Legislator Case Law & Legislation
1364/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against second defendant but partially allows it regarding first defendant's fraud claim.

Case Number 1364/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible regarding the deceased second defendant and his heirs, terminating the proceedings in that regard. The court found the appeal was not filed against the first, third, and fourth defendants in their capacity as heirs of the deceased. Consequently, the appeal was partially allowed only concerning the first defendant, ordering a split of the case for retrial on the specific claim for monetary compensation due to moral damage caused by alleged forgery.

Legislator headnote

AI generated

Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure; Article 573 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if not filed against the proper parties or if the grounds are not substantiated, necessitating a partial allowance and remittal of the case to a new collegial panel for the viable portion.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal heirs of deceased partial allowance remittal to court moral damage forgery claim split of case

Cited Legislation

AI generated
Articles 294, 295, 297, 299 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1364 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1364/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Φ. θυγατέρας Χ. Κ., συζύγου Κ. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγώτη Πρωτόπαππα και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Κ. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ι. Β. και κατέθεσε προτάσεις, 2) Θ. Κ. του Α., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3) Μ. συζύγου Α. Κ., το γένος Θ. Π., 4) Β. - Μ. θυγατέρας Α. Κ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ι. Β. και κατέθεσαν προτάσεις.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε, ότι η αναιρεσείουσα παραιτείται από το δικόγραφο και το δικαίωμα της από 4/7/2020 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 239/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων καθώς και ως προς τον οποιονδήποτε εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου κληρονόμο του, αιτούμενος τον κατ'άρθρο 576 παρ.3 ΚΠολΔ χωρισμό της δίκης, ως προς αυτόν και τους κληρονόμους του.

Στο σημείο αυτό, ο συνήγορος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητος Θ. Κ. του Α., απεβίωσε στις 25/10/2020 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/2/2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Μεταμόρφωσης, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί κληρονόμοι αυτού α) Α. Κ. του Β., β) Μ. σύζυγος Α. Κ., το γένος Θ. Π., γ) Β. - Μ. θυγατέρα Α. Κ., κάτοικοι ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/4/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1782/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 239/2020 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/7/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297 και 299 του ΚΠολΔ, οι οποίες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, ο αναιρεσείων, με προφορική δήλωσή του, που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αναιρεσίβλητο, είτε από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, είτε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του(που αρκεί να έχει γενική πληρεξουσιότητα κατά τα άρθρα 94 παρ.1 και 96 παρ.1 ΚΠολΔ), μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αναίρεσης, ολικά ή μερικά (και ειδικότερα ως προς ορισμένους μόνο αναιρεσιβλήτους), χωρίς συναίνεση του αντιδίκου του παραιτουμένου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζήτησης της υπόθεσης, ενώ ειδική πληρεξουσιότητα, κατ' άρθρο 98 του ΚΠολΔ, απαιτείται μόνο για την παραίτηση από το σχετικό δικαίωμα (ΑΠ 78/2018, ΑΠ 990/2018, ΑΠ 262/2017, ΑΠ 545/2016, ΑΠ 374/2016).

Η νομότυπη ως άνω παραίτηση έχει ως συνέπεια ότι η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογη με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης(ΑΠ 272/2021, ΑΠ 836/2020, ΑΠ 392/2019), για το κύρος δε της εν λόγω παραιτήσεως δεν είναι αναγκαία η κλήτευση του αναιρεσιβλήτου, αφού αυτός και αν τυχόν είχε κληθεί και παρίστατο, δεν θα μπορούσε να αντιταχθεί σ' αυτήν, εφόσον γίνεται προτού το δικαστήριο προχωρήσει στην έρευνα των λόγων της αναιρέσεως (ΑΠ 836/2020,ΑΠ 424/2019,ΑΠ 665/2015, ΑΠ 1581/2010).

Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ. περ.α', 287, 291 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, επίσης, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης(ΑΠ 392/2019, ΑΠ 1045-1046/2017, ΑΠ 711/2015, ΑΠ 1726/2013).

Ο θάνατος όμως ενός απλού ομοδίκου επιφέρει βιαία διακοπή της δίκης μόνο ως προς τον θανόντα διάδικο ενώ ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους η δίκη συνεχίζεται κανονικά (ΑΠ 739/2021, ΑΠ 240/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, μετά την εκφώνηση της υποθέσεως στο ακροατήριο από την σειρά του οικείου πινακίου και πριν από την προφορική συζήτηση της υποθέσεως αυτής, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας Παναγιώτης Πρωτοπαππάς, ενεργών δυνάμει του υπ' αριθμ. .../30.9.2021 ειδικού πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Δράμας Ιωάννας Καπετανέα συζ.

Παναγιώτη Κοπανέλου, διατύπωσε την δήλωση, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά, ότι η τελευταία παραιτείται "... του δικογράφου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και ως εκ περισσού του δικαιώματος ασκήσεως ετέρας αναιρέσεως, ως προς τον 2ο αναιρεσίβλητο, Θ. Α. Κ., που απεβίωσε την 25-10-2020, στην Νέα Ιωνία Αττικής, όπως προκύπτει από το προσαγόμενο μετ' επικλήσεως υπ' αριθ.

…/26-1-2021 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως του Δήμου Μεταμορφώσεως Αττικής, καθώς και ως προς τον οποιονδήποτε εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου κληρονόμο του, αιτούμενος τον, κατ' άρθρο 576 παρ.3 ΚΠολΔ, χωρισμό της δίκης, ως προς αυτόν και τους κληρονόμους του...". Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα ίδια ως άνω πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, ο δεύτερος (2ος) αναιρεσίβλητος Θ.

Α. Κ., απεβίωσε στις 25.10.2020, δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 9.7.2020, και κατά την προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων Ι. Β., που περιέχεται και στις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους, την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού και πλησιέστεροι συγγενείς του, ήτοι α) ο πρώτος (1ος) των αναιρεσιβλήτων Α.

Κ. του Β., πατέρας του θανόντος, β)η τρίτη (3η) των αναιρεσιβλήτων Μ. σύζ. Α. Κ., το γένος Θ. Π., μητέρα του θανόντος και γ) η τέταρτη(4η) των αναιρεσιβλήτων Β.-Μ. θυγατέρα Α. Κ., αδελφή του θανόντος. Επομένως ως προς τον εν λόγω αποβιώσαντα δεύτερο (2ο) των αναιρεσιβλήτων, Θ. Α. Κ., πρέπει να κηρυχθεί βιαίως διακοπείσα η δίκη, την οποία οι ως άνω πρώτος(1ος ), τρίτη(3η ) και τέταρτη(4η) των αναιρεσιβλήτων, και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του νομίμως δήλωσαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, ότι συνεχίζουν με την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη.

Ωστόσο, μετά την, κατά τα προεκτεθέντα, δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσείουσας, περί παραιτήσεώς της από το δικόγραφο και το δικαίωμα της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ως προς οποιονδήποτε εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου κληρονόμο του αποβιώσαντος, επέρχεται, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην αρχή, το προβλεπόμενο από το άρθρο 295 του ΚΠολΔ αποτέλεσμα και, συνεπώς, η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς τους ανωτέρω αναιρεσίβλητους, υπό την ιδιότητά τους, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος δεύτερου αναιρεσίβλητου, και πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη ως προς αυτούς, με την προαναφερθείσα ιδιότητα των κληρονόμων, αλλά στη συνέχεια να διαταχθεί ο χωρισμός της δίκης ως προς τους ίδιους αναιρεσίβλητους , δι' εαυτούς ατομικά, και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης να προχωρήσει νομίμως, σύμφωνα με το εδάφιο β' της παρ.3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, εφόσον στην παρούσα υπόθεση πρόκειται για περίπτωση δικονομικής σχέσης απλής ομοδικίας μεταξύ διαδίκων αγωγής αποζημίωσης από συρροή αδικοπραξιών σε βάρος της αναιρεσείουσας, και, όπως προεκτέθηκε, ο θάνατος ενός απλού ομοδίκου επιφέρει βιαία διακοπή της δίκης μόνο ως προς τον θανόντα διάδικο, ενώ ως προς τους λοιπούς απλούς ομοδίκους η δίκη συνεχίζεται κανονικά.

Με την κρινόμενη δε από 04.07.2020 και με ειδικό αριθ. κατάθ. 518/09.07.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 239/13.01.2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Η ένδικη αυτή αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552,553,556,558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ).

Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β` , 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση της ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων, όπως, ιδίως, επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, όταν ο υπαίτιος δημιούργησε ορισμένη επικίνδυνη κατάσταση, οπότε έχει υποχρέωση να λάβει κάθε ενδεικνυόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, για την αποφυγή προκλήσεως ζημίας σε τρίτους από την κατάσταση αυτή.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά, συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρ. 298 ΑΚ), ήταν επαρκώς ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επέφερε πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1398/2015)

.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με το άρθρο πρώτο του Ν.4619/2019, "Όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α)σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλο πρόσωπο παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ)βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της.

Ως "γεγονότα" νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν, όμως, οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή στο παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπληρώσεως με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης.

Χρόνος τελέσεως της απάτης θεωρείται εκείνος κατά τον οποίο ο δράστης ενήργησε και ολοκλήρωσε την απατηλή συμπεριφορά του, δηλαδή προέβη στις ψευδείς παραστάσεις, εξαιτίας των οποίων παραπλανήθηκε ο παθών ή ο τρίτος. Είναι αδιάφορος τυχόν μεταγενέστερος χρόνος επελεύσεως της ζημίας του παθόντος, με την οποία ολοκληρώνεται η απάτη, καθώς και ο χρόνος που επιχειρήθηκε η ζημιογόνος ενέργεια ή παράλειψη του παθόντος (ΟλΑΠ ποιν. 1/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της, επίσης, με το άρθρο πρώτο του Ν.4619/2019, "Όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.

