Legislator Case Law & Legislation
1364/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal in labor dispute regarding contract continuity and constitutional prohibition of indefinite employment.

Case Number 1364/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a labor court decision regarding the continuity of fixed-term employment contracts. The appellant argued that a significant gap between contracts violated the principle of continuous employment and the constitutional ban on indefinite employment for public sector staff. The court found the first and third grounds of the appeal admissible and substantive, ruling that the contracts could not be treated as a single continuous relationship.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a significant temporal gap between successive fixed-term employment contracts breaks the continuity required to establish a single indefinite-term relationship, particularly when such gaps contradict the constitutional prohibition on indefinite employment.

Keywords

AI generated
labor contract continuity fixed term employment indefinite employment ban public sector employment temporal gap analysis labor law appeal contract succession

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 570 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
Articles 37 and 120 of Law 4842/2021
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1364 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1364/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΣΚΗΝΗ", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντωνίου Βάγια, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνα Μητσούρα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-9-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1795/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 58/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 1-3-2022 αίτησή του και τους από 28-9-2022 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την ένδικη από 1-3-2022 αίτηση διώκεται η αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 58/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Επίσης οι από 28-9-2022 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκήθηκαν παραδεκτά με κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 29-9-2022 και επίδοση στο αναιρεσίβλητο την ίδια ημέρα (βλ. υπ' αριθμ. ΣΤ-3656/29-9-2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Πειραιά Ι. Α.), ήτοι περισσότερες από τριάντα ημέρες πριν την αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως δικάσιμο της 1-11-2022 (άρθ. 569 παρ.2 του ΚΠολΔ, όπως διαμορφώθηκε με τα άρθρα 37 και 120 Ν.4842/2021).

Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ' ουσίαν (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ), αφού συνεκδικαστούν με την ως άνω αίτηση αναιρέσεως (αρθρ. 246 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ισχυρισμοί ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αιτήσεως αναιρέσεως και των πρόσθετων λόγων.

Οι διάδικοι (στην περίπτωση αυτή) καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη, με τις από 3-11-2022 προτάσεις-υπόμνημα, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου στις 4-11-2022, (βλ. επισημείωση αρμοδίας γραμματέως παρά πόδας αυτών), ισχυρίστηκε ότι η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθόσον το αναιρεσείον, μετά την άσκηση αυτής, αποδέχθηκε την προσβαλλόμενη απόφαση, πράγμα το οποίο συνάγεται από το γεγονός ότι αυτό, επ' απειλή εκτελέσεως της εφετειακής αποφάσεως, συμμορφώθηκε με το διατακτικό της.

Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι προτάσεις με τις οποίες προβλήθηκε, δεν κατατέθηκαν εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 570 αριθμ.1 ΚΠολΔ προθεσμίας, αλλά μετά τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως. Η νοµική αοριστία της αγωγής συνδέεται µε τη νοµική εκτίµηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί δε παράβαση που ελέγχεται µε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόµο προς θεµελίωση του ασκούμενου δικαιώµατος για να κρίνει νόµιµη την αγωγή ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία.

Η αοριστία, όµως, του δικογράφου της αγωγής µπορεί να µην είναι νοµική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται µε πληρότητα τα πραγµατικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτηµα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόµου, χωρίς ν' αναφέρονται τα περιστατικά που θεµελιώνουν την εφαρµογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).

Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται µε βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντος υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή παραγνωρίζοντας αναγκαία για τη θεμελίωσή της γεγονότα που εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτό εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 43/2022, ΑΠ 1430/2021, ΑΠ 86/2016).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισµένη η αγωγή πρέπει να περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία που ορίζονται στα άρθρο 117-118 του ίδιου κώδικα, α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεµελιώνουν σύµφωνα µε το νόµο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγοµένου β) ακριβή περιγραφή του αντικειµένου της διαφοράς και γ) ορισµένο αίτηµα.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 25-9-2017 αγωγή, την οποία επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγος κατά την έρευνα σχετικού αναιρετικού λόγου (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου απασχολήθηκε στο εναγόμενο από το έτος 1981 έως τις 16-4-2006, αρχικά ως χορωδός μέχρι το έτος 1984 και στη συνέχεια ως μονωδός από το έτος 1989.

Ότι στις 16-4-2006 καταγγέλθηκε η υφιστάμενη σύμβαση εργασίας της και ακολούθως άσκησε αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά του κύρους της καταγγελίας της ως άνω συμβάσεως εργασίας, αιτούμενη, μεταξύ άλλων, την αναγνώριση της σχέσης εργασίας της ως αορίστου χρόνου και την καταβολή των αναλογούντων μισθών υπερημερίας.

Ότι επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 323/2007 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία αναγνώρισε ότι συνδέεται με το εναγόμενο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχική της πρόσληψη, ήτοι από 20-12-1989, αναγνώρισε ότι η από 16-4-2006 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της είναι άκυρη, υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της καθώς και να της καταβάλει το ποσό των 11.900 ευρώ, που αντιστοιχούσε στους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από 17-4-2006 έως 17-4-2007 και το ποσό των 1.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Ότι από τις 20-3-2008 εξακολούθησε να απασχολείται στο εναγόμενο, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως μονωδός μέχρι τις 9-6-2017, οπότε το εναγόμενο, δυνάμει του υπ' αριθμ. πρωτ. Ε.Λ.Σ. 1690 /9-6-2017 εγγράφου του, το οποίο της επιδόθηκε στις 28-6-2017, την ενημέρωσε ότι η από 25-03-2017 σύμβαση εργασίας της, η οποία έληγε στις 5-9-2017, δεν πρόκειται να ανανεωθεί.

