Appeal dismissed for inadmissibility due to vague grounds and failure to cite specific factual findings of the lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision regarding the invalidity of a loan contract. The appellants argued that the lower court erred in fact-finding and violated substantive law, but the Court found their grounds vague and lacking specific references to the contested facts. Consequently, the Court ruled that the appeal was inadmissible because it did not sufficiently challenge the lower court's evaluation of evidence or legal reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 19 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to specifically reference the factual findings or legal reasoning of the lower court that justify the decision.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1365 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1365/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1'Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Π. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αλέξανδρου Αλεξανδράκη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Α. Π. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην .... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κανέλλια με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/7/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 84/2015 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8/10/2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Τζανερρίκος ανέγνωσε την από 21/8/2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινομένη αίτησή τους οι αναιρεσείοντες προσβάλλουν την υπ' αριθμόν 84/2015 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, που εκδόθηκε, αντιμωλία, μεταξύ αυτών και της αναιρεσίβλητης και με την οποίαν απορρίφθηκε η από 30-07-2012 έφεσή τους, κατά της υπ' αριθμόν 104/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, η οποία είχε δεχθεί, εν μέρει, την από 22-07-2010 αγωγή τους, με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της αναφερομένης σ' αυτήν δανειακής συμβάσεως.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα δίδεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά και παρέχει το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον, που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις, που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται, πλην άλλων, και η άσκηση ενδίκων μέσων, καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες, που δημιουργούνται από τις δίκες αυτές.
Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες, που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο, ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη της πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008).
Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 495, 553 παρ. 1, 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας του φερομένου ως ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, χωρίς την απόδειξη της υπάρξεως πληρεξουσιότητας αυτού, προς τον υπογράψαντα αυτή (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 240/2014, ΑΠ 233/2014, ΑΠ 1852/2007).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1α ΚΠολΔ "Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνον ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.
Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται". Η διάταξη αυτή προσδίδει ευρύτερα όρια στην έννοια της αναγκαστικής ομοδικίας, εφόσον αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, στις οποίες, αν και δεν υπάρχει κίνδυνος συγκρούσεως δεδικασμένου, δεν νοείται, η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, αλλά κατά τους κανόνες της λογικής και του δικαίου επιβάλλεται η έκδοση όμοιας απόφασης.
Έτσι, αναγκαστική ομοδικία υφίσταται και σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει πλήρης ταυτότητα του αντικειμένου της δίκης κάθε ομοδίκου, καθόσον η λογική αναγκαιότητα επιβάλλει την έκδοση όμοιας απόφασης και, συνεπώς, δεν είναι νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων. Τέτοια περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας υπάρχει και όταν ασκείται αγωγή για την αναγνώριση της ακυρότητας δικαιοπραξίας (ΑΠ 223/2018, ΑΠ285/2017, ΑΠ 42/2016, ΑΠ 1683/2013), όπως είναι και η αγωγή των δανειοληπτών κατά του δανειοδότη για την αναγνώριση της ακυρότητας της αυτής δανειακής δικαιοπραξίας ως αντικειμένης στα χρηστά ήθη.
Οι ενάγοντες της αγωγής αυτής συνδέονται με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας, καθόσον δεν νοείται στην υπόθεση αυτή η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, ενόψει του ότι υπάρχει ταυτότητα του αντικειμένου της δίκης για τον κάθε ενάγοντα και κατά τους κανόνες της λογικής του δικαίου επιβάλλεται η έκδοση όμοιας απόφασης.
Εξάλλου, κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου 76 ΚΠολΔ, η άσκηση ενδίκου μέσου από κάποιον από τους αναγκαίους ομοδίκους έχει αποτέλεσμα και για τους άλλους. Τούτο σημαίνει, ότι, αν ένας αναγκαίος ομόδικος ασκήσει ένδικο μέσο, θεωρείται από το νόμο ότι αυτό το ασκούν και οι υπόλοιποι αναγκαίοι ομόδικοι παρ' όλο ότι αδράνησαν (ΑΠ 1683/2013).
Ακόμη από τη γενική και χωρίς επιφύλαξη διατύπωση της άνω διάταξης προκύπτει ότι και στην περίπτωση που το ασκηθέν εκ μέρους ενός αναγκαίου ομοδίκου ένδικο μέσο απερρίφθη ως απαράδεκτο, η άσκηση ενδίκου μέσου από άλλον αναγκαίο ομόδικο έχει αποτέλεσμα και γι' αυτόν, καθόσον τον καθιστά διάδικο και αποκτά όλα τα δικαιώματα, που προκύπτουν από την ιδιότητα αυτή, πρέπει όμως αυτός να καλείται για να μετάσχει στη συζήτηση του ένδικου μέσου.
Αλλιώς, σε περίπτωση μη εμφάνισης τούτου, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της αναίρεσης, ως προς όλους, εφόσον δεν πρόκειται περί απλής ομοδικίας, κατ' εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 576 ίδιου Κώδικα (όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής προστέθηκε με το άρθρο 62 Ν. 4139/2013). Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας, δεν αποδεικνύεται η πληρεξουσιότητα του δευτέρου αναιρεσείοντος προς τον υπογράφοντα την ένδικη αίτηση αναίρεσης δικηγόρο Ναυπλίου Ε.