Η χρήση του εγγράφου από αυτόν θεωρείται επιβαρυντική περίπτωση", κατά δε την παρ.2 του ίδιου άρθρου "Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος για τον παραπάνω σκοπό εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο". Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίσθηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση της παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και περαιτέρω σκοπός του υπαιτίου(υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσεως ή καταστάσεως δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση (ΑΠ 70/1998, ΑΠ 1389/1997, ΑΠ 242/1997, ΑΠ 712/1995, ΑΠ 1126/1994).

Η χρήση πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, η οποία αποτελεί επιβαρυντική περίσταση, σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παρ.1, στοιχειοθετείται αντικειμενικά, όταν ο δράστης καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον τρίτο και του δώσει τη δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει πράγματι γνώση του εγγράφου ή και να παραπλανηθεί από αυτό ο τρίτος ή όταν χρησιμοποιηθεί το πλαστό έγγραφο κατά οποιονδήποτε τρόπο άμεσα ή έμμεσα από άλλο πρόσωπο που διατελεί σε καλή πίστη, ως προς την πλαστότητα του εγγράφου (ΑΠ 767/1999, ΑΠ 1239/1998, ΑΠ 327/1995).

Στοιχείο, όμως του ανωτέρω εγκλήματος δεν αποτελεί η επέλευση βλάβης στην περιουσία τινός (ΑΠ 1374/1984, ΑΠ 912/1980), ενώ αμέσως υφιστάμενος ηθική βλάβη είναι ο υποστάς ή ο δυνάμενος να υποστεί τις εκ του πλαστού εγγράφου παραγόμενες έννομες συνέπειες (ΑΠ 1175/1978). Εξάλλου, κατά το άρθρο 71 AK: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης.

Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον". Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με αυτές των διατάξεων των άρθρων 65 παρ.1 και 67 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αντίστοιχα, "το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα" και "όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου, φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα...", συνάγονται, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα:

α) οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούληση τους (ΑΠ 641/2011) και β) εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία.

Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης. Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων (ΑΠ 253/2013).

Από τις συνδυασμένες, όμως, διατάξεις των άρθρων 22,23,28 ΕμπΝ, 72, 759, 777 εδ. α, 780 εδ. α, 781, 782 και 784 ΑΚ προκύπτει ότι οι εταιρείες με νομική προσωπικότητα, όπως είναι και οι ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρείες, που τήρησαν τις διατυπώσεις δημοσιότητας του άρθρου 42 ΕμπΝ και έχουν νομική προσωπικότητα, την οποία διατηρούν μέχρι πέρατος της εκκαθάρισης και για τις ανάγκες αυτής, έχουν δική τους περιουσία.

Κύριος των εισφορών των εταίρων, αλλά και των αποκτημάτων από τη διαχείριση και γενικότερα φορέας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που περιλαμβάνουν την εταιρική περιουσία, είναι το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Επομένως, από τις συνδυαζόμενες διατάξεις των άρθρων 22, 23, 42, 43 του ΕμπΝ και 71, 914 και 932 του ΑΚ, που προαναφέρθηκαν, με σαφήνεια προκύπτει ότι επί αδικοπραξιών(από αξιόποινες ή μη πράξεις) του διαχειριστή ετερόρρυθμης εμπορικής εταιρίας, ως καταστατικού της οργάνου, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, όπως επί υπεξαιρέσεως, απάτης, πλαστογραφίας, στρεφομένων κατά του ίδιου του νομικού προσώπου της εταιρείας, μόνο το νομικό πρόσωπο της εταιρίας αυτής δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση ηθικής βλάβης και νομιμοποιείται να ασκήσει σχετική αγωγή και όχι τα μέλη αυτής είτε η αδικοπραξία έχει τελεσθεί παρά τρίτου είτε υπό μελών της εταιρείας είτε υπό του διαχειριστού αυτής, ως ζημιωσάντων το νομικό πρόσωπο της εταιρείας, διότι εκ της αδικοπραξίας αμέσως παθών είναι το νομικό πρόσωπο ως υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και όχι τα μέλη αυτού, ήτοι αμέσως παθούσα είναι η εταιρεία και όχι οι εταίροι, οι οποίοι θεωρούνται ότι υπέστησαν έμμεση ζημία (ΑΠ 1648/2014, ΑΠ 1831/2011, ΑΠ 1296/2007, ΑΠ 1947/2006), χωρίς να αποκλείεται, ωστόσο, ο διαχειριστής της, ως υπαίτιο όργανο, να ευθύνεται, επιπλέον εις ολόκληρον, έχοντας δηλαδή πρόσθετη μ' αυτό (το νομικό πρόσωπο) και όχι κύρια υποχρέωση, ανεξάρτητη εκείνου (ΑΠ 217/1976), ενώ για τη νομιμότητα του αιτήματος της αγωγής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, ήτοι μη περιουσιακής ζημίας, που προξένησε ο υπαίτιος διαχειριστής από παράνομη πράξη του σε βάρος φυσικού προσώπου και αναφέρεται σε ενδιάθετο συναίσθημα, αναγόμενο στον εσωτερικό του κόσμο, κρινόμενο με τα δεδομένα της ανθρώπινης λογικής, δεν απαιτούνται επιπλέον στοιχεία από τα οποία να προκύπτει και συγκεκριμένη, αποτιμητή σε χρήμα ζημία (ΑΠ 803/2019, ΑΠ 387/2016).

Επίσης, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 741, 767, 777 έως 784, συνάγεται ότι η λύση προσωπικής εταιρείας αορίστου αλλά και ορισμένου χρόνου, επέρχεται με καταγγελία, που αποτελεί μονομερή δήλωση απευθυνόμενη στους λοιπούς εταίρους και έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, αφού διαμορφώνει νέα κατάσταση, ενώ από τις αναφερόμενες στην αρχή διατάξεις των άρθρων 22,23, 28 του ΕμπΝ, 72, 759, 777 εδ.

α 780 εδ. α, 781, 782 και 784 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται και στις κατά τα προϊσχύσαντα (πριν το Ν. 4072/2012) ομόρρυθμες και ετερόρρυθμες εταιρείες, οι οποίες κατά την έναρξη ισχύος του τελευταίου ως άνω Νόμου τελούσαν σε εκκαθάριση ή πτώχευση (άρθρ.294 παρ.1 Ν.4072/2012 και ΑΠ 224/2016), με σαφήνεια προκύπτει ότι η ομόρρυθμη και ετερόρρυθμη εταιρεία μετά τη λύση της περιέρχεται αυτοδικαίως και υποχρεωτικά σε εκκαθάριση.

Η εκκαθάριση αποσκοπεί στην περάτωση των νομικών σχέσεων που προήλθαν από τη σύσταση και τη λειτουργία της εταιρείας και ήταν εκκρεμείς κατά το χρόνο της λύσης της. Κατά το στάδιο αυτό, φορέας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της εταιρείας είναι το νομικό πρόσωπο αυτής, το οποίο και κινεί τις σχετικές δίκες εκπροσωπούμενο από τον εκκαθαριστή (ΑΠ 1648/2014).

Επομένως, μόνο μετά το πέρας της εκκαθάρισης οι ίδιοι οι εταίροι μπορούν να ασκήσουν τις αξιώσεις τους κατά της εταιρίας ή κατά των συνεταίρων τους, από την εταιρική σχέση, μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται α) η αξίωση καταβολής μεριδίου από τα πραγματοποιηθέντα κέρδη της εταιρίας κατά την διάρκεια της λειτουργίας της β) η αξίωση από καταβολές που έκαναν με δικά τους χρήματα για λογαριασμό της εταιρίας ή για την εξόφληση χρεών αυτής.

Τούτο δε επειδή οι παραπάνω αξιώσεις των εταίρων, πριν από το πέρας της εκκαθάρισης, πρέπει να αποτελέσουν κονδύλια του λογαριασμού της, από τα αποτελέσματα δε αυτής θα κριθεί, αν και ποιο ποσό δικαιούται να λάβει ο κάθε εταίρος, πράγμα που είναι αβέβαιο και άγνωστο όσο διαρκεί η εκκαθάριση. Εξ άλλου, το στάδιο της εκκαθάρισης της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρίας δεν παύει πριν εξοφληθούν όλες οι υποχρεώσεις αυτής και, εάν μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, διαπιστωθεί η ύπαρξη εταιρικής απαίτησης ή εταιρικού χρέους, τότε επαναλαμβάνονται οι εργασίες εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της εταιρίας από τον εκκαθαριστή.

Κύριος δε των κερδών που πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της εταιρίας, είναι το νομικό πρόσωπο αυτής και, επομένως, μόνο κατ' αυτού νομιμοποιείται παθητικά να στραφεί ο εταίρος για την καταβολή των κερδών που του αναλογούν (ΑΠ 2349/2009, ΑΠ 1036/2007, ΑΠ 737/2006, ΑΠ 580/1984). Επίσης, το νομικό πρόσωπο της εταιρίας νομιμοποιείται παθητικά για την απόδοση των χρηματικών εισφορών προς τους εταίρους, καθόσον από τις παραπάνω διατάξεις, και ιδίως από εκείνη του άρθρου 780 εδ.

α` του ΑΚ, συνάγεται, ότι, κατά την εκκαθάριση, πρώτα εξοφλούνται τα κοινά χρέη των εταίρων απέναντι σε τρίτους, καθώς και όσα υπάρχουν μεταξύ των εταίρων και κατόπιν επιστρέφονται οι εισφορές προς αυτούς (ΑΠ 1036/2007, ΑΠ 1947/2006). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942 και 943 ΑΚ συνάγεται ότι για τη διάρρηξη της απαλλοτριωτικής πράξης του οφειλέτη πρέπει αυτή να έγινε με πρόθεση βλάβης του δανειστή, η οποία πρόθεση πρέπει να θεωρείται ότι υπάρχει, όταν αυτός γνωρίζει ότι με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία που του απόμεινε να μην αρκεί για την ικανοποίηση του δανειστή, αφού στην περίπτωση αυτή, είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει ότι συνέπεια της απαλλοτριωτικής πράξης του είναι η βλάβη του δανειστή, την οποία αποδέχεται.

