Supreme Court dismisses appeal where lower court rejected appeal as inadmissible due to lack of passive standing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by six individuals against a first-instance judgment rejecting their appeal as inadmissible. The appellants argued that the lower court erred in declaring the appeal inadmissible without examining the merits, citing specific procedural violations. The court ruled that since the lower court had already rejected the appeal on procedural grounds, no further examination of the case's substance was required, rendering the appellants' arguments regarding the lack of passive standing and procedural errors unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 517 and 559 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a decision declaring an appeal inadmissible is inadmissible if the lower court did not examine the substance of the dispute.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1365 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1365/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Ζ. του Ε., κατοίκου ..., έως και 11.Ε. Γ. του Δ., κατοίκου .... Οι 6ος, 8η, 9η και 10ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτη Χατζηφώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Γεώργιο Χαλαζωνίτη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/12/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3408/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 3447/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27/11/2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη του ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο και κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά . Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α' 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι, ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή .
Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του ως άνω άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που καθιερώνει την αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι (Ολ.
Α.Π. 39/2005), προκύπτει ότι εάν ο αναιρεσείων είναι εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση και απουσιάζει ο ίδιος ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι ( Ολ.
Α.Π. 39/2005, Ολ.Α.Π. 9/2003, Ολ. Α.Π. 9/1992, Α.Π. 536/2020 ) . Στη περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου αναιρεσείοντος, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν ( Α.Π. 1374/2017 , Α.Π. 526/2016, Α.Π. 1622/2013 Α.Π. 453/2011, Α.Π. 340/2011 ) . Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος .
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς .
Στη προκειμένη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης από 27-11-2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 8963/863/28-11-2017 αίτησης αναίρεσης, με την οποία ζητείται η αναίρεση της με αριθμό 3447/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έλαβε χώρα με επιμέλεια όλων των αναιρεσειόντων, ένδεκα (11) τον αριθμό, από κοινού, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου Δικηγόρου αυτών Φώτη Ι.
Χατζηφώτη, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 9559 Β'/05-03-2020 έκθεση επιδόσεως, την οποία συνέταξε ο δικαστικός επιμελητής στο Εφετείο Αθηνών Ιωνάθαν - Ιωάννης Ν. Κόππας και επικαλούνται και προσκομίζουν οι κατά τη συζήτηση παριστάμενοι αναιρεσείοντες, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση προς το αναιρεσίβλητο, για την αρχικώς ορισθείσα, κατ' άρθρο 568 παρ. 2 ΚΠολΔ, δικάσιμο της 26-05-2020, οπότε η συζήτηση ματαιώθηκε, λόγω της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων, εξαιτίας της πανδημίας του κορωνοιού covid-19, της συζητήσεως αυτής προσδιορισθείσας στη συνέχεια αυτεπαγγέλτως, με Πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, ενώ παράλληλα με πρωτοβουλία του Γραμματέα η υπόθεση ενεγράφη στο οικείο πινάκιο με αριθμό 7, προς ενημέρωση δε των διαδίκων η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr, στην ιστοσελίδα (site) του Αρείου Πάγου www.areiospagos.gr, στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων portal.olomeleia.gr και στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 2 του Ν. 4690/30-05-2020 (ΦΕΚ Α'104/2020), για τη δικάσιμο της 23-02-2021, κατά την οποία η συζήτηση αυτής και πάλι ματαιώθηκε, λόγω της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας και επαναπροσδιορίστηκε αυτεπαγγέλτως, με Πράξη της Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου και γράφτηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 28, προς ενημέρωση δε των διαδίκων η ημερομηνία της νέας δικασίμου γνωστοποιήθηκε, κατά τα ανωτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 83 παρ. 2 του Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ 48/Α'/2021), σε συνδ.
με το άρθρο 568 παρ. 2 του ΚΠολΔ και άρθρο 26 του Ν. 4792/2021 (ΦΕΚ Α'54/2021) για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (14-09-2021) . Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, κατά την ως άνω ορισθείσα δικάσιμο της 14-09-2021, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, οι 6ος, 8η, 9η και 10ος των αναιρεσειόντων δεν εμφανίστηκαν, ούτε και εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η από το άρθρο 242 του ΚΠολΔ σχετική δήλωση, ενόψει δε του ότι η οίκοθεν αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρα 74 παρ. 2 του Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 2 του Ν. 4790/2021) δεν ήταν αναγκαία νέα κλήτευση αυτών κατά τη σημερινή δικάσιμο, ενώ παρέστησαν οι λοιποί αναιρεσείοντες, εκπροσωπηθέντες από τον πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, δια δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται ότι ο Δικηγόρος Αθηνών Φώτης Ι. Χατζηφώτης, που έδωσε την παραγγελία για την ως άνω επίδοση, είχε πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και από τους απολιπόμενους 6ο, 8η, 9η και 10ο των αναιρεσειόντων, αφού δεν γίνεται επίκληση, ούτε αποδεικνύεται η από αυτούς παροχή πληρεξουσιότητας προς τον εν λόγω Δικηγόρο, με την προσκόμιση του σχετικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου ή έγγραφες εξουσιοδοτήσεις των εν λόγω διαδίκων προς αυτόν, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής των εντολέων από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή και, κατά συνέπεια, ακύρως αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.
