Supreme Court orders retrial of appeal due to lawyer fee calculation errors and lack of reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court ordered the concurrent hearing of two opposing appeals against the same second-instance judgment to expedite proceedings. The appellant argued that the lower court erred in calculating inheritance shares and awarded excessive, unreasoned lawyer fees based on statutory minimums. The court found these arguments valid due to insufficient reasoning and procedural irregularities, while dismissing the respondent's counter-appeal as moot.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1), 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 579(1), 580(3) of the Code of Civil Procedure: When an appeal reveals errors in legal reasoning or calculation without adequate justification, the judgment must be quashed and the case remitted for retrial by a different panel.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1365 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1365/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο (επειδή κωλύονται οι Αρεοπαγίτες Αθανάσιος Θεμέλης και Ειρήνη Αθανασίου), Παναγιώτη Κομνηνάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτιο Γρύλλη. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας: Ψ1 χήρας ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μητρόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 194/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 3560/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος με την από 28-6-2007 αίτησή του και η αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα με την από 25-7-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε α) την από 8-10-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αναιρέσεως και να απορριφθεί ο δεύτερος και β) την από 6-2-2009 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν όλοι οι λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αντιστοίχων αιτήσεών τους, την απόρριψη των αντιθέτων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του δικαστηρίου τούτου συζητήθηκαν οι εξής αιτήσεις αναιρέσεως: α) η από 28-6-2007 αίτηση του Χ1 κατά της Ψ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3560/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (αρ. πιν. 15) και β) η από 25-7-2008 αντίθετη αίτηση της Ψ1 κατά του Χ1, κατά της ίδιας πιο πάνω αναφερομένης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών (αρ.
πιν. 19). Οι αιτήσεις αυτές αναιρέσεως που στρέφονται κατά της ίδιας προσβαλλόμενης απόφασης είναι συναφείς, γι' αυτό και πρέπει αυτεπαγγέλτως, σύμφωνα με το άρθρο 246 Κ.Πολ.Δ. που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., να διαταχθεί η συνεκδίκαση τους διότι έτσι επιταχύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων.
Επειδή, κατά το άρθρο 91 παρ. 1 ν.δ. 3096/1954 του Κώδικα των Δικηγόρων, ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως αυτού, πλην της δαπάνης δικαστηριακής ή άλλης την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβήν δια πάσαν εργασίαν αυτού δικαστική ή εξώδικον. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 92 παρ. 1 ίδιου Κώδικα όπως αυτό ισχύει μετά το ν. 1093/1980, τα της αμοιβής του Δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του περιλαμβάνουσαν είτε την όλην διεξαγωγήν της δίκης είτε μέρος ή κατ' ιδίαν πράξεις αυτής ή άλλης πάσης φύσεως νομικής εργασίας, εν ουδεμιά όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθρ. 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αυτής.
Πάσα συμφωνία περί λήψεως μικροτέρας αμοιβής είναι άκυρος ανεξαρτήτως χρόνου συνάψεως της. Εξάλλου, κατά μεν το άρθρο 98 παρ. 1 παραπάνω Κώδικα εν ελλείψει ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστον ποσόν της αμοιβής του δικηγόρου ορίζεται κατά τας διατάξεις των επομένων άρθρων αυξανόμενον κατά την κρίσιν του δικαστηρίου ή του δικαστηρίου αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσης υποθέσεως, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητας της διαφοράς, των ιδιαζουσών αυτή περιστάσεων και εν γένει των καταβληθεισών δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ. 1 και 107 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι το ελάχιστο όριο αμοιβής για τη σύνταξη προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως του δικηγόρου του εναγομένου ανέρχεται σε ποσοστό 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής. Ενώ, κατά το άρθρο 124 του ν.δ. 3026/1954 "περί κώδικος δικηγόρων" δια τη σύμπραξη του δικηγόρου προς επίτευξιν συμβιβασμού μετά η χωρίς τη σύνταξη σχετικού εγγράφου επί κάθε φύσεως διαφορών, είτε έχουν εισαχθεί προς δικαστικήν, διοικητικήν ή διαιτητικήν κρίση, είτε μη το ελάχιστον όριον της αμοιβής καθορίζεται με βάση το ποσό του συμβιβασμού και των αντικειμένων τούτου αποτιμωμένων σε χρήμα ως εξής....
