Legislator Case Law & Legislation
1364/2017 AI generated

1364/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1364/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1364/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 15-12-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Keywords

AI generated
benefit for course attendance compliance with statement requirements examination regulations disciplinary offence academic failure compliance with formal requirements
AI generated
1123/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Νικολακέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Καλλιόπη Πανά και Ελένη Κατσούλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
668/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελένη Κατσούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ελένη Μπερτσιά, Διονύσιο Παλλαδινό-Εισηγητή και Παναγιώτα Πασσίση, Αρεοπαγίτες.
392/2020
Η από 4-4-2018 και με αριθμό κατάθεσης 3507/18 αίτηση αναίρεσης κατά της 3886/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από την εναγομένη έφεσης κατά της 3455/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 26-10-2012 (με αριθμό κατάθεσης 171745/2012) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).
1801/2010
Παθητική δωροδοκία.
476/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1364 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1364/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., 2) Κ. Τ. του Μ., κατοίκου ..., 3) Δ. Τ. του Μ., κατοίκου ..., 4) Ά. Σ., κατοίκου ..., 5) Δ. - Ι. Α. του Γ., κατοίκου ..., 6) Π. - Β. Π., κατοίκου ..., 7) Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 8) Χ. Π. του Α., κατοίκου ..., 9) Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 10) Ε. Ν. του Δ., κατοίκου ... και 11) Α. Γ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Βαρλάμη.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπασπύρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-9-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7610/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 3058/2014 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-9-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός ανέγνωσε την από 15-12-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο ήδη αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του, ισχυρίσθηκε ότι οι εναγόμενοι, μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες, απασχολούμενοι στον Οργανισμό Επαγγελματικής Εκπαιδεύσεως και Καταρτίσεως (ΟΕΕΚ),σε μήνυση την οποία κατέθεσαν εναντίον του διέλαβαν ψευδή γεγονότα, εν γνώσει της αναληθείας τους, τα οποία έβλαψαν την τιμή και υπόληψη του και προσέβαλαν την προσωπικότητά του και ζήτησε κατόπιν αυτού να αναγνωρισθεί ότι αυτοί έχουν υποχρέωση να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, ως χρηματική του ικανοποίηση το χρηματικό ποσό των 300.000 ευρώ. Με την πρωτόδικη απόφαση θεωρήθηκε καταργημένη η δίκη ως προς τους δωδέκατο, δέκατο τρίτο και δέκατο τέταρτο των εναγομένων, μη διαδίκους στην παρούσα δίκη, λόγω παραιτήσεως ως προς αυτούς του ενάγοντος από το δικόγραφο της αγωγής, και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως προς τους λοιπούς εναγομένους ήδη αναιρεσείοντες, των οποίων και ανεγνωρίσθηκε η υποχρέωση να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, προς τον ενάγοντα ήδη αναιρεσείοντα, για την ρηθείσα αιτία, το χρηματικό ποσό των 40.000 ευρώ, το οποίο, κατόπιν εφέσεως των αναιρεσειόντων, περιορίσθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση σε 20.000 ευρώ. Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται ήδη από τους εναγομένους με την υπό κρίση αίτηση, για τους λόγους που αναφέρονται σ’ αυτήν και αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.

Κατά το άρθρο 57 του Α.Κ. όποιος προσβάλλεται παρανόμως στην προσωπικότητα του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, ενώ αξίωση αποζημιώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται, κατά δε το άρθρο 59 του ιδίου Κωδικός και στην περίπτωση του άρθρου 57, το δικαστήριο με την απόφαση του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί.

Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα, ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 914 του Α.Κ. "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει", κατά δε το άρθρο 932 του ιδίου Κωδικός "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του...". Για να γεννηθεί αξίωση προστασίας από προσβολή της προσωπικότητος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 του Α.Κ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη πράξη, με την οποία προσβάλλεται έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή.

Έτσι, η προσβολή μπορεί να προέλθει και από ποινικώς κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του Π.Κ. , για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της δυσφημήσεως απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ’ αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο γα βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ιδίου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές.

