Legislator Case Law & Legislation
1365/2008 AI generated

Appeal dismissed; court held evidence evaluation not reviewable by Supreme Court under Greek Civil Procedure Law.

Case Number 1365/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a company against a final judgment regarding an employee's salary. The appellant argued the lower court distorted payroll records, but the court found the evidence evaluation based on combined documents and testimonies was within the lower court's exclusive authority. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the Supreme Court cannot re-evaluate the weight of evidence already assessed by the appellate court.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(1)(a) CPD; Art. 561(1) CPD: The Supreme Court cannot review the evaluation of evidence by the appellate court, and appeals based on such evaluation are inadmissible.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence evaluation appellate court authority salary dispute Greek Civil Procedure Law

Cited Legislation

AI generated
Art. 559(1)(a) CPD
Art. 173 CPD
Art. 200 CPD
Art. 561(1) CPD
Art. 176 CPD
Art. 183 CPD

Cited Case Law

AI generated
AP 26/2004
AP 442/1993
AP 413/1993

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1365 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1365/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α'1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Δημήτριος Λοβέρδος), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΤΕΧΝΙΚΑ ΕΡΓΑ ΒΙΟΤΕΡ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα κι εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σοφία Δημητρακοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Χ, ο οποίος παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου του Ελένης Παπατρέχα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/7/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2293/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6684/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/6/2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 21/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 περ. α' του ΚΠολΔ, "αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικό ή διεθνούς δικαίου". Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ.

εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας κατά των αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα "συναλλακτικά ήθη (Ολ.

ΑΠ 26/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6684/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τ' ακόλουθα: "Ο ενάγων προσελήφθη από την εταιρεία με την επωνυμία "ΔΩΡΙΚΟΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", στις 3-3-1970, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργαστεί ως υπάλληλος στο λογιστήριο αυτής, αντί μηνιαίου μισθού.

Απασχολήθηκε σε όλες τις θέσεις του λογιστηρίου (ως υπάλληλος λογιστηρίου, βοηθός λογιστή και λογιστής), ενώ από το έτος 1995 και μετέπειτα κατείχε τη θέση του Οικονομικού Διευθυντή της εταιρείας. Παράλληλα με τα καθήκοντα του ως Οικονομικός Διευθυντής, είχε αναλάβει και τα καθήκοντα του Οικονομικού Διευθυντή της θυγατρικής εταιρείας "ΑΝΕΛΙΞΗ Α.Ε.", καθώς επίσης και τα αντίστοιχα καθήκοντα όλων των Κοινοπραξιών στις οποίες συμμετείχε η εταιρεία "ΔΩΡΙΚΟΣ ΑΤΕ", στη διάρκεια της υπηρεσίας του, ενώ, ως πτυχιούχος Ανωτάτης Σχολής, ήταν στέλεχος του εργοληπτικού πτυχίου της "ΔΩΡΙΚΟΣ ΑΤΕ", Το έτος 2002 η ως άνω εταιρεία "ΔΩΡΙΚΟΣ ΑΤΕ" συγχωνεύθηκε με την εναγομένη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΤΕΧΝΙΚΑ ΕΡΓΑ ΒΙΟΤΕΡ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με απορρόφηση της πρώτης από τη δεύτερη, σύμφωνα με τις διατάζεις του Κ.Ν. 2190/1920 και του Ν, 2166/1993.