Από την αμοιβή αυτή αφαιρούνται όσα δόθηκαν στο δικηγόρο ως αμοιβή χρηματικά ποσά για τις εργασίες που εκτελέσθηκαν μέχρι το συμβιβασμό από αυτόν εργασίες, εκτός και αν αυτά υπερβαίνουν το ως άνω ποσό της αμοιβής δια το συμβιβασμό, οπότε για το συμβιβασμό καταβάλλεται το ήμισυ των ανωτέρω ποσοστών. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, σε συσχετισμό προς το άρθρο 871 Α.Κ.
σαφώς προκύπτει ότι ως ποσόν του συμβιβασμού, βάσει του οποίου καθορίζεται η αμοιβή του δικηγόρου που συνέπραξε προς επίτευξη αυτού δικηγόρου, νοείται το ποσόν στο οποίο με αμοιβαίες υποχωρήσεις των μερών, καθορίσθηκε η απαίτηση ή το χρέος του εντολέως, όχι δε και ωφέλεια αυτού που προέκυψε από το συμβιβασμό.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη, ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 17/1995, 19/98).
Εξάλλου η παραπάνω διάταξη, που έχει έντονο τον χαρακτήρα δημοσίας τάξεως, εφαρμόζεται και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες, επίσης δημοσίας τάξεις διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελάχιστης αμοιβής τους για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους, που ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ.1, 98, 100 επ.
του Ν.Δ. 3026/1954 "περί κώδικος των δικηγόρων" (Ολ.Α.Π. 33/2005). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχτηκε μεταξύ άλλων και τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος δικηγόρος: 1) στις 19-11-2001 εκπροσώπησε την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη -αναιρεσείουσα, μετά από εντολή αυτής, ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη συζήτηση της από 19-12-2000 αγωγής του Ε1 κατ' αυτής, με αίτημα την κήρυξη της εναγόμενης (αναιρεσίβλητης -αναιρεσείουσας) ανάξιας να κληρονομήσει τον αδελφό του ενάγοντα και σύζυγο της.
Ο ενάγων στην εν λόγω αγωγή, είχε προσδιορίσει με την αγωγή την αξία της κληρονομιάς στο ποσό των 8.804.108,58 ευρώ. Στη δίκη παρενέβησαν προσθέτως υπέρ του ενάγοντα οι λοιποί συγκληρονόμοι του αποβιώσαντος και εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 3573/2002 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου με την οποία τάχθηκαν αποδείξεις με μάρτυρες στο ακροατήριο.
Για τη σύνταξη των προτάσεων που κατέθεσε προς αντίκρουση της ως άνω αγωγής, ο αναιρεσείων δικηγόρος δικαιούται αμοιβής, η οποία ανέρχεται στο ποσό των 88.041,08 ευρώ, ήτοι 4.402.054 Χ 2% σύμφωνα με το άρθρο 107 παρ. 1 του Κώδικα περί Δικηγόρων, λαμβανομένου υπόψη του αντικειμένου της αγωγής που στην προκείμενη περίπτωση είναι η αξία της κληρονομικής μερίδας του αναξίου...
Όμως θα πρέπει να γίνει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος τέταρτος λόγος της έφεσης περί εσφαλμένου υπολογισμού της αμοιβής του ενάγοντα δικηγόρου, επί της ως άνω αγωγής γιατί το υλικό αντικείμενο της διαφοράς δεν ήταν το κληρονομικό μερίδιο της εναγομένης αλλά του ενάγοντα, που ανερχόταν στο ποσό των 8,33 ήτοι αξίας 366.823,23 ευρώ και όχι το κληρονομικό μερίδιο της εναγομένης.
