Legislator Case Law & Legislation
1365/2010 AI generated

1365/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1365/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/6/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 26/3/2002 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2735/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8486/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 16/2/2006 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1365/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δεν αποτελούν επομένως "περιοδικές παροχές", υπό την έννοια των άνω διατάξεων, οι απλές δόσεις που προβλέπονται είτε από το νόμο είτε από τη σύμβαση για την καταβολή μιας ενιαίας οφειλής, η οποία εξοφλείται τμηματικά. Κατά δε το άρθρο 928 ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, ο υπόχρεος οφείλει να αποζημιώσει εκείνον που κατά το νόμο είχε δικαίωμα να απαιτεί από το θύμα διατροφή.

Keywords

AI generated
disciplinary action forfeiture under international sanctions administrative sanction criminal penalty receipt of benefits consumer credit revocation
AI generated
1116/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις με αριθμούς έκθ. κατάθεσης 489/22-9-99 και 638/18-11-99 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτου και αναιρεσείουσας, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 470/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 126/2004 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή της, με την οποία ζητεί επίσης και την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
642/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Νοεμβρίου 2000 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 499/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 96/2005 οριστική του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21 Οκτωβρίου 2005 αίτησή του.
595/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/11/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 554/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1/2005 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/8/2007 αίτησή της.
1565/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
972/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1365 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1365/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Διονυσίου Γιαννακόπουλου), , Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Χ1, 2) Χ2 χήρας Ζ, κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λεωνίδα Αποσκίτη και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ψ χήρας Κ, το γένος..., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ανδρέα Κρυστάλλη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/6/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και την από 26/3/2002 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2735/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8486/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 16/2/2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 16/4/2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή και των τεσσάρων λόγων της από 16-2-2006 αίτησης αναίρεσης και την αναίρεση της 8486/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της μόνο που δεχόμενο την έφεση της αναιρεσίβλητης εξαφάνισε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση απέρριψε την ένσταση πενταετούς παραγραφής των αναιρεσειουσών και δέχθηκε στη συνέχεια την κύρια αγωγή της αναιρεσίβλητης σε βάρος των αναιρεσειουσών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημίωσης για την όλη ζημία θετική και αποθετική, παρούσα η μέλλουσα, αν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική της επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξίωσης αυτής είναι πενταετής και αρχίζει να τρέχει για όλες τις ζημιές ενιαία από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση.

Περαιτέρω απ' τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδ. α Α.Κ. και 221 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει τη παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό ως προς το οποίο δημιουργείται αντίστοιχα εκκρεμοδικία. Όμως, κατά τη διάταξη του άρθρου 268 ΑΚ "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια, και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή.

Εξάλλου, αξιώσεις παροχών που επαναλαμβάνονται περιοδικά και που βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό, ληξιπρόθεσμες στο μέλλον, υπάγονται στην συντομότερη παραγραφή". Ως αξιώσεις "περιοδικά επαναλαμβανόμενων παροχών" νοούνται στη διάταξη αυτή, όπως άλλωστε και στις διατάξεις των άρθρων 250 αριθ. 17, 254 ΑΚ και 11 αριθ. 7 ΚΠολΔ, εκείνες που πηγάζουν διαδοχικά από έννομη σχέση, οφείλονται δε κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα, με μόνη την πάροδο του χρόνου, χωρίς να απαιτούνται νεότερα περιστατικά και χωρίς η γένεση ή η άσκησή τους να εξαρτάται από αίρεση.

Δεν αποτελούν επομένως "περιοδικές παροχές", υπό την έννοια των άνω διατάξεων, οι απλές δόσεις που προβλέπονται είτε από το νόμο είτε από τη σύμβαση για την καταβολή μιας ενιαίας οφειλής, η οποία εξοφλείται τμηματικά. Κατά δε το άρθρο 928 ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, ο υπόχρεος οφείλει να αποζημιώσει εκείνον που κατά το νόμο είχε δικαίωμα να απαιτεί από το θύμα διατροφή.