Ωστόσο, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι’ αυτό, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφημήσεως, παραμένει, όμως, η απλή δυσφήμηση ως προσβάλλουσα επίσης την προσωπικότητα σε βαθμό μη ανεκτό, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες από το άρθρο 367 παρ. 1 του Π.Κ.

περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξεως, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νομίμου εξουσίας ή την διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Και στην περίπτωση όμως αυτή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδηλώσεως δεν αίρεται και συνεπώς παραμένει η παρανομία, ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η ανωτέρω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση ή όταν από τον τρόπο και από τις περιστάσεις που έγινε αυτή προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού.

Η τελευταία διάταξη του άρθρου 367 του Π.Κ., για την ενότητα της εννόμου τάξεως, εφαρμόζεται, αναλογικώς και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. Α.Κ., ώστε αιρουμένου του αδίκου χαρακτήρος των προαναφερθεισών αξιοποίνων πράξεων (με την επιφύλαξη του άρθρου 367 παρ.2 Π.Κ), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς, ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου (Α.Π.271/2012, 285/2012, 179/2011).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27 και 28/1998, Α.Π. 1756/2011). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (Α.Π. 43/2013, 335/2012).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.Α.Π. 861/1984).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνωμένης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων(Α.Π. 1577/2013).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Στον ενάγοντα Γ. Μ., υπάλληλο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους... ανατέθηκε, μετά της συναδέλφου του Ε. Γ., η διενέργεια ελέγχου μισθοδοσίας και πρόσθετων αμοιβών στον Οργανισμό Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (Ο.Ε.Ε.Κ) για την περίοδο 1997 έως 2002, έλεγχο που διενήργησαν και συνέταξαν για το λόγο αυτό την από 11.11.2001 έκθεση ελέγχου...Επίσης στο ν...

ενάγοντα μετά του συναδέλφου του Π. Κ. ...ανατέθηκε η έκδοση καταλογιστικών πράξεων σε βάρος των ελεγχόμενων και αχρεωστήτως λαβόντων με βάση την παραπάνω από 11.11.2002 έκθεση, γεγονός που έπραξαν και συνέταξαν την από 31.5.2006 πορισματική έκθεση ελέγχου μισθοδοσίας και πρόσθετων αμοιβών στον ΟΕΕΚ. Περαιτέρω, οι εφεσίβλητοι-εναγόμενοι απασχολούνταν, κατά την ελεγχόμενη περίοδο, στον ΟΕΕΚ και ειδικά:

Ο πρώτος εναγόμενος, Γ. Σ., διετέλεσε πρόεδρος του Δ.Σ. του Ο.Ε.Ε.Κ. για το διάστημα από 13.1.97 έως 26.6.2000. Ο δεύτερος...Γ. Κ., διετέλεσε προϊστάμενος της διεύθυνσης οικονομικού του Ο.Ε.Ε.Κ. από 1.7.97 έως 31.5.2001. Ο τρίτος ..., Χ. Π., διετέλεσε διευθυντής του ΙΕΚ .... Ο τέταρτος ..., Γ. Κ., διετέλεσε διευθυντής των ΙΕΚ .... Ο πέμπτος..., Β.

Α., διετέλεσε προϊστάμενος της διεύθυνσης διοικητικού του Ο.Ε.Ε.Κ. για το διάστημα από το έτος 1997 έως το έτος 2002. Ο έκτος, έβδομος και όγδοος των εναγομένων, Κ. Τ., Δ.- Ι. Α. και Δ. Τ., διετέλεσαν ειδικοί σύμβουλοι του προέδρου του Ο.Ε.Ε.Κ. πρώτου εναγομένου... κατά τη διάρκεια της θητείας του τελευταίου, ενώ δυνάμει συμβάσεων προσελήφθησαν και εργάσθηκαν και ως ωρομίσθιοι εκπαιδευτές σε διάφορα Ι.Ε.Κ.

