Supreme Court partially allows appeal against labor dispute judgment regarding statute of limitations and interest rates.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal filed by seven individuals against a labor dispute judgment involving a municipal public enterprise. The appellants argued that the lower court incorrectly applied the statute of limitations and interest rate provisions, claiming the entity was a private law person rather than a public authority. Consequently, the court rejected the appeal for three appellants but annulled the judgment for the remaining four, remanding the case for retrial while ordering costs against the losing parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 90(3) of Law 2362/1995; Article 276(3) of the Code of Civil Procedure: The statute of limitations for unpaid wages applies to employees of municipal public enterprises; interest rates for public bodies do not apply to such entities as they operate under private law rules.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1364 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1364/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Δεκεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., 2) Σ. Μ. του Β., κατοίκου ..., 3) Ν. Ν. του Ι., κατοίκου ..., 4) Δ. Σ. του Θ., κατοίκου ..., 5) Δ. Μ. του Χ., συζύγου Β. Λ., κατοίκου ..., 6) Α. Τ. του Δ., κατοίκου ... και 7) Ο. Π. του Μ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καρατζούλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Δημοτικής Κοινωφελούς Επιχείρησης (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΦΕΛΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΗΜΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ (ΔΗ.ΚΕ.ΔΗ. Κατερίνης)", που εδρεύει στην Κατερίνη, ως καθολικής διαδόχου της Δημοτικής Επιχείρησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΔΕΔΑΚ" όπως νόμιμα εκπροσωπείται. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αχιλλέα Νικολαΐδη, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 211/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 254/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-6-2016 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 24-6-2016 και με αριθ. κατ. 137/27-6-2016 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 254/29-1-2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 29-11-2013 και με αριθ. κατ. 145/2013 έφεσης κατά της με αριθ. 211/21-10-2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία επί της από 27-12-2010 και με αριθ. κατ. 3578/521/2010 αγωγής.
Με την, ως άνω, αγωγή στρεφόμενη κατά: 1) της Δημοτικής Επιχείρησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ ΔΕΔΑΚ", στη θέση της οποίας είχε υπεισέλθει ήδη κατά τη συζήτηση της αγωγής, ως καθολική διάδοχος αυτής, η Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΦΕΛΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΗΜΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΗΣ (ΔΗ.ΚΕ.ΔΗ.
Κατερίνης), ήδη αναιρεσίβλητη και 2) του Ο.Τ.Α. Α' Βαθμού Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Δήμος Κατερίνης", που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, οι ενάγοντες, ήδη αναιρεσίβλητοι, ισχυρίσθηκαν ότι κατήρτισαν με την πρώτη εναγομένη τις αναφερόμενες διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, σε εκτέλεση των οποίων απασχολήθηκε καθένας από αυτούς με τις αντίστοιχες ειδικότητες (μάγειροι-καθαρίστριες-βρεφοκόμοι) κατά τα αναφερόμενα χρονιά διαστήματα, η δε αμοιβή τους προβλεπόταν στις αναφερόμενες ΚΥΑ για κάθε κατηγορία εργαζομένων.
Ότι με τις συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου κάλυπταν διαρκείς και πάγιες ανάγκες της πρώτης εναγομένης. Ότι η τελευταία τους κατέβαλλε αποδοχές που υπολείποντο των νομίμων, οπότε τους οφείλει την προκύπτουσα διαφορά, επιπλέον δε τους οφείλει επιδόματα εορτών και επιδόματα αδείας, όπως, ειδικότερα, προσδιορίζονται στην αγωγή.
