Legislator Case Law & Legislation
1364/2018 AI generated

1364/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1364/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1364/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε πλημμέλειες που σχετίζονται με τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση, δηλαδή, των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση, στάθμιση, συσχετισμό και αξιολόγηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (AΠ 2260/2009).

Keywords

AI generated
child-raising credit work education measure educational contract educational curatorship educational needs benefit for course attendance
AI generated
1389/2024
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.
392/2020
Η από 4-4-2018 και με αριθμό κατάθεσης 3507/18 αίτηση αναίρεσης κατά της 3886/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την εναγομένη έφεσης κατά της 3455/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 26-10-2012 (με αριθμό κατάθεσης 171745/2012) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
875/2018
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for inadmissible appeal reasons against first-instance judgments.
558/2009
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
885/2014
Supreme Court allows appeal against dismissal of labor contract claim, remanding case for re-evaluation of employment relationship type.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1364 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1364/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 24 Απριλίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Μήλλα και Λάμπρο Κιτσαρά, που κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κατερίνας Λαϊνά, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/10/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 154/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 1959/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 4/4/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ Με την από 04.04.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1959/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος), που εκδόθηκε κατόπιν έφεσης κατά της 154/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλομένη απόφαση, αφού έγινε δεκτή η έφεση και εξαφανίστηκε εν μέρει η εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, ως άνω απόφαση του Πρωτοδικείου, ακολούθως δε διακρατήθηκε η υπόθεση ως προς το κεφάλαιο της ηθικής βλάβης, και αναγνωρίσθηκε ότι η εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο 2.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 147 παρ. 7 και 144 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 §1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013, ΑΠ 1632/2013).

Στην περίπτωση που το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και υπήχθησαν αυτά στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται αν από τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας οι οποίες συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της, αν δηλαδή γεννώνται αμφιβολίες για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου από το δικαστήριο της ουσίας.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε πλημμέλειες που σχετίζονται με τη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, με την παράθεση, δηλαδή, των περιστατικών που αποδείχθηκαν και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην ανάλυση, στάθμιση, συσχετισμό και αξιολόγηση των αποδείξεων και την αιτιολόγηση της εξαγωγής από αυτές του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (AΠ 2260/2009).

Στο άρθρο 16 του Συντάγματος ορίζεται ότι : "1. ... 2. Η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Ελλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες. 3. ... 8. Νόμος ορίζει τις προϋποθέσεις και τους όρους χορήγησης αδείας για την ίδρυση και λειτουργία εκπαιδευτηρίων που δεν ανήκουν στο Κράτος, τα σχετικά με την εποπτεία που ασκείται πάνω σ` αυτά, καθώς και την υπηρεσιακή κατάσταση του διδακτικού προσωπικού τους.

Η σύσταση ανώτατων σχολών από ιδιώτες απαγορεύεται. . ...". Σύμφωνα με τον εκδοθέντα σε εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 16 παρ. 8 εδ. α` του Συντάγματος ν. 682/1977 "Περί Ιδιωτικών Σχολείων Γενικής Εκπαιδεύσεως και Σχολικών Οικοτροφείων" (Α` 244), όπως αυτός ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης των ν. 4046 και 4093/2012, "Ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαιδεύσεως, κατά την έννοιαν του παρόντος νόμου, είναι τα αντίστοιχα προς τα δημόσια σχολεία γενικής δημοτικής ή μέσης Εκπαιδεύσεως τα μη ανήκοντα εις το Κράτος, αλλά ιδρυόμενα και συντηρούμενα υπό φυσικών ή νομικών προσώπων, κατά τα ειδικώτερον εις τον παρόντα νόμον οριζόμενα" (άρθρο 1).

Σε σχέση με το διδακτικό προσωπικό των πιο πάνω σχολείων στο άρθρο 24 ορίζεται ότι αυτό πρέπει να έχει, καταρχήν, τα απαιτούμενα και για το διδακτικό προσωπικό των δημοσίων σχολείων προσόντα και με το άρθρο 28 του ιδίου νόμου θεσπίζεται "επετηρίδα ιδιωτικών εκπαιδευτικών", στην οποία εγγράφονται οι εκπαιδευτικοί που έχουν τα νόμιμα προσόντα και η οποία τηρείται στην κεντρική υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας (παρ. 1) και περιλαμβάνει τρεις πίνακες (Α, Β, Γ) ανάλογα με την προϋπηρεσία των διδασκόντων ή επιθυμούντων να διδάξουν στα ιδιωτικά σχολεία.

Ειδικότερα ορίζεται ότι στον πίνακα Α εγγράφονται οι υπηρετούντες κατ` αποκλειστικότητα στην ιδιωτική εκπαίδευση, καθώς και οι έχοντες τα νόμιμα προσόντα διορισμού ιδιοκτήτες ιδιωτικών σχολείων και στον πίνακα Β οι επιθυμούντες να διδάξουν για πρώτη φορά στην ιδιωτική εκπαίδευση (παρ. 4). Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 29 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι το διδακτικό προσωπικό των ιδιωτικών σχολείων επιλέγεται από τους ιδιοκτήτες τους μεταξύ των εγγεγραμμένων στους πίνακες της επετηρίδας ιδιωτικών εκπαιδευτικών και διορίζεται από τον οικείο Επιθεωρητή (πλέον το Διευθυντή της οικείας Διεύθυνσης Εκπαίδευσης ή τον Προϊστάμενο του οικείου Γραφείου Εκπαίδευσης) κατόπιν προτάσεως του ιδιοκτήτη του σχολείου, ο οποίος, κατά την επιλογή, δεν δεσμεύεται από τη σειρά εγγραφής στην επετηρίδα.

Εξάλλου, στα άρθρα 30 και 33 του ανωτέρω νόμου ορίζονται τα εξής : "Άρθρον 30 Σχέση εργασίας και διάρκεια συμβάσεως 1. Οι διδάσκοντες εις τα ιδιωτικά σχολεία γενικής εκπαιδεύσεως εκπαιδευτικοί, τελούν επί σχέσει εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου κατά τα εις τας επομένας παραγράφους του παρόντος άρθρου οριζόμενα. 2.

Οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί του πίνακα Β` προτείνονται προς πρόσληψη από τον ιδιοκτήτη του ιδιωτικού σχολείου και μετά την έγκριση της πρότασης από το Διευθυντή της οικείας Διεύθυνσης ή Προϊστάμενο του οικείου Γραφείου Εκπαίδευσης συνάπτουν σύμβαση ορισμένου χρόνου η οποία αρχίζει από την ημέρα παροχής υπηρεσιών από τον εκπαιδευτικό και λήγει την 31η Αυγούστου του δεύτερου έτους από την πρόσληψή του.

Κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους υπηρεσίας ή κατά τη λήξη της διετίας ο ιδιοκτήτης μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση, με καταβολή αποζημίωσης δύο μηνών στον εκπαιδευτικό. Μετά την πάροδο της διετίας και εφόσον η σύμβαση δεν καταγγελθεί κατά τα ανωτέρω, μετατρέπεται αυτοδικαίως σε αορίστου χρόνου. 3. α) Μετά τη λήξη της διετίας η σύμβαση μετατρέπεται αυτοδικαίως σε αορίστου χρόνου, οπότε είναι δυνατόν να καταγγελθεί μόνο για τους λόγους που προβλέπονται από : i) Τα εδάφια α` έως ε` του άρθρου 33 παρ. 4 του παρόντος, ii) Το άρθρο 11 παρ. 1 εδ.

Δ` του ν. 1351/1983 (Α` 56), όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 5 του ν. 1566/1985 (Α` 167). iii) Εφόσον υπάρχει διαταραχή του εκπαιδευτικού κλίματος στο σχολείο λόγω αδυναμίας συνεργασίας εργοδότη - εκπαιδευτικού. Το γεγονός της διαταραχής διαπιστώνεται μετά από εισήγηση τριμελούς επιτροπής, η οποία συγκροτείται από τον αρμόδιο Προϊστάμενο Διεύθυνσης και στην οποία συμμετέχουν ένας Πάρεδρος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου του Τμήματος Αξιολόγησης και Επιμόρφωσης με αρμοδιότητα στην αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών, ως Πρόεδρος (πλέον, μετά την κατάργηση του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, ο οποίος ορίζεται από τον Υπουργό, ως Πρόεδρος - βλ.

άρθρο 20 παρ. 28 του ν. 3966/2011, Α'118), ένας εκπρόσωπος της ΟΙΕΛΕ και ένας εκπρόσωπος της αντιπροσωπευτικότερης εργοδοτικής οργάνωσης ιδιοκτητών ιδιωτικών σχολείων. Η πρόταση της επιτροπής αυτής εκτελείται με απόφαση του διευθυντή της οικείας διεύθυνσης εκπαίδευσης. Σε περίπτωση απόλυσης για το λόγο αυτόν καταβάλλεται στους απολυόμενους εκπαιδευτικούς η προβλεπόμενη αποζημίωση από το άρθρο 30 παρ. 5 του ν. 682/1977. iv) Κατά τη λήξη κάθε σχολικού έτους είναι δυνατή η καταγγελία της σύμβασης ενός εκπαιδευτικού ανά ιδιωτική εκπαιδευτική μονάδα και ανά βαθμίδα εκπαίδευσης.

Τα ιδιωτικά γυμνάσια και λύκεια της ίδιας έδρας, του ίδιου ιδιοκτήτη και με την ίδια διεύθυνση θεωρείται ότι αποτελούν ενιαία εκπαιδευτική μονάδα. Στους απολυόμενους εκπαιδευτικούς της περίπτωσης αυτής, καταβάλλεται η αυξημένη αποζημίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 5. 4. Οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί του πίνακα Α` του άρθρου 28 του παρόντος προτείνονται για πρόσληψη από τον ιδιοκτήτη του ιδιωτικού σχολείου και μετά την έγκριση της πρότασης από τον αρμόδιο Διευθυντή Εκπαίδευσης συνάπτουν σύμβαση ορισμένου χρόνου, η οποία αρχίζει από την ημέρα παροχής των υπηρεσιών από τον εκπαιδευτικό και λήγει την 1η Αυγούστου του έκτου έτους από την πρόσληψη του.

Κατά τη λήξη της εξαετίας και εφόσον η σύμβαση δεν καταγγελθεί σύμφωνα με το εδάφιο β` της παραγράφου 3 μετατρέπεται σε αορίστου χρόνου, οπότε είναι δυνατόν να καταγγελθεί σύμφωνα με το εδάφιο α` της ίδιας παραγράφου (όπως οι παρ. 2, 3, 4 αντικαταστάθηκαν με την παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 2986/2002, Α` 24 και, περαιτέρω, όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 αντικαταστάθηκε με την παρ. 15 του άρθρου 47 του ν. 3848/2010, Α` 71 και όπως η περ. iv της παρ. 3 προστέθηκε με την παρ. 16 του άρθρου 47 του ν. 3848/2010). 5.

Διαρκούσης της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου, η σύμβασις δύναται να καταγγελθή υπό του ιδιοκτήτου καταβαλλομένης αποζημιώσεως ενός μηνός δι` έκαστον έτος προσφοράς των υπηρεσιών του εις το αυτό σχολείον και μέχρις 25 ετών, υπολογιζόμενης και της υπηρεσίας του επί συμβάσει ωρισμένου χρόνου. Οι αποχωρούντες ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί, λόγω συμπληρώσεως του συνταξίμου χρόνου ή του 70ου έτους της ηλικίας των, δικαιούνται αποζημιώσεως ίσης προς το ήμισυ της προβλεπόμενης υπό της προηγουμένης παραγράφου δια την περίπτωσιν της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. 7.

Ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί απομακρυνόμενοι ένεκα ανεπαρκείας περί την εκτέλεσιν των καθηκόντων των, διαπιστουμένης υπό του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου ή ένεκα επιβολής της πειθαρχικής ποινής της απολύσεως, ουδεμίας δικαιούνται αποζημιώσεως. 8. Ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί διατελούντες επί σχέσει εργασίας ωρισμένου ή αορίστου χρόνου και απολυόμενοι ένεκα καταργήσεως του σχολείου, εις το οποίον υπηρετούν, δεν δικαιούνται αποζημιώσεως. ...

Αρθρον 33 Λύσις της σχέσεως εργασίας 1. Η σχέσις εργασίας μεταξύ του ιδιοκτήτου ιδιωτικού σχολείου και του ιδιωτικού εκπαιδευτικού λύεται δια του θανάτου, της εκπτώσεως, της αποδοχής παραιτήσεως και της απολύσεως, μετά πράξιν του οικείου Επιθεωρητού. 2. Ο ιδιωτικός εκπαιδευτικός εκπίπτει αυτοδικαίως της υπηρεσίας, εάν κατεδικάσθη δι` αμετακλήτου αποφάσεως εις ποινήν συνεπαγομένην έκπτωσιν δια τους δημοσίους υπαλλήλους. 3.

Παραίτησις ιδιωτικού εκπαιδευτικού κατά την διάρκειαν του διδακτικού έτους επιτρέπεται μόνον τη συναινέσει του ιδιοκτήτου ή δι` αποχρώντα λόγον εκτιμώμενον υπό του οικείου Επιθεωρητού. Η παραίτησις υποβάλλεται προς τον Επιθεωρητήν δια του ιδιωτικού σχολείου, η δε αποδοχή αυτής κοινοποιείται αμέσως προς τον ιδιοκτήτην, όστις υποχρεούται εντός 5 ημερών να υποβάλη πρότασιν περί διορισμού αντικαταστάτου.