του Νομού Αττικής. Ο ένατος εναγόμενος Ε. Ν. διετέλεσε ειδικός συνεργάτης του προέδρου του ΟΕΕΚ πρώτου εναγομένου... και απασχολήθηκε ως ωρομίσθιος εκπαιδευτής σε διάφορα Ι.Ε.Κ. της Αττικής. Η δέκατη ... Ά. Σ., διετέλεσε ειδική συνεργάτης του προέδρου του ΟΕΕΚ πρώτου εναγομένου και απασχολήθηκε ως συντονίστρια πρακτικής άσκησης σε Ι.Ε.Κ.

του Νομού Αττικής. Ο ενδέκατος...,Α. Γ., διετέλεσε διευθυντής του Ι.Ε.Κ. .... Η δέκατη πέμπτη εναγόμενη, Π. συζ. Ι. Π., εργάσθηκε ως ωρομίσθια εκπαιδεύτρια και συντονίστρια πρακτικής άσκησης στα Ι.Ε.Κ. .... Οι εναγόμενοι υπέβαλαν στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών την από 18.12.2006 μήνυση τους... κατά του ενάγοντος, του Π.

Κ. και κατά παντός υπευθύνου οργάνου της διεύθυνσης οικονομικής επιθεώρησης του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Με την παραπάνω μήνυση οι εναγόμενοι εκθέτουν ότι ο ενάγων διεξήγαγε οικονομικό έλεγχο στον ΟΕΕΚ για το χρονικό διάστημα 1997 έως 2002 και συνέταξε την από 11.11.2002 έκθεση ελέγχου μισθοδοσίας και πρόσθετων αμοιβών, με την οποία διαπίστωσε παραβάσεις σε ζητήματα αποζημίωσης, ανάθεσης διδακτικού έργου σε στελέχη, υπαλλήλους και ωρομίσθιους εκπαιδευτές που είτε δεν διέθεταν τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα είτε δεν πραγματοποιούνταν οι διδακτικές ώρες, ενώ οι ίδιοι λάμβαναν τις αποζημιώσεις.

Ότι διενεργήθηκε ΕΔΕ που έκρινε ότι δεν υπέπεσαν στο αδίκημα της παράβασης καθήκοντος. Ότι η ανωτέρω έκθεση διέρρευσε στον τύπο και ο δεύτερος εναγόμενος άσκησε την από 27.6.2003 μήνυση σε βάρος του ενάγοντος και σε απάντηση ο τελευταίος άσκησε την από 3.2.2004 έγκληση του, στην εκδίκαση της οποίας μερικοί εκ των εναγομένων ήταν μάρτυρες υπεράσπισης.

Ότι, ενώ εκκρεμούσε η δικαστική διαμάχη, διορίστηκε εκ νέου ο ενάγων ελεγκτής με τον Π. Κ., προκειμένου να συμμετάσχει στο διαχειριστικό έλεγχο του ΟΕΕΚ μόνο για τον έλεγχο της μισθοδοσίας των υπαλλήλων και να εκδώσει και καταλογιστική πράξη, πράγμα που τελικά συνέβη και εκδόθηκε η από 31.5.2006 πορισματική έκθεση.

Ότι ο ενάγων, υπέπεσε στο αδίκημα της ΠΚ 254, καθόσον, ενώ συνέτρεχε λόγος εξαίρεσης στο πρόσωπο του, λόγω της ανωτέρω δικαστικής διαμάχης, αποσιώπησε από την υπηρεσία του δολίως τον λόγο εξαίρεσης και αποδέχτηκε το διορισμό του με αποκλειστικό σκοπό να επικυρώσει την έκθεση του και να προκαλέσει βλάβη σ’ αυτούς και να αποκομίσει όφελος, δεδομένου ότι αυτός (ενάγων) άσκησε και την από 20.4.2004 αγωγή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από τη συκοφαντική μήνυση του δεύτερου εναγομένου.

