Legislator Case Law & Legislation
1365/2017 AI generated

1365/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1365/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1365/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 30-11-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Keywords

AI generated
corporate criminal liability corporate income tax nationality of legal persons lack of shareholder standing shareholder liability corporate overindebtedness
AI generated
1013/2020
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
522/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1445/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Αριστείδη Πελεκάνο, Αρεοπαγίτες.
455/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
812/2013
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη και Δημήτριο Κράνη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1365 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1365/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Π. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Μακαρώνα.

Των αναιρεσιβλήτων - καλούντων: 1) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και την πρώην επωνυμία "... Ο.Ε.", νομίμως εκπροσωπουμένης από τον Ν. Β. του Α., η οποία εδρεύει στο ..., 2) εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ..., νομίμως εκπροσωπουμένης από τον Ν. Β. του Α., ατομικά και με την ιδιότητά της ως ομορρύθμου μέλους της εδρεύουσης στο ... εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και την πρώην επωνυμία "... Ο.Ε." και 3) Ν. Β. του Α., κατοίκου ...., όπως προκύπτει από την από 2-4-2015 κλήση, ατομικά και με τις ιδιότητες α) του μόνου εταίρου και διαχειριστή και εκπροσώπου της ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης και β) του ομορρύθμου μέλους, διαχειριστή και εκπροσώπου της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φώτιο - Δημήτριο Κρεμμύδα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-9-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 960/2009 του Εφετείου Πατρών.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 821/2012 απόφαση του Α2 Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 960/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτείτο από άλλους δικαστές.

Στη συνέχεια εκδόθηκε η 132/2013 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-4-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 30-11-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 2-4-2015 κλήση των αναιρεσιβλήτων, νομίμως επανεισάγεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατόπιν ματαιώσεως της συζητήσεως αυτής κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 26-1-2015, λόγω διενέργειας των βουλευτικών εκλογών.

Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 132/2014 οριστική απόφαση του Εφετείου Πατρών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ’ επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ο ήδη αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του, επικαλούμενος την μεταξύ αυτού και της πρώτης των αναιρεσιβλήτων σύναψη δύο συμβάσεων ατόκου δανείου, ετήσιας διάκειας, δυνάμει των οποίων χορήγησε σ’ αυτήν, προς διευκόλυνσή της στην άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητάς της, το συνολικό χρηματικό ποσό των 70.000.000 δραχμών (που αντιστοιχεί σε 205.430 ευρώ), και την μη απόδοση του δανείου κατά την λήξη της συμφωνημένης διάρκείας του, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ήδη αναιρεσίβλητοι (δανειολήπτρια εταιρεία και ομόρρυθμα μέλη της) να του καταβάλουν νομιμοτόκως και εις ολόκληρον έκαστος, το οφειλόμενο, ως άνω, ποσό του δανείου εκ 205.430 ευρώ.

Η αγωγή έγινε δεκτή με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία όμως, εξηφανίσθηκε, κατά παραδοχή εφέσεως των εναγομένων ήδη αναιρεσιβλήτων, με την υπ αριθμ. 960/2009 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Η ως άνω απόφαση του Εφετείου αναιρέθηκε με την υπ’ αριθμ. 821/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου και η υπόθεση παραπέμφθηκε, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο με την ήδη προσβαλλόμενη απόφασή δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή.

Κατά την διάταξη του άρθρου 806 του Α.Κ. "Με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας". Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για τη σύσταση εντόκου δανείου, που είναι σύμβαση ενοχική, αμφοτεροβαρής και άτυπη αποτελεί η μεταβίβαση της κυριότητας του αποτελούντος το αντικείμενο του δανείου χρηματικού ποσού από τον δανειστή στον δανειολήπτη, ο οποίος ακολούθως καθίσταται υπόχρεος για την απόδοση του ίδιου χρηματικού ποσού μετά των συμφωνηθέντων τόκων (Α.Π. 1960/2013).

Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012)Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφαση του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: ": Με το από 27.5.1985 ιδιωτικό συμφωνητικό συστάθηκε ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΕ" και δημοσιεύτηκε στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας...με αρχικούς εταίρους τον Χ.

Λ. και Ε. Ξ., οι οποίοι μετείχαν κατά ποσοστό 50% έκαστος στο εταιρικό κεφάλαιο. Αντικείμενο είχε την παροχή τουριστικών και ναυτιλιακών υπηρεσιών...και διαχειριστή και εκπρόσωπο της το Χ. Λ.. Στη συνέχεια με το από 25.5.1990 ιδιωτικό συμφωνητικό..., η ως άνω εταιρεία μετετράπη σε ομόρρυθμη με την επωνυμία "... ΟΕ" με ομόρρυθμο μέλος αυτής και διαχειριστή τον Ε.