Ο παραιτηθείς δεν δύναται να αποχωρήσει του σχολείου, προ της αναλήψεως των καθηκόντων του αντικαταστάτου, εκτός εάν παρήλθε μην από της υποβολής της παραιτήσεώς του και δεν του εγένετο κοινοποίησις της αποδοχής της. Οι διοριζόμενοι εις την δημοσίαν εκπαίδευσιν ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί, λογίζονται αυτοδικαίως παραιτούμενοι εκ του ιδιωτικού σχολείου εις το οποίον υπηρετούν, άμα τη αναλήψει υπηρεσίας εις την δημοσίαν εκπαίδευσιν. 4.

Οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί απολύονται εκ του ιδιωτικού σχολείου εις το οποίον υπηρετούν λόγω : α) σωματικής ή πνευματικής ανικανότητας, διαπιστουμένης υπό της οικείας κατά τόπον πρωτοβαθμίου υγειονομικής επιτροπής του Δημοσίου και μετ` ένστασιν του ενδιαφερομένου υπό της δευτεροβαθμίου υγειονομικής επιτροπής του Δημοσίου, ούσης υποχρεωτικής δια τον οικείον ασφαλιστικόν φορέα.

β) συμπληρώσεως του 70ου έτους της ηλικίας των ή του χρόνου υπηρεσίας θεμελιούντας δικαίωμα προς λήψιν πλήρους συντάξεως εκ φορέως ασφαλίσεως των ιδιωτικών εκπαιδευτικών, γ) επιβολής της πειθαρχικής ποινής της απολύσεως υπό του οικείου πειθαρχικού συμβουλίου, δ) πράξεως τελεσθείσης υπό του ιδιωτικού εκπαιδευτικού εντός της προ του διορισμού του πενταετίας, συνιστώσης έλλειψιν, εις τον δημόσιον υπάλληλον προσηκόντων ηθικών προσόντων, μετ` απόφασιν του υπηρεσιακού συμβουλίου, ε) ανεπαρκείας περί την εκτέλεσιν των καθηκόντων των, διαπιστουμένην υπό του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου και στηριζομένην εις δύο τουλάχιστον υπηρεσιακάς εκθέσεις συντασσομένας υπό του οικείου επιθεωρητού και απέχουσας αλλήλων εν τουλάχιστον διδακτικόν έτος. 5.

Η απόλυσις των ιδιωτικών εκπαιδευτικών ένεκα πειθαρχικού παραπτώματος, ανεπαρκείας ή νόσου, επέρχεται από της κοινοποιήσεως της οικείας πράξεως εις τον ιδιωτικόν εκπαιδευτικόν. Η λύσις της σχέσεως εργασίας δια τους εκπαιδευτικούς της περιπτώσεως β` της παρ. 4 του παρόντος άρθρου, επέρχεται κατά την λήξιν του διδακτικού έτους".

Εξάλλου, στο άρθρο 11 παρ. 1 εδ. Δ` του ν. 1351/1983 (Α` 56), όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 5 του ν. 1566/1985, ορίζεται ότι : "... είναι επιτρεπτή και έγκυρη απόλυση ιδιωτικών εκπαιδευτικών από τους ιδιοκτήτες των ιδιωτικών σχολείων στις εξής περιπτώσεις : 1) Για κατάργηση σχολείων. 2) Για κατάργηση τάξεων και τμημάτων τάξεων.

Στην περίπτωση αυτή είναι επιτρεπτή η απόλυση αυτών που έχουν τη μικρότερη προϋπηρεσία στην εκπαίδευση με την προϋπόθεση ότι θα καταβληθεί σε αυτούς η προβλεπόμενη αποζημίωση από το άρθρο 30 του ν. 682/1977. Από τις απολύσεις αυτές εξαιρούνται οι διδάσκοντες που είναι και ιδιοκτήτες των σχολείων. 3) Για συμπλήρωση του 70ου έτους της ηλικίας".

Τέλος, στο άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 817/1978 (Α` 7) ορίζεται ότι : "Αι κατά την παρ. 5 του άρθρου 30 του ν. 682/1977 απολύσεις ενεργούνται κατόπιν δεκαπενθημέρου τουλάχιστον προειδοποιήσεως, επάγονται δε έννομα αποτελέσματα την 31η Αυγούστου του σχολικού έτους κατά το οποίον πραγματοποιούνται".

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 4046/2012 "Εγκριση των σχεδίων Συμβάσεων Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, της Ελληνικής Δημοκρατίας και της Τράπεζας της Ελλάδος, του Σχεδίου του Μνημονίου Συνεννόησης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τράπεζας της Ελλάδος και άλλες επείγουσες διατάξεις για τη μείωση του δημοσίου χρέους και τη διάσωση της εθνικής οικονομίας" (Α` 28) εγκρίθηκαν, μεταξύ άλλων, τα αναφερόμενα στο άρθρο αυτό σχέδια του "Μνημονίου Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής" και του "Μνημονίου Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής".

Περαιτέρω, στην παρ. 6 του ίδιου άρθρου ορίστηκε ότι οι ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στο Κεφάλαιο Ε` παρ. 28 και 29 του πρώτου από τα ανωτέρω μνημόνια και στο Κεφάλαιο 4 του δεύτερου, όπως προσαρτήθηκαν ως παράρτημα V του νόμου, "συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής" και ότι με αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου θα ρυθμιστεί "κάθε αναγκαίο ζήτημα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου".

Στην πιο πάνω παρ. 29 του Κεφαλαίου Ε` του πρώτου μνημονίου στα απαιτούμενα για τη βελτίωση της αγοράς εργασίας μέτρα περιλαμβάνεται και "η αφαίρεση της "μονιμότητας" σε όλες τις παραδοσιακές συμβάσεις σε όλες τις εταιρείες. Η νέα νομική διάταξη θα μεταμορφώσει αυτομάτως τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου (οι οποίες ορίζονται ως έχουσες λήξη κατά το όριο ηλικίας ή τη σύνταξη) σε συμβάσεις αορίστου χρόνου για τις οποίες ισχύουν οι κανονικές διαδικασίες απόλυσης".

Εξάλλου, στο Κεφάλαιο 4 του δεύτερου μνημονίου και ειδικότερα στο υποκεφάλαιο 4.1 περί διασφάλισης της ταχείας προσαρμογής της αγοράς εργασίας και ενίσχυσης των θεσμών της αγοράς εργασίας περιλαμβάνεται και η ακόλουθη "δέσμευση" : "Πριν την εκταμίευση, καταργούνται οι όροι περί μονιμότητας (συμβάσεις ορισμένου χρόνου που ορίζεται ότι λήγουν σε κάποιο όριο ηλικίας ή στη συνταξιοδότηση) που περιλαμβάνονται σε νόμο ή σε συμβάσεις εργασίας ".