Ζήτησαν δε να υποχρεωθούν τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον το καθένα, για τις παραπάνω αιτίες, τα αντίστοιχα ποσά νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Κατερίνης, με τη με αριθ. 211/2013 οριστική απόφαση απέρριψε την αγωγή ως προς το δεύτερο εναγόμενο, ως απαράδεκτη, για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης. Περαιτέρω, αφού έκρινε ότι η αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της πρώτης εναγομένης: α) ως προς τις 2η έως και 5η των εναγουσών είναι μη νόμιμη κατά την κύρια βάση αυτής (από τη σύμβαση), αλλά νόμιμη κατά την επικουρική βάση αυτής (από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό), β) ως προς τους λοιπούς ενάγοντες είναι νόμιμη κατά την κύρια βάση αυτής, δέχθηκε την αγωγή κατ' ουσίαν ως προς όλους τους ενάγοντες και επιδίκασε σε καθένα από αυτούς το αντίστοιχο ποσό νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Κατά της απόφασης αυτής η πρώτη εναγομένη άσκησε την, ως άνω, από 29-11-2013 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε ή προσβαλλόμενη με αριθ. 254/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι η αγωγή α) ως προς τους 1°, 6η και 7η των εναγόντων, κατά την κύρια βάση αυτής, είναι μη νόμιμη, διότι οι ένδικες συμβάσεις τους καταρτίσθηκαν στις 4-7-2003, στις 4-7-2003 και στις 1-12- 2003, αντίστοιχα, δηλαδή μετά την έναρξη ισχύος (18-4-2001) του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος και επομένως είναι ανεπίτρεπτη η μετατροπή τους σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, ενώ κατά την επικουρική βάση αυτής είναι αόριστη, διότι, για τη θεμελίωσή της οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ακυρότητα των συμβάσεων, β) ως προς τις λοιπές ενάγουσες είναι νόμιμη κατά την κύρια βάση της, διότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 π.δ. 164/2004, από την έναρξη ισχύος του οποίου (19-7-2004) οι εν λόγω ενάγουσες συνδέονται με την πρώτη εναγομένη με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Περαιτέρω δε έκρινε ότι από τις ένδικες αξιώσεις των εν λόγω εναγουσών εκείνες που αφορούν το χρονικό διάστημα έως 30-11-2008 έχουν υποπέσει στη βραχυχρόνια διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995. Κατόπιν των παραπάνω, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε τη με αριθ. 211/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κατερίνης, κράτησε και δίκασε την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως προς τους 1°, 6η και 7η των εναγόντων, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως προς τις λοιπές ενάγουσες και επιδίκασε σε καθεμία από αυτές τα αντίστοιχα ποσά για τις ένδικες αξιώσεις, που δεν έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή και συγκεκριμένα για εκείνες που αφορούν το χρονικό διάστημα από 1-12-2008 έως 30-9-2010.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη είναι και η πληρότητα της ιστορικής της βάσης, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, που σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου θεμελιώνουν τη ζητούμενη έννομη συνέπεια.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα παραπάνω στοιχεία ή περιέχονται κατά τρόπο ασαφή ή ελλιπή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο (ΑΠ 1827/2022).
Ωστόσο, η αγωγή δεν είναι ανάγκη να περιέχει νομική βάση, ούτε η υπαγωγή με αυτή των επικαλούμενων περιστατικών σε συγκεκριμένη νομική διάταξη είναι δεσμευτική για το δικαστήριο, το οποίο αυτεπαγγέλτως εφαρμόζει το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων (ΑΠ 83/2019, ΑΠ 2091/2013).
Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή τυχόν ένστασης, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος στο οποίο στηρίζονται. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής δήθεν αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (Ολ.
ΑΠ 18/1998, ΑΠ 83/2019, ΑΠ 2091/2013). Επομένως νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται αμφότερες αναιρετικά με το λόγο από το άρθρ. 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 1214/2020, ΑΠ 1115/2020, ΑΠ 18/2020).
Ανεξάρτητα πάντως από το είδος της αοριστίας πρέπει η σχετική ένσταση, η οποία δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται αυτό στην αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 353/2020, ΑΠ 1088/2019, ΑΠ 290/2018, ΑΠ 83/2019, ΑΠ 1731/2008) στην οποία πρέπει επίσης να παρατίθεται το περιεχόμενο της αγωγής ή της ένστασης που κρίθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ορισμένες ή απορρίφθηκαν ως αόριστες, ώστε σε αντιπαραβολή με τις αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επίσης πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο, να μπορεί να διαπιστωθεί το τυχόν σφάλμα της απόφασης, που πρέπει και αυτό να προσδιορίζεται με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 1239/2020, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 83/2019, ΑΠ 434/2017, ΑΠ 1020/2013).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 904 Α.Κ. προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης και μπορεί να ασκηθεί μόνο όταν ελλείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία.
Επομένως αν η αγωγή στηρίζεται ως προς τη σωρευόμενη ακόμα και επικουρικά βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη ως προς την αγωγική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό γιατί, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτές, όχι όμως να προσφύγει έστω και επικουρικά στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1450/2017, ΑΠ 493/2010).