Ούτε επίσης προκύπτει η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου κλήτευση των ως άνω αναιρεσειόντων, προκειμένου να παραστούν αυτοί κατά την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, κατά την αρχικώς ορισθείσα κατά τα άνω δικάσιμο. Επομένως, εφόσον οι απολιπόμενοι 6ος, 8η, 9η και 10ος των αναιρεσειόντων δεν επέσπευσαν νομίμως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκαν νομίμως κατά τη συζήτηση από το αντίδικό τους, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτούς, οι οποίοι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς αυτούς, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσείοντες πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.
Με την κρινόμενη από 27-11-2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 8963/863/28-11-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με αριθμό 3447/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών . Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως του εφεσιβλήτου Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, η από 10-01-2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 335/15-01-2014 έφεση των εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της με αριθμό 3408/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε απορρίψει στο σύνολό της, ως μη νόμιμη την από 07-12-2009 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 239011/6415/09-12-2009 αγωγή τους κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου .
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ ) . Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς τους προσηκόντως παρισταμένους διαδίκους, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης ( άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ ) .
Κατά το άρθρο 62 του ΚΠολΔ ικανός να είναι διάδικος είναι αυτός που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων . Από δε τη διάταξη του άρθρου 68 του ίδιου Κώδικα, που ορίζει ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον συνάγεται ότι, ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ η κατ' εκείνων μόνο των προσώπων, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς αυτού, που επικαλείται άμεσο έννομο συμφέρον, αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης .
Συνεπώς, η εν λόγω διάταξη είναι ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου ( Α.Π. 468/2010 ) . Έτσι, αφού η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων αυτών ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ (Α.Π. 712/2014, Α.Π. 481/2012, Α.Π. 119/2011).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, αν υπάρχουν οι προυποθέσεις των άρθρων 62 έως 72 . Περαιτέρω, με το άρθρο 517 του ΚΠολΔ καθορίζονται και μάλιστα περιοριστικώς τα πρόσωπα κατά των οποίων απευθύνεται η έφεση, δηλαδή τα υποκείμενα ως προς τα οποία ζητείται η εξαφάνιση της εκκαλούμενης απόφασης .
Τα πρόσωπα αυτά, κατά των οποίων πρέπει να απευθύνεται η έφεση, είναι εκείνα τα οποία υπήρξαν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους . Δηλαδή οι διάδικοι προσδιορίζονται από την απόφαση που προσβάλλεται με την έφεση, ανεξάρτητα αν ήταν και πράγματι διάδικοι .
Αν απευθύνεται κατά προσώπου που δεν φέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση ως διάδικος, η έφεση είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη και αν ακόμη αυτό παρίσταται και ζητεί την, ως προς αυτό, συζήτηση της έφεσης, έστω και αν συναινεί ο παριστάμενος εκκαλών . Ούτε είναι δυνατός ο με δήλωση του εκκαλούντος στο ακροατήριο καθορισμός του διαδίκου ή αντικατάσταση αυτού με άλλον που δεν φέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση ως διάδικος.
Τέλος, ούτε η δήλωση των διαδίκων ότι συμφωνούν να θεωρηθεί διάδικος κάποιος που δεν αναφέρεται στο εφετήριο μπορεί να αναπληρώσει την προδικασία και να άρει το από την έλλειψη αυτή απαράδεκτο. Περαιτέρω, τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α.), που υπογράφηκε στη Ρώμη την 04-11-1950 - όπως τροποποιήθηκε με τα Πρωτόκολλα Νο. 11 και Νο. 14 - η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53 της 19/20 Σεπτεμβρίου 1974 : " Περί κυρώσεως της εν Ρώμη την 4ην Νοεμβρίου 1950 υπογραφείσης Συμβάσεως δια την Προάσπισιν των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών", ως και του Προσθέτου εις αυτήν Πρωτοκόλλου των Παρισίων της 20ης Μαρτίου 1952 ( ΦΕΚ 256, τ.