Μ., ο οποίος (αναιρεσείων), μολονότι νομίμως και εμπροθέσμως κλητεύθηκε, από την επισπεύδουσα την παρούσα συζήτηση αναιρεσίβλητη, (βλ. την υπ' αριθμ. ...71ε'/15-03-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου Ι. Κ.), δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, από το οικείο πινάκιο της αναφερομένης στην αρχή της παρούσης δικασίμου, ούτε κατέθεσε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Επομένως, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που ασκήθηκε από το δεύτερο αναιρεσείοντα, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα νομική σκέψη, είναι απαράδεκτη, ως προς αυτόν. Είναι όμως παραδεκτή η άσκηση αυτής από τον πρώτο αναιρεσείοντα και έχει αποτέλεσμα και ως προς το δεύτερο, αφού συνδέονται, μεταξύ τους, με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας, διότι επί της υπό κρίση διαφοράς, που έχει αντικείμενο την ακύρωση, κατ' άρθρα 178, 180, 181 ΑΚ, της αυτής δανειακής δικαιοπραξίας, με συμβαλλομένους σ' αυτήν όλους τους διαδίκους της προκειμένης δίκης, δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις, ενόψει του ότι υπάρχει ταυτότητα του αντικειμένου της δίκης για τον κάθε ενάγοντα και κατά τους κανόνες της λογικής του δικαίου επιβάλλεται η έκδοση όμοιας απόφασης.
Συνακόλουθα, η παραδεκτή άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, από τον πρώτο αναιρεσείοντα έχει αποτέλεσμα και για το δεύτερο, αναγκαίο ομόδικό του, ο οποίος, ως εκ τούτου, εφόσον απουσιάζει, στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, αντιπροσωπεύεται από τον, παριστάμενο, πρώτο αναιρεσείοντα και, αφού, κατά τα προαναφερθέντα, έχει κλητευθεί νόμιμα να παραστεί κατ' αυτή, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αναίρεσης, χωρίς την παρουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις, για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική, από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου, κατά το εδ. β' της ίδιας, ως άνω, διάταξης του ΚΠολΔ, ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ο προβλεπόμενος, απ' αυτήν, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλαδή για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.
της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/2017, 757/2015, 2102/2014, 137/2014). Για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα και σε περίπτωση κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος, από αυτή, λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται, καθόλου, πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Για να είναι, όμως, ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις, που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ), πρέπει να προκύπτουν από την διατυπωθείσα, προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση, τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου, στο αναιρετήριο, σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο, του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες, εξαιρετικές, περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο ότι, με το να διαλάβει στην αναιρεσιβαλλομένη ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα της ύπαρξης (υποθετικής) βούλησης όλων των μερών (των γονέων τους, ως ασκούντων τότε τη γονική τους μέριμνα και της ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας), κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης δανειακής σύμβασης, να προβούν στη σύναψή της, αν γνώριζαν την ακυρότητα του μέρους αυτής, που αντιστοιχεί στο ποσό των 488.900 ευρώ, ως αντικειμένου στα χρηστά ήθη, παραβίασε, εκ πλαγίου, τον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 181 του ΑΚ. Με δε τους λοιπούς, δεύτερο και τρίτο, αναιρετικούς λόγους, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, (οι αναιρεσείοντες) καταλογίζουν στο Εφετείο ότι παραβίασε, ευθέως, την ίδια, ως άνω, ουσιαστική διάταξη (άρθρο 181 ΑΚ), καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αντίστοιχα, διότι, ενώ, όπως αυτοί υποστηρίζουν, προέκυπτε, από τις αποδείξεις, ότι αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη, κατά το χρόνο σύναψης της επίμαχης δανειακής σύμβασης, απέδωσαν τέτοια σπουδαιότητα στο άκυρο μέρος της, ώστε αν γνώριζαν την ακυρότητά του δεν θα προχωρούσαν στη σύναψη αυτής, στο σύνολό της, αυτό (Εφετείο) συνήγαγε τα αντίθετα.
Όλοι, όμως, οι προαναφερθέντες αναιρετικοί λόγοι, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, συνισταμένης στην έλλειψη αναφοράς, στο αναιρετήριο, εφόσον ερεύνησε, κατ' ουσία, την προκειμένη υπόθεση, των κρισίμων παραδοχών του Εφετείου επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες αυτό, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση του, περί εν μέρει παραδοχής και, κατά τα λοιπά, απόρριψης, κατ' ουσίαν, της ένδικης αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων, κατά της αναιρεσίβλητης, έτσι ώστε η παραβίαση του επικαλουμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης αποφάσεως, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), να προκύπτουν και να μπορεί να ελεγχθούν από τη, διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού.
Δεν αρκεί δε για την πληρότητα των λόγων αυτών η αναφορά των μεμονωμένων και κατ' επιλογήν του αναιρεσείοντος αποσπασματικών και όχι πλήρων παραδοχών της απόφασης. Παρεκτός του ότι, οι δεύτερος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι (άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτοι και διότι, με τα όσα αναφέρονται, στο αναιρετήριο, για τη θεμελίωσή τους, με την επίφαση των επικαλουμένων παραβάσεων πλήττεται, στην πραγματικότητα, η ανέλεγκτη, από τον Άρειο Πάγο, εκτίμηση, από το Εφετείο, των αποδείξεων, ενώ, περαιτέρω, η προβαλλομένη, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, παραβίαση, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ανάγεται, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, στη χρήση τους κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και όχι κατά την ερμηνεία κανόνων ουσιαστικού δικαίου ή την υπαγωγή, σ' αυτούς, των πραγματικών γεγονότων, τα οποία δέχθηκε αυτό (Εφετείο) ότι αποδείχθηκαν.
IV. Επομένως, μη υπάρχοντος, προς έρευνα, άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτή, με τις, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 08-10-2015 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμό 84/2015 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