Τέτοια περίπτωση, όμως, δεν συντρέχει, όταν στη σωρευόμενη κατά δικονομική επικουρικότητα (ΚΠολΔ 219) βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από σύμβαση, γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, καθότι αυτό αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.
Και τούτο διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο, αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση, κύρια βάση της αγωγής, απορριφθεί μετά παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για ορισμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ' ένσταση του εναγομένου, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης.
Έτσι, με την απλή επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης, πληρούται ο, ως άνω σκοπός της διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί τη σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή. Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον ενάγοντα του λόγου της ακυρότητας της σύμβασης, που διαγνώσθηκε ήδη δικαστικά στην ίδια δίκη και είναι έτσι δεδομένος κατά την εξέταση της ως άνω επικουρικής βάσης (ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 1242/2022, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 1151/2017, ΑΠ 438/2017).
Τέλος, ο πιο πάνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ έχει εφαρμογή και επί άκυρης απασχόλησης μισθωτού του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των λοιπών ΝΠΔΔ, που ενέχονται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία που παρασχέθηκε σ' αυτό (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 1169/2020, ΑΠ 186/2019, ΑΠ 1321/2015, ΑΠ 82/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τους αριθμούς 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με το να κρίνει ότι η αγωγή ως προς τους 1°, 6η και 7η των εναγόντων, κατά την επικουρική βάση αυτής, που θεμελιώνεται στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, είναι αόριστη και απορριπτέα ως απαράδεκτη: α) έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, αφού το πρώτο εναγόμενο δεν πρόβαλε ένσταση αοριστίας, β) αξίωσε για τη θεμελίωση της αγωγής στην παραπάνω νομική βάση περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί η διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ.
Ο, ως άνω, αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί: α) κατά το πρώτο σκέλος αυτού, διότι, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, της λήψης υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν, όταν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη αυτεπαγγέλτως ερευνώμενο ισχυρισμό, όπως η αοριστία της αγωγής, β) κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, διότι με την ένδικη αγωγή, το δικόγραφο της οποίας επισκοπείται για την έρευνα του αναιρετικού αυτού λόγου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι, ως άνω, ενάγοντες (1ος, 6η και 7η), μετά από παράθεση των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την κύρια, από τη σύμβαση, βάση της αγωγής, επικαλούνται, για τη θεμελίωση της επικουρικής βάσης αυτής στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατά λέξη, τα ακόλουθα: "άλλως και όλως επικουρικώς να καταδικασθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον καθένα από εμάς τα ανωτέρω ποσά αντίστοιχα, ως αναλυτικώς εκτίθενται ανωτέρω νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους απαίτηση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της παρούσας βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού".
Με βάση τα παραπάνω, για τη θεμελίωση της επικουρικής βάσης της αγωγής, η οποία ασκείται κατά δικονομική επικουρικότητα, υπό την ενδοδιαδικαστική απόρριψη της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση, οι, ως άνω, ενάγοντες, οι οποίοι δεν επικαλούνται πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα, από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση, δεν επικαλούνται, όπως απαιτείται για την πληρότητα της αγωγής κατά τη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ακυρότητα της σύμβασης, με αποτέλεσμα η αγωγή να είναι αόριστη και, για το λόγο αυτό, απορριπτέα, ως απαράδεκτη.
Κρίνοντας ομοίως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 1, 8 και 14 ΚΠολ.Δ. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως προς τους παραπάνω αναιρεσείοντες (1°, 6η και 7η) και να καταδικασθούν αυτοί, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
Περαιτέρω, στον ισχύοντα Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006) ορίζονται τα εξής: Με το άρθρο 252 παρ. 1, 3 και 5 ότι: "Οι Δήμοι και οι Κοινότητες μπορούν να συνιστούν ή να συμμετέχουν σε επιχειρήσεις, οι οποίες καλούνται επιχειρήσεις ΟΤΑ, σύμφωνα με τις παρακάτω ρυθμίσεις. Οι επιτρεπόμενες μορφές των επιχειρήσεων αυτών είναι οι εξής:
α) δημοτικές ή κοινοτικές κοινωφελείς επιχειρήσεις, β) Ανώνυμες Εταιρείες ΟΤΑ" (παρ. 1). "Οι Ανώνυμες Εταιρείες ΟΤΑ συνιστώνται είτε μόνο από έναν ή περισσότερους Δήμους ή Κοινότητες, είτε....Οι εταιρείες αυτές λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920" (παρ. 3). "Οι επιχειρήσεις των προηγούμενων παραγράφων αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 5).