Συγκεκριμένα η εναγομένη εταιρεία, η οποία δραστηριοποιείται στον κατασκευαστικά κλάδο, σκοπεύοντας στη δημιουργία μιας μεγαλύτερης επιχειρηματικής μονάδας (Ομίλου), η οποία θα αποκτήσει εργοληπτικό πτυχίο 7ης τάξεως, συγχωνεύθηκε με απορρόφηση, Ι με την εταιρεία "ΔΩΡΙΚΟΣ ΑΤΕ", και άλλες έξι (6) ανώνυμες εταιρείες με τις επωνυμίες 1) "Αντώνιος Ζαχαρόπουλος ΑΤΕ", 2) "Τεχνικά έργα, Γενικές Εγκαταστάσεις, Αντιπροσωπείες ΑΤΕ", 3) Ερμής Ανώνυμη Τεχνική - Τουριστική -Εμπορική - Οικοδομική - Βιομηχανική Εταιρεία", 4) "Στάθμη ΑΤΕ", 5) "Αμύντας Κατασκευαστική - Κτηματική - Εμπορική και Βιομηχανική Ανώνυμος Εταιρεία" και 6) "Κατασκευαί Εκμεταλλεύσεις Ακινήτων ΚΕΑ Ανώνυμος Εταιρεία".

Η συγχώνευση με απορρόφηση των ως άνω επτά εταιρειών, έγινε με την από 7-8-2002 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εναγομένης εταιρείας, και την υπ' αριθμ. 40989/2002 συμβολαιογραφική πράξη του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Βέννη, και εγκρίθηκε από τον Υφυπουργό Ανάπτυξης, δυνάμει της υπ' αριθμ.

πρωτ. Κ2 - 11929/19-9-2002 απόφασης του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο υπ' αριθμ. 9704/2002 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Κατόπιν αυτού και σύμφωνα με το άρθρο 75 του Κ.Ν., 2190/1920, από την καταχώρηση, στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών, της εγκριτικής απόφασης της συγχώνευσης, η απορροφούσα εναγομένη εταιρεία ΒΙΟΤΕΡ Α.Ε., υποκαθίσταται σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των απορροφούμενων εταιρειών, και η μεταβίβαση αυτή εξομοιώνεται με καθολική διαδοχή, οι δε απορροφούμενες εταιρείες παύουν να υπάρχουν.

Ο ενάγων ενόψει της συγχώνευσης δήλωσε στην εναγομένη ότι επιθυμεί να συνεχίσει να εργάζεται σ αυτήν. Έτσι αφού πέρασε και αυτός από συνέντευξη προσωπικού, όπως έγινε και με όλους τους υπαλλήλους των απορροφούμενων εταιρειών που επιθυμούσαν να συνεχίσουν να εργάζονται στην εναγομένη, για την καλύτερη αξιοποίηση τους, μετακινήθηκε στην τελευταία, η οποία υποκαθίσταται στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από τη σύμβαση εργασίας του.

Οι εργασίες για τη συγχώνευση της εταιρείας "ΔΩΡΙΚΟΣ ΑΤΕ" άρχισαν στις αρχές του έτους 2002. Το Φεβρουάριο 2002 ο ενάγων συνέταξε τον ισολογισμό μετασχηματισμού της 28-2-2002 της εταιρείας "ΔΩΡΙΚΟΣ ΑΤΕ", τον οποίο υπέγραψε με την ιδιότητα του ως Οικονομικός Διευθυντής. Και μετά την ολοκλήρωση της συγχώνευσης (19-9-2002) ο ενάγων παρέμεινε και εργαζόταν στα γραφεία της εταιρείας "ΔΩΡΙΚΟΣ ΑΤΕ", στην οδό Ευρυτανίας αριθμός 12, Αμπελόκηποι, μέχρι τέλος Νοεμβρίου 2002, απασχολούμενος κυρίως με την επίλυση τυχόν παρουσιαζομένων εκκρεμοτήτων της αρμοδιότητας του, που αφορούσαν τις εργασίες της εταιρείας "ΔΩΡΙΚΟΣ ΑΤΕ", και αναμένοντας την τοποθέτηση του από την εναγομένη σε ανάλογη θέση με εκείνη του Οικονομικού Διευθυντή που κατείχε στη "ΔΩΡΙΚΟΣ ΑΤΕ", στην οποία (θέση), μετά την απορρόφηση της τελευταίας από την εναγομένη, δεν μπορούσε να παραμείνει ο ενάγων, αφού η εναγομένη διέθετε μία Οικονομική Διεύθυνση και ένα λογιστήριο.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων είχε συμφωνήσει με την παραπάνω εταιρεία "ΔΩΡΙΚΟΣ ΑΤΕ" και ελάμβανε από το Μάιο 2000, ως μηνιαίο μισθό, το ποσό των 750.000 δραχμών ή 2.201,03 ευρώ "καθαρά". Οι κρατήσεις που βάρυναν τον ενάγοντα, δηλαδή οι ασφαλιστικές εισφορές του εργαζομένου προς το ΙΚΑ, ποσού 299,68 ευρώ (ανώτατο όριο ευρώ 1.884,75 Χ15,90%) και ο παρακρατούμενος φόρος μισθωτών υπηρεσιών (Φ.Μ.Υ.) που για τα φυσικά πρόσωπα ανερχόταν, κατά το χρόνο εκείνο, σύμφωνα με το νόμο 3239/2002, σε 815,50 ευρώ, δηλαδή το σύνολο των κρατήσεων που ανερχόταν στο ποσό των 1.115,18 ευρώ, βάρυνε κατά τη συμφωνία τους την εργοδότρια εταιρεία "ΔΩΡΙΚΟΣ ΑΤΕ".