Ακολούθως, εκθέτουν με την εν λόγω μήνυσή τους ότι η πορισματική έκθεση πριν ακόμη υπογραφεί στάλθηκε στην Εισαγγελία Αθηνών και διέρρευσε στον τύπο. Ότι με την έκθεση εν γνώσει τους κατέληξαν σε αυθαίρετα συμπεράσματα για παραβίαση του νομοθετικού και εν γένει κανονιστικού πλαισίου του ΟΕΕΚ, σχετικά με ζητήματα προσόντων, αξιολόγησης, προσλήψεων και απασχόλησης αρκετών προσώπων ως συμβούλων, ειδικών συνεργατών, πρώτων δεύτερων ή τρίτων εκπαιδευτών και συντονιστών πρακτικής άσκησης σε ΙΕΚ της Αττικής, δίχως να λάβουν υπόψη τους το ρυθμιστικό πλαίσιο που ίσχυε για τον ΟΕΕΚ αλλά και τις αποφάσεις του Δ.

Σ. του Οργανισμού. Ενδεικτικά αναφέρουν την περίπτωση πρόσληψης συντονιστών πρακτικής άσκησης στα ΙΕΚ, όπου οι ελεγκτές με την έκθεσή τους τόνιζαν μεμονωμένα άρθρα αγνοώντας τα επόμενα, που στο σύνολο τους καθόριζαν τα προσόντα και την πρόσληψη αυτών και έτσι εξήγαγαν αυθαίρετα συμπεράσματα για παράνομες προσλήψεις.

Αυτό καταδεικνύεται στην πορισματική έκθεση, όπου αναφέρεται η με αριθ. Ζ παράγραφος της 1802/1996 Υπουργικής Απόφασης, στην οποία ορίζεται ότι "η άσκηση της εποπτείας και συντονισμού θεωρείται ως κανονική διδακτική απασχόληση..."αποκρύπτοντας όμως δολίως το υπόλοιπο κείμενο της ιδίας παραγράφου που ορίζει ότι "...και αντιστοιχεί με τέσσερις ώρες διδακτικής απασχόλησης για κάθε επίσκεψη επιπλέον του τυχόν λοιπού εκπαιδευτικού τους έργου", ενώ αποκρύπτουν και την παρ.2 και 4, όπου ορίζεται ότι οι συντονιστές πραγματοποιούν επισκέψεις στους χώρους άσκησης του καταρτιζομένου χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση και ελέγχουν την παρουσία του και ότι η άσκηση της εποπτείας και του συντονισμού θεωρείται μόνον κατά πλάσμα δικαίου ως κανονική διδακτική απασχόληση, προκειμένου να προσδιοριστεί η καταβλητέα αμοιβή τους που αντιστοιχεί σε τέσσερις ώρες διδακτικής απασχόλησης για κάθε επίσκεψη.

Επίσης, εκθέτουν στη μήνυση τους ότι οι ελεγκτές υπέπεσαν στο αδίκημα της ΠΚ 229, με τη υποβολή προτάσεων για την αναζήτηση των δήθεν αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών του επιδόματος ευθύνης, που εισέπραξαν οι προϊστάμενοι της Κ.Υ του ΟΕΕΚ και οι διευθυντές των ΔΙ ΕΚ, επιδιώκοντας δηλαδή την άσκηση πειθαρχικού ελέγχου.