Ότι με τα ανατεθέντα σ' αυτήν καθήκοντα δεν επιδιώχθηκε η επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος, αλλά αυτά εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ήταν άμεσα συνυφασμένα με τη λειτουργία και τη δραστηριότητά του. Ότι η απασχόλησή της είχε εξ αρχής τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι το εναγόμενο, το οποίο έπαυσε να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της, έχει καταστεί υπερήμερο.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, (επικουρικά και κατά τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις κατ' άρθρ. 904 ΑΚ επ., σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μεταξύ αυτής και του εναγομένου είναι άκυρη), α) να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το εναγόμενο με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχική της πρόσληψη (ως μονωδού), ήτοι από τις 20-12-1989, β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 28-6-2017 καταγγελίας της ατομικής σύμβασης εργασίας της, πέραν των άλλων και λόγω καταχρηστικότητας, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ως μονωδού και να την επαναπασχολεί σε θέση, με όρους και συνθήκες εργασίας που δεν προσβάλλουν τα ατομικά και εργασιακά της δικαιώματα, με απειλή χρηματικής ποινής ύψους 100 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του με την εκδοθησόμενη απόφαση και δ) να της επιδικαστούν τα αναφερόμενα ποσά για μισθούς υπερημερίας και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι αυτή περιέχει όλα τα αναγκαία κατά το άρθ. 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ στοιχεία και είναι επαρκώς ορισμένη. Ειδικότερα αναφέρονται επαρκώς, με πληρότητα και σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν: α) την έναρξη της εκ μέρους της ενάγουσας παροχής εργασίας στις υπηρεσίες του εναγομένου, β) τα στην ενάγουσα ανατεθέντα καθήκοντα, γ)την εξουσία των αντιπροσωπευτικών οργάνων του εναγομένου να προσδιορίζουν μονομερώς τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας της, δεδομένου ότι πάντοτε ήταν εντεταγμένη σε ένα οργανωμένο σύνολο έμψυχου δυναμικού, το ότι εργαζόταν διαρκώς για την ευόδωση των καλλιτεχνικών στόχων του εναγομένου, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία καθίστατο εμφανής η νομική εξάρτησή της από το εναγόμενο και ως εκ τούτου η φύση των συμβάσεών της ως γνησίων συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αφενός και αορίστου χρόνου αφετέρου.

Η παράλειψη της μνείας των λόγων για τους οποίους οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου, που συνήψε η αναιρεσίβλητη με το αναιρεσείον έχουν μετατραπεί σε μία σύμβαση αορίστου χρόνου, δεν επάγεται αοριστία της ένδικης αγωγής αναφορικά με το νομικό χαρακτηρισμό των επίδικων συμβάσεων εργασίας, ως μιας ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού ο νομικός χαρακτηρισμός των ανωτέρω αναλυτικώς περιγραφομένων συμβάσεων, δεν είναι καθήκον της ενάγουσας, αλλά προεχόντως αρμοδιότητα του Δικαστηρίου.

Επίσης, ως προς την επικαλούμενη ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης (ενάγουσας), ενόψει του ότι ρητά αναφέρεται από την τελευταία η ως άνω επίδοση σ' αυτήν του προαναφερόμενου σχετικού εγγράφου (από 9-6-2017 επιστολής) του αναιρεσείοντος (εναγομένου), καθώς και του ότι σε κανένα σημείο του δικογράφου της ένδικης αγωγής δεν αναφέρεται ότι της καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, που αντιστοιχεί στη συνολική προϋπηρεσία της στο εναγόμενο, η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη, κατά την αξίωσή της για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας (συνεπεία της παραλείψεως του εργοδότη να της καταβάλει αποζημίωση απόλυσης), καθώς και για την καταβολή μισθών υπερημερίας, αφού με μόνη τη ρηματική δήλωση του εργοδότη περί απόκρουσης της παροχής της εργασίας της, ελλείψει των νομίμων προϋποθέσεων καταγγελίας συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, περιέχεται σε υπερημερία δανειστή ως προς την αποδοχή της εργασίας της, κατ' άρθρ. 656 ΑΚ και υποχρεούται σε καταβολή αποζημίωσης.

Περαιτέρω, ως προς την επικαλούμενη ακυρότητα της ως άνω σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης και λόγω καταχρηστικής άσκησης του σχετικού δικαιώματος του αναιρεσείοντος κατ' άρθρο 281 ΑΚ, εκτίθενται στην αγωγή με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα απαιτούμενα από το νόμο πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωσή της.

Πρέπει δε να σημειωθεί ακόμη ότι στην αγωγή αναφέρονται με πληρότητα οι ειδικότερες υπηρεσίες κατά θέση και ειδικότητα που προσέφερε η αναιρεσίβλητη στο αναιρεσείον και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα αοριστίας της αγωγής ως προς το στοιχείο αυτό. Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε ορισμένη την έχουσα το ανωτέρω περιεχόμενο αγωγή, απορρίπτοντας τους περί του αντιθέτου λόγους εφέσεως του αναιρεσείοντος, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 (και όχι από τον αριθμό 1 και 19) του ΚΠολΔ πλημμέλεια και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα.