Συνεπώς έσφαλε η εκκαλούμενη απόφαση ως προς τούτο και πρέπει να εξαφανιστεί... 3) Στις 17-5-2004 υπεγράφη ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβαστικής επίλυσης διαφοράς μεταξύ της αναιρεσείουσας και των 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ..., 7) ..., 8) ..., 9) ..., 10) ... 11) ..., 12) ... και 13) Ψ1, συγκληρονόμων του αποβιώσαντος συζύγου της αναιρεσείουσας, κατά το συνολικό ποσό στο 41,667 εξ αδιαιρέτου, με το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν μεταξύ άλλων, αναφερομένων σε ποινικές δίκες και μη δυναμένων να αποτελέσουν αντικείμενο συμβιβασμού κατά την έννοια του άρθρου 871 του ΑΚ και την εξώδικη επίλυση της διαφοράς τους σχετικά με την εξ αδιαθέτου διαδοχή και την έκταση και το ύψος της κληρονομιαίας περιουσίας και σύμφωνα με το οποίο, οι παραπάνω αντισυμβαλλόμενοι της αναιρεσείουσας, αναγνώρισαν το εξ αδιαθέτου κληρονομικό της μερίδιο στην κληρονομιά του ως άνω αποβιώσαντος και το δικαίωμα της στο εξαίρετο, αποτελούμενο από τα ευρισκόμενα στην, επί της οδού..., κατοικία κινητά πράγματα και το Ι.Χ.Ε.
αυτοκίνητο του και ανέλαβαν τις πιο κάτω υποχρεώσεις: α) να μεταβιβάσουν στην εναγομένη χωρίς αντάλλαγμα τα ως άνω ποσοστά τους επί της αναφερόμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας και β) να παραιτηθούν από την πρόσθετη παρέμβαση που άσκησαν υπέρ του ενάγοντα Ε1 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ο ενάγων ζητούσε να κηρυχθεί η αναιρεσίβλητη αναξία του ως άνω αποβιώσαντος συζύγου της, η δε αναιρεσίβλητη ανέλαβε έναντι αυτών την υποχρέωση να τους μεταβιβάσει χωρίς αντάλλαγμα το μερίδιο της επί των αναφερομένων τριών ακινήτων.
Συμφωνήθηκε επιπλέον ότι οι εκατέρωθεν μεταβιβάσεις των εν λόγω ακινήτων θα γίνονταν, είτε με οριστικά συμβόλαια, είτε με πρροσύμφωνα με δικαίωμα αυτοσύμβασης, είτε με αμετάκλητα πληρεξούσια μετά ή κατά την πώληση των ιδανικών μεριδίων των συμβαλλομένων επί δεκαέξι (16) συνολικά κληρονομιαίων ακινήτων η αξία των οποίων προσδιορίστηκε στο ποσό των 9.499.433 ευρώ, που οι συμβληθέντες καθόρισαν ως ελάχιστο τίμημα της πωλήσεως αυτών.
Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων ο ενάγων δικηγόρος συνέπραξε στην επίτευξη του παραπάνω συμβιβασμού και δικαιούται αμοιβής, η οποία σύμφωνα με το άρθρο 124 του κώδικα περί Δικηγόρων ανέρχεται, σε ποσοστό 5% επί της αξίας του αντικειμένου του συμβιβασμού, όπως αυτή προσδιορίστηκε από τα συμβληθέντα μέρη.
Στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον αντικείμενο του συμβιβασμού υπήρξε το αμφισβητούμενο εκ μέρους των αντισυμβαλλομένων της αναιρεσίβλητης κληρονομικό της δικαίωμα στην κληρονομιά του αποβιώσαντος συζύγου της, η αξία αυτού υπολογίζεται με βάση την αξία του κληρονομικού μεριδίου της αναιρεσίβλητης (1/2 εξ αδιαιρέτου) η οποία ενόψει της αξίας των παραπάνω κληρονομιαίων ακινήτων συνολικού ποσού 10.362.980 ευρώ για το πλήρες ποσοστό 100% προσδιορίζεται στο ποσό των 5.181.490 ευρώ και η ανάλογη αμοιβή του ενάγοντα στο ποσό των 259.074,50 ευρώ.
Όμως τα ως άνω ποσά κατά την κρίση του δικαστηρίου που αφορούν τα ύψη της νόμιμης αμοιβής του αναιρεσείοντα δικηγόρου, κρίνονται υπερβολικά ενόψει της απλότητας της υποθέσεως και της προσπάθειας στην οποία αυτός υποβλήθηκε. Ειδικότερα, κατέθεσε προτάσεις στο Πολυμελές Πρωτοδικείο και συνέπραξε στην επίτευξη και πιθανώς στην σύνταξη του πρακτικού συμβιβασμού.
Ήτοι δεν απαιτήθηκαν ιδιαίτερες ενέργειες, αφού η υπόθεση ήταν μια συνηθισμένη κληρονομική υπόθεση και δεν χρειάστηκε μεγάλη πνευματική και σωματική προσπάθεια.
