Legislator Case Law & Legislation
1365/2014 AI generated

1365/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1365/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Ελένη Διονυσοπούλου και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1365/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην κτηματική περιφέρεια τον χωριού Βάθη της ομώνυμης κοινότητας της Επαρχίας Κισσάμου και στην ειδικότερη θέση "...", έχομε στην συγκυριότητα, συννομή και συγκατοχή μας οι με τους αριθμούς 1 και 3 από εμάς κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, και οι με στοιχεία 2α και 2β μαζί και οι δυο κατά το υπόλοιπο 1/3 εξ αδιαιρέτου, ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 2,5 στρεμμάτων περίπου το οποίο συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Μ.

Keywords

AI generated
property ownership previous legal status rural land ownership land and buildings registration of construction lien proof of ownership
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1365 / 2014 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1365/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Ελένη Διονυσοπούλου και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Π. Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ποντικάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γ. Θ. Κ., κατοίκου ..., 2) Β. συζ. Π. Γ. το γένος Ν. Κ., κατοίκου ..., 3) Μ. συζ. Κ. Τ. το γένος Ν. Κ., κατοίκου ... και 4) Ν. Ε. Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Βαργανελάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 18/9/1991 και 30/10/1991 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 376/1992 του ίδιου Δικαστηρίου, 243/2007 μη οριστική και 199/2009 οριστική του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/11/2009 αίτησή του και τους από 4/11/2010 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 11/2/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Σπυρίδωνος Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 18/11/2009 αίτησης και του από 4/11/2010 πρόσθετου λόγου για αναίρεση της 199/2009 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας. για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στην αγωγή με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικό, τα οποία αποτελούν προϋπόθεση για την εφαρμογή του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής. Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τους λόγους του άρθρου 559 αριθμοί 8 και 14 του ΚΠολΔ. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1 ΚΠολΔ και 1094 ΑΚ συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου είναι: α) η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικουμένου ακίνητου, με ακριβή περιγραφή αυτού και μνεία του οριστικού τίτλου κυριότητας, β) νομή ή κατοχή του ακινήτου από τον εναγόμενο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και γ) αίτημα απόδοσης του διεκδικουμένου ακινήτου στον ενάγοντα.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 216 παρ.1 του ΚΠολΔ αγωγή, εκτός των άλλων αναγκαίων για το ορισμένο αυτής της στοιχείων, πρέπει να περιέχει και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς ώστε ουδεμία να γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητάς του. Ειδικότερα προκειμένου περί αγωγής διεκδικητικής της κυριότητας ακινήτου απαιτείται για το ορισμένο αυτής, από απόψεως περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς, ο καθορισμός κατά τρόπο σαφή της θέσεως, στην οποία κείται το ακίνητο, και οπωσδήποτε των ορίων του, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητάς του.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τις ένδικες από 18/9/1991 και από 30/10/1991 διεκδικητικές αγωγές, επί των οποίων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και το περιεχόμενο των οποίων επιτρεπτώς εκτιμά ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, αναφορικά με την περιγραφή των επίδικων ακινήτων α) στην από 18/9/1991 αγωγή εκθέτουν:

Στην κτηματική περιφέρεια τον χωριού Βάθη της ομώνυμης κοινότητας της Επαρχίας Κισσάμου και στην ειδικότερη θέση "...", έχομε στην συγκυριότητα, συννομή και συγκατοχή μας οι με τους αριθμούς 1 και 3 από εμάς κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, και οι με στοιχεία 2α και 2β μαζί και οι δυο κατά το υπόλοιπο 1/3 εξ αδιαιρέτου, ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 2,5 στρεμμάτων περίπου το οποίο συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Μ.

Σ.. Δυτικά με ιδιοκτησία Χ. Π. Β., Βόρεια με ιδιοκτησίες Κ. και Ε. Π. και κληρονόμων Ε. Κ. και Νότια με ιδιοκτησία Ν. Μ. ή Σ." και 2) στην από 30/10/91 αγωγή εκθέτουν: "Στην κτηματική περιφέρεια του χωριού Βάθη της ομώνυμης Κοινότητας της Επαρχίας Κισσάμου και στην ειδικότερα η θέση "...", έχομε στην συγκυριότητα, συννομή και συγκατοχή μας οι με τους αριθμούς 1 και 3 από εμάς κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, και οι με στοιχεία 2α και β μαζί κι οι δυο κατά το υπόλοιπο 1/3 εξ αδιαιρέτου, ένα αγροτεμάχιο εκτάσεως 2 στρεμμάτων περίπου το οποίο συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες Γ.