Η αφερεγγυότητα δε αυτή του οφειλέτη, η οποία είναι ένα από τα στοιχεία της βάσης της περί διαρρήξεως αγωγής, να υπάρχει κατά το χρόνο έγερσης αυτής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης του δανειστή, η οποία υπάρχει μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά το χρόνο εκείνο αφερέγγυος (ΑΠ 2045/1986).

Κατά τη σαφή έννοια, επίσης, των προδιαληφθεισών διατάξεων των άρθρων 939 επ. του ΑΚ, η απαίτηση του επιδιώκοντος την διάρρηξη της απαλλοτρίωσης δανειστή μπορεί να είναι γεννημένη κατά το χρόνο της απαλλοτρίωσης, μπορεί όμως η απαίτηση αυτή να τελεί και υπό αναβλητική προθεσμία, αρκεί μόνον μέχρι του χρόνου της απαλλοτρίωσης να συντελέσθηκαν τα δικαιοπαραγωγικά της απαίτησης γεγονότα και να έχει αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη κατά την πρώτη επ' ακροατηρίου συζήτηση της περί διαρρήξεως σχετικής αγωγής (ΟλΑΠ 709/1974).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου (ημεδαπού ή αλλοδαπού) στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1648/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της από 19-4-2013 αγωγής της ήδη αναιρεσείουσας κατά των αντιδίκων της εναγομένων και ήδη πρώτου, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, η οποία εκτιμάται από τον Άρειο Πάγο, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, ως διαδικαστικό έγγραφο, προκύπτει ότι η ενάγουσα εκθέτει τα εξής:

Ότι δυνάμει του από 29-8-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών, συνέστησε, στην Αθήνα, με τον ήδη αποβιώσαντα και τότε δεύτερο των εναγομένων, ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "...", με ποσοστό συμμετοχής 50% εκάστου εταίρου, στα κέρδη και τις ζημίες, της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής είχε ορισθεί ο ανωτέρω ήδη αποβιώσας, ως ομόρρυθμος εταίρος, ενώ η ίδια, ως ετερόρρυθμος εταίρος, συμμετείχε στις ζημίες μέχρι του ποσού της εισφοράς της των 15.000 ευρώ, που είχε καταβάλει για το σχηματισμό του εταιρικού κεφαλαίου.

Ότι κατά την ίδια ως άνω ημεροχρονολογία, δυνάμει προφορικής συμφωνίας, η συσταθείσα ως άνω μεταξύ τους ετερόρρυθμη εταιρεία συνέστησε αφανή εταιρεία, με τον πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος συμμετείχε έκτοτε με ποσοστό 25% στα κέρδη και τις ζημίες της ετερόρρυθμης εταιρείας, μειουμένου αντίστοιχα του ποσοστού συμμετοχής του δεύτερου και αποβιώσαντος ήδη εναγομένου.

Ότι στην άνω ετερόρρυθμη εταιρεία συμμετείχε, επειδή την έπεισαν αμφότεροι οι ως άνω εναγόμενοι, εμφανισθέντες σε αυτήν ως φερέγγυοι επιχειρηματίες. Ότι η συσταθείσα εταιρία τους ανέλαβε, σύμφωνα με το σκοπό της, την ανοικοδόμηση πολυκατοικίας στη Μεταμόρφωση Αττικής, επί οικοπέδου αντιπαροχής, και προς κάλυψη των δαπανών ανέγερσης, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα δάνεισε την εταιρεία τμηματικά το συνολικό ποσό των 230.000 ευρώ, το οποίο συμφωνήθηκε, με μεταξύ τους σύμβαση, να αποδοθεί εντός χρονικού διαστήματος δύο μηνών από τότε που η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα θα αξίωνε την απόδοσή του.

Ότι, καίτοι η εταιρεία ανήγειρε και πώλησε όλα τα διαμερίσματα της συγκεκριμένης πολυκατοικίας της αντιπαροχής της εντός του έτους 2009 και είχε εισπράξει το εργολαβικό της αντάλλαγμα, το γεγονός αυτό σκόπιμα της απέκρυπταν οι ανωτέρω εμφανής και αφανής συνεταίροι της, προκειμένου να την αποτρέψουν από το να αξιώσει τη λογοδοσία του διαχειριστή και την καταβολή σ' αυτήν του ποσού των κερδών που της αναλογούσε.

Ότι τελικά, όμως, η ίδια διαπίστωσε, μετά από έρευνά της στο οικείο υποθηκοφυλακείο περί τον μήνα Απρίλιο του έτους 2011, την πώληση όλων των διαμερισμάτων της ανεγερθείσας οικοδομής και την είσπραξη του εργολαβικού ανταλλάγματος, με τα κέρδη της εταιρείας να ανέρχονται συνολικά, τουλάχιστον, στο ποσό των 550.585,50 ευρώ, χωρίς, ωστόσο, να της έχει αποδοθεί το οφειλόμενο μερίδιό της από τα κέρδη, υπολογιζόμενο στο ποσό των 275.292,75 ευρώ, και το οποίο παράνομα ιδιοποιήθηκαν ολοσχερώς οι τελευταίοι.

Ότι, πέραν αυτού, όταν το Σεπτέμβριο του 2011 απευθύνθηκε στο αρμόδιο Πρωτοδικείο Αθηνών, προκειμένου να λάβει πιστοποιητικό για τη μη μεταβολή των στοιχείων της ετερόρρυθμης εταιρεία τους, που της είχε ζητήσει να προσκομίσει η αρμόδια Δ.Ο.Υ. Ν. Φιλαδέλφειας, όπου υπαγόταν η ανωτέρω εταιρεία, και την οποία Υπηρεσία προηγουμένως, είχε επισκεφθεί, στις 5-9-2011, προκειμένου να ενημερωθεί, ως προς τα οποιαδήποτε κέρδη, που ήθελε δηλώσει ο προαναφερθείς διαχειριστής της εν λόγω εταιρείας, διαπίστωσε ότι είχαν τελεσθεί σε βάρος της, και εν αγνοία της, εκ μέρους αμφοτέρων των εναγομένων, εξακολουθητικά, αξιόποινες πράξεις πλαστογραφίας.

Ότι ειδικότερα οι εν λόγω εναγόμενοι είχαν προβεί στη σύνταξη των από 3-10-2007(αρ. καταθ. .../2007), από 31-7-2008 (αρ. καταθ. .../2008) και από 10-12-2008 (αρ. καταθ. .../2009) ιδιωτικών συμφωνητικών τροποποίησης του καταστατικού της ετερόρρυθμης εταιρείας, θέτοντας από κοινού, κατ' απομίμηση, την υπογραφή της και στη συνέχεια έκαναν χρήση αυτών, κατ' εξακολούθηση, σε δημόσιες υπηρεσίες, στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών, στο Ταμείο Προνοίας Δικηγόρων Αθηνών και ενώπιον Συμβολαιογράφων, εμφανίζοντάς τα σαν δήθεν γνήσια έγγραφα, με σκοπό να παραπλανήσουν τρίτους, με τη χρήση τους, ιδία δε, μεταξύ άλλων, τους οικοπεδούχους, τους υποψήφιους αγοραστές, τις διάφορες υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς αναλυτικά περιγράφει, και δη ως μέρος οργανωμένου σχεδίου τους που μεθόδευσαν, με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος σε βάρος αυτής (ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας), ιδιοποιούμενοι την περιουσία της μεταξύ τους εταιρείας και κατ' επέκταση και την περιουσία της ενάγουσας, με αποτέλεσμα τη ζημία της ενάγουσας, ύψους 520.292,75 ευρώ, που συνίσταται σε ποσό 15.000 ευρώ, που κατέβαλε ως εισφορά στην εταιρεία, 230.000 ευρώ, που κατέβαλε ως δάνειο στην εταιρεία και ποσό 275.292,75 ευρώ, που είναι τα κέρδη, τα οποία της αναλογούν και δεν διανεμήθηκαν.

Ότι οι ανωτέρω δράστες, προς επίτευξη του σκοπού τους, αποκόμισης κέρδους εις βάρος της περιουσίας της και επί ζημία της, της απέκρυψαν την ύπαρξη των ως άνω τριών ιδιωτικών συμφωνητικών τροποποίησης του καταστατικού της ετερόρρυθμης εταιρείας, στα οποία είχαν θέσει από κοινού, κατ' απομίμηση την υπογραφή της, και τα οποία αφορούσαν την είσοδο ως νεοεισερχόμενου ετερόρρυθμου εταίρου στην εταιρεία, τρίτου κατονομαζομένου προσώπου(Γ.

Θ.), παντελώς άγνωστου στην ενάγουσα, την τροποποίηση των εταιρικών τους μεριδίων και ποσοστών συμμετοχής τους στην εταιρεία, και δη εμφανίζοντας τον νεοεισερχόμενο εταίρο με ποσοστό 12,5%, που φέρεται ότι είχε μεταβιβάσει κάθε εταίρος εκ των ήδη υπαρχόντων από το εταιρικό του μερίδιο, και συνεπώς και η ίδια, έναντι μάλιστα χρηματικού ανταλλάγματος, που ουδέποτε αυτή (ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα)είχε λάβει, την μεταβολή της εταιρικής επωνυμίας σε "Α. ...", την έξοδο από την εταιρεία του διαχειριστή της και μεταβίβαση του ποσοστού του στον πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων πατέρα του, ως ομόρρυθμο εταίρο, την έξοδο, μετά παρέλευση δέκα μηνών, του τρίτου ως άνω άγνωστου ετερόρρυθμου εταίρου, με αναμεταβίβαση του ποσοστού του συμμετοχής στην εταιρεία στην ενάγουσα και στον νεοεισερχόμενο πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων, κατά την αναλογία του των 12,5% στον καθένα εξ αυτών, καθώς και τον ορισμό του νεοεισερχόμενου πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων ως διαχειριστή της υπό τη νέα της επωνυμία ετερόρρυθμης εταιρείας, με ποσοστό συμμετοχής 50% στα κέρδη αυτής, και, τέλος, ότι συμβάλλεται η ίδια με τους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων, μεταβάλλουν εκ νέου την εμπορική επωνυμία της εταιρείας σε "...", εξέρχεται της εταιρείας ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος των αναιρεσιβλήτων, μεταβιβάζοντας στον δεύτερο εναγόμενο, ως επανεισερχόμενο ομόρρυθμο μέλος της εταιρείας, το ποσοστό του 50%, και ότι ορίζεται πάλι, ως διαχειριστής της εταιρείας, ο δεύτερος εναγόμενος, σύμφωνα με την αρχική ιδρυτική πράξη συστάσεώς της.

