Legislator Case Law & Legislation
1364/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against dismissal of equal pay claim due to insufficient factual specificity in the complaint.

Case Number 1364/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of an equal pay claim filed by lawyers against the Hellenic Railways Organization. The lower court rejected the claim as inadmissible due to a lack of specific factual details regarding the working conditions of the plaintiffs compared to their higher-paid colleagues. The Supreme Court found this rejection erroneous because the complaint contained all necessary material facts required to establish the basis for the equal treatment principle, and the lower court incorrectly demanded additional evidence beyond what the law required.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(14) of the Code of Civil Procedure; The principle of equal treatment in employment relationships constitutes a rule of public order requiring employers to provide voluntary benefits to all employees in similar categories without arbitrary exclusion, and a complaint is admissible if it contains sufficient factual elements to substantiate the claim without demanding excessive additional evidence.

Keywords

AI generated
equal treatment principle inadmissibility of complaint insufficient factual specificity public order rule voluntary benefits code of civil procedure dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 288 of the Civil Code
Article 22(1)(b) of the Constitution
Article 119 of the Treaty establishing the European Community
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 7/2006
OLAP 4/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1364 / 2019 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1364/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Σοφία Καρυστηναίου, προεδρεύουσα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 16η Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Β. του Δ., κατοίκου ... και 2) Ι. Ν. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξούσιου δικηγόρου Αλέξιου Παπασταύρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Κλειώς Βλαχοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 3898/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3932/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 18-1-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Περαιτέρω, η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως (άρθρα 288 Α.Κ., 22 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος, 119 της ιδρυτικής Συνθ. ΕΟΚ), σε ενεργό σχέση εξαρτημένης εργασίας, επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή μισθολογική ή άλλη εργασιακή παροχή, μονομερή ή συμβατική, προς ορισμένους εργαζομένους του, να μην εξαιρεί από αυτή άλλους εργαζομένους του, ανεξαρτήτως του χρόνου προσλήψεως τους και του ύψους του μισθού τους, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες κάτω από τις ίδιες συνθήκες, υπό την έννοια της ομοιότητος των συνθηκών απασχολήσεως και των προσόντων, εκτός αν εξαίρεση ή απόκλιση δικαιολογείται από επαρκή αντικειμενικό λόγο.

Η αρχή αυτή ανάγεται σε κανόνα Δημοσίας τάξεως, που παρέχει απ' ευθείας στον εργαζόμενο το δικαίωμα να αξιώσει, με αγωγή, από τον εργοδότη την οικειοθελή παροχή. Πρόκειται για αξίωση του ενάγοντος - εργαζομένου εκπληρώσεως της παροχής και όχι για αξίωση αποζημιώσεως. Έτσι, δεν απαιτείται πταίσμα του εναγομένου - εργοδότη και δεν τίθεται ζήτημα αιτιώδους συνάφειας.

Την ύπαρξη ειδικού και σοβαρού λόγου, που να δικαιολογεί, αντικειμενικά, τη διαφορετική μεταχείριση, ο (εναγόμενος) εργοδότης πρέπει να επικαλεσθεί, κατ' ένσταση και να αποδείξει. Μισθολογική παροχή είναι και η αύξηση του βασικού μισθού του εργαζομένου. Προϋπόθεση για την εφαρμογή της ίσης μεταχειρίσεως είναι παροχή του εργοδότη οικειοθελής, ήτοι από πρωτοβουλία του, χωρίς να υπάρχει σχετική υποχρέωσή του από διάταξη νόμου ή από όρο Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας ή Διαιτητικής Αποφάσεως ή από δικαστική απόφαση και να χορηγείται νομίμως, δεδομένου ότι η παρά το νόμο χορήγηση οικειοθελούς παροχής σε ορισμένους εργαζομένους, δεν δικαιολογεί ανάλογη αξίωση των εργαζομένων, στους οποίους δεν χορηγήθηκε, αφού η αξίωση από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν μπορεί να θεμελιωθεί - στην εργοδοτική παρανομία.

Περαιτέρω, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται σ" αυτό με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο της αγωγής γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν* αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου.

Στις περιπτώσεις αυτές της ποσοτικής και ποιοτικής αοριστίας της αγωγής η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Εξάλλου για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία ο μισθωτός διώκει μισθολογική ή άλλη υπηρεσιακή παροχή, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, πρέπει να εκθέτει σ' αυτήν:

α) Την οικειοθελή παροχή στην onoic προέβη ο εργοδότης σε άλλους μισθωτούς, β) τα ονοματεπώνυμα αυτών, γ) το είδος της εργασίας που παρέχουν αυτοί και τις συνθήκες υπό τις οποίες την παρέχουν δ) τα προσόντα αυτών και ε) τα προσόντα του ενάγοντος, το είδος της εργασίας του και τις συνθήκες υπό τις οποίες την προσφέρει, ώστε να μπορεί να κριθεί εάν ο εργοδότης, προσφέροντας οικειοθελώς μισθολογικές ή άλλες υπηρεσιακές παροχές προς ορισμένους μισθωτούς του και εξαιρώντας από αυτές το.