Επομένως ο "μεικτός" μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 3.316,21 ευρώ και όχι στο ποσό των 2.201,03 ευρώ, που εμφάνιζε η ως άνω εταιρεία στα λογιστικά της βιβλία (μισθολόγιο του ΙΚΑ) και με βάση το ποσό αυτό πλήρωνε τις οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές προς το ΙΚΑ. Πάντα ταύτα προκύπτουν από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Α, ο οποίος εργαζόταν στην ίδια επιχείρηση (ΔΩΡΙΚΟΣ ΑΤΕ) και κατέθεσε κατηγορηματικά ότι ο ενάγων ελάμβανε απ' αυτήν το ποσό των 2.200 ευρώ "καθαρά" και ότι οι ασφαλιστικές εισφορές προς το ΙΚΑ και ο ΦΜΥ βάρυναν την εργοδότρια εταιρεία.

Η κατάθεση τούτου ενισχύεται και από τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις των Β, πρώην εργαζόμενου στη "ΔΩΡΙΚΟΣ ΑΤΕ", και της Γ, συζύγου του ενάγοντος, οι οποίοι βεβαιώνουν ότι ο ενάγων ελάμβανε από την εταιρεία "ΔΩΡΙΚΟΣ ΑΤΕ" ως μηνιαίο μισθό το ποσό των 2.200 ευρώ "καθαρά". Οι καταθέσεις αυτών δεν αναιρούνται από τις αντίθετες ένορκες βεβαιώσεις των Δ και Ε, οι οποίοι κατέθεσαν ότι ο ενάγων ελάμβανε και στην εναγομένη τον ίδιο μισθό που ελάμβανε και στην εταιρεία "ΔΩΡΙΚΟΣ ΑΤΕ", και ότι ουδεμία μεταβολή υπήρξε στη μισθοδοσία αυτού κατά τη μεταφορά, των "μισθολογικών καταστάσεων" από τη δεύτερη στην πρώτη εταιρεία, αφού, όπως προαναφέρθηκε, στις μισθολογικές καταστάσεις που τηρούσε η "ΔΩΡΙΚΟΣ ΑΤΕ", δεν αναφερόταν ο πραγματικός μισθός του ενάγοντος.

Εξάλλου το γεγονός αυτό, δηλαδή ότι η "ΔΩΡΙΚΟΣ ΑΤΕ" κατέβαλε στον ενάγοντα ως μηνιαίο μισθό το ποσό των 750.000 δραχμών ή 2.201,03 ευρώ "καθαρά", προκύπτει και από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα αποδείξεις πληρωμής, συνολικού ποσού 2.201,03 ευρώ για κάθε μήνα, που του ενεχείριζε η "ΔΩΡΙΚΟΣ ΑΤΕ" και υπέγραφε κατά την είσπραξη του μισθού του, των μηνών Φεβρουαρίου έως και Αυγούστου 2002.

