Supreme Court dismisses appeal for lack of specific legal grounds citing procedural defect in interest calculation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a first-instance judgment regarding a compensation claim. The appellant argued that the court erred in calculating monthly income and failed to provide specific legal grounds for the interest rate applied to the awarded sum. The court rejected these arguments as vague and procedurally inadmissible because the appeal did not cite specific substantive law provisions violated.
Legislator headnote
AI generatedArticles 985, 986, 988 of the Code of Civil Procedure; An appeal must cite specific substantive law provisions violated; vague arguments regarding interest calculation or factual findings are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1364 / 2021 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1364/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου - Εισηγήτρια, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:
Σ. Π. του Γ., κατοίκου … Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Μπαταγιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου:
Δ. Μ. του Σ., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Μαυρομάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29.01.2014 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νίκαιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 110/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 5120/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27.12.2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[I] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Σ. Π. προσβάλλεται η υπ’ αριθμ. 5120/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Η αναιρεσιβαλόμενη εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων την 23.11.2018 επί της από 02.03.2016 (αριθμ. καταθέσεως 2608/1430/2016) έφεσης του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Δ. Μ. κατά της υπ’ αριθμ. 110/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Νίκαιας, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε η από 29.01.2014 εκ του άρθρου 986 ΚΠολΔ ανακοπή και η σωρευόμενη σ’ αυτή αγωγή αποζημίωσης του αναιρεσιβλήτου- ανακόπτοντος Δ. Μ. κατά του αναιρεσείοντος – καθ’ ού Σ. Π. . Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ) το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, που δίκασε ως εφετείο, δέχθηκε τυπικά και κατ’ ουσία την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 110/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Νίκαιας και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της από 29.01.2014 ανακοπής και της σωρευόμενης σ` αυτή αγωγής αποζημίωσης δέχθηκε εν μέρει την ανακοπή , αναγνώρισε την ανακρίβεια της υπ’ αριθ. 8/2014 δήλωσης του καθ’ ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος και υποχρέωσε τον καθ’ ου η ανακοπή να καταβάλλει στον ανακόπτοντα και ήδη αναιρεσείοντα ως αποζημίωση 5.898,12 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
[II] Από τις διατάξεις των άρθρων 985, 986 και 988 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο τρίτος, στα χέρια του οποίου επιβλήθηκε κατάσχεση απαίτησης του καθ’ ου η εκτέλεση, οφείλει μέσα σε οκτώ ημέρες από την επίδοση σ’ αυτόν του κατασχετηρίου να δηλώσει στη γραμματεία του ειρηνοδικείου του τόπου της κατοικίας του, αν υπάρχει η απαίτηση και σε καταφατική περίπτωση να ενεργήσει σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο άρθρ. 988 ΚΠολΔ, διαφορετικά, αν η απαίτηση δεν υπάρχει ή πρόκειται για απαίτηση ακατάσχετη, πρέπει να προβεί σε αντίστοιχη αρνητική δήλωση, με την οποία εξομοιώνεται και η παράλειψη δήλωσης, δικαιούται δε αυτός που επέβαλε την κατάσχεση να ανακόψει την αρνητική (ρητή ή σιωπηρή) δήλωση μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από της δηλώσεως, επικαλούμενος ανακρίβεια αυτής.
Η ανακρίβεια της αρνητικής δήλωσης κρίνεται μόνο αντικειμενικά, δηλαδή ανεξάρτητα από την υποκειμενική αντίληψη του δηλούντος και την καλή ή κακή πίστη του, γίνεται δε δεκτή κατά το άρθρ. 990 ΚΠολΔ η κατ' αυτής ανακοπή, εφόσον η δήλωση δεν αληθεύει είτε ως προς τα πραγματικά περιστατικά είτε ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών.