Ότι οι ως άνω πράξεις των δύο πρώτων εναγομένων συνιστούν σε βάρος της και αδικήματα απάτης, ενώ επιπλέον αυτοί ως διαχειριστές της ετερόρρυθμης εταιρείας, εκ των οποίων ο πρώτος de facto και ο δεύτερος ουσία και τύποις, υπεξαίρεσαν το ποσό των 520.292,75 ευρώ, που αποτελείται από το ποσό των 15.000 ευρώ, που η ενάγουσα κατέβαλε ως εισφορά στην εταιρία,230.000 ευρώ, που κατέβαλε ως δάνειο στην εταιρεία και ποσό 275.292,75 ευρώ, που είναι κέρδη τα οποία της αναλογούν και δεν διανεμήθηκαν και τα οποία ποσά είχαν περιέλθει στην κατοχή τους κατά τη διαχείριση της περιουσίας της εταιρείας και κατ' επέκταση και τη δική της.

Ότι η ενάγουσα, αφότου έλαβε γνώση όλων των ανωτέρω σε βάρος της αδικοπραξιών, με την από 8-12-2011 εξώδικη δήλωσή της κατήγγειλε την ως άνω ετερόρρυθμη εταιρεία, η οποία έκτοτε βρίσκεται στο στάδιο της εκκαθάρισης. Ότι, πέραν των προαναφερθέντων, ο πρώτος εναγόμενος και ήδη πρώτος των αναιρεσιβλήτων, στις 19-12-2008, βάσει κοινού σχεδιασμού με τον αποβιώσαντα ήδη δεύτερο εναγόμενο, μεταβίβασε στην τρίτη και τέταρτη των εναγομένων και ήδη τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, όλη τη γνωστή ακίνητη περιουσία του.

Ότι οι μεταβιβάσεις αυτές έγιναν σε χρόνο που είχε ήδη συσταθεί η ετερόρρυθμη εταιρεία και η μεταξύ αυτής και του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου αφανής εταιρεία, που χρησιμοποιήθηκε ως "εργαλείο" για επίτευξη δόλιων στόχων των δύο πρώτων εναγομένων, απομύζηση της περιουσίας της και ενώ είχε ήδη ο πρώτος εναγόμενος τελέσει την πλαστογραφία των ιδιωτικών συμφωνητικών τροποποίησης του καταστατικού της ετερόρρυθμης εταιρείας και ήταν υπόχρεος σε καταβολή χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική βλάβη της ενάγουσας.

Ότι ο πρώτος εναγόμενος απαλλοτρίωσε την περιουσία του προς βλάβη της ενάγουσας, σε συμπαιγνία με την τρίτη και τέταρτη των εναγομένων και σε συνεργασία με το δεύτερο εναγόμενο. Ότι εκ των ανωτέρω άδικων πράξεων, πέραν της περιουσιακής της ζημίας, αυτή(ενάγουσα) υπέστη και ηθική βλάβη, αφού από την έκταση και το είδος της προσβολής της, σε συνδυασμό με το σοβαρό βαθμό(άμεσο δόλο)των εγκληματικών πράξεων των εναγομένων, προξενήθηκε σ' αυτήν πρόσθετο άγχος, στεναχώρια και ψυχική ταλαιπωρία και επλήγη η προσωπικότητά της στον οικογενειακό και κοινωνικό της περίγυρο, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης.

Με το ιστορικό αυτό ζητούσε:1)να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων και οι ήδη αναιρεσίβλητοι, της οφείλουν και να υποχρεωθούν να της καταβάλουν, εις ολόκληρον ευθυνόμενοι, ως αποζημίωση, το ποσό των (275.292,75 ευρώ μερίδιο κερδών +230.000 ευρώ δάνειο +15.000 ευρώ εισφορά)520.292,75 ευρώ, νομιμοτόκως από την 18-4-2011, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, όπως το ποσό αυτό τράπηκε νομότυπα και παραδεκτά εν μέρει σε αναγνωριστικό και συγκεκριμένα ποσό 275.292,75 ευρώ, που αφορά τα κέρδη, τράπηκε σε αναγνωριστικό κατά το ποσό των 231.292,75 ευρώ και παρέμεινε καταψηφιστικό το ποσό των 44.000 ευρώ, ενώ το κονδύλιο των 15.000 ευρώ της εισφοράς και 230.000 ευρώ του δανείου παρέμειναν καταψηφιστικά, 2)να αναγνωρισθεί ότι οι εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων, αφενός ο πρώτος των εναγομένων και ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος της οφείλει και υποχρεωθεί να της καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής της βλάβης, για κάθε μία από τις παρακάτω πράξεις, τα ακόλουθα ποσά:

α) για την πρώτη αναφερόμενη πράξη πλαστογραφίας με χρήση το ποσό των 3.000 ευρώ καταψηφιστικά, β) για τη δεύτερη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση, το ποσό των 3.000 ευρώ, όπως το εν λόγω κονδύλιο τράπηκε σε αναγνωριστικό, γ) για την τρίτη πράξη πλαστογραφίας με χρήση, το ποσό των 3.000 ευρώ, όπως, επίσης, το εν λόγω κονδύλιο τράπηκε σε αναγνωριστικό, δ) για κάθε επί μέρους πράξη απάτης, το ποσό των 3.000 ευρώ, εκ των οποίων καταψηφιστικά μόνο για την ειδικότερα αναφερομένη πρώτη επί μέρους πράξη, καθόσον για τις λοιπές επί μέρους πράξεις τα εν λόγω κονδύλια τράπηκαν σε αναγνωριστικά και ε)για την πράξη της υπεξαίρεσης, το ποσό των 5.000 ευρώ καταψηφιστικά, αφετέρου οι πρώτος, τρίτη και τέταρτη των εναγομένων και ήδη πρώτος, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων της οφείλουν και υποχρεωθούν να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής της βλάβης, για την πράξη της καταδολίευσης, το ποσό των 5.000 ευρώ, όπως το εν λόγω κονδύλιο τράπηκε σε αναγνωριστικό, και όλα τα ανωτέρω ποσά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1782/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε, ως αόριστα, τα αιτούμενα επί μέρους κονδύλια: α)της αποζημίωσης, εκ ποσού 275.292,75 ευρώ, που φέρεται ότι αντιστοιχούσε στο μερίδιο της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας επί των κερδών της εταιρείας, β)της ηθικής βλάβης της για τις αναφερόμενες σε βάρος της τρεις πρώτες επί μέρους πράξεις απάτης, γ)της ηθικής βλάβης της για την σε βάρος της πράξη της υπεξαίρεσης και δ)της ηθικής της βλάβης για την πράξη της καταδολίευσης ως προς τον δεύτερο εναγόμενο και ήδη αποβιώσαντα δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, ως προς τον οποίο δεν θα ασχοληθεί περαιτέρω το παρόν Δικαστήριο, καθώς και το κεφάλαιο της αγωγής ως προς τις αξιώσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά του πρώτου των εναγομένων και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων Α.

Κ. του Β., εκ της συμμετοχής του τελευταίου στην επίδικη διαφορά, και ειδικότερα επειδή δεν διευκρινιζόταν κατά ποίο τρόπο είχε συμμετοχή στη διαχείριση της εταιρείας "...", πως υπεξαίρεσε από κοινού με τον δεύτερο των εναγομένων και ήδη αποβιώσαντα δεύτερο των αναιρεσιβλήτων το ποσό των 520.292,75 ευρώ και ποιο το μερίδιο συμμετοχής του στην άδικη πράξη της πλαστογραφίας.

Περαιτέρω το Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε ότι, εφόσον η αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας ως προς τον πρώτο των εναγομένων και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων έπασχε αοριστίας, και το αίτημα αυτής περί αποζημίωσης, λόγω ηθικής βλάβης για την πράξη της καταδολίευσης, ήταν απορριπτέο, τόσο ως προς τον ως άνω εναγόμενο, όσο και ως προς τις εμμέσως ενεχόμενες τρίτη και τέταρτη των εναγομένων και ήδη τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, καθώς προαπαιτούμενο της πράξης της καταδολίευσης είναι η ύπαρξη απαιτήσεως της ενάγουσας κατά του πρώτου των εναγομένων, η οποία λόγω της κριθείσας αοριστίας των αιτημάτων, δεν μπορούσε να τύχει δικαστικής εκτίμησης και κατ' επέκταση να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της καταδολίευσης και η ύπαρξη βάσιμου αιτήματος αποζημίωσης, λόγω της επερχόμενης ηθικής βλάβης.

Επίσης, έκρινε απορριπτέα την αγωγή, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, όσον αφορά την αξίωσή της για απόδοση του ποσού των 15.000 ευρώ από την εισφορά της και του ποσού του δανείου των 230.000 ευρώ, ενώ το κονδύλιο της αγωγής περί χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας από τις φερόμενες σε βάρος της τελεσθείσες πράξεις της πλαστογραφίας εκ μέρους του δεύτερου των εναγομένων και ήδη αποβιώσαντος δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, Θ.