Η οφειλή αυτή έχει χαρακτήρα αποζημίωσης του δικαιούχου ο οποίος στερήθηκε της διατροφής του στο μέλλον, είναι δεν ενιαία και αφορά όλη τη μελλοντική ζημία από την αιτία αυτή. Η νομοθετική πρόβλεψη της τμηματικής, καταρχήν, καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα (άρθρο 930 παρ. 1 εδ.

α' ΑΚ) δεν επιμερίζει την αξίωση σε πλείονες αξιώσεις περιοδικώς επαναλαμβανόμενων παροχών υπό την ως άνω έννοια. Τούτο δε επιβεβαιώνεται και από την παρεχόμενη στο εδάφιο β' της διάταξης αυτής δυνατότητα επιδίκασης της αποζημίωσης σε κεφάλαιο εφάπαξ. Επομένως, αν η αξίωση, καθ' ο μέρος αφορά μελλοντική ζημία, καταβλητέα σε δόσεις, βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση, παραγράφεται μετά από είκοσι χρόνια, σύμφωνα με τη διάταξη του εδαφίου α' του άρθρου 268 ΑΚ.

Όμως η νέα αυτή εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ την ύπαρξη αξιώσεως που δεν έχει υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή. Κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 268 εδαφ. του ΑΚ από την τελεσιδικία της δικαστικής απόφασης για την ύπαρξη αξίωσης για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία αρχίζει νέα εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της ίδιας αξίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας που κρίθηκε τελεσίδικα, έστω και αν αυτή ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση, με την προϋπόθεση βέβαια ότι κατά τον χρόνο επέλευσης της τελεσιδικίας δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετία από του χρόνου της αδικοπραξίας, και η καθόλου αξίωση δεν είχε ήδη υποκύψει τότε στη μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια πενταετή παραγραφή, και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η μετά τη τελεσιδικία ασκούμενη αξίωση, με αφετηρία το χρόνο της αδικοπραξίας, απέχει από εκείνον χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, όχι όμως και της εικοσαετίας, που ρυθμίζει πλέον μετά την τελεσιδικία αυτοτελώς τη παραγραφή των επί μέρους αξιώσεων.

Και αυτό γιατί, και το μέρος αυτό της αξίωσης που ασκείται μεταγενέστερα, καίτοι δεν περιέχεται γι' αυτό ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρ. 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά για κάθε ζημία από την αδικοπραξία από εκείνη που ήταν επίδικη με την πρώτη αγωγή (Ολ ΑΠ 24/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα με την προηγούμενη από 20.4.1994 αγωγή της, κατά των αυτών εναγομένων και κατά της ασφαλιστικής εταιρίας PERSONAL INSURANCE ΑΕΓΑ, είχε ζητήσει την καταβολή αποζημίωσης, μεταξύ των άλλων και για στέρηση διατροφής, αναγόμενη σε προηγούμενο χρονικό διάστημα (ήτοι από 27.9.1993 μέχρι 26.9.1995), που της όφειλε ο σύζυγός αυτής, Κ, ο οποίος θανατώθηκε, υπό τις εκεί αναφερόμενες συνθήκες, από υπαιτιότητα της πρώτης εναγομένης, κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης και προστήσασας αυτήν στην οδήγηση.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2.201/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την ευθύνη των εναγομένων προς αποζημίωση της ενάγουσας για την ως άνω αιτία και επιδίκασε σ' αυτήν ως αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής για το επίδικο εκείνο χρονικό διάστημα το ποσό των 80.000 δραχμών κατά μήνα.

Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παν. Γκινοσάτη, ο οποίος τις εκπροσώπησε στη δίκη και ήταν αντίκλητος αυτών, στις 22.7.1996 και κατ' αυτής δεν ασκήθηκε έφεση εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση.

