1364/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη και Μαρία Λεπενιώτη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1364/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ'ακολουθία των ανωτέρω οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και λόγω απόλυτης ακυρότητας ως εκ της παραβίασης της αρχής in dubio pro reo (ΚΠοινΔ 510 § 1 στοιχ. Α', Δ & Ε'), είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1364 / 2020 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1364/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Γεωργίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη και Μαρία Λεπενιώτη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαρίας Μαλλούχου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Γ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Φουρφουλάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 892/2020 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων. Με πολιτικώς ενάγοντες - υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1. Π.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΚΡΗΤΗΣ (ΕΠΙΤΣ)", το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα και το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Περάκη. 2. Μ. Μ. του Γ., κάτοικο ..., ο οποίος δεν εκπροσωπήθηκε και 3. Μ. Γ. του Α., κάτοικο ..., η οποία δεν εκπροσωπήθηκε.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Χανίων, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 13.10.2020 αίτηση αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1103/2020.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 13 Οκτωβρίου 2020 αίτηση της Α. Γ. του Α. κατοίκου ... Κρήτης (...) ασκηθείσα ενώπιον του Γραμματέα του Τριμελούς Πλημελειοδικείου Χανίων, για αναίρεση της υπ 'αριθμ. 892/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, η οποία καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 24/9/2020 και με την οποία κηρύχθηκε ένοχη για πλαστογραφία κατ'εξακολούθηση και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, η οποία ανεστάλη επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω, ερήμην των δευτέρου και τρίτης των υποστηριζόντων την κατηγορία Μ. Μ. του Γ., κατοίκου .. και Μ. Γ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι κλήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστούν δια συνηγόρου κατά την συζήτηση της ένδικης αναίρεσης, κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, όπως προκύπτει από τα αποδεικτικά επιδόσεως για μεν τον Μ. Μ. από 29/10/2020 του Αρχιφύλακα Α/Τ Χανίων Σ. Σ. και από 29/10/2020 της Επιμελήτριας Δικαστηρίων Τ. Ε., για δε την Μ. Γ. από 30/10/2020 του Αρχιφύλακα Α/Τ Χανίων Α. Α. και από 29/10/2020 της Επιμελήτριας Δικαστηρίων Τ. Ε..
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ισχύοντος από την 1η-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4619/2019), η οποία είναι επιεικέστερη έναντι της αντίστοιχης του άρθρου 216 παρ. 1 εδ. α του παλαιού Ποινικού Κώδικα, που ίσχυσε μέχρι την 30η-6-2019, αφού με αυτή απειλείται πλέον για την πλαστογραφία σε βαθμό πλημμελήματος ποινή φυλάκισης με μικρότερο κατώτατο όριο, και, συνεπώς, είναι εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή".
Από τη διάταξη αυτή, που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του θεσπιζόμενου μ'αυτήν εγκλήματος, το οποίο είναι έγκλημα τυπικό, απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου (κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ.
γ' του ΠΚ), από τον υπαίτιο, ο οποίος το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνήσιου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του με μεταβολή του τελευταίου, υποκειμενικώς δε δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση και θέληση των πραγματικών περιστατικών, τα οποία απαρτίζουν την πράξη και, περαιτέρω, σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, οι οποίες αναφέρονται στην παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή, μεταβίβαση ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης, ασχέτως αν επιτεύχθηκε ή όχι η παραπλάνηση.
Έτσι, εκτός από το σκοπό παραπλάνησης, που πρέπει να έχει ο δράστης, απαιτείται επί πλέον το πλαστό έγγραφο να μπορεί αντικειμενικά με τη χρήση του να παραπλανήσει άλλον για γεγονός, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή να είναι πρόσφορο να παράγει έννομες συνέπειες, ενώ η επέλευση βλάβης στην περιουσία άλλου δεν αποτελεί στοιχείο του άνω εγκλήματος (ΑΠ 1491/2019) και τούτο διότι η πλαστογραφία υπό οποιαδήποτε μορφή (κατάρτιση πλαστού ή νόθευση γνησίου εγγράφου) η διαβάθμιση του αξιοποίνου της, διαπλάσσεται στον νόμο ως έγκλημα σκοπού και με αυτή, δια της συστηματικής εντάξεώς της στο περί τα υπομνήματα κεφάλαιο του Π.Κ, σκοπείται η ασφάλεια και ακεραιότητα των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων (Ολ ΑΠ 3/2008).
Από τη διάταξη του άρθρου 98 του ΠΚ προκύπτει, ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς, ομοειδείς, μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικά μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της απόφασης για την τέλεσή τους.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.
Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠοινΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.
Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιό βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Η κατά τα άνω αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή την αθωωτική απόφαση, αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή εάν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική, ανέλεγκτη ή ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε όπως και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση τους.
Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους . Η συνδρομή του δόλου, κατ' αρχήν, δεν απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία, διότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αποδεικνύεται, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και η σχετική με αυτόν αιτιολογία εμπεριέχεται στην κύρια επί της ενοχής αιτιολογία, μόνο δε όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία. (ΑΠ 2039/2019, ΑΠ 1625/2019, ΑΠ 1574/2019). 'Όμως δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης της απόφασης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως και συγκρίσεως όλων των αποδεικτικών στοιχείων, διότι στις περιπτώσεις αυτές υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ ΑΠ 1/2005, ΑΠ 2064/2019, ΑΠ727/2019).
Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ως λόγος αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' ΚΠΔ, υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που έχει στην πραγματικότητα, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει, όταν δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής, που εμπίπτει στον ίδιο αναιρετικό λόγο, υπάρχει και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ ΑΠ 3/2008, ΑΠ 1710/2019 , ΑΠ1645/2019 ΑΠ 274/2019 ).
Τέλος με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/19/20-9-1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του" και με το άρθρο 14 παρ.2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.), που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το Ν. 2462/1997, σύμφωνα με το οποίο "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", καθιερώνεται το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορούμενου καθόλα τα διαδικαστικά στάδια μέχρι να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση για τη δίωξη που ασκήθηκε.
Κατ" αυτό, η Πολιτεία, μέσω των οργάνων της, οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορούμενου και όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητα του. Απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας, η οποία επιβάλλει το δικαστήριο, εν αμφιβολία, να αποφανθεί υπέρ του κατηγορούμενου (ub dubio pro reo). Παραβίαση του τεκμηρίου αυτού επάγεται, πέραν της αναίρεσης της απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται και ο από τα άρθρα 510 παρ.1 στοιχ.
Α' και 171 παρ.1 δΛ του ΚΠοινΔ λόγος αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 892/2020 απόφαση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημ/των) Χανίων, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ'είδος αποδεικτικών μέσων, (ανωμοτί καταθέσεις των υποστηριζόντων την κατηγορία, μάρτυρες, έγγραφα απολογία κατηγορούμενης) ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Επειδή από την κύρια για την απόδειξη διαδικασία, τα έγγραφα που διαβάστηκαν νόμιμα, από την ανωμοτί κατάθεση των παρισταμένων για την υποστήριξη της κατηγορίας, από την ένορκη εξέταση των μαρτύρων κατηγορίας, σε συνδυασμό και με την απολογία της κατηγορουμένης, την υπόλοιπη γενικά συζήτηση της υπόθεσης, και από την αξιολογική εκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με την προβλεπόμενη από το άρθρο 177 παρ. 1 ΚΠΔ αρχή της ηθικής αποδείξεως, αποδείχτηκε ότι η κατηγορουμένη εργαζόταν ως υπάλληλος του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Τηλεπικοινωνιακών Συστημάτων, σε θέση που είχε ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων, τις πληρωμές των μεταπτυχιακών υπότροφων ερευνητών, των συνεργατών ερευνητών και των παρόχων υπηρεσιών και αγαθών του Ινστιτούτου.
Κατά τη συνήθη πρακτική και σύμφωνα με την εντολή του κ. Π., Προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου του Ινστιτούτου, οι συνεργαζόμενοι με το Ινστιτούτο ερευνητές που κατοικούσαν εντός Χανίων αμείβονταν με τραπεζικές επιταγές που εκδίδονταν από το Ινστιτούτο και παραδίδονταν στους ίδιους αυτοπροσώπως, ενώ οι ερευνητές που κατοικούσαν εκτός Χανίων με έμβασμα από τον τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε το Ινστιτούτο στην Εμπορική Τράπεζα προς τους δικούς τους λογαριασμούς στην ίδια τράπεζα.
Για το λόγο αυτό το Ινστιτούτο εξουσιοδοτούσε υπάλληλο, κυρίως την κατηγορουμένη, ο οποίος προέβαινε σε ανάληψη του αντίστοιχου ποσού από το λογαριασμό του φορέα και σε κατάθεση αυτού στο λογαριασμό του δικαιούχου. Η κατηγορουμένη, αρμόδια για αυτά τα ζητήματα υπάλληλος, κάποιες από τις επιταγές που είχαν εκδοθεί για να παραδοθούν σε ερευνητές του Ινστιτούτου που κατοικούσαν στα Χανιά, δεν τις παρέδωσε σε αυτούς, αλλά οπισθογράφησε αυτές προς την ίδια, θέτοντας στο προβλεπόμενο για την οπισθογράφηση σημείο στο πίσω μέρος της επιταγής, κατ' απομίμηση, την υπογραφή των ληπτών των επιταγών, χωρίς τη συναίνεση ή εντολή αυτών και ακολούθως εμφάνιζε η ίδια την επιταγή προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα και εισέπραττε τα χρήματα.
Σημειώνεται ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα η κατηγορουμένη είχε απομείνει μόνη στη σχετική θέση εργασίας, καθώς η έτερη γραμματέας κ. Κ. απουσίαζε από την εργασία της, λόγω κύησης, με αποτέλεσμα να μπορεί να αναπτύσσει την κάτωθι δράση της, χωρίς να γίνεται αντιληπτή. Πιο συγκεκριμένα, όσον αφορά το συνεργάτη του Ινστιτούτου, υπότροφο διδακτορικό φοιτητή, Γ.
Κ. οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, χωρίς τη θέληση, την εντολή ή την εξουσιοδότησή του, τις παρακάτω επιταγές, που είχε εκδώσει στο όνομά του το Ινστιτούτο, εισπράττοντας τα αντίστοιχα ποσά συνολικού ύψους 7.857,43 ευρώ, τα οποία παρακράτησε, ιδιοποιούμενη αυτά παρανόμως και τα απέδωσε καθυστερημένα στο δικαιούχο:
Α) την 20-9-2012 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 250,94 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στο δικαιούχο μετά από 15 ημέρες την 5-10-2012 Β) την 30-10-2012 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 840,40 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 7 ημέρες την 7-12-2012 Γ) την 24-12-2012 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ...
επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 840,40 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 22 ημέρες την 15-1-2013.
Δ) την 21-1-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 418,83 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 107 ημέρες την 8-5-2013 Ε) την 6-2-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 840,40 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 7 ημέρες την 13-2-2013 Στ) την 7-3-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ...
επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 840,40 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 7 ημέρες την 14-3-2013 Ζ) την 1-4-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 840,40 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 9 ημέρες την 10-4-2013 Η) την 12-4-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ...
επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 464,46 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 26 ημέρες την 8- 5-2013 Θ) την 26-4-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 840,40 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 19 ημέρες την 15-5-2013 I) την 29-5-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ...
επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 840,40 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 28 ημέρες την 25-6-2013 Ια) την 5-7-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 840,40 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 19 ημέρες την 24-7-2013 1) Όσον αφορά το συνεργάτη του Ινστιτούτου υπότροφο διδακτορικό φοιτητή Ι.
Η. οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, χωρίς τη θέληση την εντολή ή την εξουσιοδότησή του, τις παρακάτω επιταγές που είχε εκδώσει στο όνομά του το Ινστιτούτο, εισπράττοντας τα αντίστοιχα ποσά συνολικού ύψους 5.240,18 ευρώ, τα οποία παρακράτησε, ιδιοποιούμενη αυτά παρανόμως και τα απέδωσε καθυστερημένα στο δικαιούχο:
α) την 24-12-2012 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 840,40 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 3 ημέρες την 27-12-2012 Β) την 2-4-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 727,89 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 43 ημέρες την 15-5-2013 Γ) την 1-5-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ...
επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 840,40 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 10 ημέρες την 15-5-2013 Δ) την 8-5-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 1.330,69 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 51 ημέρες την 18-6-2013 Ε) την 29-5-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ...
επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 840,40 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 6 ημέρες την 4-6-2013 Στ) την 3-7-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 840,40 ευρώ. ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 5 ημέρες την 8-7-2013 2)
Όσον αφορά τη συνεργάτιδα του Ινστιτούτου Γ. Μ. του Α. συνεργαζόμενη ερευνήτρια, κάτοχο διδακτορικού διπλώματος οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, χωρίς τη θέληση την εντολή ή την εξουσιοδότησή της, την παρακάτω επιταγή, που είχε εκδώσει στο όνομά της το Ινστιτούτο, εισπράττοντας το αντίστοιχο ποσό ύψους 1304,46 ευρώ, το οποίο παρακράτησε, ιδιοποιούμενη αυτό παρανόμως και το απέδωσε καθυστερημένα στη δικαιούχο: την 3-7-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή της την με αρ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 1.304,46 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στην δικαιούχο μετά από 19 ημέρες την 22-7-2013 3)
Όσον αφορά το συνεργάτη του Ινστιτούτου Μ. Μ. μέλος ΔΕΠ της Σχολής ΗΜΜΥ του Πολυτεχνείου Κρήτης οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, χωρίς τη θέληση την εντολή ή την εξουσιοδότησή του, την παρακάτω επιταγή, που είχε εκδώσει στο όνομά του το Ινστιτούτο, εισπράττοντας το αντίστοιχο ποσό ύψους 1.572,78 ευρώ, το οποίο παρακράτησε, ιδιοποιούμενη αυτό παρανόμως και το απέδωσε καθυστερημένα στο δικαιούχο και συγκεκριμένα, την 8- 7-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. 50197911-5/28-6-2013 επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 1.572,78 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 16 ημέρες την 24-7- 2013 4.Όσον αφορά τον προμηθευτή του Ινστιτούτου επαγγελματία Ι. Μ. του Γ., ιδιοκτήτη ταβέρνας στα Χανιά Κρήτης, οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, χωρίς τη θέληση την εντολή ή την εξουσιοδότησή του, την παρακάτω επιταγή, που είχε εκδώσει στο όνομά του το Ινστιτούτο, εισπράττοντας το αντίστοιχο ποσό ύψους 390 ευρώ, το οποίο παρακράτησε, ιδιοποιούμενη αυτό παρανόμως και το απέδωσε καθυστερημένα στο δικαιούχο και ειδικότερα, την 4-7-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του την με αρ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 390 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 19 ημέρες την 24-7-2013 5)
Όσον αφορά τον παροχέα υπηρεσιών του Ινστιτούτου Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "Κ. και ΣΙΑ Τουριστική Α.Ε", όπως νομίμως εκπροσωπείται, οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του Ι. Κ. του Σ., χωρίς τη θέληση την εντολή ή την εξουσιοδότηση του, την παρακάτω επιταγή, που είχε εκδώσει στο όνομά του το Ινστιτούτο, εισπράττοντας το αντίστοιχο ποσό ύψους 468,00 ευρώ, το οποίο παρακράτησε, ιδιοποιούμενη αυτό παρανόμως και το απέδωσε καθυστερημένα στο δικαιούχο και συγκεκριμένα, την 15-7-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 468 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 7 ημέρες την 22-7-2013. Σημειώνεται δε ότι το ως άνω πρόσωπο δεν εκπροσωπεί νόμιμα την ανωτέρω ανώνυμη εταιρεία, επομένως δεν νομιμοποιείτο να οπισθογραφήσει την επιταγή, γεγονός που αγνοούσε η κατηγορουμένη.