Κ. του Α., κρίθηκε μεν νόμιμο, αλλ' απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, επειδή κρίθηκε ότι δεν είχαν τελεστεί εκ μέρους του τελευταίου οι επικαλούμενες ως άνω πράξεις πλαστογραφίας. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, παραπονούμενη, με τους αντίστοιχους, κατά τη σύνοψη, λόγους της, αφενός, για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, λόγω της απόρριψης, των αιτηθέντων ως άνω κονδυλίων και κεφαλαίων της αγωγής της, ως αόριστων και απαράδεκτων, αντίστοιχα, κατά περίπτωση, αφετέρου, για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, λόγω της κατ' ουσίαν απόρριψης του κονδυλίου της ηθικής βλάβης της από τις φερόμενες σε βάρος της τελεσθείσες πράξεις της πλαστογραφίας εκ μέρους του ως άνω δεύτερου των εναγομένων- εφεσιβλήτων και ήδη αποβιώσαντος δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, το δε Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 239/2020 απόφασής του, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα: "...Υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή, όσον αφορά τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης της ενάγουσας, ένεκα της εις βάρος της επικαλούμενης αδικοπραξίας δια της θέσεως κατ' απομίμηση της υπογραφής της στα ιδιωτικά συμφωνητικά τροποποίησης του καταστατικού της ετερορρύθμου εταιρίας, τελεσθείσα από το πρώτο και δεύτερο εναγόμενο, η βάση αυτής της αγωγικής αξίωσης είναι μη νόμιμη καθότι, δεν θεμελιώνεται ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων με αυτή της ζημίας της ενάγουσας αλλά αντίθετα αναφέρει (η ενάγουσα) ότι οι εναγόμενοι αυτοί κατήρτισαν τα πλαστά έγγραφα και έκαναν χρήση αυτών με σκοπό να προσπορίσουν στον εαυτό τους περιουσιακό όφελος εις βάρος της ενάγουσας, ιδιοποιούμενοι την περιουσία της μεταξύ τους συσταθείσας εταιρίας και κατ' επέκταση και της δικής της.

Υπό τα εκτιθέμενα, όμως, αυτά η ενάγουσα φέρεται ως έμμεσα και όχι άμεσα ζημιωθείσα. Πέραν τούτου, η επικαλούμενη ως άδικη συμπεριφορά της πλαστογραφίας, η οποία συνίστατο στη θέση κατ' απομίμηση της υπογραφής της ενάγουσας σε ιδιωτικά συμφωνητικά τροποποίησης της ιδρυτικής πράξης σύστασης της ετερόρρυθμης εταιρίας, με την είσοδο και έξοδο από αυτήν τρίτου προσώπου, δεν κρίνεται ικανή, υπό τα εκτιθέμενα, να επιφέρει την επικαλούμενη από την ενάγουσα ζημία, η οποία συνίσταται στην εισφορά, που κατέβαλε η ενάγουσα για το σχηματισμό του εταιρικού κεφαλαίου, στο δάνειο που παρείχε στην εταιρία καθώς και στην αξίωση που έχει για την είσπραξη του μεριδίου της εκ των εταιρικών κερδών.

Τα κονδύλια άλλωστε αυτά, αποτελούν εταιρική περιουσία, και όχι περιουσία της ενάγουσας, η οποία το μόνο που διατηρεί επί των κονδυλίων αυτών είναι η αξίωση επιστροφής της εταιρικής εισφοράς, αξίωση απόδοσης του δανείου και διανομής των κερδών, μετά τη λύση και εκκαθάριση της εταιρίας. Εξάλλου, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν την περιουσία της καθόσον, με το να της αποκρύψουν με αθέμιτο τρόπο ότι η μεταξύ τους εταιρία έχει πωλήσει όλα τα διαμερίσματα της αντιπαροχής της και με το να τη διαβεβαιώσουν συστηματικά ότι απομένουν διαμερίσματα προς πώληση καθώς και με το να της αποκρύψουν την ύπαρξη των ιδιωτικών συμφωνητικών τροποποίησης του καταστατικού της εταιρίας και τη θέση επί αυτών κατ' απομίμηση της υπογραφής της, πέτυχαν κατ' αυτό τον τρόπο να την πείσουν να αναβάλει την άμεση άσκηση της αξίωσης για λογοδοσία και διανομή εταιρικών κερδών, δεν συνδέεται(ο ισχυρισμός αυτός), επίσης, με την επικαλούμενη πρόκληση της ζημίας, την αποκατάσταση της οποίας αιτείται, ήτοι την εταιρική της εισφορά, το δάνειο το οποίο κατέβαλε στην εταιρία και την αξίωση για διανομή των εταιρικών κερδών, καθότι τις αξιώσεις της αυτές για απολαβή των ποσών αυτών τις διατηρεί εναντίον της ίδιας της εταιρίας και η είσπραξή τους πραγματοποιείται μετά το στάδιο της εκκαθάρισης της εταιρίας, η οποία άλλωστε κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, έχει καταγγελθεί από την ενάγουσα, με την από 8-12-2011 εξώδικη καταγγελία της και βρίσκεται υπό καθεστώς εκκαθάρισης.

Άλλωστε, ως προς τα ποσά της εισφοράς της και του δανείου που κατέβαλε προς την εταιρία, λεκτέον, επιπλέον, ότι τα ποσά αυτά η ενάγουσα τα είχε ήδη καταβάλει πριν την επικαλούμενη απατηλή συμπεριφορά των εναγομένων εις βάρος της, ήτοι πριν την απόκρυψη της πώλησης των διαμερισμάτων και τροποποίησης του καταστατικού, οπότε η καταβολή της αυτή δεν ήταν απότοκος της επικαλούμενης απατηλής εις βάρος της συμπεριφοράς των εναγομένων.

Όσον, δε, αφορά... τον περαιτέρω ισχυρισμό της ενάγουσας ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι της παρέστησαν ότι είναι φερέγγυοι, ήτοι ο πρώτος εξ αυτών εμφανίστηκε ως κύριος σοβαρής ακίνητης περιουσίας..., με αποτέλεσμα να τη πείσουν να συστήσει μετά του δευτέρου εξ αυτών ετερόρρυθμη εταιρία και να καταβάλει ποσό 15.000 ευρώ ως συμμετοχή της στο σχηματισμό εταιρικού κεφαλαίου και ποσό 230.000 ευρώ ως δάνειο στην εταιρία αυτή, για την επίτευξη του εταιρικού της σκοπού, πέραν του ότι δεν θεμελιώνεται με τον ισχυρισμό αυτό ζημία της ενάγουσας, αφού δεν ισχυρίζεται ότι έχει απολέσει την αξίωση για επιστροφή των χρηματικών αυτών ποσών από την εταιρία, έναντι της οποίας και μόνον διατηρεί την αξίωση αυτή, μετά το στάδιο της εκκαθάρισης, πρωτίστως, έρχεται σε αντίφαση με το περαιτέρω ισχυρισμό της ενάγουσας, στο ίδιο δικόγραφο της αγωγής, όταν για τη θεμελίωση της αξίωσης για χρηματική ικανοποίησή της, εις βάρος των εναγομένων, αναφέρει ότι, όντως, ο πρώτος εναγόμενος ήταν κύριος ακίνητης περιουσίας κατά το χρόνο σύστασης της ετερορρύθμου εταιρίας και ο δεύτερος εναγόμενος κύριος υπερπολυτελούς αυτοκινήτου...

Τυγχάνουν, συνεπώς, οι αγωγικές βάσεις της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς δια πλαστογραφίας και απάτης, επί των οποίων στηρίζεται αποζημιωτική αξίωση και αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, μη νόμιμες ελλείψει αιτιώδους συνδέσμου... η ανωτέρω αγωγή ως προς το αίτημα αυτής περί επιδίκασης στην ενάγουσα, ετερόρρυθμο εταίρο ετερόρρυθμης εταιρίας, του συνολικού χρηματικού ποσού των 520.292,75 ευρώ, το οποίο φέρεται ως υπεξαιρεθέν από τους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων, ως διαχειριστής de facto ο πρώτος εναγόμενος και κατ' ουσίαν και τύποις διαχειριστής ο δεύτερος, ο οποίος συγχρόνως τυγχάνει και ομόρρυθμος εταίρος της εν λόγω εταιρίας, τυγχάνει απορριπτέα ως ενεργητικώς ανομιμοποίητη, καθόσον...

μόνον η εταιρία ως νομικό πρόσωπο δικαιούται να εγείρει την αγωγή αυτή με το συγκεκριμένο αίτημα, που έχει σχέση με την εταιρική περιουσία, καθώς και με την επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά(υπεξαίρεση), που στρέφεται αμέσως κατά της περιουσία της, της οποίας φορέας είναι η ίδια. Και τούτο διότι δικαιούχος της αγωγικής απαίτησης είναι το νομικό πρόσωπο της εταιρίας, ακόμη και εάν τελέσθηκε από τους εναγόμενους το αδίκημα της υπεξαίρεσης του αναφερομένου στην αγωγή χρηματικού ποσού, καθώς, σύμφωνα με τα ιστορούμενα στο δικόγραφο, η αδικοπραξία φέρεται διαπραχθείσα σε βάρος της και, επομένως, αυτή είναι η αμέσως ζημιωθείσα, και όχι οι εταίροι της ατομικά, και εν προκειμένω η ενάγουσα, η οποία ως ετερόρρυθμος εταίρος, θεωρείται ότι υπέστη έμμεση μόνο ζημία από την ανωτέρω πράξη, εφόσον, επίσης με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δε συντρέχουν ειδικά στο πρόσωπό τους οι όροι της αδικοπραξίας ή άλλος αυτοτελής λόγος παραγωγικός υποχρέωσης προς αποζημίωση.

Μάλιστα, καθώς, όπως αναφέρεται στην αγωγή, η ανωτέρω εταιρία έχει ήδη λυθεί διά έγγραφης καταγγελίας της ενάγουσας, και, συνεπώς, έχει τεθεί αυτοδικαίως και υποχρεωτικά στο στάδιο της εκκαθάρισης, το οποίο δε μπορεί να αποκλειστεί με ρήτρα του καταστατικού ή απόφαση των εταίρων, και κατά το οποίο η εταιρία διατηρεί τη νομική της προσωπικότητα για τις ανάγκες και το σκοπό της εκκαθάρισης έως του πέρατος αυτής, παραμένοντας κυρία όλων των αντικειμένων της εταιρικής περιουσίας μέχρι τη ρευστοποίηση και τη διανομή της.