Συνακόλουθα τούτων, αντικείμενο της σχετικής δίκης, που δημιουργείται μεταξύ του κατασχόντος και του τρίτου, είναι η εκδίκαση της απαίτησης του καθού η εκτέλεση κατά του τρίτου, ώστε να διαπιστωθεί αν ο τρίτος έχει ή όχι και με ποιους περιορισμούς οφειλές προς τον οφειλέτη του κατασχόντος. Επομένως, στο δικόγραφο της ανακοπής από το άρθρο 986 ΚΠολΔ, που αποτελεί μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ, ο ανακόπτων οφείλει να προσδιορίζει κατά τα ουσιώδη στοιχεία της την απαίτηση, δηλαδή την αιτία της οφειλής του τρίτου προς τον καθ’ ού η εκτέλεση (δικαιογόνος αιτία) και τα πραγματικά περιστατικά που τη στηρίζουν (παραγωγικά γεγονότα), αφού ο ανακόπτων φέρει το βάρος της απόδειξης της κατασχεμένης απαιτήσεως, αλλιώς το δικόγραφο της ανακοπής είναι αόριστο (ΑΠ 480/2012, 256/2011).
Εξάλλου, το μόνο ποσό που πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς από τον ανακόπτοντα είναι το ποσό της απαιτήσεως για το οποίο επέβαλε την κατάσχεση και όχι το ποσό για το οποίο ασκείται η ανακοπή κατά της δηλώσεως του τρίτου.
Από τις διατάξεις του άρθρου 985 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο τρίτος, στα χέρια του οποίου έγινε η κατάσχεση, παρέλειψε την υποβολή της δηλώσεως περί του αν υφίσταται η απαίτηση που κατασχέθηκε ή υπέβαλε ανακριβή δήλωση, ευθύνεται έναντι του κατασχόντος σε αποζημίωση. Προϋπόθεση για την ευθύνη του τρίτου είναι το ζημιογόνο γεγονός της παραλείψεως της δηλώσεως ή της ανακρίβειας της δηλώσεως που υποβλήθηκε, η ζημία του κατασχόντος και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας. Το περιεχόμενο της ζημίας θα κριθεί κατά το ουσιαστικό δίκαιο, περιλαμβάνει δε η αποζημίωση κάθε ζημία που είναι απότοκος της συμπεριφοράς του τρίτου. Έτσι, δεν αποκλείεται ο κατασχών να αναζητήσει ολόκληρη την απαίτησή του, για την ικανοποίηση της οποίας επιβλήθηκε η κατάσχεση, όταν επικαλείται και αποδεικνύει ότι η μη είσπραξη της οφειλής οφείλεται στη συμπεριφορά του τρίτου, εάν απέκρυψε ή παρέλειψε ορισμένα περιστατικά και από την απόκρυψη αυτή ή παράλειψη, ως αιτίου, ζημιώθηκε ο κατασχών (ΑΠ 259/2020, ΑΠ 1132/2019, ΑΠ 663/2017, ΑΠ 448/2016).
[III] Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα:
Με την από 29.01.2014 ανακοπή ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσίβλητος Δ. Μ. ισχυρίσθηκε ότι κατά του πατέρα του Σ. Μ. έχει απαιτήσεις ύψους 5.898,19 ευρώ που του επιδικάσθηκαν δυνάμει της υπ’ αριθμ. 4.500/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά (διαδικασία διατροφών) από την εκ μέρους του υποχρέωση καταβολής σ’ αυτόν μηνιαίας διατροφής ύψους 400 ευρώ.
Ότι αντίγραφο από το πρώτο απόγραφο εκτελεστό της ως άνω απόφασης με επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε την 10.09.2013 νόμιμα στον προαναφερθέντα οφειλέτη του για το ποσό των 4.610 ευρώ.
Ότι ο Σ. Μ., οφειλέτης του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, που εργάζεται ως υπάλληλος στο πρατήριο καυσίμων του καθ’ ού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος Σ. Π., έχει απαίτηση κατά του καθ’ ού η ανακοπή, η οποία πηγάζει από τις νόμιμες αποδοχές που δικαιούται σύμφωνα με την Ε.Σ.Σ.Ε. για τους υπαλλήλους πρατηρίων βενζίνης, η οποία ανέρχεται μηνιαίως είτε στο καθαρό ποσό των 489,31 είτε στο ποσό των 538€ (καθαρό μισθό+ επίδομα γάμου), είτε στο ποσό των 627,60€ (καθαρό μισθό + επίδομα γάμου + επίδομα Χριστουγέννων, Πάσχα + επίδομα αδείας).