Τέλος και στο από 2-1-2002 απόρρητο - Εμπιστευτικό έγγραφο που η εταιρεία "ΔΩΡΙΚΟΣ ΑΤΕ", ενόψει της συγχώνευσης, απέστειλε στη Δικηγόρο ΣΤ, και κοινοποίησε και στην εναγομένη εταιρεία "ΒΙΟΤΕΡ Α.Ε." αναφέρεται ότι κατέβαλε συνολικά στον ενάγοντα το ποσό των 750.000 δραχμών το μήνα. Περί τα τέλη Νοεμβρίου 2002, το λογιστήριο της "ΔΩΡΙΚΟΣ ΑΤΕ", αποτελούμενο από την Προϊσταμένη του λογιστηρίου Ζ, και τους υπαλλήλους Δ, Η και Θ, μεταφέρθηκε στην έδρα της εναγομένης "ΒΙΟΤΕΡ Α.Ε", στο Παγκράτι, οδός Ευτυχίδου αριθμός 45.

Κατόπιν αυτού, στις αρχές Δεκεμβρίου 2002, η εναγομένη ζήτησε από τον ενάγοντα να εγκατασταθεί στα γραφεία της επί της ως άνω οδού, πράγμα που έπραξε ο ενάγων, πλην όμως κατά την εγκατάσταση του εκεί διαπίστωσε ότι: α) δεν είχε κανένα απολύτως συγκεκριμένο αντικείμενο απασχόλησης, αντίστοιχο με αυτό που ασκούσε μέχρι τη συγχώνευση, ως Οικονομικός Διευθυντής της "ΔΩΡΙΚΟΣ ΑΤΕ" και β) ότι του μείωσαν τις αποδοχές του και τον πλήρωσαν για το μήνα Οκτώβριο 2002, με βάση τον ονομαστικό μισθό των 2.201,03 ευρώ αντί των πραγματικών 3.316,21 ευρώ, με συνέπεια να λάβει "καθαρά" το ποσό των 1.550,52 ευρώ.

Η μη ανάθεση στον ενάγοντα συγκεκριμένων καθηκόντων ανάλογων με εκείνων που ασκούσε μέχρι τη συγχώνευση, καθώς και η μείωση του μισθού του, στην οποία η εναγόμενη δεν μπορούσε να προβεί μονομερώς, αποτελούν μονομερή μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του από την εναγομένη εργοδότρια, που βλάπτει υλικά και ηθικά τον ενάγοντα, η οποία δεν συνεπάγεται τη λύση της εργασιακής σχέσης, αλλά παρέχει στον ενάγοντα το δικαίωμα κατ' άρθρο 7 του ν. 2112/1920, ή να θεωρήσει αυτή ως άτυπη καταγγελία της σύμβασης και να ζητήσει από την εναγομένη εργοδότρια του την από το νόμο προβλεπόμενη αποζημίωση για απροειδοποίητη καταγγελία της σύμβασης, ή να εμμείνει στους αρχικούς όρους της σύμβασης, προσφερόμενος στην παροχή της εργασίας του σύμφωνα με τους αρχικούς αυτής όρους, οπότε στην περίπτωση μη αποδοχής αυτών από την εναγομένη περιέρχεται αυτή σε υπερημερία περί την αποδοχή αυτών και υποχρεούται να καταβάλλει στον ενάγοντα τους μισθούς του.

Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων επέλεξε κατ αρχήν το δεύτερο, διαμαρτυρήθηκε αμέσως στο μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγομένης Ι, ο οποίος είχε ορισθεί ως υπεύθυνος για όλα τα θέματα που αφορούσαν την εταιρεία "ΔΩΡΙΚΟΣ ΑΤΕ", ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι στα πλαίσια της συγχώνευσης των εταιρειών και της νέας οργανωτικής δομής, η εναγομένη θα τον εντάξει σε θέση ευθύνης και θα του αναθέσει την άσκηση καθηκόντων αντίστοιχων εκείνων που ασκούσε πριν από τη συγχώνευση, σχετικά δε με τη μείωση του μισθού του ότι βρίσκονται στη μεταβατική φάση προσαρμογής, ότι το λογιστήριο της εταιρείας κινείται με βάση τα στοιχεία που αναφέρονται στο επίσημα μισθολόγια των συγχωνευμένων εταιρειών και ότι σταδιακά όλα αυτά τα θέματα θα επιλυθούν.

Παρά τις υποσχέσεις της διοίκησης της εναγομένης τίποτε το ουσιαστικό δεν συνέβη, με αποτέλεσμα ο ενάγων να μην έχει αντικείμενο απασχόλησης αντίστοιχο προς τη θέση του, ενώ παράλληλα η εναγομένη συνέχισε να του καταβάλει μόνο τον ονομαστικό και όχι τον πραγματικό του μισθό. Στις επανειλημμένες δε διαμαρτυρίες αυτού, ο Ι τον διαβεβαίωνε προφορικά ότι θα τοποθετηθεί σε κάποια θέση, ενώ κάποια στιγμή αναφέρθηκε στον ενάγοντα ότι θα τοποθετηθεί "ως επικεφαλής στο μόλις αναληφθέν έργο της εταιρείας στο ΜΕΤΡΟ ΓΡΑΜΜΗ ΒΟΤΑΝΙΚΟΣ", η οποία (τοποθέτηση) όμως τελικά δεν έγινε.

Αντίθετα στις 15-4-2003 ο παραπάνω Ι κάλεσε τον ενάγοντα και του ανήγγειλε ότι δεν μπορεί να ενταχθεί στο προσωπικό της Οικονομικής Διεύθυνσης λόγω πληθώρας στελεχών και διότι δεν "δένει η χημεία" και ότι πρέπει να λυθεί η συνεργασία τους. Ο ενάγων εργάστηκε στην εναγομένη μέχρι την 18-4-2003, ημέρα Παρασκευή.

Την ημέρα αυτή ο νόμιμος εκπρόσωπός της, ενεχείρισε στον ενάγοντα το με ίδια ημερομηνία έγγραφο με τον τίτλο "Καταγγελία Σύμβασης Εργασίας", με το οποίο κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση. Εκείνος παρέλαβε το έγγραφο αυτό, το ανέγνωσε και έλαβε γνώση της περιεχόμενης σ' αυτό σαφούς δήλωσης της εργοδότριας του περί καταγγελίας της συνδέουσας αυτόν με εκείνη εργασιακής σύμβασης αορίστου χρόνου, καθώς και ότι τον καλούσε να παρουσιαστεί στο Ταμείο της εταιρείας για να εισπράξει την αναφερόμενη στο έγγραφο αυτό νόμιμη αποζημίωση του, την οποία προσδιόριζε στο ποσό των 53.303,07 ευρώ.

Ο ενάγων υπέγραψε το έγγραφο αυτό στη θέση "Έλαβα γνώση και το πρωτότυπο", και πάνω από την υπογραφή του ανέγραψε τη σημείωση "Με επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματος μου", αρνήθηκε όμως να προσέλθει στο ταμείο της εταιρείας και να εισπράξει την αποζημίωση του, διαφωνώντας ως προς το ύψος αυτής, ισχυριζόμενος ότι η αποζημίωση που δικαιούται να λάβει, με βάση τον πραγματικό μισθό του των 3.316.21 ευρώ το μήνα, ανέρχεται στο ποσό των 81.466,82 ευρώ, και όχι στο "αναγραφόμενο στην παραπάνω καταγγελία ποσό των 53.303,07 ευρώ.