Ξ.. Ακολούθως με το από 28.5.1991 ιδιωτικό συμφωνητικό... ο εκ των εταίρων Χ. Λ. πώλησε το 98% του ποσοστού του στον Σ. Κ. και ομόρρυθμοι εταίροι έγιναν οι Σ. Κ. σε ποσοστό 49%, ο οποίος παράλληλα ορίστηκε διαχειριστής και εκπρόσωπος της, Χ. Λ. σε ποσοστό 1% και Ε. Ξ. σε ποσοστό 50%. Περαιτέρω με το υπ’ αριθμ. ...20.11.1991 συμβολαιογραφικό έγγραφο της συμ/φου Αθηνών Ε.

Β....ο εκ των εταίρων Ε. Ξ. πώλησε το εκ 50% ποσοστό του στο Δ. Σ. Λ. και ομόρρυθμοι εταίροι έγιναν οι Σ. Κ. σε ποσοστό 49%, Χ. Λ. σε ποσοστό 1% και Δ. Λ. σε ποσοστό 50%. Ακολούθως με το υπ’ αριθμ. ...18.9.1995 συμ/κό έγγραφο της συμ/φου Αθηνών Ε. συζ. Ι. Τ. - Γ....,ο εκ των εταίρων Δ. Λ. πώλησε το εκ 50% ποσοστό στην β’ εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία "..." και τον τίτλο "..." (ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη) και ομόρρυθμοι εταίροι έγιναν οι Σ.

Κ. σε ποσοστό 49% , Χ. Λ. σε ποσοστό 1% και η αμέσως ανωτέρω εταιρεία σε ποσοστό 50%. Με το από 8.4.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό...αυξήθηκε το εταιρικό κεφάλαιο της εταιρείας με καταβολή μετρητών κατά 89.413,06 ευρώ και το συνολικό κεφάλαιο της εταιρείας ανήλθε σε 90.000 €....Τέλος, με το από 17.6.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό...οι εκ των εταίρων Χ.

Λ. και Σ. Κ. πώλησαν τα εταιρικά τους μερίδια στον τρίτο εναγόμενο Ν. Β. του Α. (ήδη τρίτο αναιρεσίβλητο) και ομόρρυθμοι εταίροι έγιναν η δεύτερη εναγομένη εταιρεία (ΠΕ) και ο τρίτος εναγόμενος κατά ποσοστό 50% ο καθένας, ενώ παράλληλα με το ίδιο συμφωνητικό κωδικοποιήθηκε το καταστατικό της εταιρείας, τροποποιήθηκε η επωνυμία της και έγινε "...

ΟΕ" (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη). Περαιτέρω δεν αποδείχτηκε ότι στις 2.4.1992 και 2.11.1992 καταρτίστηκαν προφορικά μεταξύ του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) και της α’ εναγομένης, η οποία τότε έφερε την επωνυμία "Χ. Λ. και Σία Ο.Ε" δια του τότε νομίμου εκπροσώπου της Σ. Κ. δύο (2) συμβάσεις ατόκου δανείου ποσού 35.000.000 δρχ.

εκάστη, αποδοτέου εντός 12 μηνών και ότι ο ενάγων κατέβαλε δυνάμει αυτών ως δάνειο ποσό 35.000.000 δρχ. κάθε φορά και συνολικά 70.000.000 δρχ., προκειμένου, όπως αβάσιμα ιστορείται στην αγωγή, να διευκολυνθεί η εταιρεία σε κεφάλαιο κινήσεως για την άσκηση των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων. Ειδικότερα τα χρηματικά αυτά ποσά ουδέποτε μεταβιβάστηκαν κατά κυριότητα στην α’ εναγομένη.

Η τελευταία από της ιδρύσεως της μέχρι 30.12.2005 δεν είχε αναπτύξει καμία επιχειρηματική δραστηριότητα, δεν είχε συναλλαγές με τρίτους, δεν απασχολούσε προσωπικό, δεν είχε γραφεία, δεν είχε προβεί σε θεώρηση βιβλίων και στοιχείων KB.Σ και δε διέθετε ΑΦΜ. Ως εκ τούτου τον κρίσιμο χρόνο της κατάρτισης των επίμαχων συμβάσεων δανείων δεν αντιμετώπιζε κανένα οικονομικό πρόβλημα, ώστε να προσφύγει σε δανεισμό.

