραστεί δια του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Δημητρίου Γουλιέλμου, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../9-2-2012 ειδικού πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου ...

Δημητρίου Κουτσοχήνα. Κατά την πιο πάνω δικάσιμο (10-11-2014), η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης, της κλητεύσεως αυτής επεχούσης θέσης κλήτευσης όλων των διαδίκων. Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).

Περαιτέρω, από τις προσκομιζόμενες υπ’ αριθμ. ... και .../5-9-2014 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Αθηνών Φ. Π., ...Δ και .../2-9-2014 εκθέσεις επιδόσεως των δικαστικών επιμελητών Ν. Κ. και Π. Κ., αντίστοιχα, προκύπτει η νόμιμη κλήτευση των απολειπομένων αναγκαίων ομοδίκων (συνεναγομένων) Α. Κ. και ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑΣ Α.Ε., με την επίδοση σ’ αυτούς, νομοτύπως και εμπροθέσμως, της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως και της προειρημένης κλήσεως προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο.

Τέλος, από το προσκομιζόμενο επίσης από τους αναιρεσείοντες υπ’ αριθμ. 28/20-1-2014 πιστοποιητικό του Γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν έχει ασκηθεί οποιοδήποτε άλλο ένδικο μέσο πλην της ενδίκου αιτήσεως, η οποία συνεπώς έχει ασκηθεί παραδεκτώς, αφού κατά το χρόνο ασκήσεώς της η προσβαλλομένη απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη και ως προς τους απόντας, ως άνω, αναγκαίους ομοδίκους, οι οποίοι δεν είχαν παραστεί και ενώπιον του Εφετείου.

Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, αφού στρέφεται κατά αποφάσεως που έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους αναγκαίους ομοδίκους.

Από τη διάταξη του άρθρου 516 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και επί αντεφέσεως, προκύπτει ότι αντέφεση μπορεί να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε πρωτοδίκως, αν, παρά την ορθότητα του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης, βλάπτεται από τις αιτιολογίες αυτής, οι οποίες περιέχουν στοιχεία διατακτικού και δημιουργούν σε βάρος του δεδικασμένο. Η απόρριψη της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας μετά την παραδοχή καταλυτικής ενστάσεως, όπως είναι και η ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (άρθρ.281 ΑΚ), προϋποθέτει ότι προηγουμένως υπήρχε δικαίωμα που ήδη καταλύεται και δημιουργείται δεδικασμένο για την προηγούμενη ύπαρξή του.

Συνεπώς, όταν εκκαλείται από τον ηττηθέντα ενάγοντα η απόφαση που απέρριψε την αγωγή του κατά παραδοχή της από το άρθρο 281 του Α.Κ. ενστάσεως του εναγόμενου, αντικείμενο της κατ’ έφεση δίκης καθίσταται μόνο η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος και όχι η ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος, η οποία μόνο με αντίθετη έφεση ή αντέφεση μπορεί να ερευνηθεί (πρβλ. Α.Π. 66/2004) για την οποία υφίσταται έννομο συμφέρον προς αποτροπή του δεδικασμένου. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρθ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση ή απαράδεκτο.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν έφεση κατά της υπ’ αριθ. 169/2007 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία κατά παραδοχή της από το άρθρο 281 του Α.Κ. ένστασης των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων απορρίφθηκε η ένδικη από 22-4-2005 αγωγή τους (εναγόντων), με την οποία, επικαλούμενοι την κατάρτιση μεταξύ αυτών ως οικοπεδούχων και του πρώτου εναγομένου, μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη, ως εργολάβου, σύμβασης κατασκευής πολυώροφης οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής, ζήτησαν:

α) να αναγνωρισθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος, εργολάβος, προέβη στην πώληση και μεταβίβαση προς τους αναιρεσείοντες διηρημένης ιδιοκτησίας καθ’ υπέρβαση της δοθείσης σ’ αυτόν από τους οικοπεδούχους πληρεξουσιότητας, β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα του μεταβιβαστικού συμβολαίου και η μη μετάθεση δι’ αυτού της κυριότητας στους αναιρεσείοντες και γ) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της εγγραφείσας στο μεταβιβασθέν ακίνητο προσημείωσης υποθήκης υπέρ της τέταρτης των εναγομένων.

Κατά της ίδιας απόφασης οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 5-11-2008 αντέφεσή τους με την οποία, επικαλούμενοι ότι από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δημιουργείται δυσμενές γι’ αυτούς δεδικασμένο σχετικά με την ύπαρξη του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος, ζήτησαν την εξαφάνιση της απόφασης και την απόρριψη ως μη νόμιμης της αγωγής.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως απαράδεκτη την αντέφεση, δεχόμενο ότι από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν δημιουργείται δυσμενές δεδικασμένο για τους αντεκκαλούντες, οι οποίοι και δεν έχουν έννομο συμφέρον για την άσκηση της αντέφεσης. Έτσι που έκρινε, το Εφετείο παρά τον νόμο κήρυξε απαράδεκτο, αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα νομική σκέψη, η απόρριψη της αγωγής κατά παραδοχή ενστάσεως του άρθρου 281 του Α.Κ., προϋποθέτει ότι προηγουμένως υπήρχε δικαίωμα που ήδη καταλύεται και αν ο ενάγων ασκήσει έφεση κατά της παραδοχής της ενστάσεως του 281 Α.Κ., χωρίς ο εναγόμενος να ασκήσει αντέφεση, η παραδοχή του δικαστηρίου περί υπάρξεως του δικαιώματος καθίσταται τελεσίδικη και παράγει δεδικασμένο σε βάρος του εναγόμενου, ο οποίος για την αποτροπή του δεδικασμένου αυτού έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει αντέφεση.

