1366/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1366/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, η υπόθεση έχει ως εξής: Ο ήδη αναιρεσείων, με την από 8-9-1993 αγωγή, που άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου Αιγίου, ζήτησε να του επιδικασθεί αποζημίωση, λόγω παράνομης απ' αυτούς κατάληψης και κατοχής ακινήτου του κατά το χρονικό διάστημα από 10-10-1983 έως 10-10-1993.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1366 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1366/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπήλιο Πουλακίδα.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Γεωργιάδη, πάρεδρο του Νομικού συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-9-1993 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/1995 μη οριστική, 8/1999 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 108/2003 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων και εκδόθηκε η 1495/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Πατρών το οποίο με τη σειρά του εξέδωσε την 718/2009 απόφαση του την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 5-7-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 18-11-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων α) 91 § 1 του ν.δ. 321/1969 "Περί Κωδικός Δημοσίου Λογιστικού", που ορίζει ότι "ο χρόνος της παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου είναι πέντε ετών, εφόσον υπό ετέρας γενικής ή ειδικής διατάξεως δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής" και β) 93 του ίδιου ν.δ., που ορίζει ότι η παραγραφή άρχεται από του τέλους του οικονομικού έτους, καθ'ο εγεννήθη η αξίωσις και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξις" (βλ.
σχετ. ΑΠ 1000/2006, 331/2006, ΣτΕ 2821/2005) οι οποίες κατά το άρθρο 107 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού Ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλων διατάξεων", εφαρμόζονται εφόσον η σχετική αξίωση γεννήθηκε πριν από την θέση σε ισχύ του εν λόγω ν. 2362/1995, ήτοι πριν από την 1.1.1996] (βλ. άρθρο 119 του νόμου τούτου που προβλέπει άλλωστε, στα άρθρα 90 παρ. 1 και 91 ανάλογη ρύθμιση), προκύπτει ότι παραγράφεται υπέρ του Δημοσίου κάθε ενοχικό χρέος τούτου μετά παρέλευση πέντε ετών αφότου γεννήθηκε η σχετική αξίωση και είναι νομικώς δυνατή η δικαστική επιδίωξη της, κατά τον κανόνα του άρθρου 251 ΑΚ, ο οποίος έχει γενική εφαρμογή (βλ.
σχετ. ΟλΑΠ 33/1988). Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η αξίωση αποζημιώσεως από παράνομη πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη τέτοιας ενέργειας οργάνων του Δημοσίου, υπόκειται σε πενταετή παραγραφή , η οποία αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους (το οποίο κατ' άρθρο 5 παρ. 2 του ΝΔ 321/1969 αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει τη 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους), κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της (ΣτΕ 2821/2005).
Περαιτέρω, νόμιμη προϋπόθεση της ενάρξεως της παραγραφής είναι, όπως προεκτέθηκε, η δυνατότητα δικαστικής επιδιώξεως της απαιτήσεως, αυτό δε ισχύει τόσο στην περίπτωση των διατάξεων του ν.δ. 321/1969 που προαναφέρθηκαν, όσο και στην περίπτωση των άρθρων 251 και 937 του ΑΚ. Δεν αποκλείεται δε η δυνατότητα της δικαστικής επιδιώξεως της απαιτήσεως και συνακόλουθα και έναρξη της παραγραφής από το γεγονός ότι, συνεπεία άλλης προηγούμενης δίκης που δεν έχει περατωθεί, είχε καταστεί στη δίκη εκείνη εκκρεμές ορισμένο ζήτημα, το οποίο συναπαρτίζει και τη βάση άλλης αξιώσεως του ίδιου ενάγοντος κατά του ίδιου εναγομένου (ΑΠ 878/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, η υπόθεση έχει ως εξής: Ο ήδη αναιρεσείων, με την από 8-9-1993 αγωγή, που άσκησε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αιγίου κατά του ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και του Δήμου Αιγίου, ζήτησε να του επιδικασθεί αποζημίωση, λόγω παράνομης απ' αυτούς κατάληψης και κατοχής ακινήτου του κατά το χρονικό διάστημα από 10-10-1983 έως 10-10-1993.
Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η 8/1999 οριστική απόφαση του Πρωτοδικείου, με την οποία έγινε μερικώς δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκαν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα ποσό των 35.000.000 δρχ. Κατά της απόφασης αυτής, ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις, από τα διάδικα μέρη, επί των οποίων, η 108/2003 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία οι εφέσεις έγιναν δεκτές και αφού εξαφανίσθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και δικάσθηκε κατ' ουσίαν η αγωγή, απορρίφθηκε αυτή, κατά το μέρος που εστρέφετο κατά του Δήμου Αιγίου και έγινε, κατά τα λοιπά, μερικώς δεκτή υποχρεώθηκε δε το Ελληνικό Δημόσιο, να καταβάλει στον αναιρεσείοντα, ως αποζημίωση (μόνον) για το χρονικό διάστημα από 1-11-1990 έως 10-10-1993, το ποσό των 149.728,53 ευρώ, δεχθέντος του Εφετείου ότι το αίτημα του ενάγοντος που αφορούσε το προηγούμενο διάστημα δεν ήταν νόμιμο επειδή το Ελληνικό Δημόσιο ευθύνεται για το χρονικό "μετά την 30-10-1990 που δημοσιεύθηκε η ... 1152/1990 απόφαση του Εφετείου και με την οποία αναγνωρίσθηκε ο ενάγων κύριος του εν λόγω ακινήτου" μέχρι τότε δε το Δημόσιο ήταν καλής πίστεως νομέας".
Κατά της αποφάσεως αυτής, ο αναιρεσείων άσκησε την από 22-2-2005 αίτηση αναιρέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η 1495/2008 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου με την οποία, αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, μόνον κατά την απορριπτική κρίση της, σε σχέση με την αξιούμενη αποζημίωση για ζημίες που εμπίπτουν στο χρονικό διάστημα από 5-10-1983, έως 30-10 -1990, για το οποίο έγιναν δεκτά από το παρόν Δικαστήριο τα ακόλουθα: "...
Το Εφετείο, κρίναν ότι το αναιρεσίβλητο ευθύνεται προς αποκατάσταση μόνο όσων ζημιών επήλθαν μετά τη δημοσίευση στις 30-10-1990 της αναγνωριστικής της κυριότητας του αναιρεσείοντος 1152/1990 εφετειακής αποφάσεως, αφότου δηλαδή τούτο κατέστη κακόπιστος νομέας και όχι για τις ζημίες τις αναγόμενες στο χρονικό διάστημα από την επίδοση στις 5-10-1983 της ...
αναγνωριστικής της κυριότητας του αναιρεσείοντος αγωγής έως τις 30-10-1990, κατά το οποίο ήταν καλής πίστεως νομέας... παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ... διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, κατά τις οποίες, μετά την επίδοση της αγωγής (διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητος) η ευθύνη του καλόπιστου νομέα εξομοιώνεται με εκείνη του κακόπιστου ...".
Το Δικαστήριο παραπομπής, (Εφετείο Πατρών), δέχθηκε σχετικώς με το ζήτημα που παραπέμφθηκε ενώπιον του τα ακόλουθα: "... επανεισάγεται προς εκδίκαση, μετά την έκδοση της 1495/2008 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, το αγωγικό αίτημα για επιδίκαση αποζημιώσεως για ζημίες επελθούσες στον ενάγοντα κατά το χρονικό διάστημα από 5-10-1983 έως 30-10-1990. Η αξίωση του ενάγοντος για καταβολή αποζημιώσεως γεννήθηκε το τέλος του έτους 1983 κατά το οποίο συνεχίσθηκε η κατάληψη του επιδίκου από το εναγόμενο Δημόσιο και συνεχίσθηκε μέχρι το τέλος του έτους 1992 δεδομένου ότι η κατάθεση και επίδοση της αγωγής έγιναν στις 13-9-1993 και 22-9-1993, αντιστοίχως. Από το τέλος δε του έτους 1983 έως και του έτους 1987 άρχισε η διαδρομή του χρόνου της πενταετούς παραγραφής της εν λόγω αξιώσεως του ενάγοντος κατά του εναγομένου, η οποία (παραγραφή) συμπληρώθηκε στις αντίστοιχες χρονολογίες 31-12-1988 έως και 31-12-1992.