Το γεγονός τούτο, δηλαδή ότι ο ενάγων αρνήθηκε να προσέλθει στο Ταμείο της εναγομένης εταιρείας και να εισπράξει την αποζημίωση του, αποδεικνύεται και από την κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα απόδειξης, ο οποίος κατέθεσε ότι ο ενάγων "Δεν δέχτηκε αποζημίωση όταν απελύθη, γιατί υπολόγιζαν μισθό 2.200 ευρώ μεικτά".

Την επόμενη εργάσιμη ημέρα 22-4-2003, ημέρα Δεύτερα, μετά την άρνηση του ενάγοντος να εισπράξει το παραπάνω ποσό της αποζημίωσης, η εναγομένη προκατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για την οφειλόμενη αποζημίωση το ποσό των 53.303,07 ευρώ, για αποζημίωση λόγω μη λήψεως της αδείας του έτους 2003 το ποσό των 3.061,72 ευρώ, για επίδομα αδείας 2003 το ποσό των 772,72 ευρώ, για αναλογία επιδόματος εορτών Πάσχα 2003, το ποσό των 776,04 ευρώ και για δεδουλευμένες αποδοχές από 1-4-2003 έως 18-4-2003, το ποσό των 1.140,74 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των 59.054,29 ευρώ, συνταχθέντος του υπ' αριθμ. 491662/22-4-2003 γραμματίου σύστασης παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων Αθηνών.

Από την υπ' αριθμ. 3825Β722-4-2003 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., προκύπτει ότι την ίδια ημέρα η εναγομένη κοινοποίησε στον ενάγοντα την από 22-4-2003 εξώδικη δήλωση, μαζί δε με αυτή προσέφερε σ' αυτόν και το παραπάνω γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης, το οποίο παρέλαβε με επιφύλαξη παντός νομίμου δικαιώματος του.

Όπως προαναφέρθηκε, ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντος κατά τον χρόνο της καταγγελίας, ανερχόταν στο ποσό των 3.316,21, ευρώ. Επομένως, ο ενάγων, ενόψει του χρόνου της πρόσληψης του (3-3-1970), δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, προστιθεμένης και της αναλογίας των επιδομάτων των εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, του επιδόματος αδείας και του επιδόματος ισολογισμού, το ποσό των 96.833,52 (3.316,21 Χ 14,60 : 12 = 4.034,73 Χ 24 μήνες) ευρώ.

Από το ποσό αυτό 20.000 ευρώ είναι αφορολόγητα και το υπόλοιπο ποσό των 76.833,52 (96.833,52 - 20.000) ευρώ υπόκειται σε αυτοτελή φορολόγηση 20%, με εξάντληση της φορολογικής υποχρέωσης, ήτοι ο φόρος ανέρχεται στο ποσό των 15.366,70 (76.833,52 Χ 20%) ευρώ. Επομένως η εναγομένη έπρεπε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 81.466,82 (96.833,52 -15.366,70) ευρώ.

Η τελευταία όμως δεν κατέβαλε στον ενάγοντα ολόκληρο το ποσό αυτό, αλλά το προαναφερόμενο ποσό των 53.303,07 ευρώ, υπολογίζοντας την αποζημίωση με βάση το ποσό των 2.201,03 ευρώ, στο οποίο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, ανέρχεται ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντος. Επομένως λόγω της ελλιπούς καταβολής της αποζημίωσης κατά το ποσό των 28.163,75 (81.466,82 - 53.303,07) ευρώ, η παραπάνω από 18-4-2003 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, άκυρη, και η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα τους μισθούς υπερημερίας 12 μηνών που αντιστοιχούν μέσα στο επίδικο χρονικό διάστημα από 18-4-2003 έως 17-4-2004, δηλαδή το ποσό των 39.794,52 (μηνιαίος μισθός 3.316,21 Χ 12 μήνες) ευρώ, καθώς και το ποσό των 3.316,21 ευρώ για επίδομα των εορτών Χριστουγέννων 2003.