Επομένως, είναι βάσιμος ο πρώτος από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια. Με το άρθρο 281 ΑΚ ορίζεται ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεως του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Οι συνέπειες δε που προκαλούνται για τον υπόχρεο δεν πρέπει αναγκαίως να είναι αφόρητες ή δυσβάστακτες, αλλά αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεις. (Ολ ΑΠ 16/2006,17/1995). Εξάλλου, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 KΠολΔ, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε, εκτός των άλλων, και τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Οι ενάγοντες είναι συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι, κατά ποσοστό 36,30439% εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τους δύο πρώτους από αυτούς και κατά ποσοστό 27,39122% εξ αδιαιρέτου η τρίτη από αυτούς, ενός οικοπέδου που βρίσκεται στην Κατερίνη.

Με τον πρώτο εναγόμενο, εργολάβο οικοδομών, οι ενάγοντες συνήψαν σύμβαση εργολαβίας..... Από το περιεχόμενο του παραπάνω εργολαβικού προσυμφώνου προκύπτει ότι ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να οικοδομήσει επί του οικοπέδου των εναγόντων μια πολυώροφη οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής, αποτελούμενη από πυλωτή και τέσσερις ορόφους βαρυνόμενος με όλες τις εν γένει δαπάνες για την κατασκευή και ανοικοδόμηση ολόκληρης της παραπάνω οικοδομής.

Οι ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν στον πρώτο εναγόμενο ως αμοιβή του για την κατασκευή της πολυώροφης οικοδομής ποσοστά 635,40/00 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου τους μαζί με τις αντίστοιχες σ’ αυτά οριζόντιες ιδιοκτησίες. Συμφωνήθηκε δε να παρακρατήσουν για τον εαυτό τους τριακόσια εξήντα τέσσερα χιλιοστά και εξήντα εκατοστά (364,60%ο) αδιαίρετα του παραπάνω οικοπέδου τους, τα οποία αναλογούν και αντιστoιχούν σε διαιρεμένους και αυτοτελείς χώρους της οικοδομής.

Ακόμη με την παραπάνω εργολαβική σύμβαση ρυθμίστηκαν μεταξύ τους οι ειδικότεροι όροι και οι προϋποθέσεις ανέγερσης της πολυώροφης οικοδομής, καθώς επίσης και οι ειδικότερες συμφωνίες, αλλά και οι υποχρεώσεις των δυο συμβαλλομένων μερών. Συγκεκριμένα με τον υπ’ αριθμόν 7 όρο του εργολαβικού προσυμφώνου, συμφωνήθηκε ότι " ...

όλες οι δαπάνες που θα απαιτηθούν για την κατασκευή των χώρων που παρακρατούν στην ιδιοκτησία τους οι οικοπεδούχοι και γενικά για την κατασκευή και ανοικοδόμηση ολόκληρης της παραπάνω οικοδομής, όπως ενδεικτικά και περιοριστικά αναφέρονται εδώ, δηλαδή δαπάνες για την μελέτη, τα σχέδια, την αμοιβή του Αρχιτέκτονα και Πολιτικού μηχανικού που θα επιβλέπει την οικοδομή, οι δαπάνες αυτού του συμβολαίου, δαπάνες για την αγορά και προμήθεια των υλικών που θα χρειασθούν, εργατικά και τεχνικά ημερομίσθια, φόροι, εισφορές ΙΚΑ, ταμείο Σύνταξης μηχανικών και άλλους Οργανισμούς κύριας και επικουρικής ασφάλισης, μεταφορά υλικών, οποιεσδήποτε αποζημιώσεις σε οποιονδήποτε από οποιαδήποτε αιτία οφείλονται, δαπάνες σχετικές με αποζημιώσεις για κάθε θετική ή αποθετική ζημία και διαφυγόντα κέρδη από ατυχήματα στο προσωπικό που θα χρησιμοποιηθεί ή βλάβες σε τρίτα πρόσωπα και πράγματα ή "εις προστηθέντα από τον εργολάβο πρόσωπα" αφού την ευθύνη για όλα τα παραπάνω, ακόμα και αν συμβούν" τυχαία, την έχει αποκλειστικά ο εργολάβος.

Η δαπάνη σύνδεσης των χώρων της αντιπαροχής των οικοπεδούχων και των άλλων αγοραστών με το δίκτυο της Δ.Ε.Η. και Δ.ΕΥΑΚ βαρύνουν τους οικοπεδούχους και τους λοιπούς αγοραστές. Επίσης οι ίδιες δαπάνες των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων της οικοδομής βαρύνουν αποκλειστικά και μόνο τον εργολάβο. Απέναντι στο προσωπικό που θα εργαστεί για την ανέγερση και αποπεράτωση της οικοδομής εργοδότης θα είναι μόνο ο εργολάβος.

Επίσης, ο εργολάβος θα ευθύνεται για κάθε κατάληψη τμημάτων γειτονικών οικοπέδων, καθ’ υπέρβαση των ορίων του προπεριγραφομένου οικοπέδου ή για παραβίαση της οικοδομικής γραμμής. Οφείλει να τηρεί τους οικοδομικούς κανονισμούς και τις αστυνομικές διατάξεις και είναι μόνος υπεύθυνος για την τήρησή τους.