Δυνάμει του β.δ. 139/1961 εγκρίθηκε ο εσωτερικός κανονισμός της Εθνικής Λυρικής Σκηνής (ΕΛΣ) ως ν.π.δ.δ., με βάση δε το άρθρο 28 του Κανονισμού αυτού το προσωπικό της ΕΛΣ διακρίνεται σε τακτικό, διεπόμενο από το νομικό καθεστώς των υπαλλήλων όλων των ν.π.δ.δ., και σε προσωπικό με σχέση ιδιωτικού δικαίου (καλλιτεχνικό, τεχνικό και βοηθητικό).

Το με σχέση ιδιωτικού δικαίου προσωπικό προσλαμβάνεται πάντοτε για ορισμένο χρονικό διάστημα, το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει τα τρία έτη, μπορεί όμως να ανανεώνεται η σύμβασή του (άρθρ. 28 παρ. 1, 2 του Κανονισμού ΕΛΣ). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του Ν. 2273/1994 (ΦΕΚ 233/27.12.1994) "Εθνικό Θέατρο, ΚΘΒΕ, Λυρική, Ορχήστρες - Νομαρχιακά Θέματα", καταργήθηκε το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ν.π.δ.δ.) με την επωνυμία Εθνική Λυρική Σκηνή (Ε.Λ.Σ.), ενώ με τη διάταξη του άρθρου 10 του ίδιου Νόμου προβλέφθηκε η ίδρυση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (ν.π.ι.δ.) με την ίδια επωνυμία, που εποπτεύεται από τον Υπουργό Πολιτισμού, δεν υπάγεται στις διατάξεις για το δημόσιο λογιστικό, τις διατάξεις για τις δημόσιες προμήθειες και τα δημόσια έργα, λειτουργεί "σε δωδεκάωρη βάση" χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο και ειδικότερα από τις διατάξεις του ανωτέρω Νόμου (παρ. 1) και έχει ως σκοπό την ανάπτυξη, προαγωγή, προβολή και διάδοση της μελοδραματικής τέχνης και της τέχνης του χορού (παρ. 2).

Με τη διάταξη του άρθρου 11 του ίδιου νόμου ορίσθηκε ότι όργανα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής είναι το διοικητικό συμβούλιο και ο καλλιτεχνικός διευθυντής, ότι ο πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος και τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, ομοίως δε με απόφαση του ίδιου ως άνω Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, διορίζεται και ο καλλιτεχνικός διευθυντής της, ο οποίος έχει αρμοδιότητα μεταξύ άλλων και να προσλαμβάνει με σύμβαση ορισμένου χρόνου ή να καταρτίζει συμβάσεις έργου με το καλλιτεχνικό προσωπικό, να υπογράφει τις συμβάσεις προσλήψεως του προσωπικού αυτού και να ορίζει τους καλλιτεχνικούς και μη όρους της απασχολήσεώς τους και τις αμοιβές τους.

Με την παράγραφο 18 του άρθρου 11 του ως άνω νόμου ορίσθηκε ότι, μεταξύ άλλων, στους πόρους της Εθνικής Λυρικής Σκηνής περιλαμβάνεται η ετήσια επιχορήγηση του Υπουργείου Πολιτισμού, για την οποία γίνεται σχετική πρόβλεψη στον ετήσιο προϋπολογισμό του, και δια της οποίας εξασφαλίζεται, διαρκώς, ο ανά τριετία, τουλάχιστον, προγραμματισμός των δραστηριοτήτων της, καθώς και ότι το εναγόμενο νομικό πρόσωπο έχει όλα τα δικονομικά και ουσιαστικά προνόμια του Δημοσίου και απαλλάσσεται, από κάθε φόρο, τέλος χαρτοσήμου, δασμό, δικαίωμα ή εισφορά υπέρ του Δημοσίου ή τρίτου, εκτός από τον φόρο προστιθέμενης αξίας.

Εξάλλου, η Εθνική Λυρική Σκηνή, νόμιμα εκπροσωπούμενη, υποβάλλει στον Υπουργό Πολιτισμού, οποτεδήποτε ζητηθεί, κάθε στοιχείο προς ενημέρωση για την πορεία των εργασιών και την πραγματοποίηση των σκοπών της, ενώ ο τακτικός έλεγχος της οικονομικής διαχείρισης και του ισολογισμού της, καθώς και τα λοιπά καθήκοντα ελεγκτών ασκούνται από δύο ορκωτούς ελεγκτές ή άλλα κατάλληλα προς τούτο όργανα που ορίζονται με ισάριθμους αναπληρωτές από τον Υπουργό Πολιτισμού, ο τελευταίος δε μπορεί να διατάξει οποτεδήποτε έκτακτο έλεγχο που διενεργεί ανώτερος δημόσιος υπάλληλος ή δικαστικός λειτουργός.

Στο τέλος κάθε χρήσης, το διοικητικό συμβούλιο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής κλείνει τους λογαριασμούς, κάνει απογραφή της περιουσίας και καταρτίζει τον ετήσιο ισολογισμό, ο οποίος δημοσιεύεται και υποβάλλεται για έγκριση, θεωρημένος στον Υπουργό Πολιτισμού, συνοδευόμενος από έκθεση του διοικητικού συμβουλίου και από πιστοποιητικό των ελεγκτών, κατά τις διατάξεις του άρθρου 43 του κ.ν. 2190/1920.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η Εθνική Λυρική Σκηνή, και μετά την κατάργησή της υπό τη μορφή του νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου και τη λειτουργία της ως νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, δεν έπαυσε να εντάσσεται στην έννοια του ευρύτερου δημόσιου τομέα, καθόσον εποπτεύεται από το Υπουργείο Πολιτισμού, επιχορηγείται από το Υπουργείο Πολιτισμού, οφείλοντας τη νομική της υπόσταση σε χρήματα του Δημοσίου και λειτουργεί προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος (ΑΠ 373/2014, ΑΠ 1011/2001).

Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις καθίσταται σαφές ότι το με σχέση ιδιωτικού δικαίου προσωπικό της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, τόσο πριν όσο και μετά την ισχύ του ν. 2273/1994, προσλαμβάνεται, κατά ρητή νομοθετική επιταγή, πάντοτε, ακόμη δηλαδή και όταν πρόκειται να εξυπηρετήσει πάγιες και διαρκείς ανάγκες, με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου.

Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.

Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, αυτή παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημιώσεως (ΑΠ 598/2019, 217/2017, 104/2016). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον.

Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλά ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στον δημόσιο τομέα, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο Ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στην πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης με αριθμό 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (Ολ ΑΠ 7/2011).

Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (Ολ ΑΠ 19/2007, ΑΠ 940/2014, ΑΠ 1664/2007).

Ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου η αόριστου χρόνου ή έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίδουν σε αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλά αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 3 του Συντάγματος, και ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μετά από εκτίμηση όλων των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύονται στη συγκεκριμένη περίπτωση ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της σύμβασης, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα τη σύμβαση, χωρίς ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός από το δικαστήριο να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομοθετικού καθεστώτος από σύμβαση έργου σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (και δη αόριστου χρόνου).

Η δυνατότητα του ορθού νομικού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο μιας έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ή έργου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (πριν την έναρξη της ισχύος την 18η Απριλίου 2001 του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος, με την προσθήκη σε αυτό των παραγράφων 7 και 8, και την ισχύ της Οδηγίας 99/70/ΕΚ (Ολ ΑΠ 8/2011, ΑΠ 107/2017).

Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ. 3). Επακολούθησε ο ν. 2190/1994, με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1 και 2 του οποίου ορίσθηκε, ότι οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ, στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεων θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης, κατά το αυτό ημερολογιακό έτος, ή μετατροπή σε σύμβαση αόριστου χρόνου.

Ορίζεται, μάλιστα, στις παραγράφους 3 και 4 του ίδιου άρθρου ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και, τέλος, οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν, κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων, διώκονται για παράβαση καθήκοντος, κατά τη διάταξη του άρθρου 259 Π.Κ.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου ν. 2190/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2527/1997, στις διατάξεις του άρθρου αυτού υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, ανάμεσα στους οποίους περιλαμβάνονται και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.

Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α' 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".

Επίσης στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ' Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του Ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν, ούτε και με νόμο, να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.

Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, διότι, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς τη τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν. 2190/1994) για τη πρόσληψη τακτικού προσωπικού.

Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες, μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (Ολ ΑΠ 19, 20/2007).

Επομένως, σε κάθε περίπτωση, στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος και του άρθρου 21 του ν. 2190/1994, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 (Ολ ΑΠ 19/2007, ΑΠ 1221/2019, ΑΠ 549/2019). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 189 παρ. 3 και ήδη 249 παρ. 1 και 3 της ενοποιημένης απόδοσης της Συνθήκης της EE, συνάγεται ότι οι Οδηγίες αποτελούν παράγωγο κοινοτικό δίκαιο και δεσμεύουν κάθε κράτος μέλος της Ένωσης, στο οποίο απευθύνονται, καθ' όσον αφορούν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνουν την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.

Γι' αυτό απευθύνονται, κατ' ανάγκη, όχι απ' ευθείας προς τους ιδιώτες, θεσπίζοντας δικαιώματα και υποχρεώσεις, αλλά μόνο προς τα κράτη μέλη, αφού μόνο αυτά έχουν τη δυνατότητα να λάβουν τα μέτρα, με τα οποία θα καταστεί εφικτή η επίτευξη του επιδιωκόμενου αποτελέσματος. Το κράτος μέλος, που είναι αποδέκτης τομέων ή και κατηγοριών εργαζομένων, ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα μέτρα και, ειδικότερα, καθορίζουν α) αντικειμενικούς λόγους που δικαιολογούν την ανανέωση τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) τη μέγιστη συνολική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και γ) τον αριθμό των ανανεώσεων τέτοιων συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας.

Επίσης, τα κράτη μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου (ρήτρα 5). Είναι φανερό ότι η πιο πάνω Οδηγία δεν περιέχει κανόνες κοινοτικού δικαίου σαφείς και ορισμένους, δεκτικούς απευθείας εφαρμογής στην ελληνική έννομη τάξη, δηλαδή η Οδηγία αυτή δεν είναι χωρίς αιρέσεις ή περιθώρια επιλογής από τον Εθνικό νομοθέτη.

Η επίτευξη του στόχου της Οδηγίας, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης να συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, προϋποθέτει συγκεκριμένα μέτρα προσαρμογής, που θα λάβει ο εθνικός νομοθέτης, ο οποίος καλείται να εξειδικεύσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και μπορούν να χαρακτηρισθούν ως αορίστου χρόνου.

O εθνικός νομοθέτης έχει ήδη εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα π.δ. 81/2003 και 164/2004, το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και η ισχύς των οποίων αντίστοιχα άρχισε από τη δημοσίευση τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7-2004).