Η μόνη εμπορική πράξη στην οποία είχε προβεί ήταν η αγορά του ακινήτου, οικοπέδου 262 τ.μ στο Αργοστόλι ... δυνάμει του .../10.3.1990 συμβολαίου της συμ/φου Αθηνών Μ. Γ.. Αντίθετα αποδείχθηκε ότι οι Κ., Λ. και Β. είχαν αναπτύξει εφοπλιστική δραστηριότητα κυρίως μέσω της εταιρείας "... Α.Ε.", η οποία είναι διαφορετική εταιρεία, μη έχουσα σχέση με την πρώτη εναγομένη και η οποία από το έτος 1990 αντιμετώπιζε σοβαρά λειτουργικά και οικονομικά προβλήματα, τα οποία εντάθηκαν αρχές του έτους 1992, οπότε πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας αυτής ήταν ο Χ.

Λ.. Ο ενάγων συνδεόταν με στενή φιλική σχέση με τους Λ. και Κ., ήταν συγχωριανός με τον πρώτο και συγγενής με τον δεύτερο, αλλά και στενοί συνεργάτες με τον Λ., αφού μαζί με τον Β. διέθεταν την ξενοδοχειακή και τουριστική εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΕ", ενώ ο ενάγων ήταν αντιπρόεδρος και μέλος του ΔΣ της εταιρείας του Λ. "...

S.A.". Ο ενάγων, γνωρίζοντας το οικονομικό αδιέξοδο της εν λόγω εταιρείας και θέλοντας να βοηθήσει τους Κ. και Λ., δάνεισε τους ίδιους ατομικά με δύο καταβολές των 35.000.000 δρχ. κάθε μία το Μάιο και το Δεκέμβριο του 1992. Δηλαδή τα χρήματα αυτά μεταβιβάστηκαν κατά κυριότητα απευθείας και χωρίς παρεμβολή ή εμπλοκή της πρώτης εναγομένης στους Λ.

και Κ. ατομικά και δόθηκαν για την κάλυψη των προσωπικών χρεών των ιδίων που είχαν δημιουργηθεί λόγω της έκδοσης επιταγών της άνω εταιρείας που δεν είχε διαθέσιμα υπόλοιπα στις Τράπεζες. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται : Α) Από την κατάθεση της Μ. Μ., συζύγου του ενάγοντος, η οποία καταθέτει "...Το 1992 ο σύζυγος μου για να βοηθήσει το συγχωριανό του Χ.

Λ. και το συγγενή του το Σ. Κ. τους δάνεισε σε δύο δόσεις 70 το σύνολο εκατομμύρια δραχμές τότε έκανε την συμφωνία με το Χ. το Λ. και τον Κ.....οι δύο αυτοί κύριοι είχαν δραστηριότητες γενικά και είχαν και άλλη εταιρεία η οποία χρειαζότανε τα χρήματα την "...", τους δάνεισε για να βοηθήσουμε γιατί είχανε τεράστιο πρόβλημα η εταιρεία, είχανε προβλήματα οικονομικά και επειδή το μόνο περιουσιακό στοιχείο το είχε η άλλη εταιρεία "Λ.

ΟΕ", ο μόνος τρόπος για να εξασφαλιστεί για το δάνειο αυτό ήτανε να το πάρει αυτή η εταιρία, ώστε να μπορεί να γίνει και η προσημείωση στο οικόπεδο που είχε γιατί η άλλη δεν είχε τίποτε. Έκανε τη συμφωνία με το Κ. και το Λ. να δανείσει την εταιρεία "...". Με τη φράση βέβαια "ο μόνος τρόπος ήταν.... να το πάρει αυτή η εταιρεία" υπονοείται ότι τα χρήματα δόθηκαν μεν στους τότε εταίρους της Λ.

και Κ., αλλά ατομικά και όχι για λογαριασμό της εταιρείας αυτής, α’ εναγομένης, όπως ελέχθη ήδη. Β) Από την κατάθεση του Ε. Β. ,στην οποία αναφέρει "η εταιρεία "... ΟΕ" δεν είχε δραστηριοποιηθεί ποτέ, δεν έκανε καμία εμπορική συναλλαγή, δεν είχε υπαλλήλους ή άλλο προσωπικό και δεν είχε ούτε καν φορολογικά στοιχεία και βιβλία ....ουδέποτε έλαβε δάνειο η εταιρεία από τον Π.