Οφείλει πάντως ο εργολάβος να χρησιμοποιεί υλικά άριστης ποιότητας και ειδικευμένο και άριστο προσωπικό. Ρητά συμφωνείται ότι με το συμβόλαιο αυτό οι οικοπεδούχοι απαλλάσσονται από οποιαδήποτε παράβαση νόμων και για οποιαδήποτε παράλειψη τήρησή τους, ιδιαίτερα δε των οικοδομικών κανονισμών μέτρων ασφάλειας για τους εργαζόμενους στην οικοδομή".

Επίσης με τον υπ’ αριθμόν 14 όρο του εργολαβικού προσυμφώνου συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι ο πρώτος εναγόμενος από το προαναφερθέν ποσοστό των 635,40%ο εξ αδιαιρέτου (εργολαβικό αντάλλαγμα), θα δικαιούται να μεταβιβάσει στον ίδιο (με αυτοσύμβαση) ή σε τρίτους ποσοστά 539,38%ο εξ αδιαιρέτου με την έκδοση της αδείας της οικοδομής και ποσοστά 96,02%ο εξ αδιαιρέτου με την αποπεράτωση, παράδοση και παραλαβή ολόκληρης της οικοδομής.

Ρητώς δε ορίστηκε ότι η πρόοδος των εργασιών της οικοδομής θα αποδεικνύεται στον εκάστοτε Συμβολαιογράφο που θα συντάξει οριστικό πωλητήριο συμβόλαιο με την προσκόμιση σ’ αυτόν σχετικής βεβαίωσης του επιβλέποντα την οικοδομή Μηχανικού. Περαιτέρω με τον υπ’ αριθμόν 17 όρο της εργολαβικής σύμβασης δόθηκε στον πρώτο εναγόμενο η εντολή και πληρεξουσιότητα, όπως αυτός πωλεί και μεταβιβάζει, χωρίς να έχει υποχρέωση πρόσκλησης των εναγόντων, τα πιο πάνω αναφερόμενα ποσοστά των 635,40%ο εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου τους μετά των αντιστοιχουσών σ’ αυτά αυτοτελών ιδιοκτησιών αντί τιμήματος εισπραττομένου από τον ίδιο.

Με τον υπ’ 18 όρο του εργολαβικού προσυμφώνου δόθηκε στον πρώτο εναγόμενο η πληρεξουσιότητα να υποβάλλει στην αρμόδια Δ. Ο. Υ. τις σχετικές δηλώσεις που απαιτούνταν για την μεταβίβαση των ποσοστών που αποτέλεσαν το εργολαβικό του αντάλλαγμα, να παραλαμβάνει για λογαριασμό για των εναγόντων αποδεικτικά φορολογικής ενημερότητας, καθώς και βεβαιώσεις περί ΤΑΠ από το Δήμο ..., ασφαλιστικές ενημερότητες από το ΙΚΑ, να εκπροσωπεί τους ενάγοντες σε όλες τις Δημόσιες Υπηρεσίες και Οργανισμούς και γενικά να λαμβάνει οποιοδήποτε έγγραφο χρειασθεί για την εκτέλεση της εργολαβικής σύμβασης από οποιαδήποτε Αρχή ή Υπηρεσία.

Με τον υπ’ αριθμόν 21 όρο, ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει στους ενάγοντες τους αυτοτελείς και διηρημένους χώρους που συμφωνήθηκε να περιέλθουν σ’ αυτούς, έτοιμους και κατάλληλους προς χρησιμοποίηση τους, όπως και τα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη και εγκαταστάσεις της οικοδομής σε πλήρη λειτουργία, μέσα σε χρονικό διάστημα 30 μηνών από την έκδοση της οικοδομικής άδειας.

Σε περίπτωση καθυστερήσεως λόγω υπαιτιότητας του, ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει το χρηματικό ποσό των 264 ευρώ για το καθένα διαμέρισμα που παρακρατήθηκε στην κυριότητα ενός εκάστου από τους ενάγοντες, για κάθε μήνα καθυστέρησης πλέον των 30 μηνών, ως ποινική ρήτρα και αποζημίωση για αναπόδεικτη ζημία.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι σε εκτέλεση του παραπάνω εργολαβικού προσυμφώνου περί τα μέσα "του έτους 2001 ο πρώτος εναγόμενος ξεκίνησε τις εργασίες ανοικοδόμησης σε συνεργασία με τον αρχιτέκτονα μηχανικό Α. Ρ., ο οποίος ανέλαβε την εκπόνηση των σχετικών μελετών, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. .../2001 άδεια οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου ....

Στη συνέχεια ο πρώτος εναγόμενος προχώρησε στην πώληση όλων των οριζοντίων ιδιοκτησιών που αποτελούσαν το εργολαβικό του αντάλλαγμα. Με το υπ’ .../14-12-2001 πωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου ......., το οποίο μεταγράφηκε, ο πρώτος εναγόμενος ως πληρεξούσιος των εναγόντων σύμφωνα με όσα συμφωνήθηκαν στον υπ’ αριθμόν 17° όρο του εργολαβικού προσυμφώνου, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα στους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθέναν από αυτούς,(α) ένα διηρημένο και αυτοτελές διαμέρισμα κατοικίας με τον ημιϋπαίθριο χώρο του, που βρίσκεται στον τρίτο πάνω από το ισόγειο όροφο, με τον αριθμό τρία και έχει εμβαδόν καθαρό 22 τ.μ....

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι εργασίες κατασκευής της παραπάνω οικοδομής συνεχίστηκαν κανονικά μέχρι τον Μάιο του έτους 2003, οπότε ο πρώτος εναγόμενος διέκοψε εντελώς αναιτιολόγητα την πρόοδο των εργασιών της οικοδομής που βρισκόταν κατά το χρόνο αυτό στο στάδιο κατασκευής των επιχρισμάτων. Οι ενάγοντες τότε διαμαρτυρήθηκαν για τη διακοπή των εργασιών.