Συνεπώς η εν λόγω αξίωση του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 5-10-1983 έως και 31-12-1987 έχει παραγραφεί, γιατί από το τέλος των ετών 1983 έως 1987, κατά τα οποία γεννήθηκε η σχετική αξίωση του για την καταβολή αποζημιώσεως που εδικαιούτο κατά τα έτη αυτά παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, που προβλέπεται για την παραγραφή της εν λόγω αξιώσεως από τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 91 και 93 του Ν.Δ 321/1969 (σημ: "οι οποίες κατά το άρθρο 107 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού Ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλων διατάξεων" εφαρμόζονται εφόσον η σχετική αξίωση γεννήθηκε πριν τη θέση σε ισχύ του εν λόγω ν. 2362/1995 ήτοι πριν από την 1-1-1996 (άρθρ. 119 του νόμου τούτου..)" κατά την περί αυτών προηγηθείσα παραδοχή της).
Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι έλαβε γνώση των ζημιών του ακινήτου του κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της εκδόσεως της 82/1993 αποφάσεως του Αρείου Πάγου (επί της αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής του) και της συντάξεως της ένδικης αγωγής του ουδεμία επιρροή ασκεί επί του ζητήματος της παραγραφής καθόσον ...
ως αφετηρία παραγραφής όλων των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου ορίζεται το αντικειμενικό γεγονός του τέλους του οικονομικού έτους και όχι η γνώση από τον ζημιωθέντα της ζημίας και του υποχρέου προς αποζημίωση, όπως ορίζει η γενική διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ. Τέλος ο ισχυρισμός του περί απαραδέκτου της προβολής της σχετικής ενστάσεως το πρώτον ενώπιον του Εφετείου κατ' άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ., διότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι ...
η παραγραφή υπέρ του Δημοσίου, η οποία λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως ... μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης. Μετά την απόρριψη δε ως παραγεγραμμένης της αξιώσεως του ενάγοντος προς αποζημίωση για το χρονικό διάστημα από 5-10-1983 έως 31-12-1987 πρέπει να ερευνηθεί η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως του προς αποζημίωση κατά το διάστημα από 1-1-1988 έως 30-10-1990.
Κατά το τελευταίο αυτό διάστημα των 34 μηνών ... η συνολική ζημία την οποία υπέστη ο ενάγων από τη χειροτέρευση του ακινήτου του εξ υπαιτιότητος του εναγομένου Δημοσίου ... ανήλθε στο συνολικό ποσό των 101.322,43 ευρώ ... Περαιτέρω ... κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα ο ενάγων στερήθηκε τη χρήση του ακινήτου του με αποτέλεσμα να ζημιωθεί τα ποσά που θα εισέπραττε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εκμίσθωση αυτού...
κυρίως σε επιχειρήσεις οικοδομικών υλικών ... και συνολικά ... 12.912,64 ευρώ. Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι η συνολική αποζημίωση του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσό των 114.235,07 ευρώ ...". Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., κατά το νοηματικό του περιεχόμενο, προβάλλεται κατ' εκτίμηση η αιτίαση ότι το Εφετείο, δεχόμενο ότι παρεγράφη η προς αποζημίωση αξίωση του που αφορούσε το χρονικό διάστημα από 5-10-1983 μέχρι 31-12-1987, κατά τα προεκτεθέντα, ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις ως άνω διατάξεις, ενώ έπρεπε να δεχθεί αφενός μεν ότι εφαρμοστέο εν προκειμένω ήταν το άρθρο 937 ΑΚ, αφετέρου δε ότι ο αναιρεσείων "δεν γνώριζε πριν της δημοσίευσης της απόφασης 82/1993 του Αρείου Πάγου τη ζημία και τον υπόχρεο προς αποζημίωση του".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω της προφανούς αντιφατικότητας του ουσιαστικού ισχυρισμού στον οποίο ερείδεται. Τούτο δε, διότι ο αναιρεσείων υποστηρίζει και εμφανίζεται ότι αγνοούσε " την ζημία του και τον υπόχρεο προς αποζημίωση του" μέχρι τη δημοσίευση της 82/1993 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, ενώ ο ίδιος αναφέρει (πράγμα που προκύπτει άλλωστε και από πλήθος διαδικαστικών εγγράφων) ότι ήταν σε επίσημη δικαστική αντιδικία με το Ελληνικό Δημόσιο πριν και καθ' όλη τη διάρκεια του σκοπητέου, εν προκειμένω χρόνου, ακριβώς λόγω της καταλήψεως του ενδίκου ακινήτου από το τελευταίο' (είχε ασκήσει αναγνωριστική της κυριότητος του αγωγή κατά το έτος 1983).
Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 96 εδ. γ' του Ν.Δ. 321/1969 (και την ταυτόσημη του άρθρου 94 εδ. γ' του Ν. 2362/1995), η παραγραφή υπέρ του Δημοσίου λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια (ΣτΕ 2821/2005, ΣτΕ 4266/1999). Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη στην κατ' έφεση δίκη η προβολή πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν 1) ... 2) ... 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ, δηλ.
εφόσον λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως, μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, δεν προβλήθηκαν εγκαίρως από δικαιολογημένη αιτία, προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα ή αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου, το τελευταίο δε ισχύει και για την προβολή του ισχυρισμού ότι η επίδικη απαίτηση παραγράφηκε (ΑΠ 164/1974, 842/1976, 409/1998).
Επομένως, ενόψει του ότι η ένσταση πενταετούς υπέρ του Δημοσίου παραγραφής λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως , κατά τα προδιαληφθέντα, παραδεκτά κατ' άρθρο 527 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με άρθρο 269 παρ. 1 εδαφ. β' ίδιου Κώδικα, προβλήθηκε το πρώτο ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και η αποδιδόμενη, με τον πρώτο επίσης λόγο αναιρέσεως, κατά το τρίτο σκέλος του, εκ του αντιθέτου αιτίαση στην προσβαλλόμενη απόφαση και ο θεμελιούμενος επ' αυτής, αληθώς εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, κατά προσήκουσα εκτίμηση του περιεχομένου του αναιρετηρίου είναι, κατά το σκέλος αυτό, αβάσιμος.
Τέλος, υπό τις προδιαληφθείσες παραδοχές το Εφετείο, ουδόλως υπέπεσε στην αποδιδόμενη σ' αυτό, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως πλημμέλεια της παραβιάσεως του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, ως μη συμμορφωθέν προς την αναιρετική απόφαση, καθόσον αντιθέτως, η υπόθεση στο δικαστήριο της παραπομπής συζητήθηκε, όπως έχει ήδη εκτεθεί, μέσα στα διαγραφόμενα με την αναιρετική απόφαση όρια, κατ' άρθρο 579 παρ. 1, 581 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή ως προς το ως άνω αγωγικό κεφάλαιο που αφορούσε αξίωση αποζημίωσης του ήδη αναιρεσείοντος για το προδιαληφθέν χρονικό διάστημα, ενώ στο δικαστήριο της παραπομπής, μπορούσε να υποβληθεί η ως άνω ένσταση παραγραφής, η οποία και κατόπιν αυτού εξετάσθηκε, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα με το δεύτερο, εκ του άρθρου 559 αρ. 18 ΚΠολΔ., λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, είναι αβάσιμα.
Εξ άλλου, η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση, με το δεύτερο, επίσης, λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, πλημμέλεια της παραβιάσεως του άρθρου 559 αρ. 16 Κ.Πολ.Δ., καθόσον, κατά την περί αυτού αιτίαση, το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, παραβίασε "το οιονεί δεδικασμένο, με βάση τον αναιρετικό έλεγχο που δέχθηκε και την παραπομπή της υπόθεσης προς περαιτέρω συζήτηση, καθώς αναφέρονται στην αναιρετική απόφαση και παραπάνω στην παρ. 3 υπό στοιχ.
η', θ', ι', ια', ιβ' και ιγ' "(που αφορούν τις παραδοχές σχετικά με την ένσταση παραγραφής και τα επιδικασθέντα κονδύλια αποζημίωσης του άνω χρονικού διαστήματος) και ο θεμελιούμενος με βάση αυτή δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον στο αναιρετήριο δεν καθορίζεται, αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την ύπαρξη δεδικασμένου και δη "οιονεί", ούτε ο τρόπος με τον οποίο, σε καταφατική περίπτωση, συγκεκριμένως παραβιάσθηκε αυτό, ούτε, σε κάθε περίπτωση είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με παραπομπή σε άλλα έγγραφα (ΟλΑΠ 27/1998, 32/1996, ΑΠ 509/2002).
Κατά συνέπεια, πρέπει, η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα, λόγω της ήττας του, τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, (το οποίο κατέθεσε προτάσεις).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-7-2010 αίτηση του Δ. Κ. του Π., για αναίρεση της 718/2009 απόφασης του Εφετείου Πατρών
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Αυγούστου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