Μ., αφού δεν είχε καμία δραστηριότητα και δεν είχε χρέη...." Γ) Επίσης από τη δήλωση Χ. Λ. στο από 23.4.2003 μεταξύ του τρίτου εναγομένου και αυτού ιδιωτικό προσύμφωνο απόδειξη καταβολής τιμήματος αγοράς εταιρικών μεριδίων ομόρρυθμης εταιρείας, στο οποίο ρητά καταγράφεται ότι "ουδεμία υποχρέωση της εταιρείας έχει συνομολογηθεί και ότι κατά τη γνώση του η εταιρεία αυτή δεν έχει οφειλές σε τρίτους, δεδομένου ότι η εταιρεία δεν έχει ασκήσει οποιαδήποτε δραστηριότητα από το 1990 έως σήμερα και ουδείς έχει προβάλλει έκτοτε οποιαδήποτε απαίτηση".

Τα ανωτέρω και δη το γεγονός ότι ουδεμία δανειακή σύβαση καταρτίστηκε μεταξύ της α’ εναγομένης εταιρείας και του ενάγοντος και ότι ουδεμία απαίτηση έχει ο ενάγων εναντίον της από την αιτία αυτή, δεν αναιρούνται από τις επικαλούμενες από τον ενάγοντα υπ’ αριθμ. 819/1992 και 19300/1992 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που διέταξαν την έγγραφη προσημείωσης υποθήκης για 35.000.000 δρχ., αντίστοιχα, εκάστη επί του ανωτέρω ακινήτου ιδιοκτησίας της α’ εναγομένης εταιρείας, μετά από συναίνεση προς τούτο του νομίμου τότε εκπροσώπου της Σ.

Κ.. Και τούτο διότι, όπως κατέθεσε και η σύζυγος του ενάγοντος, η λύση αυτή επελέγη προς διευκόλυνση και εξασφάλιση του ενάγοντος, επειδή οι πραγματικοί δανειολήπτες (φυσικά πρόσωπα) ήσαν αφερέγγυοι. Άλλωστε το γεγονός της μη κατάρτισης των επικαλούμενων συμβάσεων μεταξύ του ενάγοντος ως δανειστού και της α’ εναγομένης εταιρείας ως δανειζόμενης βεβαίωσε και ο συναινέσας για την εγγραφή προσημειώσεων Σ.

Κ. στην .../2003 ένορκη βεβαίωση του. Ακόμη ότι συμφωνήθηκε και γράφτηκε προσημείωση υποθήκης, ώστε εάν δεν επέστρεφαν τα χρήματα να ικανοποιηθεί ο Μ. με εκτέλεση κατά του ακινήτου της εταιρείας παραδέχεται και ο ίδιος ο Χ. Λ. στην από 3.1.2006 ένορκη βεβαίωση. Τέλος η ανωτέρω κρίση δεν παραλλάσσει από την αναφορά του Χ.

Λ. στο από 23.1.2003 ανωτέρω προσύμφωνο ότι "σε περίπτωση κατά την οποία η εταιρεία υποχρεωθεί δυνάμει τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, να καταβάλει προς τρίτους, εκτός του ως άνω αναφερόμενου ως προσημειούχου δανειστή Π. Μ. και οποιωνδήποτε φόρων, τελών και προστίμων, ο πωλητής ευθύνεται για την καταβολή του ποσού αυτού".

Η αναφορά αυτή ελέγχεται προσχηματική και απορρέει από τη σχέση οικονομικής εξάρτησης που υπήρχε μεταξύ ενάγοντος και Χ. Λ., αφού, όπως και ο μάρτυρας ανταπόδειξης κατέθεσε, ο ίδιος διαβεβαίωνε προφορικά τον αδελφό του γ’ εναγόμενο και ορκίζονταν ότι οι προσημειώσεις δεν ανταποκρίνονταν σε πραγματικό χρέος της εναγομένης εταιρείας από δανειοδότηση αυτής από τον ενάγοντα.

Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω αφού δεν αποδείχτηκε η ιστορική βάση της αγωγής, θα έπρεπε αυτή να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη...". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων και εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσείοντος, χώρησε στην κατ’ ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως και απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την αγωγή.

Έτσι, κρίνοντας το Εφετείο ορθά ερμήνευσε την προδιαληφθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 806 Α.Κ. και δεν παραβίασε αυτήν με την μη εφαρμογή της, αφού με βάση τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και κυρίως ότι δεν συνήφθησαν οι συνιστώσες την βάση της ένδικης αγωγής συμβάσεις δανείου μεταξύ του αναιρεσείοντος και της πρώτης αναιρεσίβλητης δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διατάξεως.