Στο άρθρο 260 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι "Η διαχείριση των κοινωφελών επιχειρήσεων γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική ή κοινοτική διαχείριση" (παρ. 1). "Ο Δήμος και η Κοινότητα δεν ευθύνεται για οφειλές ή οποιεσδήποτε υποχρεώσεις έχει αναλάβει η επιχείρηση έναντι τρίτων" (παρ. 5), ενώ στο άρθρο 265 ορίζεται ότι "Δήμοι ή Κοινότητες...δύνανται να συνιστούν Ανώνυμες Εταιρείες οι οποίες λειτουργούν σύμφωνα με τις διατάξεις της εμπορικής και φορολογικής νομοθεσίας" (παρ. 1). "Οι Ανώνυμες Εταιρείες ΟΤΑ συγχωνεύονται, διασπώνται ή λύονται σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει", (παρ. 8).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 276 του ως άνω Κώδικα "Οι Δήμοι και οι Κοινότητες, τα δημοτικά και κοινοτικά ιδρύματα και τα λοιπά δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι σύνδεσμοι Δήμων και Κοινοτήτων, οι αποκλειστικώς κοινωφελούς χαρακτήρα αμιγείς δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης, η Κεντρική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων της Ελλάδας και οι τοπικές Ενώσεις Δήμων και Κοινοτήτων, απαλλάσσονται εν γένει από κάθε δημόσιο, άμεσο ή έμμεσο, δημοτικό, κοινοτικό ή λιμενικό φόρο...
Επίσης, έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο." (παρ. 1)." Για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των ΟΤΑ εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής κατά των ΟΤΑ καταργείται" (παρ. 2). "Ο νόμιμος τόκος και ο τόκος υπερημερίας κάθε οφειλής των ΟΤΑ ανέρχεται στο ποσοστό που ορίζεται για τις αντίστοιχες οφειλές του Δημοσίου" (παρ. 3).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του ισχύσαντος κατά τον επίδικο χρόνο άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", [που ίσχυε έως τις 28.6.2014 και ακολούθως με την ταυτοσήμου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 140 παρ. 3 του Ν. 4270/2014 (ΦΕΚ Α' 143/28.6.2014) που την αντικατέστησε], η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά την παρέλευση διετίας από τη γένεσή της.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 250 του ΑΚ," Σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις 1)... 6) των υπηρετών και των εργατών για την πληρωμή των μισθών ή άλλων αμοιβών και εξόδων τους... 17) των κάθε είδους μισθών, των καθυστερούμενων προσόδων συντάξεων, διατροφής και κάθε άλλης παροχής που επαναλαμβάνεται περιοδικά". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγονται τα ακόλουθα:
Οι αναφερόμενες στα άρθρα 252 επ. του ισχύοντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ν. 3463/2006) δημοτικές επιχειρήσεις, περιλαμβανομένων των δημοτικών κοινωφελών επιχειρήσεων, δεν αποτελούν Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), αλλά συνιστούν αυτοτελείς έναντι των Οργανισμών αυτών επιχειρήσεις, που λειτουργούν με τη μορφή Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου, για την επίτευξη ορισμένων, αναφερόμενων στις ανωτέρω διατάξεις, σκοπών, η διαχείριση των επιχειρήσεων αυτών γίνεται σύμφωνα με ιδιαίτερο προϋπολογισμό εσόδων και εξόδων και είναι ανεξάρτητη από την υπόλοιπη δημοτική διαχείριση, η δε ευθύνη του Δήμου, που συνιστά ή συμμετέχει σε τέτοια επιχείρηση, περιορίζεται στη συμμετοχή του στο κεφάλαιο της επιχείρησης και η εργασιακή σχέση του προσωπικού των επιχειρήσεων αυτών διέπεται από τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.
Συνεπώς, εργοδότης των μισθωτών που απασχολούνται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε τέτοιες επιχειρήσεις είναι οι τελευταίες και όχι οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης που τις συνέστησαν ή συμμετέχουν και εφαρμοστέες ως προς το ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων των εργαζομένων που γεννώνται σε βάρος των ως άνω δημοτικών επιχειρήσεων για την πληρωμή των καθυστερούμενων μισθών κλπ.