6)Όσον αφορά το συνεργάτη του Ινστιτούτου Κ. Δ. του Α., αξιωματικό Π.Ν. κάτοικο Ο.Δ. της Γερμανίας, ... ... (Germany), οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, χωρίς τη θέληση την εντολή ή την εξουσιοδότησή του, την παρακάτω επιταγή, που είχε εκδώσει στο όνομά του το Ινστιτούτο, εισπράττοντας το αντίστοιχο ποσό ύψους 1.611,39 ευρώ, το οποίο παρακράτησε, ιδιοποιούμενη αυτό παρανόμως και το απέδωσε καθυστερημένα στο δικαιούχο και συγκεκριμένα, την 18-6-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ...
επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 1.611,39 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 34 ημέρες την 22-7- 2013 7) Όσον αφορά το συνεργάτη του Ινστιτούτου Π. Ε. του Τ., συνεργαζόμενο Ερευνητή, κάτοχο διδακτορικού διπλώματος οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, χωρίς τη θέληση την εντολή ή την εξουσιοδότησή του, τις παρακάτω επιταγές που είχε εκδώσει στο όνομά του το Ινστιτούτο, εισπράττοντας τα αντίστοιχα ποσά συνολικού ύψους 5.279,57 ευρώ, τα οποία παρακράτησε, ιδιοποιούμενη αυτά παρανόμως και τα απέδωσε καθυστερημένα στο δικαιούχο και συγκεκριμένα:
α) την 14-1-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 2.460,28 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 76 ημέρες την 1-4-2013 Β) την 10-5-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 960,00 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 5 ημέρες την 15-5-2013 Γ) την 29-5-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ..
επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 960,00 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 7 ημέρες την 5-6-2013 Δ) την 29-5-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 706,57 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 17 ημέρες την 15-7-2013 Ε) την 12-7-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ...
επιταγή της ALPHA BANK ποσού 192,72 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 10 ημέρες την 22-7-2013.
Μολονότι η κατηγορουμένη αποδέχεται ότι προέβη στις ανωτέρω ενέργειες, εντούτοις ισχυρίζεται ότι σκοπός της ήταν αποκλειστικά η εξυπηρέτηση των δικαιούχων, ισχυρισμός όμως, που δεν επιβεβαιώθηκε από κανέναν εκ των δικαιούχων που εξετάστηκαν ως μάρτυρες ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντίθετα, αποδείχτηκε ότι, λόγω της ως άνω συμπεριφοράς της κατηγορουμένης καθυστερούσε σημαντικά η πληρωμή τους και για το λόγο αυτό η παριστάμενη για την υποστήριξη της κατηγορίας Γ.
Μ., η οποία ήδη από το Μάρτιο του έτους 2013 είχε καταθέσει στο Ινστιτούτο τα απαραίτητα δικαιολογητικά προκειμένου να εισπράξει τις δαπάνες στις οποίες είχε υποβληθεί για τη συμμετοχή της σε επιστημονικό συνέδριο, λόγω της καθυστέρησης καταβολής αυτών, επικοινώνησε με ηλεκτρονικό μήνυμα (την 10.07.2013) με την κατηγορουμένη, η οποία, αν και είχε ήδη εισπράξει το ποσό της σχετικής επιταγής (την 03.07.2013), με τον ανωτέρω περιγραφόμενο τρόπο, δεν της γνωστοποίησε τούτο, παρά την παρότρυνε να καταθέσει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για τις δαπάνες έτερου συνεδρίου, ώστε να λάβει συνολικά το ποσό που αντιστοιχούσε και στα δύο συνέδρια.
Σημειώνεται δε ότι η κ. Γ. διατηρούσε τραπεζικό λογαριασμό μέσω του οποίου πληρωνόταν από το Ινστιτούτο, στον οποίο ευχερώς η κατηγορουμένη μπορούσε να καταθέσει τα χρήματα της επιταγής, δεδομένου ότι η εν λόγω συνεργάτιδα του Ινστιτούτου κατοικούσε εκτός Χανίων και ειδικότερα στις Η.Π.Α., πλην όμως δεν έπραξε τούτο.
Αν ο ισχυρισμός της κατηγορουμένης, ήτοι ότι ενεργούσε προς διευκόλυνση των δικαιούχων, ήταν αληθής, θα προέβαινε στην κατάθεση των χρημάτων στους τραπεζικούς λογαριασμούς των δικαιούχων των επιταγών αμέσως μετά την είσπραξη του ποσού από την ίδια. Επίσης, δε νοείται διευκόλυνση αυτών εν αγνοία τους.
Όταν αποκαλύφθηκε η δράση της κατηγορουμένης, η ίδια είπε στον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Τηλεποινωνιακών Συστημάτων (ΕΠΙΤΣ), κ. Π. ότι προέβη στις ανωτέρω ενέργειες διότι συνέτρεχε σοβαρός λόγος. Ερωτηθείσα ειδικώς επ' αυτού ενώπιον του Δικαστηρίου, κατέθεσε ότι ο σοβαρός λόγος συνίστατο στο ότι λόγω της απουσίας της έτερης υπαλλήλου είχε επιφορτιστεί με πολλές εργασίες και δεν προλάβαινε να ανταποκριθεί σε αυτές.
Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός δεν ευσταθεί λογικά διότι περισσότερη εξοικονόμηση χρόνου συνεπάγεται το να καλούνταν οι δικαιούχοι στο Ινστιτούτο να παραλάβουν τις εκδοθείσες επιταγές, σύμφωνα με την έως τότε τηρούμενη πρακτική. Αντιθέτως, ήταν πιο χρονοβόρο να οπισθογραφεί η κατηγορουμένη τις επιταγές στην ίδια και ακολούθως να μεταβαίνει στην τράπεζα προκειμένου να τις εμφανίσει προς πληρωμή.