Με το άρθρο 5 του π.δ. 164/2004 ορίζεται ότι: Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφ' όσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών (β) η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται, κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους, αντικειμενικός δε λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεις συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται, ευθέως και αμέσως, με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης (γ) σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παρ. 2 του επομένου άρθρου.

Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων υπό την ισχύ του ως άνω π.δ. προβλέφθηκε από το άρθρο 7 αυτού όχι η μετατροπή τους σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, αλλά η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία, που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσθηκαν, εξ ολοκλήρου ή κατά ένα μέρος, όσο και αποζημίωση ίσης με το ποσό, το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Ενόψει όμως του γεγονότος ότι το π.δ. 164/2004 άρχισε να ισχύει από την 19η Ιουλίου 2004, περιέλαβε αυτό στο άρθρο 11, ως μεταβατικές διατάξεις, ρυθμίσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν την ως άνω προσαρμογή στην προαναφερόμενη Οδηγία και προβλέπουν την κατ' εξαίρεση και υπό τις εκεί προϋποθέσεις μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε σύμβαση αόριστου χρόνου.

Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 11 του ως άνω π.δ. ορίζεται ότι [1] διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν, αθροιστικά, οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον 24 μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχολήσεως 18 μηνών μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα 24 μηνών από την αρχική σύμβαση (β) ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδ.

α' να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση (γ) το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες, οι οποίες σχετίζονται, ευθέως και αμέσως, με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον που υπηρετεί ο φορέας αυτός (δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση, η προϋπόθεση δε του εδ.

α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει, κατά τον χρόνο λήξης της σύμβασης (2) για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγουμένη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας 2 μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα, εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγουμένης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία (3) οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από την διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες ως άνω προϋποθέσεις, δεν μπορεί να γίνει μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου. Κατά συνέπεια, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της Ε.Ε., η οποία δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή, μετά την έναρξη της ισχύος του ΠΔ 164/2004, ούτε και η ως άνω Οδηγία η οποία δεν ήταν, κατά τα προαναφερθέντα, άμεσης εφαρμογής και η ισχύς της οποίας ολοκληρώθηκε στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών και Κράτους μόνο με την έκδοση του ως άνω διατάγματος για την ενσωμάτωσή της στην ελληνική έννομη τάξη (Ολ ΑΠ 19/2007, Ολ ΑΠ 20/2007, ΑΠ 104/2022, ΑΠ 1246/2020, ΑΠ 1221/2019), τούτο δε και μόνον ρυθμίζει από την έναρξη της ισχύος του τα σχετικά ζητήματα (ΑΠ 940/2014).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 296, 297, 299, 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί, ακόμη και κατά το στάδιο της εκκλήτου δίκης, να παραιτηθεί από το αγωγικό δικαίωμα. Και εφόσον μεν η σχετική δήλωση περί παραίτησης γίνεται κατά τους τύπους του άρθρου 297 ΚΠολΔ, δηλαδή με δήλωση καταχωριζόμενη στα πρακτικά ή με δικόγραφο κοινοποιούμενο προς τον αντίδικο του παραιτουμένου, η ούτω δηλουμένη παραίτηση επιφέρει απόσβεση του δικαιώματος που δεν μπορεί πλέον να προταθεί στο μέλλον με άλλη αγωγή (ΑΠ 1586/2017, 1032/2004).

Δηλαδή δεν μπορεί πλέον ο παραιτηθείς να επανέλθει, ασκώντας νέα αγωγή, αφού δεν υφίσταται πλέον αγώγιμο δικαίωμα, συνεπεία δε τούτου η νέα αγωγή απορρίπτεται ως ουσιαστικά αβάσιμη, εκτός αν η επανάσκηση εδράζεται σε διαφορετική νομική βάση (ΑΠ 1290/2002). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 1154/2021, ΑΠ 148/2020). Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόστηκε (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 66/2022, ΑΠ 272/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, επιλαμβανόμενο της από 22-11-2018 εφέσεως του εναγομένου κατά της ως άνω υπ' αριθμ. 1795/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή και είχε αναγνωρισθεί ότι, α) ότι η ενάγουσα συνδέεται με το εναγόμενο με μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχική της πρόσληψη (20-12-1989), β) ότι είναι άκυρη η από 28-6-2017 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, γ) ότι υποχρεούται το εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 15.414 ευρώ και για χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 1.000 ευρώ και επιπλέον είχε υποχρεωθεί το εναγόμενο, α) να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας με την ειδικότητα που απασχολείτο σ' αυτό και β) να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 20.000 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα:

Ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων, οι οποίες τιτλοφορήθηκαν συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή έργου και καταρτίστηκαν μεταξύ του εκκαλούντος-εναγομένου και της εφεσίβλητης-ενάγουσας, η τελευταία απασχολήθηκε στο εναγόμενο αρχικά, από το έτος 1981 έως το έτος 1984 ως χορωδός και στη συνέχεια από το έτος 1989 έως το έτος 2006 ως μονωδός.

Ότι στις 16-4-2006 καταγγέλθηκε η υφιστάμενη σύμβαση εργασίας της και ακολούθως άσκησε αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά του κύρους της καταγγελίας της ανωτέρω σύμβασης εργασίας και αιτούμενη, μεταξύ άλλων, την αναγνώριση της σχέσης εργασίας της ως αορίστου χρόνου και την καταβολή των αναλογούντων μισθών υπερημερίας.