είναι οι διατάξεις του άρθρου 250 αρ. 6 και 17 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες οι εν λόγω αξιώσεις υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή (ΑΠ 1013/2022). Η τυχόν επέκταση της διετούς παραγραφής που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, με ανάλογη εφαρμογή και στις αξιώσεις των υπαλλήλων κοινωφελούς δημοτικής επιχείρησης, κατ' άρθρο 276 παρ. 1 του ισχύοντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, θα ήταν αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος, διότι δεν δικαιολογείται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, εφόσον η κοινωφελής δημοτική επιχείρηση, ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, λειτουργεί με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, είναι νομικά ισότιμο με κάθε άλλο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και δεν είναι λογικό να ισχύει υπέρ αυτού το προνόμιο του Δημοσίου και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης για διετή παραγραφή των κατ' αυτού μισθολογικών αξιώσεων των υπαλλήλων του, εφόσον το απλό ταμειακό συμφέρον της κοινωφελούς δημοτικής επιχείρησης δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή γενικό συμφέρον, ούτε συνιστά τέτοιο συμφέρον το γεγονός ότι ο Δήμος που τη συνιστά μπορεί να είναι ο μόνος μέτοχος αυτής και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση των δικαιωμάτων των μισθωτών αυτής στην περιουσία τους με την παραγραφή των αξιώσεών τους από οφειλόμενους μισθούς και εν γένει αποδοχές με βάση το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 και ήδη 140 παρ.3 Ν.4270/2014 περί διετούς βραχυχρόνιας παραγραφής, αντί των εφαρμοστέων διατάξεων του άρθρου 250 αρ. 6 και 17 (ΑΠ 628/2015, ΑΠ 1161/2015, σχετ.
Ολ. ΑΠ 7/2014, Ολ. ΑΠ 11/2008). Άλλωστε από τη γραμματική διατύπωση του άρθρου 276 παρ. 1 του ν. 3463/2006 (Κ.Δ.Κ), προκύπτει σαφώς ότι οι κοινωφελείς δημοτικές επιχειρήσεις απολαμβάνουν των διοικητικών, οικονομικών και δικαστικών (δικονομικών) προνομίων (ατελειών), που έχουν χορηγηθεί στο Δημόσιο, αλλά όχι και των ουσιαστικών προνομίων, όπως είναι και αυτό της διετούς παραγραφής και της καταβολής μειωμένου τόκου υπερημερίας, που ισχύει για το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με το άρθρο 21 του ΚΔ της 26.6/10.7.1944, "περί Κώδικος των Νόμων περί Δικών του Δημοσίου" (ΑΠ 1161/2015, ΑΠ 628/2015).
Αντιθέτως και σε αντιδιαστολή προς την άνω διατύπωση της παρ. 1 του άρθρου 276 του ισχύοντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ν. 3463/2006), το ίδιο άρθρο στις παρ. 2 και 3 αυτού ρητά περιορίζει μόνο σε αξιώσεις κατά των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (και όχι και σε αξιώσεις κατά των δημοτικών ή κοινοτικών κοινωφελών επιχειρήσεων) την εφαρμογή των διατάξεων περί παραγραφής αξιώσεων κατά του Δημοσίου, (παρ. 2 αυτού) και την εφαρμογή των διατάξεων περί ποσοστού νομίμου τόκου ή τόκου υπερημερίας σε οφειλές του Δημοσίου (παρ. 3 αυτού). 3.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ" αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2Θ16, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Με τον πρώτο, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες ότι, με το δεχθεί το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο: α) κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα ότι οι ένδικες αξιώσεις των 2ης, 3ης, 4ης και 5ης των εναγουσών, ήδη αναιρεσειουσών, του χρονικού διαστήματος από 1-1-2005 έως 30-11-2008 έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 ν.2362/1995, απορρίπτοντας ως προς αυτές την αγωγή, β) ότι το επιτόκιο για τις λοιπές επιδικασθείσες απαιτήσεις προσδιορίζεται σε ποσοστό 6% από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη εφαρμογή και εκ πλαγίου, χωρίς αιτιολογίες, τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 και 94 ν. 2362/1995, 277 και 304 π.δ. 410/1995, 276, 277 ν. 3463/2006 και 7 παρ. 2 ν.δ. 496/1974, τις οποίες εφάρμοσε/ ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 250 και 253 ΑΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως προς το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο ζήτημα: α) της παραγραφής μέρους των ενδίκων αξιώσεων των 2ης, 3ης, 4ης και 5ης των εναγουσών, ήδη αναιρεσειουσών, εργαζομένων στην πρώτη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από 19-7-2004 και β) του οφειλομένου επί των (λοιπών) απαιτήσεων που επιδικάσθηκαν ποσοστού επιτοκίου από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση δέχθηκε, μετά από παράθεση των οικείων νομικών σκέψεων, κατά λέξη τα ακόλουθα: "....Η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε ...-2010, όταν και επιδόθηκε στην εναγομένη Δημοτική Επιχείρηση, όπως αποδεικνύεται από την με ημερομηνία ...-2010 σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Π.