Ότι ο ανακόπτων επέδωσε στις 10.01.2014 και στις 14.01.2014 τα κατασχετήρια έγγραφα στον οφειλέτη του Σ. Μ. και στον τρίτο – καθ’ ού η ανακοπή αντίστοιχα σε αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια του καθ’ ου η ανακοπή ως τρίτου των οφειλόμενων χρηματικών απαιτήσεων του οφειλέτή του από μισθούς μέχρι του ποσού των 5.898,19€.
Ότι ο καθ’ ου (ήδη αναιρεσείων) προέβη στην υπ’ αριθμ. 8/2014 θετική δήλωση, η οποία είναι αναληθής, διότι ο ανωτέρω δήλωσε ότι ο μισθός του οφειλέτη του ανέρχεται σε 180€ μηνιαίως ενώ με βάση τις νόμιμες αποδοχές σύμφωνα με την Ε.Σ.Σ.Ε. για τους υπαλλήλους πρατηρίων βενζίνης ανέρχεται είτε στο καθαρό ποσό των 489,31 είτε στο ποσό των 538€ (καθαρό μισθό + επίδομα γάμου), είτε στο ποσό των 627,60€ (καθαρό μισθό + επίδομα γάμου + επίδομα Χριστουγέννων, Πάσχα + επίδομα αδείας).
Με βάση τα παραπάνω ζήτησε:
(α) να αναγνωριστεί η ανακρίβεια της υπ’ αριθμ. 8/2014 δήλωσης του καθ’ ου,
(β) να αναγνωριστεί ότι η αξίωση από μισθό, επιδόματα, δώρα κ.λπ. που έχει ο οφειλέτης του κατά του καθ’ ου ανέρχεται στο ποσό των 627,60 ευρώ μηνιαίως, άλλως στο ποσό των 538 ευρώ, άλλως στο ποσό των 489,31 ευρώ μηνιαίως και
(γ) να υποχρεωθεί ο καθ' ου με απόφαση προσωρινά εκτελεστή να του καταβάλλει ως αποζημίωση το ποσό των 5.898,12 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσό της επιβληθείσας κατάσχεσης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Το Ειρηνοδικείο Νίκαιας με την 110/2014 απόφασή του απέρριψε ως μη νόμιμο το υπό στοιχείο β’ αίτημα και περαιτέρω απέρριψε ως αβάσιμες κατ’ ουσία την ανακοπή ως προς το αίτημα να αναγνωρισθεί η ανακρίβεια της υπ` αριθ.8/2014 δήλωσης του καθ’ ού η ανακοπή και την σωρευόμενη σε αυτή αγωγή αποζημίωσης.
Κατά της ως άνω απόφασης ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 02.03.2016 έφεση του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ.5120/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
[IV] Το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του τα παρακάτω:
Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 4500/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, ο Σ. Μ. του Δημητρίου, πατέρας του ανακόπτοντα (εκκαλούντα και ήδη αναιρεσίβλητου) υποχρεώθηκε να καταβάλλει στον τελευταίο λόγω διατροφής το ποσό των 400€ για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επομένη της από 11.10.2012 αγωγής που είχε ασκήσει κατά την ειδική διαδικασία των διατροφών με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση πληρωμής κάθε μηνιαίας δόσης και μέχρι την εξόφληση τους.
Η απόφαση αυτή κηρύχτηκε προσωρινά εκτελεστή και αντίγραφο εκτελεστό της ανωτέρω απόφασης με επιταγή προς πληρωμή κάτω από αυτή, ο ανακόπτων-εκκαλών κοινοποίησε στον παραπάνω οφειλέτη του στις 10.09.2013 και τον επέτασσε να του καταβάλλει το συνολικό ποσό των 4.160 ευρώ , που αντιστοιχούσε στην απαίτηση του εκ της κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής μετά των εξόδων εκτέλεσης.