Στις επανειλημμένες οχλήσεις τους για την συνέχιση των οικοδομικών εργασιών ο πρώτος εναγόμενος τους διαβεβαίωνε ότι οι εργασίες θα εξακολουθήσουν άμεσα, οπότε και το έργο θα ολοκληρωνόταν εγκαίρως σύμφωνα με τη σύμβαση. Παρά τις διαβεβαιώσεις του πρώτου εναγομένου όμως προς τους ενάγοντες οι κατασκευαστικές εργασίες δεν επαναλήφθηκαν.

Μάλιστα τον Ιανουάριο του 2004 αποκαλύφθηκε ότι η υπ’ αριθμ. .../2001, οικοδομική άδεια βάσει της οποίας γινόταν η εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών, ήταν πλαστή, καθόσον ο αντίστοιχος φάκελος που υπήρχε στην Διεύθυνση Πολεοδομίας ... αφορούσε άλλο ακίνητο και άλλον ιδιοκτήτη. Πλαστή ήταν και η υπ’ αριθμόν .../2001 αναθεώρηση της παραπάνω οικοδομικής άδειας.

Εκτός αυτού όμως είχε και υπέρβαση του συντελεστή δόμησης και ποσοστού κάλυψης του οικοπέδου κατά 372 τ. μ. Προκειμένου δε να προβούν οι ως άνω αγοραστές, καθώς ο επίσης και η συμβολαιογράφος, στη σύνταξη του ανωτέρω πωλητηρίου συμβολαίου και εν όψει των προαναφερομένων προϋποθέσεων υπό την συνδρομή των οποίων ο πρώτος εναγόμενος είχε δικαίωμα να εκποιήσει τα ποσοστά της οικοδομής που αποτελούσαν το εργολαβικό του αντάλλαγμα, ο τελευταίος, έκανε επανειλημμένα χρήση της παραπάνω πλαστής οικοδομικής άδειας, καθώς, επίσης και των υπ’ αριθμ. .../4-6-2002- πλαστών βεβαιώσεων περί μη οφειλής ασφαλιστικής ενημερότητας του υποκαταστήματος του ΙΚΑ ..., οι οποίες προσαρτώνται στο ανωτέρω υπ’ αριθμ. .../13.6.2002 πωλητήριο συμβόλαιο δεδομένου ότι πρώτος εναγόμενος, ουδέποτε κατέβαλλε στο ΙΚΑ οποιοδήποτε χρηματικό ποσό.

Μάλιστα, προκειμένου ο τελευταίος να μεταβιβάσει και τις δυο τελευταίες ιδιοκτησίες που αποτελούσαν το εργολαβικό του αντάλλαγμα, κατά τη σύνταξη του υπ’ αριθμόν .../17-3-2003, καθώς και του υπ’ αριθμόν .../12-6-2003 πωλητηρίων συμβολαίων, προσκόμισε την από 17-3-2003 βεβαίωση του συνεργάτη του αρχιτέκτονα μηχανικού Α.

Ρ. η οποία ήταν ψευδής, καθόσον σ’ αυτήν ο τελευταίος βεβαίωνε ότι ολόκληρη η οικοδομή είχε αποπερατωθεί και είχε παραδοθεί και παραληφθεί από τους ενάγοντες..... Περαιτέρω από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων, αλλά και όλοι όσοι αγόρασαν από τον πρώτο εργολάβο τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αποτελούσαν το εργολαβικό του αντάλλαγμα, γνώριζαν τις προαναφερθείσες παράνομες ενέργειες του πρώτου εναγόμενου.

Το γεγονός αυτό αποδέχονται και οι ίδιοι οι ενάγοντες, όπως προκύπτει από την από 26-2-2004 μήνυση τους που κατέθεσαν κατά του πρώτου εναγομένου και του Α. Ρ.. Για τον λόγο άλλωστε αυτό, οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων, προχώρησαν στη σύνταξη του επιδίκου συμβολαίου πώλησης και στην αγορά του ανωτέρω περιγραφομένου διαμερίσματος έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος ύψους 7.689.000 δρχ.

Για την εξόφληση του τιμήματος αυτού συνήψαν με την τέταρτη εναγομένη την υπ’ αριθμ. .../24-4-2002 δανειακή σύμβαση στεγαστικού δανείου, ύψους 14.673,51 ευρώ, για την εξασφάλιση του οποίου, εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης, ύψους 17.640 ευρώ, στην ανωτέρω οριζόντια ιδιοκτησία που απέκτησαν οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων με το επίδικο συμβόλαιο πώλησης η οποία εγγράφηκε στον τόμο ...

και αριθμό ... των βιβλίων Υποθηκών του Υποθηκοφυλακείου .... Από όλα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά τα περιστατικά αποδείχθηκε ότι η δοθείσα από τους ενάγοντες προς τον πρώτο εναγόμενο, εντολή και πληρεξουσιότητα για την μεταβίβαση των οριζοντίων ιδιοκτησιών που αποτελούσαν το εργολαβικό του αντάλλαγμα για την ανέγερση τετραώροφης οικοδομής στο οικόπεδο τους τελούσε πράγματι υπό την αναβλητική αίρεση εκπλήρωσης από τον τελευταίο των υποχρεώσεων που αυτός είχε αναλάβει με το εργολαβικό προσύμφωνο και συγκεκριμένα, αφενός προηγούμενης έκδοσης αδείας οικοδομής, προκειμένου να δικαιούται μεταβιβάσει σε τρίτους ποσοστά 539,38%ο εξ αδιαιρέτου και με την αποπεράτωση, παράδοση και παραλαβή ολόκληρης της οικοδομής, ποσοστά 96,02%ο εξ αδιαιρέτου, της προόδου των εργασιών της οικοδομής, αποδεικνυομένης στον εκάστοτε Συμβολαιογράφο που θα συνέτασσε οριστικό πωλητήριο συμβόλαιο, με την προσκόμιση σ’ αυτόν σχετικής βεβαίωσης του επιβλέποντα μηχανικού, αφετέρου δε της καταβολής απ’ αυτόν όλων των οφειλομένων στο ΙΚΑ ασφαλιστικών εισφορών και της προσκόμισης από αυτόν των σχετικών πιστοποιητικών ασφαλιστικής ενημερότητας από το ΙΚΑ κατά την υπογραφή του εκάστοτε συμβολαίου πώλησης όρος του εργολαβικού προσυμφώνου.