Επομένως η ένδικη αγωγή ως προς το πρώτο σκέλος της κύριας βάσης αυτής, δηλαδή ότι η από 18-4-2003 καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη γιατί η εναγομένη δεν κατέβαλε στον ενάγοντα κατά την καταγγελία συγχρόνως και την αποζημίωση, ήταν απορριπτέα ως αβάσιμη, Ως προς το δεύτερο όμως σκέλος αυτής (κύριας βάσης), δηλαδή ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη, λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης, είναι νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν και πρέπει να γίνει δεκτή.

Μετά ταύτα δε παρέλκει η εξέταση της πρώτης και δεύτερης επικουρικής βάσης της αγωγής". Με τις πιο πάνω παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέγνωσε ούτε αμέσως ούτε εμμέσως την ύπαρξη του κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βούλησης των διαδίκων καθόσον αφορά το συμφωνηθέν ύψος των αποδοχών του αναιρεσίβλητου σε 3.316,2 Ευρώ (μεικτά) και 2.201,03 Ευρώ (καθαρά), ούτε προέβη σε καμία ερμηνεία.

Επομένως, τα όσα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθ. 1 του αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ, για εσφαλμένη εφαρμογή από το Εφετείο των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., τις οποίες παραβίασε με τη μη εφαρμογή τους, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα στηριζόμενα στην εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι το Εφετείο διέγνωσε κενό ή αμφιβολία στις πιο πάνω δηλώσεις βούλησης των διαδίκων, και ότι ερμήνευσε τις δηλώσεις αυτές χωρίς να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από την διατύπωσή της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφα νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επ.

του Κ.Πολ.Δ., και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης όπως η αγωγή. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (βλ.

Α.Π. 1/1999). Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Α.Π. 442/1993).

Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου κατέληξε το δικαστήριο με τη συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου παρά μόνο με την εκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 413/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο συνεκτιμώντας το σύνολο των προσκομισθεισών αποδείξεων (έγγραφα και καταθέσεις μαρτύρων) με τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές του, και αποδεχόμενο ως ουσιαστικά βάσιμο αντίστοιχο ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου, οδηγήθηκε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι στις μισθολογικές καταστάσεις που τηρούσε "ΔΩΡΙΚΟΣ Α.Τ.Ε." δεν αναφερόταν ο πραγματικός μισθός του αναιρεσίβλητου, ο οποίος είχε συμφωνήσει με την εταιρεία "ΔΩΡΙΚΟΣ Α.Τ.Ε." (που συγχωνεύθηκε στη συνέχεια στην αναιρεσείουσα), αναγραφόταν να λαμβάνει από το Μάϊο 2000 ως μηνιαίο μισθό το ποσό των 2.201,03 Ευρώ ¨καθαρά", οι δε κρατήσεις για το Ι.Κ.Α και το Φ.Μ.Υ συνολικά 1.115,18 Ευρώ να βαρύνουν την εταιρεία ΔΩΡΙΚΟΣ Α.Τ.Ε.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο των μισθολογικών καταστάσεων, των αποδεικτικών καταθέσεων στην ΤΡΑΠΕΖΑ ALPHA BANK, των αποδείξεων πληρωμής (εκκαθάρισης) και της Αναλυτικής Περιοδικής δήλωσης των μηνών Ιουνίου μέχρι Σεπτεμβρίου 2002 στις οποίες "εικονικά" ο μεικτός μισθός του αναιρεσίβλητου εμφανιζόταν να ανέρχεται στο ποσό των 2.201,03 Ευρώ και όχι στο ποσό των 3.316,21 Ευρώ που ανερχόταν πραγματικά.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το αρθ. 20 του άρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος δε λόγος κατά το μέρος του με το οποίο βάλλεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου, ως προς τη διαγνωσθείσα κατά τα προαναφερθέντα "εικονικότητα", είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατ' αρθ. 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην εις το διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου και για τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του (αρθρ. 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-6-2007 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΤΕΧΝΙΚΑ ΕΡΓΑ (ΒΙΟΤΕΡ Α.Ε.) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 6684/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