ενάγοντα, παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Τα παραπάνω ισχύουν και για το δικηγόρο, που παρέχει τις νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες του με έμμισθη εντολή και πάγια περιοδική αμοιβή, έστω και αν αυτός, ως άμισθος δημόσιος υπάλληλος - λειτουργός (άρθρα 1 εδ.α, 38 ν.δ. 3026/1954), δεν παρέχει εξαρτημένη εργασία. (ΑΠ 227/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα παρακάτω αναφερόμενα διαδικαστικά έγγραφα, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα εξής:

Στην από 1.11.2013 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσείοντες - ενάγουσες εκθέτουν ότι: "Προσλήφθηκαν και απασχολούνται ως Δικηγόροι, με σχέση έμμισθης εντολής και πάγια μηνιαία αντιμισθία, η μεν πρώτη από 5.6.2009 στην εναγομένη, η δε δεύτερη από 3.7.2007 στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ... Α.Ε., στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της οποίας υπεισήλθε η εναγομένη δυνάμει της .../17.11.2010 σύμβασης συγχώνευσης.

Ότι η εναγομένη, κατά παράβαση της συμβατικής της υποχρέωσης και των σχετικών αποφάσεων του ΔΣ της, καθώς και κατά κατάχρηση δικαιώματος, ενεργώντας αντίθετα προς τα χρηστά ήθη, παρέλειψε να εντάξει τη δεύτερη, από την πρόσληψή της, στο μισθολογικό καθεστώς του κυρίου προσωπικού του ΝΣΚ και να χορηγήσει σε αμφότερες από 1.1.2008, τις αυξήσεις και αναπροσαρμογές στο βασικό μισθό, χρονοεπίδομα και επίδομα για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη διεκπεραίωση των υποθέσεων (ειδικό επίδομα), οι οποίες προβλέπονται από το ν. 3691/2008.

Περαιτέρω, ισχυρίσθηκαν ότι τούτο έπραξε και κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, αφού παρέλειψε να τους εξομοιώσει μισθολογικά με τους αναφερόμενους στο δικόγραφο της αγωγής συναδέλφους τους, οι οποίοι παρείχαν όμοιες νομικές υπηρεσίες, υπό τις ίδιες συνθήκες και με τα ίδια προσόντα. Ζήτησαν δε, μετά νόμιμο μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει για τις ως άνω αιτίες:

α) το ποσό των 20.000 ευρώ στην πρώτη, αναγνωριζομένης της υποχρεώσής της να της καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των 13.728,44 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 5.6.2009 έως 31.12.2010, και β) το ποσό των 39.932,84 ευρώ στη δεύτερη, για το χρονικό διάστημα από 3.7.2007 έως 31.12.2010, νομιμοτόκως δε από τότε που κάθε επί μέρους παροχή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η υπ' αριθ. 3893/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η αγωγή, ακολούθως δε κατόπιν ασκηθείσης εφέσεως κατ' αυτής εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3932/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η αγωγή κατ' αρχήν ως αόριστη.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή επί της οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, εξέθεταν οι ενάγουσες ότι είναι εν ενεργεία Δικηγόροι της εναγομένης εταιρείας Ο.Σ.Ε. Α.Ε. με σχέση έμμισθης εντολής. Ότι με την υπ' αριθμ. .../1994 απόφαση του ΔΣ της εναγομένης ορίσθηκε ότι ο καθορισμός των αποδοχών των εμμίσθων Δικηγόρων της θα γίνεται βάσει των εκάστοτε ισχυουσών μισθολογικών διατάξεων για το κύριο προσωπικό του ΝΣΚ, συμπεριλαμβανομένων και όλων των λοιπών προβλεπομένων επιδομάτων και προσαυξήσεων του κύριου προσωπικού του ΝΣΚ, που δικαιούνται και οι ίδιες για τα επίδικα χρονικά διαστήματα με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Ειδικότερα, για την στήριξη των εν λόγω απαιτήσεων τους στην προαναφερόμενη αρχή, επικαλέσθηκαν ότι οι κατανομαζόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί τους, οι οποίοι αμείβονται με υψηλότερες αποδοχές, προσφέρουν τις ίδιες με εκείνες υπηρεσίες υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας. Ζήτησαν δε να επιδικασθεί στην κάθε μια, ως διαφορά αποδοχών για την αιτία αυτή, τα χρηματικά ποσά που αναφέρουν.

Με το περιεχόμενο, όμως, αυτό η αγωγή είναι αόριστη, διότι δεν αναφέρονται σ' αυτήν πραγματικά περιστατικά από εκείνα που σημειώνονται στη μείζονα σκέψη και ήταν αναγκαία για την θεμελίωση της βάσης που στηρίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, αλλά απλώς αναγράφεται ότι υπήρχε μεταξύ των εναγουσών και των κατανομαζόμενων συναδέλφων τους ομοιότητα εργασιακών - υπηρεσιακών συνθηκών τις οποίες (συνθήκες) όμως ουδόλως εξειδικεύουν.

Η εκκαλουμένη, άρα, η οποία απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την βάση της αγωγής που στηρίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της έφεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για το ορισμένο της ένδικης αγωγής, αφού στην αγωγή, όπως από το περιεχόμενο της (που εκτίθεται και ανωτέρω) προκύπτει, αναφέρονται όλα τα πραγματικά περιστατικά που σημειώνονται στη μείζονα πρόταση της παρούσας και ήταν αναγκαία για τη θεμελίωση της βάσεως της, που στηρίζεται στην αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Επομένως, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, με συνέπεια ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά τα δύο πρώτα σκέλη του να είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν την ανωτέρω, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο, το οποίο την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από αυτόν που την εξέδωσε.

Τέλος, η αναιρεσίβλητη, ως ηττώμενη, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα των τελευταίων (αρθρ. 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 3932/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή, εκτός από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαΐου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