Ωσαύτως δε αφού παραμένει υποκείμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν απ' αυτήν, δε μπορεί ο εταίρος της, ούτε κατά το εν λόγω στάδιο και ενόσω αυτό διαρκεί, εφόσον ουδέν περί του αντιθέτου διαλαμβάνεται στην αγωγή, να ασκήσει ατομικά αξίωση για αποζημίωση κατ' άλλου εταίρου προς αποκατάσταση της θετικής ζημίας, η οποία προκλήθηκε εξ αδικοπραξίας τελεσθείσας απ' αυτόν στην εταιρική περιουσία, ει μη μόνον ο εκκαθαριστής μπορεί να ζητήσει με αγωγή ως εκπρόσωπος της υπό εκκαθάριση εταιρίας, την αποκατάσταση τέτοιας ζημίας από τον ζημιώσαντα εταίρο, πλην της συνδρομής επείγουσας περίπτωσης, επίκληση της οποίας δεν γίνεται εν προκειμένω.

Σημειωτέον ότι η εν λόγω αγωγή, ειδικότερα όσον αφορά στο αίτημα περί καταβολής στην ενάγουσα της αναλογίας της επί των εταιρικών κερδών, πρέπει να απορριφθεί επιπροσθέτως και ως παθητικώς ανομιμοποίητη, καθόσον δεν στρέφεται κατά της κυρίας των κερδών ετερόρρυθμης εταιρίας... αλλά κατά του μη νομιμοποιουμένου παθητικά εναγομένου-ομορρύθμου εταίρου της, η δε μνεία στην αγωγή της παράνομης εκ μέρους του τελευταίου παρακράτησης των ανωτέρω κερδών και η επί της αδικοπραξίας αυτής θεμελίωση του σχετικού αιτήματος καθιστά την αγωγή κατά το αίτημα αυτό και ενεργητικά ανομιμοποίητη, διότι από την ιστορούμενη στην αγωγή υπεξαίρεση από τον εναγόμενο των κερδών αυτός, που ζημιώθηκε άμεσα είναι το νομικό πρόσωπο της εταιρίας, και μόνον ο εκκαθαριστής του, που το εκπροσωπεί για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, θα μπορούσε να επιδιώξει δικαστικά την ικανοποίηση της αξίωσης αυτής, και όχι ο ενάγων, που είναι έμμεσα ζημιωθείς, όπως έχει ήδη αναφερθεί.

Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι, ανεξαρτήτως των ανωτέρω, εφόσον στην κρινόμενη περίπτωση, σύμφωνα με τα ιστορούμενα στο αγωγικό δικόγραφο, η εταιρία έχει λυθεί και, συνεπώς, έχει περιέλθει εκ του νόμου σε στάδιο εκκαθάρισης, το οποίο... δε μπορεί να θεωρηθεί περατωμένο πριν από τη διαπίστωση από τον εκκαθαριστή των απαιτήσεων και υποχρεώσεων του νομικού προσώπου της εταιρίας, και την είσπραξη και εξόφληση αυτών αντίστοιχα, καθώς και πριν από την εκκαθάριση των εννόμων σχέσεων(απαιτήσεων και υποχρεώσεων) των εταίρων μεταξύ τους ή έναντι της εταιρίας, που προέρχονται από την εταιρική σύμβαση, χωρίς να διαλαμβάνεται παράλληλα στην αγωγή ότι η εκκαθάριση έχει εν προκειμένω περατωθεί δια της πραγματοποίησης συγκεκριμένων πράξεων προς διαπίστωση του ενεργητικού και παθητικού της εταιρίας, την εξόφληση των εταιρικών χρεών, την απόδοση των εισφορών και τη διανομή τυχόν κερδών στους εταίρους της, η σχετική αξίωση της ενάγουσας-εταίρου κατά της εταιρίας για την επιδίκαση των αναλογούντων κερδών θα έπρεπε να διερευνηθεί και διαπιστωθεί μόνο ως κονδύλιο και αντικείμενο της εκκαθάρισης και, συνεπώς διαρκούσης αυτής, δε μπορεί σε κάθε περίπτωση να επιδιωχθεί παραδεκτά αυτοτελώς, και δη ούτε κατ' εξαίρεση, δεδομένου ότι η δικαστική άσκηση της εν λόγω απαίτησης επιφέρει διατάραξη της εσωτερικής τάξης της εταιρίας και παρεμποδίζει το έργο και το σκοπό της εκκαθάρισης.

Μάλιστα εν προκειμένω, είναι σαφές ότι με την κρινόμενη αγωγή, σύμφωνα με τα ειδικότερα στο δικόγραφο αυτής εκτιθέμενα για τη στοιχειοθέτηση της ιστορικής της βάσης, που προαναφέρθηκαν, ασκείται από την ετερόρρυθμο εταίρο ετερορρύθμου εταιρίας, στο όνομα και για λογαριασμό της, αξίωση κατά του επίσης ομορρύθμου εταίρου και διαχειριστή, προς απόδοση στην ενάγουσα του φερομένου ως συνολικά υπεξαιρεθέντος σε βάρος της περιουσίας της εταιρίας από τους εναγόμενους χρηματικού ποσού, και όχι η εταιρική αγωγή (actio pro socio), καθώς δε διαλαμβάνεται στο δικόγραφο, όπως θα έπρεπε για την πληρότητα και τη νομική βασιμότητα μίας τέτοιας αγωγής, ότι η ενάγουσα ασκεί εταιρική αξίωση στο όνομά της, πλην όμως όχι για λογαριασμό της, αλλά για λογαριασμό της εταιρίας, ως μη δικαιούχος διάδικος, λόγω αδράνειας του εκκαθαριστή ή των εκκαθαριστών του λυθέντος και υπό εκκαθάριση τελούντος νομικού προσώπου να την επιδιώξουν δικαστικά, ζητώντας βέβαια πάντοτε την επιδίκαση του εν λόγω ποσού προς την εταιρία, δεδομένου ότι πρόκειται για δική της αξίωση, ενώ στην υπό κρίση περίπτωση, φέρεται ότι διώκεται η ικανοποίηση απαίτησης της ίδιας της ενάγουσας, όπως δε, πέραν πάσης αμφιβολίας, συνάγεται από τη ρητή διατύπωση του αγωγικού αιτήματος, ζητείται η καταβολή του ποσού αυτού στην ενάγουσα προσωπικά.

Η σχετική συνεπώς αγωγική βάση αδικοπραξίας εκ της υπεξαιρέσεως, στην οποία στηρίζεται η αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης είναι απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης. Άλλωστε, σύμφωνα με τα παραπάνω, η ενάγουσα δεν νομιμοποιείται για τις συγκεκριμένες αξιώσεις προς έγερση αγωγής ούτε με τις διατάξεις των άρθρων 762 και 763 ΑΚ, που αναφέρει επικουρικά στο δικόγραφο της αγωγής της, αλλά ούτε και με αυτές της εντολής, καθότι η δικαστική άσκηση της εν λόγω απαίτησης επιφέρει διατάραξη της εσωτερικής τάξης της εταιρίας και παρεμποδίζει το έργο και το σκοπό της εκκαθάρισης...

Συνεπώς, μετά την απόρριψη όλων των εξ αδικοπραξιών αξιώσεων της ενάγουσας εις βάρος του πρώτου των εναγομένων, ως μη νόμιμων ή ενεργητικά ανομιμοποίητων, αφού είτε δεν συνδέονται αιτιωδώς με τη ζημία ή αφορούν αξιώσεις της ίδιας της ετερορρύθμου εταιρίας δυνάμενων να ασκηθούν αποκλειστικά από αυτήν, δεν υφίσταται δικαστική επιδιώξιμη αξίωση της ενάγουσας, εναντίον του εναγομένου αυτού και του δευτέρου εξ αυτού, και κατά συνέπεια δεν υπάρχει και σχέση δανειστή και οφειλέτη αντίστοιχα, ώστε να μην μπορεί να θεμελιωθεί εις βάρος τους και το αδίκημα της καταδολίευσης δανειστών, στο οποίο επιχειρεί η ενάγουσα να θεμελιώσει την τελευταία αδικοπρακτική της βάση εις βάρος των εναγομένων αυτών καθώς και της τρίτης και τέταρτης των εναγομένων, ως αποκτώσες τα απαλλοτριωθέντα περιουσιακά στοιχεία.

Συνεπώς, αφού δεν υπάρχει κατά τον επικαλούμενο χρόνο της απαλλοτρίωσης οφειλή του μεταβιβάζοντος και σχέση δανειστή και οφειλέτη μεταξύ αυτού και της ενάγουσας, η αγωγική αυτή βάση στην οποία επιστηρίζεται αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης είναι νομικά αβάσιμη...". Το Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αφού έκρινε ότι η ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας, ως προς τις βάσεις της των αδικοπραξιών, που στηρίζονταν στην πλαστογραφία και στην απάτη, δεν ήταν νόμιμες, ως προς αμφότερους τους πρώτο και δεύτερο των εναγομένων-εφεσιβλήτων και ήδη πρώτο και δεύτερο και ήδη αποβιώσαντα των αναιρεσιβλήτων, λόγω έλλειψης αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των επικαλούμενων περιστατικών και της αιτούμενης προς αποκατάσταση ζημίας, ότι ως προς τη βάση της υπεξαίρεσης ήταν απαράδεκτη, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης και τέλος, ότι ως προς τη βάση της αδικοπραξίας ένεκα καταδολίευσης δανειστών, επίσης, δεν ήταν νόμιμη λόγω της έλλειψης απαίτησης και σχέσης δανειστή-οφειλέτη, δέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 1782/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και, κρατώντας την υπόθεση και επαναδικάζοντας την αγωγή, απέρριψε αυτήν στο σύνολό της, με τις προαναφερόμενες ως άνω διαφορετικές αιτιολογίες.