Από όλα τα παραπάνω, αποδείχθηκε ότι η κατηγορουμένη κατήρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει άλλον και εν προκειμένω τον τραπεζικό υπάλληλο, για γεγονός που είχε έννομες συνέπειες, ήτοι για το ότι ήταν νόμιμη κομίστρια των επιταγών εξ αδιάκοπης σειράς οποισθογραφήσεων και επομένως δικαιούνταν να τις εμφανίσει προς πληρωμή και να λάβει το καταβληθέν από την πληρώτρια τράπεζα ποσό, ακολούθως δε εμφάνιζε αυτές προς πληρωμή και εισέπραττε τα σχετικά ποσά, τα οποία ιδιοποιούνταν παράνομα και τα απέδιδε καθυστερημένα στους δικαιούχους.
Συνεπώς, πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξης της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση, καθώς πληρούται η αντικειμενική και η υποκειμενική υπόσταση του εν λόγω εγκλήματος, χωρίς όμως την επιβαρυντική περίσταση της χρήσης του πλαστού, καθώς, κατ' εφαρμογή της επιεικέστερης για τον κατηγορούμενο ποινικής διάταξης, του άρθρου 216 παρ. 1 ΠΚ, όπως αυτή τροποποιήθηκε με το Ν. 4619/2019, η χρήση του πλαστού δεν προ-βλέπεται πλέον ως επιβαρυντική περίσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας."• Ακολούθως με βάση τις παραδοχές αυτές το ως άνω Δικαστήριο κήρυξε την κατηγορούμενη ήδη αναιρεσείουσα ένοχη του ότι: "Στα ...
κατά το χρονικό διάστημα από 20-9-2012 έως 15-7-2013, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος ως υπάλληλος του Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Τηλεπικοινωνιακών Συστημάτων, ασχολούμενη με τις πληρωμές των συνεργατών του Ινστιτούτου, κατήρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει άλλον και εν προκειμένω τον τραπεζικό υπάλληλο για γεγονός που είχε έννομες συνέπειες, ήτοι για το ότι ήταν νόμιμη κομίστρια τραπεζικών επιταγών εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων και επομένως δικαιούνταν να τις εμφανίσει προς πληρωμή και να λάβει το καταβληθέν από την πληρώτρια τράπεζα ποσό.
Ειδικότερα: 1) Όσον αφορά το συνεργάτη του Ινστιτούτου υπότροφο διδακτορικό φοιτητή Γ. Κ. οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, χωρίς τη θέληση την εντολή ή την εξουσιοδότησή του, τις παρακάτω επιταγές, που είχε εκδώσει στο όνομά του το Ινστιτούτο, εισπράττοντας τα αντίστοιχα ποσά συνολικού ύψους 7.857,43 ευρώ, τα οποία παρακράτησε, ιδιοποιούμενη αυτά παρανόμως και τα απέδωσε καθυστερημένα στο δικαιούχο:
α) την 20-9-2012 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 250,94 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στο δικαιούχο μετά από 15 ημέρες την 5-10 2012 Β) την 30-10-2012 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 840,40 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 7 ημέρες την 7-12-2012 Γ) την 24-12-2012 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ...
επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 840,40 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 22 ημέρες την 15-1-2013. Δ/την 21-1-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 418,83 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 107 ημέρες την 8-5-2013 Ε) την 6-2-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ...
επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 840,40 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 7 ημέρες την 13-2-2013 Στ) την 7-3-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 840,40 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 7 ημέρες την 14-3-2013 Ζ) την 1-4-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ...
επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 840,40 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 9 ημέρες την 10-4-2013 Η) την 12-4-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 464,46 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 26 ημέρες την 8-5-2013 Θ) την 26-4-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ...
επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 840,40 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 19 ημέρες την 15-5-2013 I) την 29-5-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 840,40 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 28 ημέρες την 25-6-2013 Ια) την 5-7-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ...
επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 840,40 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 19 ημέρες την 24-7-2013 2) Όσον αφορά το συνεργάτη του Ινστιτούτου υπότροφο διδακτορικό φοιτητή Ι. Η. οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, χωρίς τη θέληση την εντολή ή την εξουσιοδότησή του, τις παρακάτω επιταγές που είχε εκδώσει στο όνομά του το Ινστιτούτο, εισπράττοντας τα αντίστοιχα ποσά συνολικού ύψους 5.240,18 ευρώ, τα οποία παρακράτησε, ιδιοποιούμενη αυτά παρανόμως και τα απέδωσε καθυστερημένα στο δικαιούχο:
α) την 24-12-2012 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 840,40 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 3 ημέρες την 27-12 2012 Β) την 2-4- 2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. 50096560- 9/2-4-2013 επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 727,89 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 43 ημέρες την 15-5-2013 Γ) την 1-5-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ...
επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 840,40 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 10 ημέρες την 15-5-2013 Δ) την 8-5-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 1.330,69 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 51 ημέρες την 18-6-2013 Ε) την 29-5-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ...
επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 840,40 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 6 ημέρες την 4-6-2013 Στ) την 3-7-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 840,40 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 5 ημέρες την 8-7-2013 3) Όσον αφορά τη συνεργάτιδα του Ινστιτούτου Γ.