Εν συνεχεία ο ανακόπτων- εκκαλών με το από 07.01.2014 κατασχετήριο εις χείρας τρίτου, που επιδόθηκε στον καθ’ ου η ανακοπή και στον ανωτέρω οφειλέτη του στις 10.01.2014 και 14.01.2014 αντίστοιχα επέβαλλε στα χέρια του καθ’ ου η ανακοπή ως τρίτου εργοδότη αναγκαστική κατάσχεση έως το ποσό των 5.898,19 ευρώ, ποσό το οποίο αποτελεί τους μισθούς του οφειλέτη του.
Περαιτέρω ο καθ’ ου προσήλθε στο Ειρηνοδικείο Νίκαιας εντός της νόμιμης προθεσμίας και προέβη στην υπ’ αριθμ. 8/2014 θετική δήλωση τρίτου με την οποία δήλωσε ότι ο καθ' ου οφειλέτης του ανακόπτοντα εργάζεται στην επιχείρηση του με καθαρές μηνιαίες αποδοχές 180 ευρώ μηνιαίως. Την ανειλικρίνεια της δήλωσης του προσβάλει ο ανακόπτων ισχυριζόμενος ότι οι καθαρές αποδοχές που λαμβάνει ο οφειλέτης του σύμφωνα με την Ε.Σ.Σ.Ε.
για τους υπαλλήλους πρατηρίων βενζίνης έτους 2013 που παρατάθηκε για το έτος 2014 για πλήρη απασχόληση 8 ωρών ημερησίως και για πέντε ημέρες εβδομαδιαίως ανέρχεται είτε στο καθαρό ποσό των 489,31 ευρώ είτε στο ποσό των 538 ευρώ (καθαρό μισθό + επίδομα γάμου), είτε στο ποσό των 627,60 ευρώ (καθαρό μισθό + επίδομα γάμου + επίδομα Χριστουγέννων, Πάσχα + επίδομα αδείας).
Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από την με αριθμό 2836/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (διαδικασία διατροφών), όπου αναγράφεται ρητά ότι ο εναγόμενος (Σ. Μ. του Δ.), συμμετέχει στην εκμετάλλευση του πρατηρίου υγρών καυσίμων που διατηρεί o σύζυγος της αδελφής του Σ. Π. και ήδη εφεσίβλητος αποκερδαίνοντας μηνιαίως το ποσό των 3.000 ευρώ.
Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η με αριθμό 349/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς που αναγράφει ότι ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου ότι αυτός (Δ. Μ.) πιθανόν να είναι αφανής εταίρος στο πρατήριο υγρών καυσίμων που ανήκει στον γαμπρό του με μηνιαία έσοδα τουλάχιστον 3.000 ευρώ. Το ίδιο αναφέρει και η με αριθμό 4876/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) και δη πιθανολογείται ότι ο καθ’ ου (Δ.
Μ.) είναι αφανής εταίρος στο πρατήριο υγρών καυσίμων που ανήκει στην εκμετάλλευση του γαμπρού του με μηνιαία έσοδα 3.000 ευρώ. Τέλος η με αριθμό 4500/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (διαδικασία διατροφών), αναφέρει ότι ο ανωτέρω (Δ. Μ. -προφανώς εννοεί Σ. Μ.) εργάζεται στο πρατήριο υγρών καυσίμων που διατηρεί ο σύζυγος της αδελφής του αναφέροντας ότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη αυτός κερδίζει τουλάχιστον το ποσό των 800 ευρώ.
Επομένως με βάση τις παραπάνω δικαστικές αποφάσεις που σχετίζονται με την ένδικη υπόθεση αποδεικνύεται ότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου ο Δ. Μ. κατά τον χρόνο της υπ’ αριθμ. 8/2014 δήλωσης τρίτου στην οποία προέβη ο Σ. Π. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Νίκαιας εργαζόταν με πλήρες ωράριο και όχι με μερική απασχόληση στην επιχείρηση του (υγρών καυσίμων) κερδίζοντας κατά την κρίση του Δικαστηρίου τουλάχιστον 800 ευρώ και όχι 180 ευρώ όπως ισχυρίζεται ο καθ' ου.