Η αναιρεσείουσα, με τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτο αναιρετικό λόγο(όπως το περιεχόμενο αυτού ορθά εκτιμάται ως προς τα σχετικά αποδιδόμενα σφάλματα της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι από τους εκ των αριθμών 8 και 19 αναιρετικούς λόγους), καθώς και τα αντίστοιχα σκέλη των τέταρτου και πέμπτου λόγων αναίρεσης, αιτιάται ότι το Εφετείο, κρίνοντας αφενός την περί απάτης αδικοπρακτική βάση της αγωγής της και αφετέρου την αγωγική βάση της αδικοπραξίας ένεκα καταδολίευσης δανειστών, ως μη νόμιμες, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 147,149 ΑΚ, 386 ΠΚ και 939-946, 479 ΑΚ,397 ΠΚ, αντίστοιχα, καθώς κακώς και εσφαλμένως δεν τους εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, άλλως επειδή τους εφάρμοσε εσφαλμένα, άλλως επειδή ψευδώς τους ερμήνευσε.

Ο λόγος, όμως, αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον οι μεν επικαλούμενες, προς θεμελίωση της περί απάτης αδικοπρακτικής βάσης της αγωγής, ως άνω διατάξεις των άρθρων 147 και 149 ΑΚ, ως μη εφαρμοσθείσες, δεν ήταν, πράγματι, εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, αφού αυτές αναφέρονται σε ακύρωση της δικαιοπραξίας εκείνου που παρασύρθηκε με απάτη στην κατάρτισή της και στα απορρέοντα εξ αυτής της αιτίας δικαιώματα του εξαπατηθέντος, ενώ στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αγωγή δεν περιελάμβανε τέτοια βάση, αντίθετα, όπως προεκτέθηκε, η αγωγή περιείχε αδικοπρακτική βάση αστικής και ποινικής απάτης με αιτήματα αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της αναιρεσείουσας σε βάρος του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, το περιεχόμενο της οποίας, όμως, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, δεν θεμελιώνει την εφαρμογή των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 914,932 ΑΚ και 386 ΠΚ, που επικαλείται η παθούσα αναιρεσείουσα, υπό την ιδιότητά της ως ετερόρρυθμου εταίρου ετερόρρυθμης εταιρείας, καθόσον αυτή φέρεται ως έμμεσα και όχι άμεσα ζημιωθείσα και δεν θεμελιώνεται ο απαιτούμενος αιτιώδης σύνδεσμος της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του πιο πάνω αναιρεσιβλήτου με την επικαλούμενη ζημία της αναιρεσείουσας, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, συνίσταται στην εισφορά, που κατέβαλε αυτή για το σχηματισμό του εταιρικού κεφαλαίου της ετερόρρυθμης εταιρείας τους, στο δάνειο που παρείχε στην εταιρεία καθώς και στην αξίωση που έχει για την είσπραξη του μεριδίου της εκ των εταιρικών κερδών, και τα οποία κονδύλια, άλλωστε, αποτελούν εταιρική περιουσία και όχι περιουσία της ενάγουσας, η οποία το μόνο που διατηρεί επί των κονδυλίων αυτών είναι αξίωση επιστροφής της εταιρικής εισφοράς, αξίωση απόδοσης του δανείου και διανομής των κερδών, μετά τη λύση και εκκαθάριση της εταιρείας.

Όσον αφορά δε τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με το έτερο σκέλος του ίδιου ως άνω αναιρετικού λόγου και τα αντίστοιχα σκέλη των τέταρτου και πέμπτου λόγων αναίρεσης, και για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 939-946, 479 ΑΚ και 397 ΠΚ, που δεν εφαρμόστηκαν, είναι, επίσης, αβάσιμες, επειδή στην υπό κρίση περίπτωση, δεν ήταν, πράγματι, και οι διατάξεις αυτές εφαρμοστέες, καθόσον, μετά την απόρριψη από την προσβαλλομένη όλων των εξ αδικοπραξιών αξιώσεων της αναιρεσείουσας σε βάρος του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, ως μη νόμιμων ή ενεργητικά ανομιμοποίητων, κατά περίπτωση, αφού, είτε δεν συνδέονταν αιτιωδώς με τη ζημία, είτε αφορούσαν αξιώσεις της ίδιας της ετερόρρυθμης εταιρείας δυναμένων να ασκηθούν αποκλειστικά από αυτήν, δεν υφίστατο δικαστικά επιδιώξιμη αξίωση της αναιρεσείουσας, εναντίον του ως άνω αναιρεσιβλήτου, και κατά συνέπεια δεν υπάρχει και σχέση δανειστή και οφειλέτη αντίστοιχα, ώστε να μην μπορεί να θεμελιωθεί σε βάρος του και το αδίκημα της καταδολίευσης δανειστών, στο οποίο επιχειρεί η αναιρεσείουσα να θεμελιώσει την τελευταία αδικοπρακτική της βάση σε βάρος του εν λόγω (πρώτου) αναιρεσιβλήτου, καθώς και σε βάρος των τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, ως φερομένων ότι έχουν αποκτήσει τα απαλλοτριωθέντα περιουσιακά στοιχεία, ενώ, τέλος, η ένδικη αγωγή δεν περιελάμβανε βάση για αξίωση απορρέουσα από σύμβαση μεταβίβασης ομάδας περιουσίας θεμελιούμενη στη διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ.

Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, κατά δε τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 536 του ίδιου Κώδικα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται με την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, αν δε ο εφεσίβλητος δεν ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, κατά μεταρρύθμιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μόνο δε αν εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και κατά τα κεφάλαια κατά τα οποία εξαφάνισε αυτήν κατ' αποδοχή της έφεσης ή της αντέφεσης και δίκασε περαιτέρω την υπόθεση κατ' ουσίαν μπορεί να πράξει τούτο.

Έτσι, αν η αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως αόριστη ή απαράδεκτη, δεν μπορεί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από έφεση του ενάγοντος, ν' απορρίψει αυτήν ως νόμω ή κατ' ουσίαν αβάσιμη. Η παράβαση δε του εφετείου, σχετικά με την έκταση του μεταβιβαστικού, κατ' άρθρο 522 ΚΠολΔ, αποτελέσματος της ασκηθείσας έφεσης με την παραδοχή ανύπαρκτου λόγου, η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια αυτής ή η μη λήψη υπόψη λόγου έφεσης, συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης της λήψης ή μη υπόψη πράγματος που (αναλόγως) δεν προτάθηκε ή προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 489/2021, ΑΠ 477/2021, ΑΠ 231/2021, ΑΠ 158/2021, ΑΠ 782/2019, ΑΠ 1588/2017, ΑΠ 207/2017, ΑΠ 1344/2015, ΑΠ 845/2011, ΑΠ 279/2010, ΑΠ 134/2008).

Τέλος ο, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων, έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αποτελεί δε μέσο διασφαλίσεως του συζητητικού συστήματος (άρθρ.106 ΚΠολΔ) και της αρχής της εκατέρωθεν ακροάσεως (ΟλΑΠ 13/1995).

Ως "πράγματα", κατά την άνω διάταξη, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997). Αποτελούν "πράγματα" και άρα αν δεν ληφθούν υπόψη ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος, μεταξύ άλλων, η κύρια ή επικουρική βάση της αγωγής και τα προς θεμελίωση αυτών και των επί μέρους αιτημάτων περιστατικά (ΑΠ 895/2018, ΑΠ 148/2009, ΑΠ 1573/2006), τα προς θεμελίωση ουσιαστικών ή δικονομικών ενστάσεων ή αντενστάσεων (άρθρ.262,338 ΚΠολΔ) περιστατικά, οι λόγοι εφέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης και αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς ή η άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΟλΑΠ 11/1996).

Ο λόγος, όμως, αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον ισχυρισμό ή τον λόγο έφεσης, αλλά τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 895/2018, ΑΠ 1413/2010, ΑΠ 291/2010, ΑΠ 403/2009, ΑΠ 1184,1187/2008, ΑΠ 941/2008, ΑΠ 1524/2007). Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών) με την εκκληθείσα υπ' αριθμ. 1782/2017 οριστική απόφασή του, όπως προεκτέθηκε, απέρριψε την αγωγή ως προς τον πρώτο των εναγομένων και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων Α.

Κ. του Β. ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, κατά το κεφάλαιο των αξιώσεων της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά του τελευταίου, εκ της συμμετοχής του στην επίδικη διαφορά, απορρίπτοντας συνακόλουθα, μεταξύ άλλων, ως αόριστο και το αγωγικό κονδύλιο περί χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας από τις φερόμενες σε βάρος της τελεσθείσες πράξεις πλαστογραφίας εκ μέρους του ως άνω αντιδίκου της.

Κατά της απόφασης αυτής η ηττηθείσα ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, με τον τρίτο λόγο της οποίας παρεπονείτο κατά της εκκαλουμένης απόφασης, για την απόρριψη της αγωγής, ως αόριστης, κατά τη βάση της, περί της εν γένει ευθύνης του πρώτου των τότε εφεσιβλήτων και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, και συνεπώς και για την απόρριψη, ως αόριστου, του αγωγικού κονδυλίου για τη χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από τις τελεσθείσες ως άνω αδικοπραξίες πλαστογραφίας σε βάρος της εκ μέρους του προαναφερθέντος διαδίκου.

Το Εφετείο, όμως, όπως, επίσης, προεκτέθηκε, κρίνοντας επί της εφέσεως της αναιρεσείουσας κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι το Πρωτοδικείο έσφαλε κατά την ανωτέρω κρίση του, δεχόμενο ότι, έπρεπε να απορρίψει την αγωγή, κατά το κεφάλαιο των αξιώσεων της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, ως προς τον προαναφερόμενο πρώτο των εναγομένων και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων Α.

Κ. του Β., και ειδικότερα ως προς τη βάση της αδικοπραξίας που στηριζόταν στην πλαστογραφία, ως μη νόμιμη, λόγω έλλειψης αιτιώδους συνδέσμου, επικυρώνοντας στη συνέχεια την απόφαση κατά το ανωτέρω κεφάλαιό της με διάφορη αιτιολογία, ενώ ως προς τη θεμελιούμενη στην πλαστογραφία βάση της αγωγής ως προς τον δεύτερο τότε εναγόμενο και ήδη αποβιώσαντα Θ.