Α ?) και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων, ισχύ, δεν αποκλείουν στον κοινό νομοθέτη να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, αρκεί αυτές να συνάπτονται με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης και περαιτέρω, να μην υπερβαίνουν τα όρια εκείνα, πέραν των οποίων επάγονται την άμεση ή έμμεση κατάλυση του προστατευόμενου από τις ανωτέρω διατάξεις ατομικού δικαιώματος παροχής έννομης δικαστικής προστασίας.
Το δικαίωμα πρόσβασης στο δικαστήριο δεν είναι απόλυτο, αλλά υπόκειται σε περιορισμούς, ιδίως όσον αφορά τις προϋποθέσεις του παραδεκτού του ένδικου μέσου, αφού απαιτείται από τη φύση του η ρύθμισή του από το κράτος, το οποίο έχει τη σχετική διακριτική ευχέρεια, αρκεί μόνο οι τιθέμενοι περιορισμοί και οι τιθέμενες προϋποθέσεις να μην περιορίζουν την πρόσβαση του διαδίκου κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό, ώστε το δικαίωμα της προσφυγής στο δικαστήριο να πλήττεται στον ίδιο τον πυρήνα του ( βλ.
Α.Ε.Δ. 2/1999, Ολ. ΣτΕ 3845/1997, πρβλ. Α.Π. 2181/2018). Πρόκειται, συνεπώς, για διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και η παραβίαση τους εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ( Ολ. Α.Π. 2/2008, Ολ. Α.Π. 25/2008, Ολ. Α.Π. 25/2006, Ολ.ΑΠ 21/2001, Α.Π . 1448/2011). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς .
Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν ( Α.Π. 319/2017, Α.Π. 130/2016, Α.Π. 1420/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο από τον αριθμό 1 εδ.
α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, οι εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με το να απορρίψει την έφεσή τους ως απαράδεκτη, ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως του εφεσιβλήτου Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, χωρίς να κρίνει κατ' ουσίαν την βασιμότητα αυτής :
α) παραβίασε το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και β) το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α' της Ευρωπαικής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στερώντας από αυτούς την παροχή δικαστικής προστασίας. Ειδικότερα, οι αναρεισείοντες, αφού παραθέτουν στον πιο πάνω αναιρετικό λόγο το περιεχόμενο των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν, υποστηρίζουν ότι συνέτρεχαν όλες οι προυποθέσεις για την κατ' ουσίαν συζήτηση της ενδίκου υποθέσεως, καθόσον αντίδικο στην κατ' έφεση δίκη αποτέλεσε στην πραγματικότητα (τυπικά και ουσιαστικά ) το Ελληνικό Δημόσιο, δεδομένου ότι τόσο η ένδικη αγωγή και οι σχετικές κλήσεις προς συζήτηση, όσο και η έφεσή τους είχαν επιδοθεί στον Υπουργό Οικονομικών, ως νόμιμο εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο ουδεμία βλάβη (ουσιαστική ή δικονομική) υπέστη, αφού εκπροσωπήθηκε στην εφετειακή δίκη δια της πληρεξουσίας δικαστικής αντιπροσώπου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε μάλιστα δικόγραφα προτάσεων και προσθήκης - αντίκρουσης.
Ότι, από προφανή παραδρομή, αναγράφηκε στο εφετήριο δικόγραφο ως εφεσίβλητος ο Υπουργός Εσωτερικών Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, πλην, όμως, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι η έφεσή τους απευθυνόταν κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος κατά την έρευνα του σχετικού αναιρετικού λόγου ( άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τ' ακόλουθα :
Με την από 07-12-2009 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 239011/6415/09-12-2009 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφομένη κατά του εναγομένου και ήδη αναρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, οι ενάγοντες εξέθεταν ότι δυνάμει των αναφερομένων διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, καθώς και συμβάσεων μίσθωσης έργου, που καταρτίστηκαν μεταξύ αυτών και του εναγομένου, οι οποίες στην πραγματικότητα ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού με την εργασία τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, προσλήφθηκαν, κατά τις αναφερόμενες ειδικότερα για τον καθένα τους ημερομηνίες, προκειμένου να απασχοληθούν υπό τις αναφερόμενες επίσης για τον καθένα τους αναλυτικά στην αγωγή ειδικότητες και θέσεις στο Υπουργείο Εσωτερικών .