και Σ., Ν. Μ., κληρονόμων Ι. Β. και με ιδιοκτησία αγνώστου".

Με αυτό το περιεχόμενο οι ένδικες αγωγές είναι αρκούντως ορισμένες, αναφορικά με την ταυτότητα των επίδικων ακινήτων, των οποίων γίνεται ακριβής περιγραφή κατά θέση, όρια και επιφάνεια, χωρίς αυτά να φέρονται ότι αποτελούν τμήματα μεγαλύτερου ακινήτου, ώστε να είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός της θέσης και των ορίων τους μέσα σε αυτό. Επομένως, το Εφετείο που με την προσβαλλόμενη απόφαση του δεν απέρριψε ως απαράδεκτες λόγω αοριστίας τις κρινόμενες αγωγές, ως προς την περιγραφή των επίδικων ακινήτων, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη κήρυξης απαραδέκτου. Γι' αυτό και ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κατά δε το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 976, 1045, 1051 ΑΚ, συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται η άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, συνυπολογιζομένου και του χρόνου νομής χρησικτησίας του προκατόχου του νομέως. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει (ΑΠ 1077/2012).

Ως πράξεις νομής θεωρούνται, μεταξύ των άλλων, η βοσκή ζώων, η καλλιέργεια, η εκμίσθωση, η επίβλεψη, η οριοθέτηση του ακινήτου. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα περιστατικά: " Οι ενάγοντες είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου οι 1η και 3° εξ αυτών και κατά το 1/6 οι λοιποί, δύο ακινήτων εκτάσεως, του μεν πρώτου [αφορά την από 18-9-1991 αγωγή] 2,5 περίπου στρεμμάτων που βρίσκεται στην θέση "...", κτηματικής περιφέρειας Κοινότητας Βάθης, και συνορεύει βόρεια ανατολικά με ιδιοκτησία Μ.

Σ., δυτικά με ιδιοκτησία Χ. Β., βόρεια με ιδιοκτησία Κ. και Ε. Π. και κληρονόμων Ε. Κ. και νότια με ιδιοκτησία Ν. Μ. ή Σ., του δε δεύτερου (αφορά την από 30-10-1991 αγωγή) 2 περίπου στρεμμάτων που βρίσκεται στην αυτή ως άνω θέση και κτηματική περιφέρεια και που συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες Γ. ή Σ., Ν. Μ., και κληρ. Ι.

Β. και με ιδιοκτησία αγνώστου. Τα ακίνητα αυτά, περιήλθαν στους ενάγοντες από άτυπες δωρεές των γονέων τους που έγιναν το 1960 και συγκεκριμένα στον Γ. Κ. - κατά ποσοστό το 1/3 εξ αδιαιρέτου με άτυπη δωρεά από την μητέρα του Β. Κ., στην Β. συζ. Π. Γ. και Μ. συζ. Κ. κατά ποσοστό το 1/6 εξ αδιαιρέτου σε έκαστη εξ αυτών, με άτυπη δωρεά από τον πατέρα τους Ν.

Κ. και στον τελευταίο κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου με άτυπη δωρεά από τον πατέρα του Ε. Κ.. Στους ως άνω δε δικαιοπαρόχους των [Β. Κ., Ν. Κ. και Ε. Κ.] τα παραπάνω ακίνητα περιήλθαν το 1920 με άτυπη δωρεά, κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου σε έκαστον εξ αυτών από τον παππού των εναγόντων και πατέρα των δικαιοπαρόχων των Γ.