Συνεπώς, με την παρέλευση της ως άνω προθεσμίας η ως άνω απόφαση κατέστη τελεσίδικη, σε χρόνο που δεν είχε παρέλθει πενταετία από το χρόνο της τέλεσης της αδικοπραξίας (27.9.1993). Επομένως, ο χρόνος παραγραφής της αξίωσης της ενάγουσας, κατά των εδώ εναγομένων για αποζημίωση από την ένδικη αδικοπραξία έχει επιμηκυνθεί σε εικοσαετία, η οποία καταλαμβάνει, κατά τα προεκτεθέντα, όχι μόνο την αξίωση που επιδικάσθηκε με την ως άνω τελεσίδικη απόφαση για προγενέστερο χρονικό διάστημα, αλλά και για μεταγενέστερο και γενικά κάθε ζημία από την αδικοπραξία και συνεπώς καταλαμβάνει και την επίδικη, η οποία υπόκειται στην ως άνω εικοσαετή - παραγραφή και όχι στην συντομότερη πενταετή παραγραφή.

Η ενάγουσα ανέφερε καθ' υποφορά στην αγωγή της ότι η ένδικη αξίωση αφορά αποζημίωση για μεταγενέστερη ζημία σε σχέση με εκείνες που για την ίδια αιτία της επιδικάσθηκαν με την υπ' αριθμ. 2201/1996 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, διαλαμβάνοντας, με την επίκληση αυτή, ισχυρισμό περί υποβολής της αγωγικής αξίωσης σε εικοσαετή παραγραφή.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που παρά το ότι περιλαμβανόταν στην αγωγή ισχυρισμός ότι είχε επισυμβεί τελεσίδικη επιδίκαση αποζημίωσης για στέρηση διατροφής προηγούμενου χρονικού διαστήματος, δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό περί επιμήκυνσης του χρόνου παραγραφής σε εικοσαετία και απέρριψε την αγωγή, κατά παραδοχή ένστασης των εναγομένων πενταετούς παραγραφή, άλλως παραγραφής εν επιδικία, έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου και πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο σχετικός τρίτος λόγος έφεσης".

Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή που είχε ασκήσει η τελευταία, κατά παραδοχή της ένστασης πενταετούς παραγραφής των αναιρεσειουσών, και στη συνέχεια (το Εφετείο πλέον) με το να απορρίψει την ίδια ένσταση κατά παραδοχή της αντένστασης της αναιρεσίβλητης για επιμήκυνση σε εικοσαετή της παραγραφής της ένδικης αξίωσής της με τις προαναφερθείσες συνθήκες και να δεχθεί την αγωγή της αναιρεσίβλητης ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 17, 268 εδ. α' 937 παρ. 1. Εξάλλου στην προκειμένη περίπτωση που ισχύει με τις προαναφερθείσες συνθήκες η εικοσαετής πλέον παραγραφή για τις ένδικες αξιώσεις από του χρόνου επέλευσης της τελεσιδικίας επί της προγενέστερης (πρώτης) αγωγής της αναιρεσίβλητης για αξιώσεις διατροφής προγενέστερου χρόνου δεν αξιολογείται νομικά η επέλευση οποιασδήποτε πενταετούς παραγραφής σε επιδικία της διάταξης του άρθρου 937 εδ. α του ΑΚ, ενώ δεν νοείται ούτε η παραμόρφωση κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. του περιεχομένου της πρώτης τελεσίδικης απόφασης από το γεγονός ότι δεν περιέχεται σ' εκείνη ειδική αναγνωριστική διάταξη για το καθόλο δικαίωμα αποζημίωσης της παθούσας αναιρεσίβλητης που ασκήθηκε με την ένδικη αγωγή.

Επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες με τους τέσσερις συναφείς λόγους του αναιρετηρίου με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση κυρίως μεν με τον πρώτο η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με τους λοιπούς δε συναφείς πλημμέλειες από τους αριθμούς αντίστοιχα 19, 20 και 16 του Κ.Πολ.Δ. κρίνονται αβάσιμα όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.

Μετά τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-2-2008 αίτηση αναίρεσης των: 1) Χ1 και 2) Χ2 χήρας Ζ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8486/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες εφτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2010.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