Στο άρθρο 5 παρ. 2 της, εκδοθείσας κατ` επίκληση του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 4046/2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου με αριθμό 6/28.2.2012 (Α` 38) ορίζεται ότι : "Από την 14.2.2012 διατάξεις νόμων ή κανονιστικών αποφάσεων, καθώς και όροι Συλλογικών Συμβάσεων και Διαιτητικών Αποφάσεων, Κανονισμών Εργασίας, Οργανισμών Προσωπικού και Αποφάσεων Διοίκησης επιχειρήσεων, που θεσπίζουν όρους που υποκρύπτουν μονιμότητα ή ρήτρες μονιμότητας παρεκκλίνοντας από τους γενικούς κανόνες της εργατικής νομοθεσίας ή/και προβλέπουν την εφαρμογή, αναλογική ή ευθεία, διατάξεων του Κώδικα περί Δημοσίων Υπαλλήλων, καταργούνται. ...". Oι παρατεθείσες εξαγγελίες της παρ. 29 του Κεφαλαίου Ε του πρώτου "μνημονίου" και στο υποκεφάλαιο 4.1 του 4ου Κεφαλαίου του δεύτερου "μνημονίου", παρά το γεγονός ότι αποτελούν, καταρχήν, μέρος του προγράμματος της ελληνικής κυβέρνησης για την περίοδο 2013 - 2016, συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου άμεσης εφαρμογής κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 1 παρ. 6 του ν. 4046/2012, από πλευράς δε περιεχομένου, περιέχουν ρυθμίσεις κανονιστικού χαρακτήρα που δύνανται να τύχουν άμεσης εφαρμογής.

Συνεπώς, οι ρυθμίσεις αυτές αποτελούν κανόνες δικαίου, έχουν δε την ισχύ διατάξεων τυπικού νόμου. Eξάλλου, οι ανωτέρω διατάξεις των μνημονίων, έχουν την έννοια ότι με αυτές καταργούνται οι όροι εργασίας, με τους οποίους παρέχονται σε κατηγορίες εργαζομένων με σύμβαση ή σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διαδικαστικές και ουσιαστικές εγγυήσεις έναντι των απολύσεων αυξημένες σε σχέση με αυτές που παρέχονται από την κοινή εργατική νομοθεσία, ιδίως δε το ν. 2112/1920 (Α' 67), ως ισχύει, ήτοι έγγραφη προειδοποίηση ή γνωστοποίηση της απόλυσης και αποζημίωση.

Οι διατάξεις αυτές, οι οποίες, όπως συνάγεται από το κείμενο των μνημονίων (βλ. Παράρτημα V 1 ΕΛΛ του ν. 4046/2012 "II. Ελλάδα - Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής", ιδίως παρ. 28 και 29) δεν αποσκοπούν στη δημοσιονομική προσαρμογή, αλλά στην επίτευξη ευελιξίας στην αγορά εργασίας, με στόχο την τόνωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, καταλαμβάνουν τους εργαζόμενους τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας και, συνεπώς, καταλαμβάνουν, εφόσον δεν γίνεται σχετική διάκριση, και το διδακτικό προσωπικό των ιδιωτικών σχολείων γενικής εκπαίδευσης που υπηρετεί με σύμβαση ή σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, διότι, σύμφωνα με τις, ισχύουσες μέχρι το ν. 4046/2012, ειδικές για τους εργαζόμενους αυτούς, διατάξεις των άρθρων 30 και 33 του ν. 682/1977, που παρατίθενται παραπάνω, η καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης ή σχέσης εργασίας του προσωπικού αυτού (με την επιφύλαξη της ανωτέρω ειδικής, περιορισμένης εμβέλειας, διάταξης του άρθρου 30 παρ. 3 υποπαρ.

α' περ. IV του ν. 682/1977, που προστέθηκε με το άρθρο 47 παρ. 16 του ν. 3848/2010) μπορούσε να χωρήσει μόνο για τους προβλεπόμενους στο νόμο λόγους και μάλιστα με την τήρηση ειδικών, κατά περίπτωση, διαδικαστικών εγγυήσεων. Περαιτέρω, με τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 4093/2012 καταργήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 5 του ν. 682/1977 και 7 παρ. 2 του ν. 817/1978, οι οποίες περιείχαν ειδικές, ευνοϊκότερες για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς, ρυθμίσεις.

Περαιτέρω, η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 της ΠΥΣ 6/2012 έχει την ίδια έννοια, όσον αφορά στην κατάργηση ή μη της ειδικής για τις απολύσεις των ιδιωτικών εκπαιδευτικών νομοθεσίας, με τις ανωτέρω διατάξεις των ν. 4046 και 4093/2012 (βλ. ΣτΕ 2633/2014).

Από τα άρθρα 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ.

Εξάλλου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, ή όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια (υπηρεσιακά ή κοινωνικά).

Δεν συντρέχει, όμως, περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού, ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής καθ` υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία/ αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους -που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος -εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθρο 281 ΑΚ. (AΠ 1148/2017, 1268/2017, ΑΠ 521/2013).

Εξάλλου, αν η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου ή συνιστούν αδικοπραξία, ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στο μισθωτό και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281 του Α.Κ.

και 5 παρ. 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 84/2010, ΑΠ 1000/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων με την από 06.10.2012 αγωγή ισχυρίσθηκε ότι με την 4598/1992 Πράξη της Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Αττικής διορίστηκε στο ιδιωτικό εκπαιδευτήριο της εναγόμενης με την επωνυμία "... Α.Ε.", για τη διετία 1991-1993, ως ιδιωτικός εκπαιδευτικός καθηγητής μαθηματικών, κατά τον Ν. 682/1977, ότι στη συνέχεια ο διορισμός του ανανεώθηκε για μία τετραετία, ακολούθως δε, με την πράξη 6041/1997 της αρμόδιας διεύθυνσης, η σύμβαση εργασίας μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου.

Ότι έκτοτε εργάστηκε συνεχώς μέχρι την 31.8.2012, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του. Ότι η ως άνω καταγγελία είναι άκυρη ως καταχρηστική, υπερβαίνουσα τα τιθέμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια, διότι έγινε από λόγους εκδικητικότητας στο πρόσωπό του, επειδή είχε προηγηθεί η άσκηση νομίμων δικαιωμάτων του ως εκπαιδευτικού και δη η ενεργός αντίδρασή του στις περικοπές των αποδοχών του ως ιδιωτικού εκπαιδευτικού, η διαμαρτυρία και η συμμετοχή του σε απεργιακές κινητοποιήσεις για την μείωση των αποδοχών, η δικαστική διεκδίκηση σε προγενέστερο χρόνο νομίμων δικαιωμάτων του, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην αγωγή.

Ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας κρίθηκε με την υπ' αρ. 45/1.10.2012 πράξη του ΠΥΣΔΕ Ανατολικής Αττικής ως καταχρηστική και ότι το εναγόμενο αρνείται αυθαίρετα και παράνομα να εφαρμόσει την ως άνω Πράξη και να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του από 1.11.2012, μολονότι κλήθηκε προς τούτο και με την αναφερόμενη απόφαση του Ειδικού Γραμματέα του ΥΠ.ΔΒΜΘ.

Ότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, με την καταχρηστική καταγγελία της συμβάσεως προκλήθηκε σ' αυτόν βαριά προσβολή της προσωπικότητάς του με μείωση της ατομικής, κοινωνικής και επαγγελματικής τιμής και υπολήψεως και ότι για την αποκατάστασή της δικαιούται ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 10.000 ευρώ.

Ενόψει αυτών, κατά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, ο ενάγων ζήτησε ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας ως καταχρηστικής, να υποχρεωθεί η εναγόμενη σε καταβολή μισθών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1.9.2012 έως 11.2.2013, ποσού 11.089 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την δήλη ημέρα καταβολής κάθε κονδυλίου μέχρι την εξόφληση, να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να του καταβάλει 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 154/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως του ενάγοντος, υποχρεώθηκε η εναγόμενη στην καταβολή μισθών υπερημερίας ποσού 11.089 και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση καταβολής ποσού 5.000 ευρώ, ως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της εναγόμενης, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία: α) απορρίφθηκαν η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι της εναγόμενης ως προς την ακυρότητα της καταγγελίας και την καταβολή μισθών υπερημερίας, β) εξαφανίσθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση κατά το κεφάλαιο ηθικής βλάβης και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση καταβολής ποσού 2.000 ευρώ, ως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Η εναγόμενη, η οποία λειτουργεί με τη μορφή του νομικού προσώπου της ανώνυμης εταιρίας, διατηρεί πολλά έτη Ιδιωτικά Εκπαιδευτήρια όλων των βαθμίδων στην .... Ο ενάγων, εκπαιδευτικός ( καθηγητής Μαθηματικών), προσλήφθηκε από την εναγόμενη κατά την 1.9.1991 αρχικά με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου δύο ετών, ακολούθως με όμοια σύμβαση εργασίας τεσσάρων ετών, η οποία μετά την πάροδο των έξι (6) ετών μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 682/1977, που ίσχυε κατά τον χρόνο πρόσληψής του, όπως προκύπτει και από την με αριθμό 2…59/5.11.2012 βεβαίωση της Περιφερειακής Διεύθυνσης Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Αττικής.

Ο ενάγων από την πρόσληψή του και για είκοσι ένα (21) έτη παρείχε τις διδακτικές υπηρεσίες του στην εναγόμενη ως καθηγητής μαθηματικός, διαθέτοντας ολόκληρη την χρονική αυτή περίοδο εξαιρετικά υψηλή επιστημονική επάρκεια, αποδοτικότητα και μεταδοτικότητα και γι' αυτό η εναγόμενη του ανέθετε συνεχώς το μάθημα των μαθηματικών στις κατευθύνσεις στην Β' και Γ' τάξη Λυκείου, στις οποίες οι διδακτικές ώρες της ειδικότητας του ενάγοντος έχουν ουσιώδη και αποφασιστική επιρροή για την επιτυχή συμμετοχή των μαθητών στις πανελλαδικές εξετάσεις.

Το σχολικό έτος 2011-2012 του ανατέθηκε να διδάξει το μάθημα "Μαθηματικά και Στοιχεία Στατιστικής" σε όλα τα τμήματα της Γ' Λυκείου του Ιδιωτικού Εκπαιδευτηρίου της εναγομένης, με εξαιρετική επιτυχία στα αποτελέσματα των μαθητών του στις πανελλήνιες εξετάσεις, ενώ κατά το ανωτέρω σχολικό έτος του ανατέθηκε και η ενισχυτική διδασκαλία της τρίτης τάξης του Γυμνασίου.

Ο ενάγων παρείχε τις διδακτικές υπηρεσίες του με εξαιρετική προθυμία, ζήλο και εργατικότητα, διαθέτοντας την απαιτούμενη και πρέπουσα συμπεριφορά, ήθος, επάρκεια και αποδοτικότητα για την άσκηση του εκπαιδευτικού έργου τόσο έναντι των μαθητών του όσο και έναντι των γονέων αυτών και λοιπών συναδέλφων του.

Τα ως άνω προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος, ενώ δεν αναιρούνται από όσα αόριστα καταθέτουν οι μάρτυρες της εναγομένης, και συγκεκριμένα η μεν Β. Μ., η οποία στην 2/2013 ένορκη βεβαίωσή της αναφέρει, ότι λόγω της ανεπαρκούς ως προς τα διδακτικά καθήκοντα συμπεριφοράς του ενάγοντος δημιουργούνταν κενά στους υιούς της, που τύγχαναν μαθητές του, λόγος για τον οποίο επιχείρησε την αλλαγή τμήματος των τέκνων της κατά τη μέση του σχολικού έτους, χωρίς όμως αυτό να καταστεί εφικτό και χωρίς να το επιδιώξει και το επόμενο σχολικό έτος, ο δε λυκειάρχης-μάρτυρας της εναγομένης (βλ.

πρακτικά ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη), καταθέτει μεν ότι ο ενάγων είναι επαρκής επιστημονικά εκπαιδευτικός, αλλά και ότι υπήρχαν παράπονα γονέων κάποιων μαθητών του σχολείου σχετικά με το ότι ο ενάγων δεν ήταν κατανοητός, αυτό όμως αφορούσε "μια μερίδα μαθητών μέτριου επιπέδου", ενώ δεν προσδιορίζει επακριβώς την αποδιδόμενη πλημμέλεια στην ποιότητα του διδακτικού έργου του ενάγοντα.

Ακολούθως, τα αναφερόμενα γενικώς παράπονα και οι διαμαρτυρίες μειοψηφίας μαθητών ή και γονέων δεν αρκούν να προσδώσουν βασιμότητα περί ανεπάρκειας του ενάγοντος-εκπαιδευτικού, που αφορά την ποιότητα του διδακτικού έργου, τον τρόπο παροχής αυτού και την συμπεριφορά του, γεγονότα, άλλωστε, που δεν ενισχύονται από άλλα αποδεικτικά μέσα και που ανακρούονται, όπως προαναφέρθηκε, από τις σαφείς και πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος.