Κατά την ημερομηνία όμως σύνταξης του επιδίκου υπ’ αριθμόν .../14-12-2001 συμβολαίου πώλησης, δεν είχαν πληρωθεί οι παραπάνω όροι υπό τους οποίους παρασχέθηκε από τους ενάγοντες η δοθείσα προς τον πρώτο εναγόμενο εντολή και πληρεξουσιότητα μεταβίβασης οριζοντίων ιδιοκτησιών που αποτελούσαν το εργολαβικό του αντάλλαγμα, μια εκ των οποίων αποτελεί και η μεταβιβασθείσα δυνάμει του ανωτέρω οριστικού συμβολαίου, οριζόντια ιδιοκτησία.

Αποτέλεσμα της μη πλήρωσης των ανωτέρω όρων είναι η ματαίωση της αναβλητικής αιρέσεως, υπό την oποία τελούσε και η δοθείσα προς τον πρώτο εναγόμενο, πληρεξουσιότητα και συνεπώς, ο πρώτος εναγόμενος συμβλήθηκε στο επίδικο συμβόλαιο καθ’ υπέρβαση της πληρεξουσιότητας που του είχε δοθεί κατά τα ανωτέρω εκ μέρους των εναγόντων και καθ’ υπέρβαση της εξουσίας αντιπροσώπευσης αυτών, με αποτέλεσμα η επίδικη πώληση να είναι άκυρη, εφόσον οι ενάγοντες -αντιπροσωπευόμενοι δεν εγκρίνουν την καταρτισθείσα δικαιοπραξία.

Επομένως είναι άκυρη και η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης εφόσον το ακίνητο κατά τον χρόνο της εγγραφής δεν ανήκε σε εκείνον που την παραχώρησε. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος κατόπιν των συνεχών πιέσεων που δεχόταν από όλους τους αγοραστές των διηρημένων ιδιοκτησιών της οικοδομής και υπό το βάρος της μήνυσης που είχε ήδη υποβληθεί εναντίον του από τους ενάγοντες για απάτη σε βαθμό κακουργήματος, είχε αρχίσει τη διαδικασία νομιμοποίησης της οικοδομής.

Τότε οι ενάγοντες ανακάλεσαν μονομερώς την δοθείσα πληρεξουσιότητά τους προς αυτόν, με την υπ’ αριθμόν .../13-4-2004 ανάκληση πληρεξουσιότητας της συμβολαιογράφου ... Αργυρώς Μουρατίδου, την οποία κοινοποίησαν προς την Διεύθυνση Πολεοδομίας ..., έτσι ώστε να εμποδίσουν τις διαδικασίες έκδοσης αδείας. Ο πρώτος εναγόμενος παρ’ όλα αυτά κατέθεσε στην Διεύθυνση Πολεοδομίας τον από 21-7-2004 φάκελο για την έκδοση οικοδομικής άδειας (νoμιμoπoίησης) της υπό ανέγερση οικοδομής.

Οι ενάγοντες όμως παρά τις έγγραφες ειδοποιήσεις που ελάμβαναν από την Πολεοδομία, προκειμένου να παραστούν και να παράσχουν τις αναγκαίες διευκολύνσεις κατά τις ορισθείσες με τις ειδοποιήσεις ημερομηνίες κατά τις οποίες επρόκειτο να διενεργηθεί αυτοψία από τα αρμόδια όργανα της Υπηρεσίας αυτής ουδέποτε εμφανίστηκαν στην οικοδομή κατά τους καθορισμένους χρόνους.

Παράλληλα, οι ενάγοντες, κατέθεσαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με την οποία ζητούσαν να πάψει να τους εκπροσωπεί ο πρώτος εναγόμενος στην Πολεοδομία .... Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την υπ’ αριθμόν 393/2005 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου. Τελικώς την 26-9-2005, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. .../2005 άδεια της Διεύθυνσης Πολεοδομίας ...

με την οποία νομιμοποιήθηκε η οικοδομή, ενώ παράλληλα με αυτήν προβλεπόταν η κατεδάφιση των αυθαιρέτων τμημάτων της. Συγχρόνως δόθηκε και το υπ’ αριθμ. πρωτ. .../26-9-2005 σήμα συνέχισης των οικοδομικών εργασιών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας ..., το οποίο επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι, με το οποίο επιτρεπόταν η συνέχιση των οικοδομικών εργασιών στην ανεγειρόμενη οικοδομή των εναγόντων, για τον λόγο ότι έπαψε να υπάρχει λόγος διακοπής, λόγω έκδοσης νέας οικοδομικής αδείας νομιμοποίησης και κατεδάφισης τμημάτων αυτής.