Κ.. Τα παραπάνω ακίνητα, κατά τα ως άνω ποσοστά, κατείχαν οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων από το 1920 έως το 1960, με διάνοια κυρίου συνεχώς και αδιαλείπτως, και ενεργούσαν σ' αυτό είτε οι ίδιοι, είτε με αντιπροσώπους των, όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που αρμόζουν σε κύριο. Ειδικότερα, επειδή κατά το μεγαλύτερο μέρος τους το έδαφος των παραπάνω ακινήτων είναι πετρώδες και δεν προσφέρεται για καλλιέργεια, τα επέβλεπαν, έβοσκαν σε αυτά τα ζώα τους, τα εκμίσθωσαν σε τρίτους ( βοσκούς) κλπ.

Στη συνέχεια, από το έτος 1960 και μετά που περιήλθαν στους ενάγοντες τα παραπάνω ακίνητα, ασκούσαν πλέον αυτοί, τις ίδιες πιο πάνω πράξεις νομής και κατοχής με διάνοια κυρίου, ήτοι τα εκμίσθωναν σε βοσκούς, τα επέβλεπαν, τα οριοθετούσαν, και τα έσπερναν με δημητριακά. Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τις σαφείς καταθέσεις στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, των μαρτύρων του ενάγοντος 1 και Ν.

Μ., που είναι κάτοικοι της περιοχής, μεγάλης ηλικίας και έχουν δική τους γνώση γι' αυτά. Ειδικότερα ο πρώτος τούτων έχει ασκήσει ο ίδιος, αλλά και ο πατέρας του ως αντιπρόσωπος των εναγόντων πράξεις νομείς επί του επιδίκου. Οι καταθέσεις των ως άνω μαρτύρων συμπορεύονται και με τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων Κ.

Μ. και Μ. Κ. ενώπιον της συμ/φου Χανίων Νίκης Σκουράκη (βλ. υπ' αριθμ. .../13-4-1992 ένορκη βεβαίωση), οι οποίοι είχαν ασκήσει επίσης, ως αντιπρόσωποι των εναγόντων, αλλά και των δικαιοπαρόχων των, πράξεις νομείς στα προαναφερόμενα ακίνητα, ήτοι ο πρώτος τούτων μίσθωνε τον αγρόν του Μ. Κ. του Γ. και έβοσκε το ποίμνιο του, ο δε δεύτερος τούτων, έσπειρε τον αγρό του Μ.

Κ. το έτος 1950-1951, προφανώς, για λογαριασμό του τελευταίου. Δεν αναιρούνται δε τα παραπάνω ούτε κατ' ελάχιστο από τις εκ διαμέτρου αντίθετες καταθέσεις στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο των μαρτύρων του εναγομένου Σ. Β. και Π. Β. αδελφού και πατέρα, αυτού αντίστοιχα, ούτε και από τις ασαφείς και αντιφατικές καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου Κ.

Β. και Μ. Κ. που περιέχονται στην με αριθμό .../28-2-1992 Ένορκη Βεβαίωση της Συμβολαιογράφου Χανίων Μαρίας Κλωνιτζάκη. Αξίζει να σημειωθεί ότι και οι δύο ως άνω μάρτυρες , καταθέτουν ότι πράξεις νομής επί των επιδίκων ασκούσε έως και την άσκηση της αγωγής δηλαδή το 1991 περίπου ο Χ. Μ. του Ν., στον οποίο τα είχε εκμισθώσει ο εναγόμενος, ο οποίος αν και ουσιώδης μάρτυρας δεν καταθέτει, εν αντιθέσει με τους μάρτυρες των εναγόντων οι οποίοι καταθέτουν ότι οι ίδιοι τα καλλιεργούσαν.

Ο ισχυρισμός βέβαια αυτός έρχεται σε λογική αντίφαση με τις καταθέσεις των παραπάνω μαρτύρων αλλά και τα αναγραφόμενα στις προτάσεις του, ότι δήθεν αυτός, είχε αναθέσει στον Μ. Κ. να οργώνει τα επίδικα ακίνητα από το 1980 και μετά, ενώ στην οποία τα είχε μισθώσει σε τρίτον. Ούτε εξ άλλου από το προσκομιζόμενο με επίκληση και με χρονολογία 4-11-1972 τοπογραφικό διάγραμμα του Τοπογράφου Μηχανικού Μ.

Γ., στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και τα ακίνητα των εναγόντων, μπορεί να συναχθεί το αντίθετο, δεδομένου ότι η απλή τοπογράφηση δεν αποτελεί εμφανή εξωτερικής πράξη νομής ώστε να αντιληφθούν οι ενάγοντες τις νοσφητικές του προθέσεις.