Ότι, επί της προαναφερθείσας αγωγής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 323/2007 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία αναγνώρισε ότι η ενάγουσα συνδέεται με την εναγομένη με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την αρχική της πρόσληψη, ήτοι από τις 20.12.1989, αναγνώρισε ότι η από 16.04.2006 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας είναι άκυρη, υποχρέωσε την εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, όπως και προ της 16.04.2006 καθώς και να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 11.900 ευρώ, που αντιστοιχούσε στους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από 17.04.2006 έως 17.04.2007 και το ποσό των 1.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Ότι η ως άνω δικαστική απόφαση εφεσιβλήθηκε από το εναγόμενο, ενώ κατά την εκδίκαση της έφεσης, στις 18.03.2008, η ενάγουσα παραιτήθηκε από το δικαίωμα και το δικόγραφο της αγωγής (βλ. το επαναπροσκομιζόμενο μετ' επικλήσεως από το εκκαλούν-εναγόμενο αντίγραφο του πρακτικού της από 18.03.2008 συνεδρίασης του Εφετείου Αθηνών).....'Οτι με την προσκομιζόμενη ως άνω υπ' αριθμ. 323/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η ενάγουσα απέδειξε τη συνομολόγηση των ένδικων συμβάσεών της προ του έτους 2001, στο κρίσιμο σημείο της οποίας αναφέρεται ότι "...η ενάγουσα προσελήφθη από την εναγομένη για πρώτη φορά το έτος 1981, συνάπτοντας σύμβαση εργασίας ως χορωδός έως και το 1984 και ακολούθως από το έτος 1989 με την ιδιότητα της μονωδού....".

Ότι το πρωτοβάθμιο εκείνο Δικαστήριο, με την ως άνω απόφαση, πέραν της νομικής υπαγωγής, κρίνοντας ορθά ότι η ενάγουσα συνδέεται με το εναγόμενο από τις 20-12-1989 και εντεύθεν με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διέγνωσε ότι το πραγματικό γεγονός της εκ μέρους της ενάγουσας παροχής εργασίας ήδη από το έτος 1989 υπό όρους σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η δε διάγνωση αυτή μηδέποτε εξαφανίστηκε.

Ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι το γεγονός της εκ μέρους της ενάγουσας παραίτησης από του δικογράφου της αγωγής, η οποία οδήγησε στην έκδοση της υπ' αριθμ. 323/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της φύσης της έννομης σχέσης, που συνέδεε την ενάγουσα ήδη από το έτος 1989 με το εναγόμενο, δεν αποτελεί δικαίωμα της ενάγουσας από το οποίο να δύναται να παραιτηθεί, αλλά συνιστά κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των Δικαστηρίων, μη υποκείμενο σε εκ μέρους της ενάγουσας διάθεσης, υπό τους όρους του συζητητικού συστήματος.

Ότι ακολούθως, από τις 20.03.2008 έως 05.09.2017, η εφεσίβλητη-ενάγουσα εξακολούθησε να απασχολείται στο εναγόμενο, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως μονωδός, σύμφωνα με τον τύπο της φωνής της. Ειδικότερα, στις 20.03.2008, υπογράφηκε μεταξύ της ενάγουσας και του εκκαλούντος-εναγομένου, ατομική σύμβαση εργασίας μονωδού ορισμένου χρόνου, η οποία έληξε στις 19.03.2010.

Ότι η ως άνω, σύμβαση ανανεώθηκε για τα ακόλουθα χρονικά διαστήματα: από 20.03.2010 έως 19.03.2012, από 01.03.2012 έως 19.03.2013, από έως 31.08.2013, από 01.09.2013 έως 10.02.2014, από έως 21.07.2014, από 22.07.2014 έως 01.01.2015, από 02.01.2015 έως 12.06.2015, από 13.06.2015 έως 23.11.2015, από έως 12.05.2016, από 03.05.2016 έως 13.10.2016, από 14.10.2016 έως 24.03.2017 και από 25.03.2017 έως 05.09.2017. Ότι τα ανατεθέντα στην εφεσίβλητη-ενάγουσα καθήκοντα αφορούσαν την ερμηνεία των ρόλων, που θα της ανέθετε ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής του εκκαλούντος-εναγομένου, την εκμάθηση σε εύλογο χρόνο των ρόλων, που της αναθέτονταν στη γλώσσα του πρωτοτύπου ή σε ελληνική μετάφραση, κατά την κρίση του εναγομένου, την παρουσία της στις σκηνικές δοκιμές, γνωρίζοντας από μνήμης τους ρόλους (μουσική και κείμενο) και τη συμμετοχή της σε όσες παραστάσεις θα όριζε ο Καλλιτεχνικός Διευθυντής.

Επίσης, ότι η ενάγουσα ως μονωδός υποχρεούταν σε καθημερινή, εξαήμερη κατ' εβδομάδα απασχόληση, ως εξής: μια παράσταση και μια σκηνική ή μουσικοσκηνική δοκιμή διάρκειας τριών (3) ωρών ή μια παράσταση και μία μουσική δοκιμή με πιάνο ή ορχήστρα διάρκειας δύο (2) ωρών εκάστη ή μια μουσική δοκιμή εκμάθησης με πιάνο ή ορχήστρα διάρκειας δύο (2) ωρών και μια σκηνική διάρκειας τριών (3) ωρών.