Επί πλέον δε το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν εστέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του νομίμου βάσεως, διαλαμβάνοντας σ’ αυτήν αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα του προσώπου που συνεβλήθη ως δανειολήπτης στις επίμαχες συμβάσεις με τον αναιρεσείοντα και εκείνου που εισέπραξε από τον τελευταίο τα ποσά του χορηγηθέντος δανείου.

Τούτο δε, διότι με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, παρατίθενται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αρνητικό αποδεικτικό του πόρισμα, ότι δηλαδή η πρώτη αναιρεσίβλητη δεν είχε οποιαδήποτε σχέση ή συμμετοχή στην επίδικη συναλλαγή, αφού ούτε συνηλλάγη ως δανειολήπτρια στις επίμαχες συμβάσεις ούτε και εισέπραξε το ποσό αυτών, από τον αναιρεσείοντα, και ότι οι συμβληθέντες με τον τελευταίο Χ.

Λ. και Σ. Κ., που εισέπραξαν το ποσό του δανείου δεν ενήργησαν ως νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής ,αλλά ατομικώς. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., υπό την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως της προρρηθείσης ουσιαστικού δικαίου διατάξεως τυγχάνει αβάσιμος.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, αν το δικαστήριο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία περίπτωση, πρόκειται για παράπονο, αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό πόρισμα του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε ως προς το αποδεικτέο γεγονός (Ολ.Α.Π. 1/1999, 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη ειδικότερα στο ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του προαναφερθέντος καταλυτικού για την διάγνωση της ένδικης διαφοράς, πορίσματός του ότι η πρώτη των αναιρεσιβλήτων δεν συνεβλήθη με τον αναιρεσείοντα στις επίμαχες δανειακές συμβάσεις και δεν εισέπραξε το συνιστόν το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών χρηματικό ποσό, παραμόρφωσε το περιεχόμενο ουσιώδους για την διαμόρφωση του πορίσματός του εγγράφου και συγκεκριμένα του από 23-4-2003 ιδιωτικού προσυμφώνου - αποδείξεως καταβολής τιμήματος αγοράς εταιρικών μεριδίων που είχε καταρτισθεί μεταξύ του αναιρεσείοντος και του πρώην εταίρου της πρώτης αναιρεσίβλητης Χ. Λ.. Ειδικότερα, κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο, ενώ στο ανωτέρω έγγραφο ο πρώην εταίρος της πρώτης αναιρεσίβλητης Χ. Λ. ανέφερε ρητώς ως υπαρκτές τις ένδικες κατ’ αυτής απαιτήσεις του αναιρεσείοντος και τις συναινετικώς εγγραφείσες προς εξασφάλιση αυτών προσημειώσεις υποθήκης σε ακίνητό της, το Εφετείο, κατά παραμόρφωση του περιεχομένου του εγγράφου αυτού, δέχθηκε ότι ο ως άνω Χ. Λ. δήλωσε ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε απαίτηση κατά της πρώτης αναιρεσίβλητης και συνακολούθως και οι ένδικες.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και από τις επίμαχες δηλώσεις του Χ. Λ. στο προαναφερόμενο έγγραφο, οι οποίες περιέχονται στο αναιρετήριο, ουδεμία παραμόρφωση τούτων έγινε από την προσβαλλομένη απόφαση. Τούτο δε διότι οι δηλώσεις αυτού ότι: "ουδεμία υποχρέωση της εταιρείας έχει συνομολογηθεί και ότι κατά τη γνώση του η εταιρεία αυτή δεν έχει οφειλές σε τρίτους, δεδομένου ότι η εταιρεία δεν έχει ασκήσει οποιαδήποτε δραστηριότητα από το 1990 έως σήμερα και ουδείς έχει προβάλλει έκτοτε οποιαδήποτε απαίτηση" και ότι : "σε περίπτωση κατά την οποία η εταιρεία υποχρεωθεί δυνάμει τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, να καταβάλει προς τρίτους, εκτός του ως άνω αναφερόμενου ως προσημειούχου δανειστή Π.