Με βάση τα παραπάνω οι ενάγοντες είχαν καταστεί συγκύριοι των προαναφερόμενων ακινήτων, κατά τα ρηθέντα ποσοστά με πρωτότυπο τρόπο και δη με έκτακτη χρησικτησία, εφ' όσον οι δικαιοπάροχοι αυτών συνεχώς και αδιαλείπτως τουλάχιστον από το 1925 έως το 1960 μετά δε το 1960 οι ίδιοι οι ενάγοντες κατείχαν αυτό με διάνοια κυρίου και ενεργούσαν σ' αυτό τις παραπάνω πράξεις νομής και κατοχής, που αρμόζουν σε κύριο.

Περαιτέρω , αποδείχθηκε ότι περί το έτος 1990, ο εναγόμενος κατέλαβε παράνομα τα παραπάνω ακίνητα, τα περιέφραξε και τα ενσωμάτωσε στην ιδιοκτησία του, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες των εναγόντων, ενέμετο δε και κατείχε τα επίδικα κατά τον χρόνο εγέρσεως της αγωγής. 0 εναγόμενος ισχυρίσθηκε με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ότι είναι κύριος των επιδίκων ακινήτων, αφού απέκτησε αυτά με τον εκτιθέμενο πρωτότυπο τρόπο και μάλιστα με έκτακτη χρησικτησία, αφού από το έτος 1955 ο ίδιος, πριν από το 1955 και συγκεκριμένα από το 1925 η μητέρα του, κατέχουν με διάνοια κυρίων συνεχώς τα ακίνητα αυτά ασκώντας επ' αυτών τις αναφερόμενες πράξεις νομής και κατοχής.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος και συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής, εφόσον τα επικαλούμενα περιστατικά μπορούν, ως εκ του χρόνου που έλαβαν χώρα κατά τον εναγόμενο, να προσπορίσουν ιδία κυριότητα σ' αυτόν, ανεξάρτητα από την προϋπάρξασα αυτή των δικαιοπαρόχων των εναγόντων. Όμως, η ένσταση αυτή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, εφ' όσον από το ως άνω αποδεικτικό υλικό δεν αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβανόταν στην περιουσία ούτε του ιδίου ούτε της μητέρας του.

Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι ο ίδιος ο εναγόμενος ή οι δικαιοπάροχοι του άσκησαν ποτέ οποιαδήποτε πράξη νομής ή κατοχής στα ακίνητα."

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι των επίδικων ακινήτων, κατά τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση ποσοστά εξ αδιαιρέτου ο καθένας, με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση και στον προορισμό των πιο πάνω ακινήτων πράξεις νομής (βοσκή, εκμίσθωση, οριοθέτηση, σπορά δημητριακών) για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, προσμετρουμένου και του χρόνου χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων τους, και ότι ο αναιρεσείων, ο οποίος ουδέποτε άσκησε (ο ίδιος και οι δικαιοπάροχοι του) οποιαδήποτε πράξη νομής ή κατοχής στα επίδικα ακίνητα, τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στην περιουσία του, τα κατέλαβε παράνομα και απέβαλε τους αναιρεσιβλήτους από τη νομή τους.

Ακολούθως, δέχθηκε τις ένδικες διεκδικητικές αγωγές των αναιρεσιβλήτων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1045, 1051 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού περιέλαβε σε αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της απόκτησης κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στα επίδικα ακίνητα με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) και της μη απόκτησης κυριότητας σε αυτά από τον αναιρεσείοντα με τα ίδια προσόντα χρησικτησίας.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι περαιτέρω αιτιάσεις που προσάπτει ο αναιρεσείων στο Εφετείο με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες, διότι:

α) ενώ δέχεται ότι και τα δύο ακίνητα έχουν συμπεριληφθεί στη μεγαλύτερη ιδιοκτησία του, στη συνέχεια ουδόλως αναφέρει, κατά την περιγραφή του 2ου ακινήτου ότι αυτό συνορεύει από οποιαδήποτε πλευρά με το ακίνητο του, β) ενώ δέχεται ότι το μεγαλύτερο μέρος των επίδικων ακινήτων είναι πετρώδες και δεν προσφέρεται για καλλιέργεια, στη συνέχεια δέχεται ότι τα έσπερναν με δημητριακά είναι επίσης απορριπτέες ως αβάσιμες, αφού το Εφετείο δεν δέχεται ότι τα επίδικα ακίνητα συμπεριλαμβάνονται στην ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος, αλλά ότι ο ίδιος τα κατέλαβε παράνομα και τα ενσωμάτωσε σε αυτή το έτος 1990, ούτε ότι το έδαφος τους ήταν εξ ολοκλήρου πετρώδες, ώστε να αποκλείεται παντελώς η καλλιέργειά τους.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν τo δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ)}που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια" αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Για την ίδρυση του αναιρετικού αυτού λόγου απαιτείται όχι μόνο η προσκομιδή, αλλά και η σαφής και ορισμένη επίκληση των αποδεικτικών μέσων στο δικαστήριο της ουσίας από μέρους του αναιρεσείοντα ( Ολ ΑΠ 14/2005) με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 498/1978).

Απαιτείται, επίσης, να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, το βάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και ο λόγος για τον οποίο ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλλεται η από τον αριθμό 1 1 περίπτ.

γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην κρίση του περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της ένδικης αγωγής, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις τα ειδικότερα, σ' αυτόν μνημονευόμενα έγγραφα, δηλαδή : α) τα υπ' αριθ. .../1985 και .../1991 συμβόλαιατων συμ/φων Κισσάμου Αλίκης Κυριακογιαννάκη και Εμμ.

Καλογριδάκη αντίστοιχα και β) το από 10-10-1923 ιδιωτικό διανεμητήριο (γιαφτά) από το οποίο προκύπτει ότι η μητέρα του αναιρεσείοντος διέμεινε την περιουσία που έλαβε από τους γονείς της, έγγραφα τα οποία επικαλέστηκε ο αναιρεσείων με τις προτάσεις που κατέθεσε στο Εφετείο προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού του ότι ο ίδιος έγινε κύριος των επιδίκων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία.

Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων "και από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός.

Κατά το άρθρο 559 εδ.17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Κατά την έννοια, όμως, της διάταξης αυτής η αντίφαση στο διατακτικό της απόφασης δικαιολογεί την αναίρεση της μόνο, όταν απ' αυτή προκαλείται αοριστία, ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεσή της, η αβεβαιότητα ως προς την σκοπηθείσα διάπλαση ή τη διάγνωση που έγινε για τις σχέσεις των διαδίκων. Εξάλλου, οι διατάξεις της απόφασης που αντιφάσκουν μεταξύ τους εν όλω ή εν μέρει πρέπει να αφορούν τις κυρίες αιτήσεις ή αυτές και τις παρεπόμενες αιτήσεις.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η από τον αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι: "Κρίθηκε, αποφασίστηκε στα Χανιά στις 8 Σεπτεμβρίου 2009, με - την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσα5σύνθεση του δικαστηρίου και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του στα Χανιά σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 30 Απριλίου 2009, αποτελούμενου από τους δικαστές, Ευγενία Προγάκη, πρόεδρο Εφετών, Μαρία Μαλτέζου, Ευθυμία Κοτορλού, Εφέτες, λόγω μεταθέσεως και αναχωρήσεως της αρχικής συνθέσεως ,απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων" και ότι οι παραπάνω διατάξεις είναι αντιφατικές γιατί δεν είναι δυνατό πρώτα να δημοσιεύεται η απόφαση (30-4-2009) και μετά να αποφασίζεται (8-9-2009). Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού οι πιο πάνω διατάξεις, που, από προφανή παραδρομή, αντιφάσκουν δεν αφορούν τις κύριες ή και τις παρεπόμενες αιτήσεις της κρινόμενης διαφοράς, ούτε, εξάλλου, από την αντίφαση αυτή προκαλείται αοριστία σε τρόπον ώστε να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της απόφασης ή αβεβαιότητα ως προς τη διάγνωση που έγινε για τις σχέσεις των διαδίκων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-11-2009 αίτηση και τον από 4/11/2010 πρόσθετο λόγο του Χ. Β. για αναίρεση της 199/2009 απόφασης του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