Μ. του Α., συνεργαζόμενη ερευνήτρια, κάτοχο διδακτορικού διπλώματος οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή της, χωρίς τη θέληση την εντολή ή την εξουσιοδότησή της, την παρακάτω επιταγή, που είχε εκδώσει στο όνομά της το Ινστιτούτο, εισπράττοντας το αντίστοιχο ποσό ύψους 1304,46 ευρώ, το οποίο παρακράτησε, ιδιοποιούμενη αυτό παρανόμως και το απέδωσε καθυστερημένα στη δικαιούχο και συγκεκριμένα την 3-7-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή της την με αρ. ...
επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 1.304,46 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στη δικαιούχο μετά από 19 ημέρες την 22-7-2013 4) Όσον αφορά το συνεργάτη του Ινστιτούτου Μ. Μ. μέλος ΔΕΠ της Σχολής ΗΜΜΥ του Πολυτεχνείου Κρήτης οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, χωρίς τη θέληση την εντολή ή την εξουσιοδότησή του, την παρακάτω επιταγή, που είχε εκδώσει στο όνομά του το Ινστιτούτο, εισπράττοντας το αντίστοιχο ποσό ύψους 1.572,78 ευρώ, το οποίο παρακράτησε, ιδιοποιούμενη αυτό παρανόμως και το απέδωσε καθυστερημένα στο δικαιούχο και συγκεκριμένα, την 8-7-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του την με αρ. 50197911-5/28-6 2013 επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 1.572,78 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 16 ημέρες την 24-7 2013 5) Όσον αφορά τον προμηθευτή του Ινστιτούτου επαγγελματία Ι.
Μ. του Γ., ιδιοκτήτη ταβέρνας στα Χανιά Κρήτης, οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, χωρίς τη θέληση την εντολή ή την εξουσιοδότησή του, την παρακάτω επιταγή, που είχε εκδώσει στο όνομά του το Ινστιτούτο, εισπράττοντας το αντίστοιχο ποσό ύψους 390 ευρώ, το οποίο παρακράτησε, ιδιοποιούμενη αυτό παρανόμως και το απέδωσε καθυστερημένα στο δικαιούχο και συγκεκριμένα την 4-7-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του την με αρ. ...
επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 390 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 19 ημέρες την 24-7-2013 6) Όσον αφορά το παροχέα υπηρεσιών του Ινστιτούτου Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "Κ. και ΣΙΑ Τουριστική Α.Ε", όπως νομίμως εκπροσωπείται, οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, χωρίς τη θέληση την εντολή ή την εξουσιοδότηση του, την παρακάτω επιταγή, που είχε εκδώσει στο όνομά του το Ινστιτούτο, εισπράττοντας το αντίστοιχο ποσό ύψους 468 ευρώ, το οποίο παρακράτησε, ιδιοποιούμενη αυτό παρανόμως και το απέδωσε καθυστερημένα στο δικαιούχο και συγκεκριμένα, την 15-7-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του την με αρ. ...
επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 468 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 7 ημέρες την 22-7-2013 7) Όσον αφορά το συνεργάτη του Ινστιτούτου Κ. Δ. του Α., αξιωματικό Π.Ν. κάτοικο Ο.Δ. της Γερμανίας, ... ... (Germany), οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, χωρίς τη θέληση την εντολή ή την εξουσιοδότησή του, την παρακάτω επιταγή, που είχε εκδώσει στο όνομά του το Ινστιτούτο, εισπράττοντας το αντίστοιχο ποσό ύψους 1.611,39 ευρώ, το οποίο παρακράτησε, ιδιοποιούμενη αυτό παρανόμως και το απέδωσε καθυστερημένα στο δικαιούχο και συγκεκριμένα, την 18-6-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του την με αρ. ...
επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 1.611,39 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 34 ημέρες την 22-7 2013 8) Όσον αφορά το συνεργάτη του Ινστιτούτου Π. Ε. του Τ., συνεργαζόμενου Ερευνητή, κάτοχο διδακτορικού διπλώματος οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, χωρίς τη θέληση την εντολή ή την εξουσιοδότησή του, τις παρακάτω επιταγές που είχε εκδώσει στο όνομά του το Ινστιτούτο, εισπράττοντας τα αντίστοιχα ποσά συνολικού ύψους 5.279,57 ευρώ, τα οποία παρακράτησε, ιδιοποιούμενη αυτά παρανόμως και τα απέδωσε καθυστερημένα στο δικαιούχο και συγκεκριμένα α) την 14-1-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ...
επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 2.460,28 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 76 ημέρες την 1-4-2013, Β) την 10-5-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 960 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 5 ημέρες την 15-5-2013, Γ) την 29-5-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ...
επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 960 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 7 ημέρες την 5-6-2013, Δ) την 29-5-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ... επιταγή της Εμπορικής Τράπεζας ποσού 706,57 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 17 ημέρες την 15-7-2013 και Ε) την 12-7-2013 οπισθογράφησε, πλαστογραφώντας την υπογραφή του, την με αρ. ...
επιταγή της ALPHA BANK ποσού 192,72 ευρώ, ποσό το οποίο εισέπραξε αυθημερόν και απέδωσε στον δικαιούχο μετά από 10 ημέρες την 22-7-2013.".
Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό, σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην εν λόγω απόφασή του, την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της κατ'εξακολούθηση πλαστογραφίας (άρθρ. 216 παρ. 1 98 ΠΚ) για το οποίο καταδικάστηκε η εν λόγω αναιρεσείουσα, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, με τις οποίες τα υπήγαγε στις ως άνω σχετικές ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα παρατίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του προαναφερθέντος εγκλήματος κατά τόπο, χρόνο, τρόπο και λοιπές περιστάσεις και δη υφίστανται σαφείς παραδοχές του Εφετείου ότι η ήδη αναιρεσείουσα εξακολουθητικά κατάρτισε πλαστά έγγραφα και συγκεκριμένα θέτοντας στο πίσω μέρος των ενδίκων επιταγών κατ'απομίμηση την υπογραφή των ληπτών αυτών, με γνώση και θέληση των περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη της πλαστογραφίας, καθόσον σκοπός αυτής ήταν πάντοτε κατά τις παραδοχές η παραπλάνηση τρίτων και δη των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια, ήτοι για το ότι ήταν νόμιμη κομίστρια, αυτών, των επιταγών εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων πραγματοποίησε δε αυτόν (σκοπό) με τη εμφάνιση τους προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα την παραπλάνηση των αρμόδιων τραπεζικών υπαλλήλων και είσπραξη των αναγραφόμενων σε αυτές χρηματικών ποσών.
Ενόψει τούτων οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες αφού: α) όπως προκύπτει από το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης, που, όπως αναφέρθηκε, αλληλοσυμπληρώνονται, ουδεμία αντιφατικότητα υπάρχει μεταξύ αυτών. β) Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, το δικαστήριο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε τις ανωμοτί καταθέσεις των παρισταμένων προς υποστήριξη της κατηγορίας τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν στο δικαστήριο, τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης, την απολογία της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης και την όλη αποδεικτική διαδικασία, δηλαδή όλα τα αποδεικτικά μέσα και δεν απαιτείται να κάνει ειδική αναφορά του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά.
γ) Αιτιολογείται επαρκώς ο δόλος της αναιρεσείουσας και παρατίθενται πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η συνδρομή του αναγκαίου για την κατάφαση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος δόλου. δ) Εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και χωρίς λογικά κενά τα στοιχεία εκείνα από τα οποία προκύπτει η συστηματική τέλεση , η επί μακρόν συνέχιση , η συστηματική απόκρυψη των ενεργειών της αναιρεσείουσας κατηγορουμένης, με βάση τα οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η τελευταία απέβλεπε στο τελικό αποτέλεσμα των πράξεών της ως σύνολο και συνακόλουθα ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου98 ΠΚ.
ε) Τo γεγονός ότι τα ποσά τα οποία κατά τα άνω εισέπραττε, κάνοντας χρήση των κατά τα ως άνω πλαστών επιταγών με την εμφάνιση τους προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα, απέδιδε τελικά στους δικαιούχους με καθυστέρηση ( μετά από 3 έως και 107 ημέρες) δεν αίρει το δόλο της αναιρεσείουσας που ήταν η παραπλάνηση τρίτων και δη των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας για γεγονός που μπορούσε να έχει έννομη συνέπεια, ήτοι για το ότι ήταν νόμιμη κομίστρια αυτών των επιταγών εξ αδιάκοπης σειράς οπισθογραφήσεων, αφού η διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών και όχι των περιουσιακών δικαίων.
δ ) Διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι οι δικαιούχοι των εν λόγω επιταγών εις διαταγήν των οποίων αυτές είχαν εκδοθεί από τον Πρόεδρο του ΔΣ του Ινστιτούτου ο οποίος υπέγραφε κάτω από την εταιρική επωνυμία, ήταν όλοι κάτοικοι Χανίων (βλ. σελ. 18 όπου εκτίθεται "Η κατηγορούμενη, αρμόδια για αυτά τα ζητήματα υπάλληλος, κάποιες από τις επιταγές που είχαν εκδοθεί για να παραδοθούν σε ερευνητές του Ινστιτούτου που κατοικούσαν στα Χανιά" κι εντεύθεν τα αναφερόμενα στις αιτιάσεις περί ανεφίκτου παραλαβής των επιταγών καθόσον ήταν κάτοικοι εξωτερικού ορισμένοι απ'αυτούς είναι απαράδεκτα καθόσον υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση περί τα πράγματα του δικαστηρίου της ουσίας.
Ωσαύτως υφίσταται σαφής παραδοχή ότι ουδέποτε έδωσαν εντολή, συναίνεση ή έγκριση στην αναιρεσείουσα να υπογράψει αντ' αυτών στο προβλεπόμενο για την οπισθογράφηση σημείο στο πίσω μέρος των επιταγών, αλλά αντίθετα αγνοούσαν πλήρως τις ενέργειες αυτές της αναιρεσείουσας, ήτοι αγνοούσαν τόσο την έκδοση των επιταγών επ'ονόματι τους όσο και την είσπραξη αυτών από την αναιρεσείουσα, αντικρούοντας έτσι με επάρκεια και σαφήνεια το Εφετείο τον ισχυρισμό αυτής ότι ενεργούσε με τον τρόπο αυτό προς εξυπηρέτησή τους.
Ωσαύτως με επάρκεια και σαφήνεια το Δικαστήριο της ουσίας απάντησε στον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι ήταν εξοπλισμένη με την ειδική εντολή και εξουσιοδότηση να αναλαμβάνει χρήματα από τραπεζικούς λογαριασμούς του εκδότη των επιταγών Ινστιτούτου και ότι ως εκ τούτου δεν είχε ανάγκη να επιστρατεύσει πλαστογραφία για να επιτύχει το ίδιο αποτέλεσμα, καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη εξουσιοδοτείτο από το Ινστιτούτο να αναλάβει χρήματα από τον λογαριασμό που αυτό τηρούσε στην Τράπεζα μόνον για να τα καταθέσει με έμβασμα στους λογαριασμούς των εκάστοτε δικαιούχων που κατοικούσαν εκτός Χανίων (βλ.