Εξάλλου, η εναγομένη είχε την νόμιμη ευχέρεια για την από τετραετίας επικαλούμενη συμπεριφορά του ενάγοντος έναντι των μαθητών του, που αφορούσε την ποιότητα των διδακτικών υπηρεσιών του και την αντιμετώπισή τους ως προσωπικοτήτων, να εγείρει πειθαρχική διαδικασία για τη λύση της αορίστου χρόνου εργασιακής σχέσης του ενάγοντος είτε λόγω ανεπάρκειας, είτε λόγω διαταραχής του εκπαιδευτικού κλίματος του σχολείου, που περιλαμβάνει και λόγους συμπεριφοράς και ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, η εναγομένη από 1.9.2011 προέβη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 55 παρ. 23 του ν. 4002/2011, σε περικοπή του κινήτρου απόδοσης των εκπαιδευτικών, που απασχολούνταν στο Ιδιωτικό Εκπαιδευτήριο, και από τον Νοέμβριο του 2011, κατ' εφαρμογή του Ν. 4024/2011 (καθιέρωση ενιαίου βαθμολογίου-μισθολογίου), τους ενέταξε στο ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων και δεν κατέβαλλε και τα ποσά που αντιστοιχούσαν στις ωριμάνσεις των μισθών.

Η απόφαση αυτή της εναγομένης προκάλεσε την έντονη δυσαρέσκεια και αντίδραση μερίδας των εκπαιδευτικών που απασχολούνταν στα Ιδιωτικά Εκπαιδευτήρια της εναγομένης, μεταξύ των οποίων και του ενάγοντα. Ο τελευταίος συμμετείχε ενεργά σε όλες τις γενικές συνελεύσεις των Εκπαιδευτικών των Εκπαιδευτηρίων της εναγομένης για την περικοπή του κινήτρου απόδοσης και την ένταξη στο ενιαίο μισθολόγιο, και με έκφραση λόγου και γνώμης εξέφραζε την αντίθεσή του και την αντίδρασή του στις ανωτέρω αποφάσεις της εργοδότριας - εναγομένης προς υπεράσπιση και διασφάλιση των εργασιακών του δικαιωμάτων αιτούμενος την διεκδίκησή τους, γεγονός που κατέστη γνωστό στην εναγομένη.

Ειδικότερα, το Δ.Σ. της Ο.Ι.Ε.Λ.Ε. αποφάσισε στις 21/11/2011 να κηρύξει στις 8/12/2011 στάση εργασίας στα Εκπαιδευτήρια της εναγομένης από 9:15π.μ. έως 12:45μ.μ. Στην ως άνω στάση εργασίας συμμετείχε ο ενάγων, όπως και στη συνέλευση των εκπαιδευτικών του σχολείου κατά την διάρκεια της στάσης εργασίας, που είχε κηρυχθεί από την ανωτέρω Ομοσπονδία, η οποία (συνέλευση) αποφάσισε, την απόφαση δε συνυπέγραψε και ο ενάγων, μεταξύ άλλων είκοσι ενός εκπαιδευτικών, να ζητήσει από την ανωτέρω Ομοσπονδία την κήρυξη απεργίας στις 20/12/2011 "προκειμένου να αντιμετωπιστεί η αυθαίρετη και παράνομη περικοπή του κινήτρου απόδοσης ...

και η αυθαίρετη και η παράνομη "υπαγωγή" στο ενιαίο μισθολόγιο των Δημοσίων Υπαλλήλων". Στις 9.12.2011 ο Σύνδεσμος Ιδρυτών Ελληνικών Ιδιωτικών Εκπαιδευτηρίων, με ανακοίνωσή του ανέφερε ότι: "Κατά τη διάρκεια της χθεσινής εξαγγελθείσης στάσης εργασίας στα Εκπαιδευτήρια "..." όλα τα επίπεδα των Εκπαιδευτηρίων ...

λειτούργησαν κανονικά, με εξαίρεση κάποιους εκπαιδευτικούς από το επίπεδο του Λυκείου ...". Στις 14.12.2011 ο ενάγων με άλλους εκπαιδευτικούς των Εκπαιδευτηρίων της εναγομένης απέστειλε καταγγελία προς την Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Αττικής και προς την Επιθεώρηση Εργασίας για την από 1.9.2011 σταδιακή περικοπή των αποδοχών τους.

Η συζήτηση της εργατικής διαφοράς ορίστηκε στις 2.2.2012 (βλ. το 710/13.3.2012 έγγραφο Επιθεώρησης Εργασίας Παλλήνης). Στις 20.12.2011 ο ενάγων συμμετείχε στη νόμιμη απεργία που κηρύχθηκε από το Δ.Σ. της Ο.Ι.Ε.Λ.Ε. Στις 22.12.2011 αναρτήθηκε στην ιστοσελίδα του σχολείου της εναγόμενης "Επιστολή των Διευθυντών Επιπέδων", στην οποία μεταξύ άλλων ως προς την κηρυχθείσα στις 20.12.2011 απεργία, αναφέρεται : "Όλες οι τάξεις του Νηπιαγωγείου, όλα τα τμήματα του Ευμνασίου και του I.B.

Diploma λειτούργησαν κανονικά. Στο Δημοτικό λειτούργησαν όλα τα τμήματα... Όσον αφορά το Λύκειο, ένα τμήμα της Α' Λυκείου υπολειτούργησε ... Στους μαθητές των τάξεων Β' και Γ' Λυκείου με υπόδειξη του Σχολείου ζητήθηκε να παραμείνουν στο σπίτι... Η Διοίκηση των Εκπαιδευτηρίων αισθάνονται την ανάγκη να εκφράσουν τις ευχαριστίες προς τους εκπαιδευτικούς που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα των καιρών, βάζοντας σε προτεραιότητα τις υποχρεώσεις τους απέναντι στους γονείς και κυρίως στους μαθητές".

Οι εκπαιδευτικοί του Ιδιωτικού Εκπαιδευτηρίου κατέθεσαν έγγραφο διαμαρτυρίας στο πρακτικό Συνεδριάσεων του Συλλόγου Διδασκόντων Λυκείου στις 25.1.2012 με δεκαοχτώ (18) υπογραφές, μεταξύ των οποίων και του ενάγοντος, ενώ συγχρόνως κατέθεσαν το κείμενο και στην Ο.Ι.Ε.Λ.Ε., η οποία το κοινοποίησε στον Διευθυντή Εκπαίδευσης.

Ακολούθως, αποδείχτηκε, ότι, μετά την έκδοση της Φ18/2386/Δ5/10.1.2012 εγκυκλίου του Υπουργού Παιδείας Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων, στην οποία εκφράστηκε η άποψη, ότι οι ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί δεν εμπίπτουν στην εφαρμογή των διατάξεων υπαγωγής στο ενιαίο μισθολόγιο των δημοσίων, στις 18.1.2012 με απόφαση Γ.Σ.