Οι ενάγοντες άσκησαν τότε κατά της ανωτέρω .../2005 οικοδομικής άδειας την από 17-10-2005 προσφυγή τους ενώπιον του Γ.Γ. Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, με την οποία ζητούσαν την ανάκληση της αδείας αυτής, οπότε και εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. πρωτ. .../05/4-1-2006 απόφαση του Γραμματέα της Περιφέρειας με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή τους με το αιτιολογικό ότι η προσβαλλόμενη οικοδομική άδεια .../2005 έχει εκδοθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ 8/93 (ΦΕΚ 795 Δ/13-7-1993) όπως ίσχυε τροποποιημένο μέχρι της 26-9-2005, τα δε στοιχεία που απαιτούνται για την έκδοση της, αναφέρονται στο άρθρο 3 του παραπάνω Π.Δ και από τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις στο Ο.Τ. 324 της συνοικίας "..." της πόλης ...

καθώς και του ισχύοντος Οικοδομικού του Γενικού Κανονισμού". Οι αγοραστές, όσον αφορά τα αυθαίρετα τμήματα της οικοδομής έχουν υποβάλλει στο ΣΧΟΠ αιτήσεις για εξαίρεση από κατεδάφιση, για τις οποίες υπάρχει θετική εισήγηση της Διεύθυνσης Πολεοδομίας προς το ΣΧΟΠ, ενώ με προγενέστερη εισήγηση είχε κριθεί ότι τα τμήματα αυτά "δεν υπάγονται στον καθορισμό των μικρών παραβάσεων που μπορούν να εξαιρεθούν από την κατεδάφιση", όπως προκύπτει από το με αριθ.

πρωτ. .../ 18-10 2004 της Διεύθυνσης Πολεοδομίας προς το ΣΧΟΠ. Οι ενάγοντες με το από 22-11-2006 Υπόμνημα τους προς το ΣΧΟΠ ζήτησαν την απόρριψη των εν λόγω αιτήσεων. Μέχρι σήμερα όμως, δηλ. επί τρία περίπου έτη από την υποβολή των αιτήσεων, δεν έχει εκδοθεί ακόμη απόφαση από το ΣΧΟΠ περί εξαιρέσεως από την κατεδάφιση των αυθαιρέτων τμημάτων οικοδομής λόγω υπέρβασης του συντελεστή δόμησης και του ποσοστού κάλυψης του οικοπέδου, κατά 372 μάλιστα τετραγωνικά μέτρα, όπως προαναφέρθηκε.

Ο πρώτος εναγόμενος εν τω μεταξύ εξέδωσε την με αριθ..../2007 άδεια οικοδομής περί κατεδάφισης αυθαιρέτων τμημάτων. Σύμφωνα όμως με όσα αποδείχθηκαν και αναφέρθηκαν παραπάνω, εν όψει κυρίως της ακυρότητας της παραπάνω δικαιοπραξίας στην οποία ο πρώτος εναγόμενος συμβλήθηκε καθ’ υπέρβαση της πληρεξουσιότητας που του χορηγήθηκε κατά τα προεκτεθέντα εκ μέρους των εναγόντων και καθ’ υπέρβαση της εξουσίας αντιπροσώπευσης αυτών, αλλά και λόγω των προμνησθέντων, και μετά ακόμη την νομιμοποίηση της οικοδομής, αυθαιρέτων τμημάτων αυτής, τα οποία κρίθηκαν κατεδαφιστέα λόγω υπέρβασης του συντελεστή δόμησης κατά 372 μάλιστα τετραγωνικά μέτρα, και της υπέρβασης και του ποσοστού κάλυψης του οικοπέδου, δεν καθιστό το δικαίωμα των εναγόντων για ακύρωση του επιδίκου συμβολαίου καταχρηστικό και ως αντιβαίνον στον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, αλλά είναι σύμφωνο με τα συναλλακτικά ήθη και ανεκτό κατά της περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και δεν υπερβαίνει τα όρια του άρθρου 281 Α.Κ.

και τις αρχές που απορρέουν από αυτό.

Συνεπώς έσφαλε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο δέχθηκε ότι η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων είναι καταχρηστική και απέρριψε ως εκ τούτου την αγωγή ως ουσία αβάσιμη κατά το βάσιμο σχετικό λόγο της εφέσεως". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε την αγωγή και αναγνώρισε ότι είναι άκυρο το συμβόλαιο με το οποίο ο εργολάβος πώλησε και μεταβίβασε στους ήδη αναιρεσείοντες την περιγραφόμενη σ’ αυτό διηρημένη ιδιοκτησία, λόγω υπέρβασης της πληρεξουσιότητας που είχε λάβει από τους οικοπεδούχους, καθώς και ότι δεν επήλθε η σκοπούμενη μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου και β ) αναγνώρισε ότι η εγγραφείσα υπέρ της τέταρτης εναγόμενης Τράπεζας προσημείωση υποθήκης δεν έχει επιφέρει καμία έννομη συνέπεια, ως μη γενόμενη.