σελ. 18 όπου εκτίθεται "Κατά τη συνήθη πρακτική και σύμφωνα με την εντολή του ... Προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου του Ινστιτούτου οι συνεργαζόμενοι με το Ινστιτούτο ερευνητές που κατοικούσαν εντός Χανίων αμείβονταν με τραπεζικές επιταγές που εκδίδονταν από το Ινστιτούτο και παραδίδονταν στους ίδιους αυτοπροσώπως, ενώ οι ερευνητές που κατοικούσαν εκτός Χανίων με έμβασμα από τον τραπεζικό λογαριασμό που τηρούσε το Ινστιτούτο στην Εμπορική Τράπεζα προς τους δικούς τους λογαριασμούς στην ίδια τράπεζα".
Τέλος από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης που προεκτέθηκαν με σαφήνεια προκύπτει ότι στο Εφετείο ουδεμία αμφιβολία δημιουργήθηκε για το ότι η ενώπιον του κατηγορούμενη και ήδη αναιρεσείουσα τέλεσε κατ' εξακολούθηση την αξιόποινη πράξη για την οποία την κήρυξε ένοχη.
Οι λοιπές διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, οι οποίες, με την επίφαση της επίκλησης του λόγου έλλειψης αιτιολογίας και της στέρησης νόμιμης βάσης, συνιστούν διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων εκ μέρους της και καταλήγουν σε αμφισβήτηση της ουσιαστικής κρίσης του δικαστηρίου, κι εντεύθεν πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες.
Κατ'ακολουθία των ανωτέρω οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττεται η απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και λόγω απόλυτης ακυρότητας ως εκ της παραβίασης της αρχής in dubio pro reo (ΚΠοινΔ 510 § 1 στοιχ. Α', Δ & Ε'), είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλείται έλλειψη ειδικής αιτιολογίας προς το ύψος της επιβληθείσας ποινής και ειδικότερα ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως περιορίζεται σε γενικόλογη διατύπωση και δεν παρέχει την πεποίθηση ότι ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν όλα τα υπέρ κριτήρια.
Σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 79 ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 περ.1 του Ν.4639/18-11-2019 ορίζεται ότι "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και τον βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι'αυτή.
Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του ". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2,3,4 και 5 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος, του βαθμού ενοχής του υπαιτίου ως και τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου, προκύπτει ότι η, επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, τηρώντας τις διατάξεις του αναφερθέντος άρθρου 79.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, αφού κήρυξε την αναιρεσείουσα κατηγορούμενη ένοχη πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση επέβαλε σ' αυτήν ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών με τριετή αναστολή, όπως προκύπτει δε από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης, το Δικαστήριο κατά την επιμέτρηση της ποινής δέχθηκε κατά λέξη ότι "πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της κατηγορούμενης η αναφερόμενη ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως ποινή η οποία αποτελεί την ανάλογη και δίκαιη τιμωρία της, ύστερα από συνεκτίμηση των συνεπειών της συγκεκριμένης ποινής για την ίδια και τους οικείους της και αφού λήφθηκαν ιδίως υπόψη μεταξύ άλλων η βλάβη που προξένησε η ανωτέρω αξιόποινη πράξη, η φύση και το είδος αυτής σε συνδυασμό και με την όλη στάση και διαγωγή της κατά τη διάρκεια και μετά από αυτή".
Οι για την επιμέτρηση της ποινής ως άνω παραδοχές του Εφετείου πληρούν την απαιτούμενη για την επάρκεια της αιτιολογίας της αναφορά των οριζομένων με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 79 παρ. 7 Π.Κ. Η ειδικότερα αιτίαση πως δεν υφίσταται η απαιτούμενη αιτιολογία καθόσον "δεν αναφέρει ρητά τους λόγους εκείνους που το οδήγησαν στην επιβολή διπλάσιας ποινής από την Εισαγγελική πρόταση" δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο, καθόσον μάλιστα θεμελιώδης αρχή στο πεδίο του Ποινικού δικαίου είναι ότι ο Εισαγγελέας προτείνει και το Δικαστήριο αποφασίζει.
Το καθήκον αμφοτέρων είναι η απονομή της δικαιοσύνης αλλά η άσκηση του εκ μέρους εκατέρου αυτών είναι ανεξάρτητη.
Κατ'ακολουθία των ανωτέρω και ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, για έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος της που αφορά την επιμέτρηση της ποινής είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατόπιν αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολο της ως αβάσιμη κατ'ουσία και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα ( άρθρ. 578 παρ. 1 ΚΠοινΔ) κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα. Επίσης πρέπει να καταδικασθεί στην δικαστική δαπάνη του υποστηρίζοντος την κατηγορία Ερευνητικού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Τηλεπικοινωνιακών Συστημάτων (ΕΠΙΤΣ) που κλήθηκε και παραστάθηκε νόμιμα (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13 Οκτωβρίου 2020 αίτηση της Α. Γ. του Α. κατοίκου ... Κρήτης, ασκηθείσα με την με αρ. 10/13/10/2020 έκθεση κατάθεσης της Γραμματέα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, για αναίρεση της υπ 'αριθμ.892/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσείουσας τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του υποστηρίζοντος την κατηγορία την οποία ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Δεκεμβρίου 2020.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