Ότι οι ανωτέρω συμβάσεις στην πραγματικότητα αποτελούσαν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού από την έναρξη της εργασιακής τους σχέσης, σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών, με διακοπές μέχρι την 10-09-2009, απασχολήθηκαν στο εναγόμενο καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού, οπότε το τελευταίο έπαυσε να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία τους, καταγγέλλοντας με τον τρόπο αυτό σιωπηρά, χωρίς την τήρηση της προβλεπομένης από το νόμο διαδικασίας, τις πράγματι υφιστάμενες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτών .
Ότι ο χαρακτηρισμός των συμβάσεων αυτών, ως ορισμένου χρόνου και μίσθωσης έργου, έγινε προς καταστρατήγηση των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν : α) να αναγνωριστεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και να αναγνωρισθεί ότι η από 10-09-2009 καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους ήταν άκυρη, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται στο μέλλον τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, υπό καθεστώς σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τους όρους, τις συνθήκες και τις αποδοχές που ίσχυαν μέχρι την απόλυσή τους, με την απειλή εις βάρος του χρηματικής ποινής, για κάθε ημέρα αρνήσεώς του να συμμορφωθεί με την υποχρέωσή του αυτή και γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα τους το ποσό των δέκα οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα δύο (18.432,00 ) ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 10-09-2009 μέχρι 10-09-2010, με το νόμιμο τόκο από της δήλης ημέρας που κάθε επί μέρους τμηματική παροχή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής και επικουρικά να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον καθένα από τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο, τετάρτη, πέμπτη, έκτο, έβδομο, όγδοη και ενάτη το ποσό των τριών χιλιάδων τριακοσίων είκοσι οκτώ (3.328,00) ευρώ και στον καθένα από τους δέκατο και ενδέκατη αυτών το ποσό των χιλίων επτακοσίων ενενήντα δύο (1.792,00) ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Επί της υποθέσεως αυτής, η οποία συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με εναγόμενο το ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδοσε την με αριθμό 3408/2013 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε στο σύνολό της την πιο πάνω αγωγή ως μη νόμιμη, τόσο ως προς την κύρια, όσο και ως προς την επικουρική της βάση και αιτήματα, για τους ειδικότερα εκτιθέμενους στην απόφαση αυτή λόγους, ενώ ανακάλεσε τη με αριθμό 5516/2010 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, επί της από 20-12-2009 αιτήσεως που είχαν ασκήσει επίσης οι ως άνω ενάγοντες κατά του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου .
Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, κατόπιν της από 10-01-2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 335/15-01-2014 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, την οποία απηύθυναν κατά του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, αιτούμενοι την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, ώστε να γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή τους, για τους αναφερόμενους λόγους, ως νόμιμη και ως κατ' ουσίαν βάσιμη, εξετάζοντας κατ' αρχήν το παραδεκτό της εφέσεως, εξέδοσε την αναιρεσιβαλλομένη με αριθμό 3447/2017 απόφασή του, με την οποία απέρριψε, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, ως απαράδεκτη την έφεση αυτή, ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης του εφεσιβλήτου .
Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση, που άσκησαν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες κατά της με αριθμό 3408/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για το λόγο ότι δεν απευθύνθηκε η έφεσή τους αυτή κατά του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο ήταν αντίδικός τους στην πρωτόδικη δίκη, αλλά κατά του Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, ο οποίος όμως ούτε κατά την εκδίκαση της ένδικης αγωγής, ούτε κατά την εκδίκαση της αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων σε σχέση με την ένδικη διαφορά είχε καταστεί διάδικος .
Περαιτέρω, δε, έκρινε ότι, το Ελληνικό Δημόσιο δεν νομιμοποιείτο παθητικά να παραστεί στην κρινόμενη υπόθεση, μολονότι υπέβαλε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, προτάσεις, καθόσον η υπό κρίση έφεση δεν εστρέφετο εναντίον του. Με την κρίση του αυτή, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 62, 68, 20 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (Ε.Σ.Δ.Α. ) και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α.
και ορθώς απέρριψε την έφεση των εκκαλούντων για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως του εφεσιβλήτου για το λόγο ότι η έλλειψη της νομιμοποίησης, η οποία αποτελεί διαδικαστική προυπόθεση της δίκης και η συνδρομή της εξετάζεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ( 73 ) σε κάθε στάση της δίκης, ως συνέπεια έχει, λόγω της ανυπαρξίας συνδέσμου μεταξύ διαδίκου και της επικαλούμενης έννομης σχέσης, την απόρριψη της αγωγής ή του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου, ενώ η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες εκ παραδρομής απεύθυνση του δικογράφου της εφέσεώς τους προς τον Υπουργό Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων.