Κ., στο δικόγραφο της αγωγής που νόμιμα με επίκληση προσκομίζει η εκκαλούσα. Επομένως, οι ένδικες αξιώσεις των εναγουσών κατά της εναγομένης Δημοτικής Επιχείρησης, α) για καταβολές διαφορών μηνιαίων αποδοχών από 1-1-2005 έως και 30-11-2008, β) για καταβολή διαφορών δώρων Χριστουγέννων των ετών 2005, 2006 και 2007, γ) για καταβολή διαφορών δώρων Πάσχα των ετών 2005, 2006, 2007 και 2008, και δ) για καταβολή διαφορών επιδόματος αδείας των ετών 2005, 2006 κα; 2007, έχουν υποπέσει κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, (άρθρο 94 ν.2362/1995), σύμφωνα με όσα εκτίθενται στο VII μέρος της μείζονος σκέψης, στη βραχυχρόνια διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 περί δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους", της οποίας χρονικό σημείο έναρξης είναι η γένεση κάθε αντίστοιχης αξίωσης και η οποία εφαρμόζεται και επί Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και επί των αποκλειστικά κοινωφελούς χαρακτήρα αμιγών δημοτικών επιχειρήσεων, όπως η εναγομένη, κατ' εφαρμογή των άρθρων 304 πδ 410/1995 και 276 ν. 3463/ 2006, σύμφωνα με τα οποία οι αποκλειστικές κοινωφελούς χαρακτήρα αμιγείς δημοτικές επιχειρήσεις, (όπως είναι και η εναγομένη), έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά και διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο δημόσιο, όπου δε ο νόμος παραπέμπει υπέρ άλλου νομικού προσώπου στα δικαστικά διοικητικά κ.λ.π.
προνόμια του Δημοσίου, εκτιμάται ότι στην εξομοίωση του νομικού αυτού προσώπου με το Δημόσιο περιλαμβάνονται και τα ουσιαστικού περιεχομένου προνόμια του τελευταίου (παραγραφή, νόμιμος τόκος 6%) (ΟλΑΠ 2/2014, ΟλΑΠ 22/2008, ΑΠ 536/2014, ΑΠ 701/ 2014 δημ. ΤΝΠ Νόμος, ΕφΘεσ 697/2015). Ειδικότερα, από τη χρονολογία γένεσης των αξιώσεων αυτών, ήτοι:
α) από το τέλος κάθε μήνα του χρονικού διαστήματος από 1-1-2005 έως και 30- 11-2008, που ήταν καταβλητέος ο κάθε μηνιαίος μισθός, β) από 31 Δεκεμβρίου των ετών 2005, 2006 και 2007 που ήταν καταβλητέα τα δώρα Χριστουγέννων κάθε αντίστοιχου έτους, γ) από 30 Απριλίου των ετών 2005, 2006, 2007 και 2008, που ήταν καταβλητέα τα δώρα Πάσχα κάθε αντίστοιχου έτους και δ) από 31 Δεκεμβρίου των ετών 2005, 2006 και 2007, που ήταν καταβλητέα τα επιδόματα αδείας κάθε αντίστοιχου έτους, μέχρι και την ...-2010, ημερομηνία κατά την οποία έλαβε χώρα κατά τα άνω η επίδοση της ένδικης αγωγής στην εναγομένη παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας και επομένως κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως παραγεγραμμένη για τα ως άνω χρονικά διαστήματα...".