Συνεπώς η συνολική αμοιβή του αναιρεσιβλήτου πρέπει να καθοριστεί σε εύλογο ποσό, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 110.000 ευρώ, δεκτής γενομένης ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ένστασης της αναιρεσίβλητης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος εκ μέρους του αναιρεσείοντος δικηγόρου. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κατά παραδοχή της εφέσεως που άσκησε κατά της πρωτόδικης απόφασης η αναιρεσίβλητη, με την οποία είχαν επιδικαστεί για τις ως άνω αιτίες τα ποσά των 88.041,08 και 259.074,5 ευρώ αντίστοιχα και είχε απορριφθεί κατ' ουσίαν η ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής από τον αναιρεσείοντα, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και επιδίκασε σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 110.000 ευρώ.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 107 παρ. 1, 100 παρ. 1 και 124 του Κώδικα περί δικηγόρων και 281 ΑΚ, αφού περιέλαβε ανεπαρκείς ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το ύψος της αμοιβής του αναιρεσείοντος για τις ως άνω δικαστικές και εξώδικες ενέργειες που η αναιρεσίβλητη του είχε αναθέσει.
Ειδικότερα, ενώ αναφέρει ότι για τον προσδιορισμό της αμοιβής του αναιρεσείοντα για τη σύνταξη των προτάσεων προς απόκρουση της από 19-11-2001 αγωγής θα ληφθεί υπόψη η αξία της κληρονομικής μερίδας της αναιρεσίβλητης με βάση την οποία ανέρχεται στο ποσό των 88.041,08 ευρώ, όπως είχε γίνει δεκτό από το πρωτόδικο δικαστήριο, στη συνέχεια αναφέρει ότι πρέπει να γίνει δεκτός ο σχετικός λόγος εφέσεως περί εσφαλμένου υπολογισμού του εν λόγω κονδυλίου, γιατί αντικείμενο της διαφοράς δεν ήταν το κληρονομικό μερίδιο της εναγομένης αλλά του ενάγοντα...
Τέλος, χωρίς επαρκή αιτιολογία δέχτηκε ότι το εύλογο κατά την κρίση του ποσό που δικαιούται ο αναιρεσείων και για τις δύο πιο πάνω αξιώσεις του, οι οποίες πρέπει να σημειωθεί ότι έχουν υπολογιστεί με βάση τα κατώτατα από τον Κώδικα περί Δικηγόρων προβλεπόμενα όρια, ανέρχεται στο ποσό των 110.000 ευρώ, χωρίς να εξειδικεύεται ποιο ποσό αναλογεί για την κάθε μία από αυτές, ενώ ουδόλως αναφέρονται τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που έχουν σχέση με τη συμπεριφορά του δικαιούχου, ή την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που ακολούθησαν, με βάση τα οποία διαμορφώθηκε κατάσταση που καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του αναιρεσείοντος, να διεκδικήσει τα κατώτατα όρια της προβλεπόμενης από το νόμο αμοιβής του για τις υπηρεσίες που (κατ' εντολήν της) προσέφερε στην αναιρεσίβλητη.
Επομένως οι, πρώτος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ1, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας του δευτέρου λόγου αναιρέσεως. Μετά από αυτά: α) πρέπει να απορριφθεί, διότι δεν έχει πλέον αντικείμενο η αντίθετη αίτηση αναιρέσεως της εναγομένης-εκκαλούσας Ψ1 με τους λόγους της οποίας από το άρθρο 559 αρ. 1, 8 και 19 του Κ.Πολ.Δ.
ζητεί την αναίρεση της ίδιας απόφασης, αφού σύμφωνα με το άρθρο 579 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχή της αίτησης του αντιδίκου της εφεσιβλήτου - ενάγοντος, η προσβαλλόμενη απόφαση αναιρείται στο σύνολο της και οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρείται και επομένως αναβιώνει η έφεση της εναγομένης κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και β) πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει: α) την από 28-6-2007 αίτηση του Χ1 κατά της Ψ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3560/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και β) την από 25-7-2008 αντίθετη αίτηση της Ψ1 κατά του Χ1, κατά της ίδιας πιο πάνω αναφερομένης αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3560/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που την εξέδωσαν. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη Ψ1 στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα Χ1 τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