Όμως το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων καθόσον αυτό απέρριψε την ένδικη ανακοπή. Πρέπει συνεπώς να γίνει κατ’ ουσίαν δεκτός ο λόγος της έφεσης του ανακόπτοντος ως προς την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων της εκκαλουμένης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά παραδοχή της εφέσεως του τελευταίου, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο, να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η ανακοπή, να γίνει εν μέρει δεκτή, να αναγνωριστεί η ανακρίβεια της υπ’ αριθμ. 8/2014 δήλωσης του καθ’ ου και να υποχρεωθεί ο καθ’ ου να καταβάλλει στον ανακόπτοντα ως αποζημίωση το ποσό των 5.898,12 ευρώ, διότι η μη είσπραξη της οφειλής οφείλεται στη συμπεριφορά του καθ’ ου καθόσον αυτός λόγω της συγγενικής του σχέσης με τον Σ.
Μ. του Δ. απέκρυψε ότι η εργασιακή σχέση του με τον προαναφερθέντα είναι πλήρους απασχόλησης και όχι μερικής, όπως ανέφερε στην ανωτέρω δήλωσή του ενώπιον του Ειρηνοδίκη Νίκαιας και ότι του καταβάλει μισθό 180 ευρώ μηνιαίως και όχι τουλάχιστον 800 ευρώ , από δε την απόκρυψη αυτή ως αιτίου, ζημιώθηκε ο κατασχών, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
[V] Με τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην ένδικη υπόθεση, ως εκ του χρόνου δημοσίευσης (μετά την 01.01.2016) της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ορίζεται ότι:
«Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο:
1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές,
2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση,
3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα,
4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας,
5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης,
6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης».
Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης απαριθμούνται περιοριστικά στην διάταξη αυτή, όπως συνάγεται από τη λέξη «μόνο», και συνεπώς στις αποφάσεις αυτές είναι απαράδεκτοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι ερείδονται στις λοιπές περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ για τις αιτήσεις αναίρεσης κατ' αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΟλΑΠ 45/1987,ΑΠ 269/2020, ΑΠ 744/2009, ΑΠ 797/2007), όπως, μεταξύ άλλων, είναι και ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 11εδ.γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 1370/2008,ΑΠ 1032/2019).
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 560 αρ.5 ΚΠολΔ , η οποία ταυτίζεται με αυτή του αρ. 8 του άρθρου 559 ίδιου Κώδικα, ως «πράγματα» θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Δεν αποτελούν «πράγματα» η άρνηση αιτιολογημένη ή όχι αγωγής, ανταγωγής ή ενστάσεως ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και που δεν έχουν «αυτοτέλεια» (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 701/2008), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.
Τούτο διότι το «πραγματικό επιχείρημα», δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά τείνει απλώς σε επίρρωση ή απόκρουση απόδειξης του πραγματικού ισχυρισμού, αναφερόμενο στο οντολογικό μέρος του. Ούτε αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί, που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 805/2020, ΑΠ 107/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 701/2008).
Για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης, αν το παράπονο συνίσταται στη μη λήψη πραγμάτων που προτάθηκαν, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποια ήταν τα πράγματα, δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και όλα τα στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει, ότι ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας ότι ήταν νόμω βάσιμος και ότι αν γινόταν δεκτός, θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 1492/2011).
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την εκ του άρθρου 560 αρ.5 εδ. β’ πλημμέλεια με την ειδικότερη αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς δεν έλαβε υπόψη του τους προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας ουσιώδεις ισχυρισμούς του προς απόρριψη της ανακοπής.
Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος του είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ποιοι ήταν οι προταθέντες αυτοτελείς ουσιώδεις ισχυρισμοί που δεν λήφθηκαν υπόψη. Περαιτέρω με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του προσάπτεται στην προσβαλλόμενη, κατ` εκτίμηση, η εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ’ ΚΠολΔ πλημμέλεια , με την ειδικότερη αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέσθηκε , όπως την ατομική σύμβαση εργασίας του οφειλέτη Σ.
Μ., την αναγγελία πρόσληψης αυτού τις εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας, πίνακες προσωπικού. Ο πρώτος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του πρέπει ν’ απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον αντίστοιχος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν περιλαμβάνεται, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη, στους περιοριστικά αναγραφόμενους στη διάταξη του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης αποφάσεων ειρηνοδικείων ή πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως στην ένδικη περίπτωση.