των Εκπαιδευτικών της εναγομένης κλήθηκε η τελευταία να τους "γνωστοποιήσει, έως τη Δευτέρα 23.1.2012, το πότε προτίθεται να καταβάλει τα ποσά που παρακράτησε από τις αποδοχές μας. Σε περίπτωση αρνητικής απάντησης (ή μη απάντησης) είμαστε αναγκασμένοι να προβούμε και σε νέες καταγγελίες στους αρμόδιους φορείς, αλλά και σε νέες απεργιακές κινητοποιήσεις -αρχής γενομένης από τις 2-2-2012, ημέρα εκδίκασης της καταγγελίας μας στην Επιθεώρηση Εργασίας Παλλήνης- με στόχο την αποκατάσταση της νομιμότητας" Η εναγομένη σε απάντηση της ως άνω απόφασης, ανακοίνωσε, μεταξύ άλλων, ότι: ...Το συγκεκριμένο έγγραφο δεν φέρει καμία υπογραφή ...

Ορισμένα μεμονωμένα άτομα επιχειρούν να εμφανιστούν ως αυτόκλητοι εκπρόσωποι του συνόλου των εκπαιδευτικών που εργάζονται και προσφέρουν καθημερινά τις υπηρεσίες τους στα εκπαιδευτήρια, χωρίς καμία νομιμοποίηση. Η Δ/νση των Εκπαιδευτηρίων θα παραθέσει τις απόψεις της

στη συνάντηση της 2ης Φεβρουάριου στην Επιθεώρηση Εργασίας Παλλήνης". Το Δ.Σ. της Ο.Ι.Ε.Λ.Ε. αποφάσισε στις 23.1.2012 να κηρύξει την Πέμπτη 2.2.2012 εικοσιτετράωρη απεργία στο γυμνάσιο και το λύκειο των Εκπαιδευτηρίων .... Η εν λόγω απεργία πραγματοποιήθηκε και σ' αυτή συμμετείχε και ο ενάγων. Στη συνέχεια, η εναγομένη γνωστοποίησε στον ενάγοντα στις 6.3.2012, ότι οφείλει το ποσό των 7.304,60 ευρώ, που αποτελούσαν τα δίδακτρα φοίτησης της κόρης του για το σχολικό έτος 2011-2012, τον κάλεσε δε να ρυθμίσει άμεσα την οφειλή του, ώστε να "δρομολογηθεί η διαδικασία της φοίτησης

κατά το σχολικό έτος2012-2013". Η ενέργεια αυτή της εναγομένης προκάλεσε έκπληξη στον ενάγοντα καθώς και τους συναδέλφους του εκπαιδευτικούς στην εναγομένη, επειδή έλαβε χώρα, παρότι ο ενάγων είχε ήδη από 3.10.2011 εξοφλήσει τα δίδακτρα φοίτησης της κόρης του για το ως άνω σχολικό έτος, τα οποία, ωστόσο, είχαν υπολογιστεί με έκπτωση 90%, κατ' εφαρμογή των ΔΑ 59/2008 και ΔΑ 31/2010.

Είναι βέβαια γεγονός, ότι ήδη η ΔΑ 59/2008 είχε κριθεί άκυρη με την 310/2011 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (η οποία στη συνέχεια επικυρώθηκε με την 489/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών),πλην όμως, αν και η εναγομένη ενημέρωσε και άλλους εκπαιδευτικούς της, οι οποίοι όλοι είχαν συμμετάσχει στις ως άνω κινητοποιήσεις, για την πρόθεσή της να μην εφαρμόσει τον όρο της Διαιτητικής Απόφασης περί μειωμένων διδάκτρων, στον μόνο που παρέμεινε απαρέγκλιτη στην εφαρμογή της απόφασης αυτής, ήταν ο ενάγων, στον οποίο δεν απέστειλε Αίτηση Συνέχισης Φοίτησης για την κόρη του, όπως με λόγο γνώσης καταθέσει η μάρτυρας του ενάγοντος Α.

Ζ. στην 7474/2012 ένορκη βεβαίωση. Πέραν των ανωτέρω,....δέκα εκπαιδευτικοί των Εκπαιδευτηρίων της εναγομένης μεταξύ των οποίων και ο ενάγων ανακοίνωσαν στις 7/2/2011 στον Λυκειάρχη, Γ. Μ., ότι "Μετά από αρκετό χρονικό διάστημα από την ενημέρωση γονέων και κηδεμόνων του Νοεμβρίου, πληροφορηθήκαμε από τον κ. Λυκειάρχη (ύστερα από δικές μας οχλήσεις προς αυτόν και το λογιστήριο) την κατάργηση της πληρωμής της υπερωριακής μας απασχόλησης που αφορούσε το διάστημα της απογευματινής ενημέρωσης.

Γι' αυτό δηλώνουμε, πως στη συγκέντρωση γονέων στις 16/2/2011 θα ενημερώσουμε τους γονείς μόνο κατά τις ώρες λειτουργίας του σχολείου (8:30-14:30), όπως προβλέπεται από το ωρολόγιο πρόγραμμα και το νόμο και όχι τις απογευματινές ώρες, ανταποκρινόμενοι στην επιθυμία της Γενικής Δ/νσης για περιστολή της υπερωριακής απασχόλησης ....

Εάν το σχολείο κρίνει ότι η απογευματινή μας παρουσία είναι αναγκαία, θα πρέπει να προβεί άμεσα στην καταβολή των δεδουλευμένων και να δεσμευθεί για τη διασφάλιση της αμοιβής της υπερωριακής μας εργασίας στο μέλλον". Σε αντίστοιχη αποχή από την απογευματινή ενημέρωση γονέων συμμετείχε ο ενάγων και τον Φεβρουάριο του 2012.

Στις 9.8.2012 η εναγομένη κοινοποίησε στον ενάγοντα καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, σύμφωνα με τη διάταξη της περίπτωσης iv της παρ. 3 του άρθρου 30 του ν. 682/1977 (η περίπτωση iv προστέθηκε με την παράγραφο 16α του άρθρου 47 του ν. 3848/2010), γνωστοποίησε δε σ' αυτόν, ότι από 31.8.2012 καταγγέλλει τη σύμβαση εργασίας του, και τον κάλεσε να παρουσιαστεί για την είσπραξη της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, την οποία υπολόγισε στο ποσό των 40.180 ευρώ, καθώς επίσης του δήλωσε, ότι σε περίπτωση άρνησής του η αποζημίωση θα κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.