Έτσι που έκρινε, το Εφετείο, κατά τη γνώμη που πλειοψήφισε, διέλαβε στην απόφασή του σχετικώς με την προβληθείσα από τους εναγομένους νόμιμη από το άρθρο 281 Α.Κ. ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν αδύνατο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 του Α.Κ Τούτο δε, διότι, 1) ενώ δέχεται ως αποδεδειγμένα:

α) ότι οι αναιρεσείοντες αγοραστές, όπως και όλοι οι αγοραστές διαμερισμάτων της ίδιας οικοδομής αγνοούσαν την πλαστότητα της οικοδομικής άδειας και των βεβαιώσεων καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, β) ότι οι αναιρεσίβλητοι οικοπεδούχοι προσπάθησαν να παρεμποδίσουν με προσφυγές στις δικαστικές και διοικητικές αρχές και με ανάκληση του πληρεξουσίου την επιχειρηθείσα από τον εργολάβο νομιμοποίηση της οικοδομής με την έκδοση νόμιμης οικοδομικής άδειας και την εξαίρεση από την κατεδάφιση των μη δυναμένων να νομιμοποιηθούν τμημάτων της και γ) ότι εκδόθηκε νόμιμη οικοδομική άδεια και άδεια κατεδάφισης των μη δυναμένων να νομιμοποιηθούν τμημάτων, δεν αξιολογούνται τα περιστατικά αυτά σε σχέση με την προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης της αγωγής και δεν αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά τα οποία θα ήταν δυνατό να δικαιολογήσουν την κρίση ότι τα παραπάνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά δεν είναι δυνατό να συσχετισθούν με την εν γένει συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων για την ακύρωση του πωλητηρίου συμβολαίου, 2) δεν εξηγεί το Εφετείο εάν οι συνέπειες που συνεπάγεται η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων ¬ αναιρεσιβλήτων, υπό τις προεκτεθείσες συνθήκες, είναι επαχθείς ή μη για τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων-αναιρεσειόντων, ως και την τέταρτη των εναγομένων - αναιρεσείουσα Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, που χορήγησε σ’ αυτούς στεγαστικό δάνειο, για την εξασφάλιση του οποίου ενέγραψε προσημείωση υποθήκης επί του μεταβιβασθέντος ακινήτου για το ποσό των 17.640 ευρώ, αλλά και χωρίς να εξηγεί ποίες είναι οι αντίστοιχες συνέπειες που μπορούν να επέλθουν προς όφελος ή σε βάρος των αναιρεσιβλήτων, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της παραβιάσεως ή μη, δια της μη εφαρμογής της, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 του Α.Κ.

Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, η ως άνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του δικαστηρίου, της αρεοπαγίτου Ευφημίας Λαμπροπούλου: Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών (άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.Α.Π.20/2005).

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό εκτίθεται σαφώς, δεν καθιστούν τις αιτιολογίες ανεπαρκείς (Ολ.Α.Π. 861/1984). Στην προκειμένη περίπτωση για τη θεμελίωση του δεύτερου κατά το πρώτο σκέλος του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.19 Κ.Πολ.Δ.

οι αναιρεσείοντες αρχικώς μεν παραθέτουν δια μακρών το ιστορικό της υπό κρίση διαφοράς, στη συνέχεια δε προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ισχυρίζονται ότι το εφετείο με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες απέρριψε την ένστασή τους για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων αφού δεν αιτιολογεί όπως όφειλε και δεν εξηγεί γιατί οι αναιρεσίβλητοι προέβησαν στις αναλυτικά αναφερόμενες ενέργειές τους που κατ’ αυτούς (τους αναιρεσείοντες) καθιστούν την άσκηση του δικαιώματός τους καταχρηστική.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι οι αναιρεσείοντες δεν εκθέτουν σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών της προσβαλλομένης, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει αυτή ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις. Αντίθετα με αυτόν απαραδέκτως προβάλλουν αφενός μεν αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), αφετέρου δε αιτιάσεις αναγόμενες στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος.

Σε κάθε περίπτωση όμως από την επισκόπηση των σχετικών δικογράφων προκύπτουν τα εξής: Με την από 22-4-2005 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν ότι με το αναφερόμενο συμβολαιογραφικό προσύμφωνο ανέθεσαν στον πρώτο εναγόμενο και ήδη μη διάδικο Α. Κ. την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής στο περιγραφόμενο οικόπεδό τους κατά το σύστημα της αντιπαροχής και του χορήγησαν την πληρεξουσιότητα να μεταβιβάσει σε τρίτους τα ποσοστά εξ αδιαιρέτου του ακινήτου τους που θα αντιστοιχούσαν στο εργολαβικό του αντάλλαγμα, ότι η πιο πάνω πληρεξουσιότητα τελούσε από τις αναβλητικές αιρέσεις της εκδόσεως νομίμου αδείας ανεγέρσεως της οικοδομής, της πλήρους αποπερατώσεως και παραλαβής της οικοδομής, της προσαρτήσεως σε κάθε συμβόλαιο βεβαιώσεως του επιβλέποντος μηχανικού για το στάδιο των εργασιών ανεγέρσεως της οικοδομής, της καταβολής από τον πρώτο εναγόμενο των ασφαλιστικών εισφορών, της προσκομίσεως από αυτόν πιστοποιητικού ασφαλιστικής ενημερότητας και της πλήρους αποπερατώσεως και παραλαβής των οριζόντιων ιδιοκτησιών των οποίων οι ενάγοντες παρακράτησαν την κυριότητα, οι οποίες αναβλητικές αιρέσεις δεν επληρώθησαν διότι ο πρώτος εναγόμενος ανήγειρε την οικοδομή με πλαστή οικοδομική άδεια, προσκομίζοντας κατά τη σύνταξη των σχετικών συμβολαίων πλαστές βεβαιώσεις ασφαλιστικής ενημερότητας και μη προσκομίζοντας βεβαίωση του επιβλέποντος μηχανικού για το στάδιο των εργασιών ανεγέρσεως της οικοδομής, επί πλέον δε δεν αποπεράτωσε την οικοδομή και τις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους.