Σε περίπτωση δε που κρινόταν αναγκαίο από τον Καλλιτεχνικό Διευθυντή, ήταν δυνατό να ενωθούν οι δύο (2) τρίωρες σκηνικές δοκιμές σε μία πεντάωρης διάρκειας. Ότι επιπλέον, σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, ήταν δυνατό να προστεθούν μέχρι και δύο δοκιμές ανά εβδομάδα και ως εκ τούτου η εφεσίβλητη-ενάγουσα θα δικαιούταν πρόσθετης αμοιβής ίσης με το 1/25 των τακτικών μηνιαίων αποδοχών της, για κάθε πρόσθετη δοκιμή.

Ότι, από τη συνεκτίμηση των αναφερόμενων στην αρχή της παρούσας σκέψης αποδεικτικών μέσων αποδεικνύεται, σε βαθμό δυνάμενο να δημιουργήσει πλήρη δικανική πεποίθηση, ότι, καθ' όλη τη διάρκεια της επίμαχης απασχόλησής της, η ενάγουσα ουδέν έργο εκτέλεσε, αλλά, προσερχόμενη καθημερινά, κατά το προαναφερθέν ωράριο εργασίας, στις εγκαταστάσεις του εναγομένου, παρείχε, εντός του ακολουθούμενου και από τους μόνιμους συναδέλφους της πλήρους ωραρίου, τις υπηρεσίες της, τελούσες υπό τις δεσμευτικές για τις ίδια οδηγίες του εκπροσώπου, ήτοι του Καλλιτεχνικού Διευθυντή του εναγομένου ως προς τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων της.

Ότι, μετά ταύτα, ενόψει του προπαρατεθέντος τρόπου απασχόλησης της ενάγουσας, αλλά και λαμβανομένου υπόψη του σημαντικού χρονικού διαστήματος που διήρκεσε συνολικά η παραμονή της στο εναγόμενο, καθίσταται προφανές ότι με την επιλογή των ένδικων συμβατικών τύπων (συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή έργου), οι συμβληθέντες δεν απέβλεψαν σε κάποιο αποτέλεσμα, αλλά αντιθέτως επιδιώχθηκε η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του εναγομένου, η λειτουργία του οποίου προϋποθέτει την παροχή των σχετικών υπηρεσιών σε μόνιμη βάση.

Συνακόλουθα, ευχερώς προκύπτει ότι η προσφυγή από το εκκαλούν-εναγόμενο στη σύναψη του συνόλου των ένδικων διαδοχικών συμβάσεων, οι οποίες εκκινούν σε χρόνο πριν το 2001, δεν δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση από κανένα αντικειμενικό λόγο, όπως θα ήταν η ανάγκη κάλυψης πρόσκαιρων ή προσωρινών αναγκών του, απέβη δε για την ενάγουσα ιδιαίτερα καταχρηστική, αφού επέτρεψε την παροχή της εργασίας της υπό μισθολογικούς και συνταξιοδοτικούς όρους κατά πολύ δυσμενέστερους από εκείνους υπό τους οποίους θα έπρεπε κανονικά να γίνει η πρόσληψη της, για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του εργοδότη της.

Κατόπιν τούτων, προς το σκοπό άρσης της ανωτέρω κατάχρησης σε βάρος της ενάγουσας, θα πρέπει να θεωρηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 8 του Ν. 2112/1920, το οποίο καλείται σε εφαρμογή ως ισοδύναμο νομοθετικό μέτρο, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην μείζονα σκέψη της παρούσας , ότι η σύμβαση που τη συνδέει με το εναγόμενο έχει το χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι επιπρόσθετα, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, που ήδη αναφέρθηκαν, αποδεικνύεται ότι αν και η εφεσίβλητη-ενάγουσα παρείχε επιμελώς την εργασία της, το εκκαλούν-εναγόμενο, επικαλούμενο τη λήξη των ένδικων συμβάσεων, έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, δυνάμει του υπ' αριθμ. πρωτ. Ε.Λ.Σ. 1690/09.06.2017 εγγράφου του, το οποίο της επιδόθηκε την 28η.06.2017 και μέσω του οποίου την ενημέρωσε ότι η από 25.03.2017 σύμβαση εργασίας της, η οποία έληξε την 5η-9-2017, δεν επρόκειτο να ανανεωθεί.

Η απόκρουση των υπηρεσιών της ενάγουσας, λαμβανομένου υπόψη ότι η εργασία της παρεχόταν στην πραγματικότητα στο πλαίσιο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, περιήγαγε το εκκαλούν-εναγόμενο σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη και επομένως, το τελευταίο υποχρεούται να της καταβάλει τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας που η ενάγουσα αιτείται για το χρονικό διάστημα από 01.09.2017 έως 31.12.2018, ήτοι το ποσό των 35.414,88 ευρώ (2.213,43 ευρώ Χ 16 μήνες).