Μ. και οποιωνδήποτε φόρων, τελών και προστίμων, ο πωλητής ευθύνεται για την καταβολή του ποσού αυτού" περιέχονται αυτούσιες στην προσβαλλομένη απόφαση. Κατά την εκτίμηση όμως του περιεχομένου αυτών το Εφετείο, απέδωσε, ιδιαιτέρως στην δεύτερη εξ αυτών, περιεχόμενο και νόημα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Ωστόσο η ενέργεια αύτη του Εφετείο και εσφαλμένη αν ήθελε θεωρηθεί δεν συνιστά διαγνωστικό, αλλά εκτιμητικό σφάλμα , το οποίο, ως αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, καθισταμένου συνεπώς κατά τούτο απαραδέκτου του σχετικού λόγου αναιρέσεως.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων". Αποδεικτική δύναμη των διαφόρων αποδεικτικών μέσων είναι η επίδραση που έχει ή μπορεί να έχει κάποιο αποδεικτικό μέσο στο σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεως και ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη δύναμη αποδείξεως από εκείνη που δεσμευτικώς καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση που το δικαστήριο, συνεκτιμώντας ελεύθερα, κατά το άρθρο 340 Κ.Πολ.Δ., ιδίας αποδεικτικής δυνάμεως αποδεικτικά μέσα, αποδίδει μικρότερη ή μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο ή κάποια από αυτά, αφού τότε η εκτίμηση αφορά την ουσία των πραγμάτων και είναι συνεπώς κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικώς ανέλεγκτη (Α.Π. 353/2007, 1531/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 12 Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενος ότι το δικαστήριο κατά την διαμόρφωση του προειρημένου αρνητικού πορίσματος του, ως προς την δανειοδότηση εκ μέρους του αναιρεσείοντος της πρώτης αναιρεσίβλητης, προσέδωσε μείζον του νομίμου αποδεικτικό βάρος στην υπ’ αριθμ. .../2004 ένορκη βεβαίωση του πρώην εταίρου και νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αναιρεσίβλητης Σ.

Κ., υποπίπτοντας στην αντίστοιχη, ως άνω, αναιρετική πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, την ρηθείσα ένορκη βεβαίωση , η οποία δεν είχε ληφθεί για την συγκεκριμένη δίκη, το Εφετείο την έλαβε υπόψη ως απλό έγγραφο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και δεν της προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική ισχύ έναντι των λοιπών εγγράφων, αλλά την εκτίμησε με αυτά ελεύθερα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ως ίσης βαρύτητας αποδεικτικό μέσο.

Εξάλλου η δια του αυτού αναιρετικού λόγου σωρευτικώς αποδιδομένη στην προσβαλλομένη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., ότι δηλαδή το Εφετείο παρεμόρφωσε το περιεχόμενο της ανωτέρω ενόρκου βεβαιώσεως, είναι προεχόντως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, αφού δεν προσδιορίζεται καθόλου η προβαλλόμενη παραμόρφωση, της εν λόγω βεβαιώσεως, αλλά υπό την προσχηματική επίκληση αυτής πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση της από το Εφετείο.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως περί της βασιμότητας ή μη των προβαλλομένων παρά των διαδίκων πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι αναγκαία η ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση ενός εκάστου εξ αυτών, αρκεί να καθίσταται χωρίς αμφιβολία βέβαιο από το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι αυτά ελήφθησαν υπόψη. Η παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ.11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως. Εξάλλου κατά το άρθρο 270 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 12 ν.2915/2001 και πριν από την εκ νέου αντικατάσταση του με το άρθρο 28 ν.3994/2011 και έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση διαχρονικώς, αποδεικτικό μέσο ιδιαίτερο από τους μάρτυρες και τα έγγραφα αποτελούν και οι ένορκες βεβαιώσεις τρίτων προσώπων ενώπιον ειρηνοδίκου ή συμβολαιογράφου ή προξένου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή (Α.Π. 1466/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο του αναιρετηρίου, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η εκ του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια ότι το Εφετείο κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη την υπ’ αριθμ. .../3-4-2009 ένορκη βεβαίωση του Γ. Μ. ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και την ανωτέρω, ρητώς αναφερομένη, ένορκη βεβαίωση , αλλά και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως και ειδικότερα από τις αιτιολογίες αυτής που αφορούν τους πραγματικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, προς απόδειξη των οποίων επικαλέσθηκε την συγκεκριμένη ένορκη βεβαίωση δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων και την βεβαίωση αυτή.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί επί πλέον αυτός, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ,2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων , κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9 Απριλίου 2014 αίτηση του Π. Μ. του Χ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 132/2013 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