Ο ενάγων αρνήθηκε την είσπραξη της αποζημίωσης απόλυσης, η δε εναγομένη κατέθεσε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων για αποζημίωση λόγω καταγγελίας σύμβασης εργασίας τα ποσά, για τα οποία θα γίνει λόγος παρακάτω. ....Ο ενάγων καθόλο το σχολικό έτος 2011-2012, αποφασιστικά, δυναμικά και με δημόσια εκφραζόμενη γνώμη και άποψη, αντέδρασε, διαμαρτυρήθηκε και συμμετείχε πρωτοστατώντας σε όλες τις νόμιμες συλλογικές διαδικασίες και στις νόμιμα κηρυχθείσες στάσεις εργασίας και απεργίες, προασπίζοντας θεμιτά και νομίμως τα εργασιακά του δικαιώματα καθώς και αυτά των συναδέλφων του.

Επίσης, προσέφυγε διαμαρτυρόμενος τόσο στα αρμόδια υπηρεσιακά όργανα, όσο και στην εναγομένη (αποχή από την απογευματινή ενημέρωση γονέων), αλλά και ενώπιον των δικαστηρίων για την διεκδίκηση της ειδικής μηνιαίας παροχής των 176 ευρώ (βλ. την από 30.3.2012 έφεση και του ενάγοντος ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της 749/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κρωπίας, που απέρριψε τη σχετική αγωγή).

Η νόμιμη άσκηση των ως άνω δικαιωμάτων του ενάγοντος, συμβατή με τα εκπαιδευτικά του καθήκοντα και μη συνδεόμενη με την ομαλή και αποδοτική άσκηση της εργασίας του, ήταν σε γνώση του αρμοδίου οργάνου διοίκησης του νομικού προσώπου της εναγόμενης, πλην όμως, δεν ήταν αρεστή, είχε δε ως συνέπεια την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, στην οποία προέβη η εναγομένη από λόγους εκδίκησης στο πρόσωπό του, λόγοι που δεν συνδέονται με το καλώς νοούμενο συμφέρον της εργοδότριας.

Με τα άνω περιστατικά η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας, γενόμενη από λόγους εκδίκησης της εναγόμενης, υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του από το άρθρο 669 παρ. 2 του ΑΚ δικαιώματος της καταγγελίας και ως τέτοια είναι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, άκυρη.

Η εναγόμενη, από τότε που κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας (στις 31.8.2012), μη αποδεχόμενη τις υπηρεσίες του ενάγοντος, όπως η άρνησή της αυτή εμπεριέχεται και στην καταγγελία περιήλθε σε υπερημερία και οφείλει να καταβάλει τους μισθούς (υπερημερίας) του ενάγοντος. Ενόψει δε ότι ο μισθός του ενάγοντος κατά το χρόνο της καταγγελίας ανερχόταν στο ποσό των 1.722 ευρώ, ο ενάγων δικαιούται, ως μισθούς υπερημερίας για την ένδικη περίοδο από 1.9.2012 μέχρι 11.2.2013, το ποσό των [5 μηνιαίοι μισθοί + μισθός 11 ημερών Φεβρουάριου (1.722/25 X 11) + δώρο Χριστουγέννων, 1.722 X 5 + 757 + 1.722=] 11.089 ευρώ, το οποίο επιδίκασε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο για το ύψος των οποίων και τον τρόπο υπολογισμού τους δεν παραπονείται η εναγόμενη με την έφεσή της.

Πρέπει δε να αναφερθεί, ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην παραπάνω μείζονα σκέψη, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος κρίνεται, μετά το ν. 4046/2012 και την Π.Υ.Σ. 6/2012, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2, 281 του ΑΚ, 1 του ν. 2112/1920, 1 και 5 του ν. 3198/1955. Μετά τα παραπάνω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, έστω και με διάφορη αιτιολογία, δέχτηκε την ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας και επιδίκασε τους άνω μισθούς υπερημερίας, ορθά εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε... .Περαιτέρω, η εναγόμενη με την άνω γενόμενη από λόγους εκδίκησης άκυρη (ως καταχρηστική) καταγγελία, προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα του ενάγοντος γιατί μειώθηκε ηθικά έναντι των συναδέλφων του, των μαθητών του και των γονέων τους και θίχτηκε η επαγγελματική και κοινωνική υπόσταση, που αποτελούν εκφάνσεις της προσωπικότητάς του.

Δικαιούται, συνεπώς, ο ενάγων να αξιώσει από την εναγόμενη και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη κατά τα άνω και πρέπει, για την αιτία αυτή, να επιδικασθεί το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ το οποίο, λαμβάνοντας υπόψη την έκταση της ηθικής βλάβης, το είδος και το μέγεθος της υπαιτιότητας των αρμοδίων οργάνων της εναγόμενης, καθώς και τις συγκεκριμένες άνω συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, κρίνεται εύλογο (άρθρο 932 ΑΚ) ..." Με τις άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθά, ως προς την καταχρηστικότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας καθώς και την επιδίκαση μισθών υπερημερίας και διαφορών αποδοχών, υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 180, 281 ΑΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα δε η παραπάνω καταγγελία έγινε από λόγους εκδικητικότητας στο πρόσωπό του, επειδή είχε προηγηθεί η άσκηση νομίμων δικαιωμάτων του ως εκπαιδευτικού και δη η ενεργός αντίδρασή του στις περικοπές των αποδοχών του ως ιδιωτικού εκπαιδευτικού, η διαμαρτυρία και η συμμετοχή του σε απεργιακές κινητοποιήσεις για την μείωση των αποδοχών, η δικαστική διεκδίκηση σε προγενέστερο χρόνο νομίμων δικαιωμάτων του.

Περαιτέρω, με όσα δέχθηκε επίσης το Εφετείο ως προς την πρόκληση ηθικής βλάβης λόγω προσβολής της προσωπικότητας εξαιτίας της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τα εναγόμενης, η οποία επικαλέσθηκε αβασίμως για την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας την επαγγελματική ανεπάρκεια του ενάγοντος, ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδεχθέντα στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 932 ΑΚ τις οποίες ουδόλως παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, στο δε αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε διαλαμβάνοντας στην απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο.

Και αυτό διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνονται πραγματικά περιστατικά συμπεριφοράς προσβλητικά του ενάγοντος που μειώνουν αυτόν ως άτομο και εργαζόμενο στον επαγγελματικό ή κοινωνικό κύκλο και έχουν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ηθικής βλάβης. Επομένως, οι από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Κατόπιν όλων όσων προαναφέρθηκαν, πρέπει ν' απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της ως αβάσιμη, και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 04.04.2017 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ. 1959/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος), ειδικής διαδικασίας εργατικών διαφορών Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα κατά την 12 Ιουλίου 2018

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του κατά την 4 Σεπτεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