Ότι, περαιτέρω, το εναγόμενο δια των εκπροσώπων του προσέβαλε την προσωπικότητα της ενάγουσας ως ατόμου και ως εργαζομένης με αποτέλεσμα να προξενηθεί σ' αυτήν ηθική βλάβη και συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά του εναγομένου και συγκεκριμένα λόγω της άκυρης απόλυσης της, το ύψος της οποίας ανέρχεται κατά την εύλογη κρίση του Δικαστηρίου στο ποσό των 1.000 ευρώ, σταθμίζοντας τη σοβαρότητα της άνω προσβολής, τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκε, το βαθμό πταίσματος του εναγομένου, το είδος της προσβολής, την προσωπικότητα της ενάγουσας και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 22-11-2018 έφεση του εκκαλούντος- εναγομένου, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη υπ' αριθμ. 1795/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε ομοίως. Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι η ενάγουσα παρείχε την εργασία της ως μονωδός στο εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ., καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του τελευταίου, με αλλεπάλληλες συμβάσεις από 20-12-1989, που είχε καταρτισθεί η αρχική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων, ήτοι πριν τις 18.4.2001, οπότε οι πιο πάνω Συνταγματικές διατάξεις τέθηκαν σε ισχύ, η δε παροχή της εργασίας αυτής συνεχίσθηκε μέχρι τις 5-9-2017 με τις επόμενες διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μετά την εφαρμογή των ως άνω ρυθμίσεων, όπως και εκείνων της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας, καθώς και ότι "το πραγματικό γεγονός της εκ μέρους της ενάγουσας παροχής εργασίας ήδη από το έτος 1989 υπό όρους σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου διαγνώστηκε με την υπ' αριθμ. 323/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, η δε διάγνωση αυτή μηδέποτε εξαφανίστηκε, ο δε ορθός νομικός χαρακτηρισμός της φύσης της έννομης σχέσης, που συνέδεε την ενάγουσα, από το έτος 1989 με το εναγόμενο, δεν αποτελεί δικαίωμα της ενάγουσας, από το οποίο να δύναται να παραιτηθεί, αλλά συνιστά κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας των Δικαστηρίων, μη υποκείμενο σε εκ μέρους της ενάγουσας διάθεση", παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εκ πλαγίου, περιέχοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 και 669 Α.Κ., 8 παρ.1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με το άρθρο 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τις οποίες εφάρμοσε, καθώς και τη διάταξη του άρθρου 296 ΚΠολΔ.

Και τούτο, διότι: Α) η κατά τον ανωτέρω νόμιμο τρόπο παραίτηση της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης στις 18-3-2008 από το δικαίωμα και το δικόγραφο της από 12-7-2006 αγωγής της, με την οποία είχε ζητήσει να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. με μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τις 20-12-1989 έως τις 16-4-2006, συμπεριλαμβάνοντας όσες συμβάσεις είχε συνάψει με το εναγόμενο μέχρι τις 16-4-2006 (ισχυρισμός που είχε προταθεί παραδεκτά πρωτοδίκως και κατ' έφεση από το αναιρεσίβλητο) επέφερε απόσβεση του δικαιώματός της να ζητήσει την αναγνώριση της ίδιας ως άνω αξίωσης στηριζόμενης στην ίδια νομική βάση, αφού, όπως προαναφέρθηκε, αυτή δεν μπορεί να προταθεί στο μέλλον με άλλη αγωγή, καθόσον δεν υφίσταται πλέον σχετικό αγώγιμο δικαίωμα.

Β) Δεν αναφέρονται τα χρονικά διαστήματα που μεσολαβούσαν μεταξύ του χρόνου λήξης της μιας και του χρόνου έναρξης της άλλης των καταρτισθεισών κατά το χρονικό διάστημα από τις 20-12-1989 μέχρι τις 20-3-2008 διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να κριθεί αν υφίστατο η απαιτούμενη κατά το νόμο συνοχή και χρονική ενότητα μεταξύ των διαδοχικών συμβάσεων, προκειμένου να κριθεί αν δικαιολογείται από τη φύση τους ο καθορισμός του είδους τους ως συμβάσεων ορισμένου χρόνου εξακολουθητικά ή αν τέθηκαν προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων της ενάγουσας από τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και κατά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος του εναγομένου να ρυθμίζει τη διάρκεια εργασίας της.

Γ) Μεταξύ της 16ης-4-2006, που καταγγέλθηκε η από 1-9-2005 εργασιακή σύμβαση της ενάγουσας μέχρι τις 20-3-2008, που υπογράφηκε μεταξύ αυτής και του εναγομένου νέα ατομική σύμβαση, μεσολάβησε μεγάλο χρονικό διάστημα και συγκεκριμένα μετά της λήξη της πρώτης από 1-9-2005 σύμβασης μεσολάβησε χρονικό διάστημα (είκοσι τριών μηνών) μέχρι τη κατάρτιση της δεύτερης, στις 20-3-2008, χωρίς κατά το ενδιάμεσο αυτό χρονικό διάστημα ή κατά το μεγαλύτερο μέρος του, η αναιρεσίβλητη να συνεχίζει να παρέχει την εργασία της έστω με άκυρη σύμβαση εργασίας, με συνέπεια οι επίδικες συμβάσεις να μην μπορούν να χαρακτηρισθούν ως διαδοχικές και να προσλάβουν, ενιαία, κατά τον χρόνο που εκτείνεται η ένδικη έννομη σχέση και το αντικείμενό της, τον χαρακτήρα της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου.

Και Δ) Η κατάρτιση της νέας με ημερομηνία 20-3-2008 σύμβασης εργασίας έγινε μετά την ισχύ των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, ισχύουν από 18-4-2001 και απαγορεύουν ακόμη και την από το νόμο μονιμοποίηση του προσλαμβανόμενου ως άνω προσωπικού ή τη μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ακόμη και σε περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου κ.λ.π..

Επομένως, οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμοι, η δε αναιρετική εμβέλεια των ανωτέρω λόγων καλύπτει και καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης και πρόσθετων λόγων. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση προς εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή (άρθρ. 580 παρ.3 του ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, (άρθρ. 176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 58/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ποσού δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Σεπτεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