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 6, 17 ΑΚ και 276 παρ. 1, 2 και 3 ν. 3463/2006, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 252 παρ. 1, 3 και 5, 260 παρ. 1 και 5 και 265 παρ. 1 και 8 ν. 3463/2006, τι οποίες δεν εφάρμοσε αν και ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση, ως και εκείνη του άρθρου 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 την οποία εφάρμοσε αν και δεν ήταν εφαρμοστέα στην ένδικη υπόθεση.
Και τούτο διότι, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα παραπάνω στη μείζονα σκέψη, εφαρμοστέες ως προς το ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων του ενάγοντος σε βάρος της εναγομένης δημοτικής επιχείρησης για την πληρωμή εργατικών απαιτήσεων, είναι οι διατάξεις του άρθρου 250 αρ. 6 και 17 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες οι εν λόγω αξιώσεις υπόκεινται σε πενταετή παραγραφή.
Η επέκταση της διετούς παραγραφής που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, με ανάλογη εφαρμογή της κατ' άρθρο 276 παρ. 1 του ΚΔΚ και στις αξιώσεις των υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης Δημοτικής Επιχείρησης (ΝΠΙΔ) κατ' αυτού, αφενός μεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 276 παρ. 2 του ΚΔΚ (ν. 3463/2006), αφετέρου δε θα ήταν αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.
β' του Συντάγματος, διότι δεν δικαιολογείται από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, εφόσον η αναιρεσίβλητη, ως πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, απολαμβάνει διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας, λειτουργεί με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, είναι νομικά ισότιμο με κάθε άλλο νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και δεν είναι λογικό να ισχύει υπέρ αυτού το προνόμιο του Δημοσίου και των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης για διετή παραγραφή των κατ' αυτού μισθολογικών αξιώσεων των υπαλλήλων του, εφόσον το απλό ταμειακό συμφέρον της αναιρεσίβλητης δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση των δικαιωμάτων του εργαζομένου - ενάγοντος - αναιρεσείοντος στην περιουσία του με την παραγραφή των αξιώσεών του από οφειλόμενους μισθούς και εν γένει αποδοχές με βάση το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 περί διετούς βραχυχρόνιας παραγραφής, αντί των εφαρμοστέων διατάξεων του άρθρου 250 αρ. 6 και 17 ΑΚ.
Για τον ίδιο λόγο, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην ένδικη περίπτωση το προβλεπόμενο στα άρθρα 21 του Κ.Δ. της 26.6-10.7.1944 "περί δικών του Δημοσίου" και 7 παρ. 2 του ν.δ. 494/1974 "περί λογιστικού των ΝΠΔΔ", ποσοστό τόκου υπερημερίας 6% ετησίως, το οποίο εσφαλμένως εφάρμοσε το εφετείο, αφού κατά την αληθή έννοιά τους οι τελευταίες διατάξεις δεν είναι εφαρμοστέες στους εργαζόμενους στις Δημοτικές Κοινωφελείς Επιχειρήσεις καθώς τούτο αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 276 παρ. 3 του ΚΔΚ (ν. 3463/2006) και στο σκοπό της, ενόψει και του ότι οι ως άνω επιχειρήσεις δεν αποτελούν, όπως αναφέρεται παραπάνω στη μείζονα σκέψη, ΟΤΑ, αλλά αυτοτελή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, τα οποία λειτουργούν με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διαθέτουν ίδια έσοδα και δική τους αυτόνομη ταμειακή υπηρεσία και το δικό τους ταμειακό συμφέρον δεν ταυτίζεται με αυτό του Δημοσίου ή των ΟΤΑ.
Μετά ταύτα, πρέπει ως προς τις 2η, 3η, 4η και 5η αναιρεσείουσες να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα ανωτέρω κεφάλαια, κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου αναίρεσης αυτών από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ (μετά την παραδοχή του οποίου παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι εν λόγω αναιρεσείουσες παραπονούνται για την αυτεπάγγελτη έρευνα της ένστασης παραγραφής από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο) και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των, ως άνω αναιρεσειουσών, οι οποίες παρέστησαν και δεν κατέθεσαν προτάσεις, κατά το διαλαμβανόμενο στην αίτηση αναίρεσης αίτημά τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση των 1ου, 6ης και 7ης αναιρεσειόντων για αναίρεση της με αριθ. 254/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει αυτούς στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Αναιρεί την με αριθ. 254/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τις 2η, 3η, 4η και 5η αναιρεσείουσες κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των παραπάνω αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ταύτης, καθώς και της αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