[VI] Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.6 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά «έλλειψη αιτιολογίας», ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της «ανεπαρκής αιτιολογία», ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους «αντιφατική αιτιολογία» (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν «αιτιολογία», ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την εκ του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση επειδή δεν έχει καθόλου αιτιολογία. Ειδικότερα παραπονείται ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς επιδίκασε την αιτούμενη αποζημίωση των 5.898,12 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, αν και ο ανακόπτων ζητούσε με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας εννοώντας από την επίδοση της ανακοπής και όχι από την επίδοση της αγωγής, χωρίς όμως να παραθέτει τους λόγους που προσδιόρισε την τοκοφορία του επιδικαζόμενου ποσού από την επίδοση της αγωγής και όχι της ανακοπής παραβιάζοντας ευθέως το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και τα άρθρα 304 και 305 παρ.5 ΚΠολΔ.
Έτσι όμως προκαλείται σύγχυση αναφορικά με την έναρξη της τοκοφορίας, εφόσον η αναιρεσιβαλλόμενη δίνει τη δυνατότητα στον αναιρεσίβλητο να απαιτήσει τόκους από την επίδοση της από 11.10.2012 αγωγής του ανακόπτοντος - αναιρεσίβλητου κατά του πατέρα του Σ. Μ., για επιδίκαση στον ανακόπτοντα αξιώσεων διατροφής, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αρ. 4500/2013 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που παραβιάζονται κατά τον αναιρεσείοντα με ελλειπείς αιτιολογίες ως προς την έναρξη της τοκοφορίας της αιτούμενης αποζημίωσης των 5.898,12 ευρώ, εφόσον οι επικαλούμενες ως παραβιασθείσες των άρθρων 304 και 305 ΚΠολΔ δεν αφορούν την έναρξη της τοκοφορίας.
Πέραν αυτού η διάταξη της προσβαλλόμενης περί επιδίκασης της αποζημίωσης ποσού 5.898,12 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έχει την έννοια επιδίκασης τόκων από την επίδοση της σωρευόμενης στην ανακοπή αγωγής αποζημίωσης.
[VII] Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη την εκ του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠΟΛΔ πλημμέλεια ότι δεν έχει νόμιμη βάση επειδή δεν έχει καθόλου αιτιολογία ως προς την κρίση της για τις μηνιαίες αποδοχές του οφειλέτη του ανακόπτοντος Σ. Μ. . Ειδικότερα παραπονείται ο αναιρεσείων ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς, με ελλειπείς αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα περί των μηνιαίων αποδοχών του οφειλέτη του ανακόπτοντος από 800 ευρώ μηνιαίως αντί του ποσού των 180 ευρώ μηνιαίως που ο καθ’ ού η ανακοπή δήλωσε , λαμβάνοντας υπόψη του δικαστικές αποφάσεις που αφορούν χρονικά διαστήματα προγενέστερα της επίδικης διαφοράς και της πρόσληψης αυτού την 17.09.2013 με σύμβαση μερικής απασχόλησης ως υπαλλήλου στην επιχείρηση του καθ’ ού η ανακοπή και ήδη αναιρεσείοντος .Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο οι φερόμενες ως παραβιασθείσες με ανεπαρκείς αιτιολογίες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου.
[VIII] Κατά τα λοιπά με τις επικαλούμενες αιτιάσεις πλήττεται απαράδεκτα η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ),ενώ μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, προϋπόθεση που συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση. Κατόπιν τούτων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί.
[IX] Δικαστικά έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος, που νικήθηκε, δεν θα επιβληθούν, επειδή ο αναιρεσίβλητος που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταύρο Μαυρομάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις, δεν υπέβαλε αίτημα περί καταδίκης του αναιρεσείοντος στα δικαστικά του έξοδα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.12.2018 αίτηση του Σ. Π. , για αναίρεση της υπ’ αριθ. 5120/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και ταύτης
αποχωρησάσης από την Υπηρεσία,
ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης
και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