Ζήτησαν δε να αναγνωρισθεί: α) ότι είναι άκυρη η μεταβίβαση από τον πρώτο εναγόμενο εργολάβο προς το δεύτερο εναγόμενο (ο οποίος εν τω μεταξύ απεβίωσε και καθολικοί του διάδοχοι είναι όλοι οι ήδη αναιρεσείοντες) και προς την τρίτη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα των αναφερόμενων ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου τους με την αντιστοιχούσα σ’ αυτά οριζόντια ιδιοκτησία, για το λόγο ότι η μεταβίβαση αυτή έγινε χωρίς πληρεξουσιότητα των ιδίων αφού δεν επληρώθησαν οι ανωτέρω αναβλητικές αιρέσεις υπό τις οποίες τελούσε η χορηγηθείσα από αυτούς προς τον πρώτο εναγόμενο πληρεξουσιότητα, β) ότι δεν επήλθε μεταβίβαση της κυριότητας της ανωτέρω οριζόντιας ιδιοκτησίας στους δεύτερο και τρίτη εναγομένους και γ) ότι είναι άκυρη η προσημείωση υποθήκης που ενεγράφη στην πιο πάνω οριζόντια ιδιοκτησία από τους μη κυρίους δεύτερο και τρίτη εναγομένους υπέρ της τέταρτης εναγομένης και ήδη μη διαδίκου ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Άλφα Τράπεζα".

Με τις από 21-2-2007 έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι δεύτερος και τρίτη εναγόμενοι ισχυρίσθηκαν ότι η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων είναι καταχρηστική για τους εξής λόγους: α) Ότι εκτός των εναγόντων, εξαπατήθηκαν από τον συνεναγόμενό τους εργολάβο και οι ίδιοι (οι ενιστάμενοι), καθώς και ότι οι ενάγοντες, ενώ με προηγούμενη μήνυσή τους κατά του εργολάβου είχαν ομολογήσει το γεγονός αυτό, με την ένδικη αγωγή τους αποδίδουν σ’ αυτούς κακοπιστία, γεγονός που συνιστά συμπεριφορά ανήθικη, προκλητική και αντίθετη στα συναλλακτικά ήθη κατά το άρθρο 281 Α.Κ.

και αντίθετη στα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής. β) Ότι οι ενάγοντες, εκτός από την ένδικη αγωγή, είχαν ασκήσει προηγουμένως και άλλη, με την οποία ζητούσαν αποζημίωση από τον πρώτο εναγόμενο εργολάβο, επιδιώκοντας να καρπωθούν και ολόκληρη την οικοδομή σε περίπτωση ακυρότητας των συμβολαίων τους και τα χρήματα που αυτοί (οι ενιστάμενοι) κατέβαλαν στον εργολάβο και γ) Ότι οι ενάγοντες μετά την αποκάλυψη των ανωτέρω αδικοπραξιών του εργολάβου προέβησαν στις αναλυτικά αναφερόμενες ενέργειες για την αποτροπή της νομιμοποιήσεως της πολυώροφης οικοδομής την οποία αυτός είχε ανεγείρει στο οικόπεδό τους, επιδιώκοντας αντίθετα την κατεδάφισή της, ήτοι περιέφραξαν και κλείδωσαν την οικοδομή, ανακάλεσαν μονομερώς την πληρεξουσιότητα προς τον εργολάβο και την ανάκληση κοινοποίησαν στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, υπέβαλαν αίτηση στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία για να τους χορηγηθεί άδεια κατεδαφίσεως της αυθαίρετης οικοδομής, υπέβαλαν αίτηση ασφαλιστικών μέτρων με αίτημα να παύσει να τους εκπροσωπεί ο εργολάβος ενώπιον της αρμόδιας πολεοδομίας, αντετάχθησαν στη μετά ταύτα χορήγηση οικοδομικής αδείας στον εργολάβο και όταν παρά ταύτα αυτή χορηγήθηκε κατήγγειλαν μονομερώς την εργολαβική σύμβαση και προσέφυγαν στην περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας κατά της χορηγηθείσης σ’ αυτόν οικοδομικής αδείας.

Ο ισχυρισμός αυτός ήταν μη νόμιμος διότι τα περιστατικά που επικαλέσθηκαν για τη θεμελίωσή του οι ενιστάμενοι δεύτερος και τρίτη εναγόμενοι [ήτοι η καλή πίστη των ενισταμένων και η όψιμη αμφισβήτησή της από τους ενάγοντες, η προηγούμενη άσκηση εκ μέρους των εναγόντων αγωγής αποζημιώσεως κατά του εργολάβου (χωρίς την επί πλέον επίκληση ότι οι ενάγοντες εισέπραξαν κάποια αποζημίωση) και οι νόμιμες ενέργειες των εναγόντων για την αποπομπή του εργολάβου από το ακίνητό τους και την αποτροπή της νομιμοποιήσεως της οικοδομής την οποία ο τελευταίος παρανόμως είχε ανεγείρει σ’ αυτό], αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούσαν την άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων καταχρηστική.

Ήταν δε κατά μείζονα λόγο μη νόμιμος ο ισχυρισμός αυτός λαμβανομένου υπόψη και του ότι, λόγω της αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ των ενισταμένων και του ερημοδικούντος συνεναγομένου τους εργολάβου, ωφελούσε και αυτόν (άρθρο 76 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

Συνεπώς, κατά τη γνώμη του μειοψηφούντος μέλους, το εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον πιο πάνω ισχυρισμό ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο, ορθώς κατά το αποτέλεσμα έκρινε, έπρεπε δε, και στην περίπτωση κατά την οποία ο ανωτέρω (δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του) λόγος αναιρέσεως κρινόταν παραδεκτός, να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης με τις πιο πάνω (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.) και να απορριφθεί ο λόγος αυτός.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 2008/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Δεκεμβρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