Το γεγονός, εξάλλου, ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν αντέλεξε για τη συμμετοχή του στη δίκη, αλλά παρέστη κατά τη συζήτηση της εφέσεως, υπέβαλε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, προτάσεις, προέβαλε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε την απόρριψη της ένδικης έφεσης, αν και αυτή δεν εστρέφετο εναντίον του, δεν ασκεί επιρροή στο παραδεκτό της εφέσεως, το οποίο λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη.
Σημειώνεται ότι, ο ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου που προβλήθηκε με τις προτάσεις του περί του απαραδέκτου της αίτησης αναίρεσης, κατ' άρθρο 558 του ΚΠολΔ, διότι αυτή δεν απευθύνεται κατά του διαδίκου στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς τον οποίο, όμως, η έφεση των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως αυτού, ανεξαρτήτως του ότι οι προτάσεις αυτού δεν κατατέθηκαν μέσα στην προθεσμία του άρθρου 570 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος .
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, ο αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, επιτρέπει την αναίρεση όταν το Δικαστήριο παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα, που προκύπτουν από παραβάσεις διατάξεων δικονομικού μόνο δικαίου, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη (Ολ. Α.Π. 963/1985), ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ.
Α.Π. 2/2001, Α.Π. 558/2008). Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτη την ασκηθείσα έφεσή τους, με την αιτιολογία ότι ο εφεσίβλητος Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, δεν είχε την ιδιότητα του εναγομένου στην ένδικη αγωγή τους και συνακόλουθα δεν ήταν αντίδικος στην πρωτόδικη δίκη, ενώ έδει, κατά τα διαλαμβανόμενα στον οικείο αναιρετικό λόγο, να προχωρήσει στην εξέτασή της κατ' ουσίαν .
Σύμφωνα όμως με τα προεκτεθέντα, η διάταξη του άρθρου 517 ΚΠολΔ είναι περιοριστική, υπό την έννοια ότι παθητικώς νομιμοποιούμενοι διάδικοι στην έφεση είναι όσοι είχαν διατελέσει αντίδικοι του εκκαλούντος στην πρωτοβάθμια δίκη, έτσι, ώστε, εάν η έφεση απευθύνεται κατά προσώπου μη αντιδίκου του εκκαλούντος, να απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως .
Με βάση τα παραπάνω, εφόσον έλλειπε η παθητική νομιμοποίηση του εφεσιβλήτου, η εναντίον του ασκηθείσα έφεση ήταν απαράδεκτη, διότι αυτός δεν ήταν διάδικος στην πρωτόδικη δίκη, ώστε, κατά το άρθρο 517 παρ. 1 του ΚΠολΔ, να ασκηθεί παραδεκτά εναντίον του η έφεση των εναγόντων . Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με το να απορρίψει αυτήν ως απαράδεκτη, ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως του εφεσιβλήτου Υπουργού Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 517 του ΚΠολΔ και κατά συνέπεια και ο δεύτερος λόγος της αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.14 ΚΠολΔ, της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Προϋπόθεση όμως για να ιδρυθεί λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του να έχει καταρτίσει ελάσσονα πρόταση εκτίμησης των αποδείξεων και, κατά συνέπεια, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίψει την αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση) ως μη νόμιμη, απαράδεκτο ή αόριστο, χωρίς να ερευνήσει αυτόν κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1410/2017, Α.Π. 701/2011, Α.Π. 121/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα νομική σκέψη της παρούσας, εφόσον η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη, ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο οποίος προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της διαφοράς και κατάρτιση ελάσσονος πρότασης εκτίμησης των αποδείξεων, ήτοι διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας . Επομένως, ο τρίτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Μετά όλα τα προεκτιθέμενα και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης . Ζήτημα επιβολής δικαστικών εξόδων εις βάρος των ηττηθέντων αναιρεσειόντων δεν τίθεται στην ένδικη υπόθεση, διότι το αναιρεσίβλητο που παραστάθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ότι δεν θα εμφανισθεί κατά την εκφώνηση (άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα) και κατέθεσε προτάσεις, δεν υπέβαλε αίτημα καταδίκης των αναιρεσειόντων στην πληρωμή των δικαστικών του εξόδων (άρθρο 106 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης, ως προς τους 6ο, 8η, 9η και 10ο των αναιρεσειόντων.
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ως προς τους αναιρεσείοντες αυτούς.
Δικάζει την αίτηση αναίρεσης, ως προς τους λοιπούς διαδίκους .
Απορρίπτει την από 27-11-2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 8963/863/28-11-2017 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 3447/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