Κ. του Α., για τον οποίο δεν ασχολείται περαιτέρω το Δικαστήριο, την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία, (το Εφετείο) εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και κρατώντας την υπόθεση για το διάδικο αυτό, απέρριψε στη συνέχεια την αγωγή ως προς τη βάση αυτή για τον τελευταίο ως άνω διάδικο, ως μη νόμιμη.

Πράττοντας έτσι το Εφετείο, προβαίνοντας, δηλαδή, στην κατά τα πιο πάνω αντικατάσταση της σχετικής αιτιολογίας της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως ως προς τον πρώτο εναγόμενο-εφεσίβλητο και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων, εξέδωσε ανεπίτρεπτα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 536 παρ.1 ΚΠολΔ, επιβλαβέστερη απόφαση για την αναιρεσείουσα, χωρίς ο εν λόγω εφεσίβλητος να έχει ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση, και τούτο διότι, εφόσον η αγωγή απορρίφθηκε πρωτοδίκως ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, ως προς τον εν λόγω αντίδικο της αναιρεσείουσας, δεν μπορούσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από άσκηση έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας ενάγουσας, ν' απορρίψει αυτήν (αγωγή), κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της, ως μη νόμιμη για τον διάδικο αυτό.

Επομένως, το Εφετείο Αθηνών υπέπεσε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 περ.α'ΚΠολΔ, αφού έτσι το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως εκ τούτου ο τρίτος λόγος αναίρεσης (εκτιμώμενος ορθά, κατά το περιεχόμενό του, ως προς το σχετικό αποδιδόμενο σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι από τους εκ των αριθμών 9 και 19 αναιρετικούς λόγους), με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, μεταξύ άλλων, ότι εσφαλμένα το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπερέβη το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης, εκδίδοντας επιβλαβέστερη για την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα απόφαση, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, δοθέντος ότι, ενώ η πρωτόδικη απόφαση απέρριψε την αγωγή της ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας της, ως προς τον πρώτο εναγόμενο-εφεσίβλητο και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων και ειδικότερα ως προς τη θεμελιούμενη, μεταξύ άλλων, βάση αυτής, στο αδίκημα της πλαστογραφίας, και δη ως προς το αγωγικό κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω της συναφούς ηθικής βλάβης της, το Εφετείο παρά την υποβολή ειδικού παραπόνου της εκκαλούσας-ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας με τον τρίτο λόγο της έφεσής της, περί του πλήρως ορισμένου και νομίμου της αντίστοιχης ένδικης αξίωσής της, έκρινε, καθ' υπέρβαση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, ως μη νόμιμη τη σχετική αξίωση.

Περαιτέρω με τα αντίστοιχα σκέλη των τέταρτου και πέμπτου συναφών, από τον αριθμό 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης(όπως το περιεχόμενο αυτών ορθά εκτιμάται), προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τους έκτο και ένατο αντίστοιχους λόγους της έφεσης της εκκαλούσας-αναιρεσείουσας, με τους οποίους παρεπονείτο κατά της απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της και ως προς τα αιτούμενα κονδύλια της αποζημίωσής της και της χρηματικής της ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη ένεκα της αναφερόμενης πράξης της καταδολίευσης δανειστών σε βάρος της από τους εναγομένους-αναιρεσιβλήτους, λόγω μη στοιχειοθέτησης του εν λόγω αδικήματος, ελλείψει ύπαρξης ενεργούς απαίτησης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, αφετέρου, σιωπηρά, ως προς το αίτημά της περί αποζημίωσής της, κατ' άρθρο 479 ΑΚ, για την επικαλούμενη περιουσιακή της ζημία, ένεκα της πράξεως της μεταβιβάσεως από τον πρώτο αναιρεσίβλητο του συνόλου της περιουσίας του στις τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων.

Το Εφετείο, όμως, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της, απέρριψε τον έκτο λόγο έφεσης, με συμπληρωματικές αιτιολογίες, κρίνοντας ότι δεν υφίστατο δικαστικά επιδιώξιμη αξίωση της ενάγουσας εναντίον των πρώτου και δεύτερου των εναγομένων, και κατά συνέπεια δεν υπήρχε και σχέση δανειστή και οφειλέτη αντίστοιχα, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να θεμελιωθεί σε βάρος τους το αδίκημα της καταδολίευσης δανειστών, στο οποίο επιχειρούσε η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα να θεμελιώσει την τελευταία αδικοπρακτική της βάση σε βάρος των παραπάνω εναγομένων, καθώς και της τρίτης και τέταρτης εξ αυτών και ήδη τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων, ως αποκτώσες τα φερόμενα ως απαλλοτριωθέντα περιουσιακά στοιχεία.

Ενώ, απέρριψε σιωπηρά τον ένατο λόγο έφεσης, απορρίπτοντας και το διατυπούμενο σε αυτόν παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης ότι σιωπηρά απορρίφθηκε το αίτημα της αγωγής της αναιρεσείουσας περί αποζημίωσής της, κατ' άρθρο 479 ΑΚ, για την επικαλούμενη περιουσιακή της ζημία, ένεκα της πράξεως της μεταβιβάσεως από τον πρώτο αναιρεσίβλητο του συνόλου της περιουσίας του στις τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων.

Επειδή, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ), αυτή δεν περιελάμβανε τέτοια βάση ήτοι αξίωση, απορρέουσα από σύμβαση μεταβίβασης ομάδας περιουσίας θεμελιούμενη στη διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ. Επομένως οι σχετικοί προβαλλόμενοι από το άρθρο 559 αρ.8 περ.

β'ΚΠολΔ τέταρτος και πέμπτος λόγοι της αναίρεσης, κατά τα αντίστοιχα σκέλη τους, με τους οποίους αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια αυτή είναι αβάσιμοι.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, αλλ' απέρριψε την αγωγή ή την αίτηση ως μη νόμιμη, ή απαράδεκτη ή ως πρόωρη(ΑΠ 830/2021, ΑΠ 2013/2013, ΑΠ 376/2008).Επίσης, για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αφορά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, τα οποία εμφιλοχώρησαν κατά το στάδιο της κρίσης του για το ουσιαστικά βάσιμο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, πρέπει το δικαστήριο, με την πληττόμενη απόφασή του, να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξης και όχι να την απέρριψε ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 551/2020, ΑΠ 404/2020, ΑΠ 870/2017, ΑΠ 1809/2007, ΑΠ 446/2004).

Επομένως, ο έκτος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο για την απόρριψη της αγωγής της αναιρεσείουσας, κατά τα προεκτιθέμενα, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος. Ο ίδιος λόγος, κατά το σκέλος που επιχειρείται να στηριχθεί και στη διάταξη του αριθμού 11γ` του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του κρίσιμα και ουσιώδη αποδεικτικά μέσα, που αυτή (αναιρεσείουσα) επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη κρίσιμων και ουσιωδών ισχυρισμών της, ήτοι τα έγγραφά της, συναγόμενες ομολογίες των αντιδίκων της αναιρεσιβλήτων καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων της απόδειξης, είναι, ομοίως, απαράδεκτος, αφού και ο λόγος αυτός, όπως προεκτέθηκε, προϋποθέτει κατ' ουσίαν έρευνα της υποθέσεως, μη δυνάμενος να θεμελιωθεί στην περίπτωση απορρίψεως της αγωγής ως μη νομίμου.

Συνακόλουθα πρέπει, κατά παραδοχή του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 239/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, μόνον ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο, και δη κατά το αναιρούμενο μέρος αυτής, που αφορά το αγωγικό αίτημα της αναιρεσείουσας για επιδίκαση υπέρ αυτής χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, που φέρεται ότι υπέστη η ίδια ατομικά από τις αποδιδόμενες στον πρώτο εναγόμενο και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο και φερόμενες ως τελεσθείσες σε βάρος της αδικοπραξίες πλαστογραφίας, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που την εξέδωσαν, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, καθώς και της παρούσης (αναιρετικής) διαδικασίας, πρέπει να συμψηφιστούν, επειδή, κατ' εκτίμηση των περιστάσεων, υπήρχε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΚΗΡΥΣΣΕΙ βιαίως διακοπείσα τη δίκη ως προς τον δεύτερο (2ο) των αναιρεσιβλήτων Θ. Κ. του Α..

ΘΕΩΡΕΙ ως μη ασκηθείσα την από 04.07.2020 αίτηση αναιρέσεως κατά της 239/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους πρώτο (1ο), τρίτη (3η) και τέταρτη (4η) των αναιρεσιβλήτων, υπό την ιδιότητά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος Θ. Κ. του Α. και κηρύσσει καταργημένη την εκκρεμή δίκη ως προς τους διαδίκους αυτούς, υπό την προαναφερόμενη ιδιότητά τους.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ το χωρισμό της υπόθεσης, ως προς τους ανωτέρω πρώτο, τρίτη και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, Α. Β. Κ., Μ. σύζυγο Α. Κ. και Β.-Μ. θυγατέρα Α. Κ., αντίστοιχα, δι' εαυτούς ατομικά έκαστος.

ΑΝΑΙΡΕΙ την 239/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εν μέρει, ήτοι μόνο ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο Α. Κ. του Β., και δη μόνο κατά το κεφάλαιο της αγωγής εκ της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, που φέρεται ότι υπέστη η ενάγουσα-αναιρεσείουσα ατομικά από τις αποδιδόμενες στον ως άνω πρώτο εναγόμενο και αναιρεσίβλητο και φερόμενες ως τελεσθείσες σε βάρος της αδικοπραξίες πλαστογραφίας, όπως αναφέρεται ειδικότερα στο σκεπτικό, ενώ απορρίπτει την αναίρεση, κατά τα λοιπά, ως προς όλους τους αναιρεσίβλητους.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ εξ ολοκλήρου τα δικαστικά έξοδα μεταξύ της αναιρεσείουσας και των παρισταμένων πρώτου, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσιβλήτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