Στη συνέχεια, οι εναγόμενοι αναφέρουν στην ως άνω μήνυση τους ότι ο ενάγων και ο Π. Κ., κατά παράβαση των καθηκόντων τους κατά τον υπολογισμό των αποδοχών, εφάρμοσαν λάθος διατάξεις με σκοπό να τους βλάψουν και να ωφεληθεί ο ενάγων ενόψει της δικαστικής εκκρεμότητας που είχε. Ειδικότερα, οι ως άνω ελεγκτές, εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 11 του ν. 1305/1982 του άρθρου 5 του ν. 1351/1983 σε συνδυασμό με την παρ.3 του άρθρου 22 του ν. 1400/1983 και της παρ.5 του άρθρου 19 του ν.2470/1997, υπολόγισαν τις πρόσθετες απολαβές της ελεγχόμενης περιόδου κατά μήνα και στη συνέχεια τις συνέκριναν με τις απολαβές, μεταξύ άλλων, του πέμπτου, έκτου, έβδομου, όγδοου, ένατου, δέκατης, και δέκατης πέμπτης των εναγομένων για να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι είχε γίνει υπέρβαση του ανωτάτου ορίου των αποδοχών που έλαβαν οι ελεγχόμενοι, αν και οι συντάκτες του πορίσματος γνώριζαν ότι οι πρόσθετες απολαβές των απασχολούμενων στον ΟΕΕΚ προέρχονταν κατά το 75% από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο και ως εκ τούτου για τον υπολογισμό τους εφαρμόζεται η παρ.3 του άρθρου 2 του ν.2009/1992, τα πρακτικά της 31ης Γενικής Συνεδρίασης της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι οι απολαβές των υπαλλήλων του άρθρου 102 του Συντάγματος που επιτρεπτά έχουν διοριστεί και σε δεύτερη θέση, όταν αυτές (απολαβές) προέρχονται από κοινοτικά κονδύλια, υπόκεινται στους περιορισμούς της παρ.2 του άρθρου 104 του Συντάγματος, δηλαδή ο υπολογισμός του συνόλου των ακαθάριστων αποδοχών και των πρόσθετων απολαβών απαιτείται να γίνεται σε ετήσια βάση και στη συνέχεια να ανάγονται σε μηνιαία βάση με τη διαίρεση των δύο αυτών ποσών με τον αριθμό 12, ώστε το σύνολο των ακαθάριστων μηνιαίων πρόσθετων απολαβών να μην υπερβαίνει το σύνολο των μηνιαίων αποδοχών της οργανικής τους θέσης.

Τέλος, εκθέτουν με την ανωτέρω μήνυση τους ότι ο ενάγων και ο Π. Κ., ανεξάρτητα από τη βασιμότητα ή όχι των αιτιάσεων τους, κατά προφανή υπέρβαση της εξουσίας τους και με έκδηλη προκατάληψη και εμπάθεια εναντίον τους, ζήτησαν-σε ρόλο δημοσίου κατηγόρου- με την πορισματική τους έκθεση, την ποινική τους δίωξη και τιμωρία, αναφέροντας χαρακτηριστικά τα εξής: "Η συνδρομή όλων των ανωτέρω διαπιστώσεων, θεωρούμε ότι επιβάλει και την ποινική αξιολόγηση της υπόθεσης".

Περαιτέρω, αποδείχθηκαν... τα παρακάτω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων μετά της συναδέλφου του Ε. Γ. διενήργησαν τον έλεγχο που η υπηρεσία τους ανέθεσε και συνέταξαν την από 11.11.2002 Έκθεση Ελέγχου Μισθοδοσίας και Προσθέτων Αμοιβών. Σύμφωνα με την έκθεση διαπιστώθηκε, μεταξύ άλλων, για απασχολούμενους στον ΟΕΕΚ, μεταξύ των οποίων και οι εναγόμενοι, ότι:

α) μη σύννομα δυνάμει Υπουργικής Απόφασης, όπως κρίθηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο, είχαν αποσπασθεί από τράπεζες και άλλες υπηρεσίες του Δημοσίου διάφορα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και ο Δ. Τ. και Α. Σ. (-τρίτος και τετάρτη αναιρεσείοντες- οι οποίοι είχαν αποσπασθεί από την Ιονική Τράπεζα), προκειμένου να απασχοληθούν στον ΟΕΕΚ ως ειδικοί σύμβουλοι και ειδικοί συνεργάτες, ενώ...για τις ως άνω θέσεις προβλέπεται είτε απόσπαση υπαλλήλου είτε πρόσληψη ιδιώτη με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, τα ελεγχόμενα πρόσωπα παρουσιάζονται να λαμβάνουν τόσο τις αποδοχές της οργανικής τους θέσης όσο και τις αυξημένες αποδοχές του ιδιώτη που προσλαμβάνεται στον ΟΕΕΚ με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου, β) κατά παράβαση των διατάξεων της …1992 κανονιστικής απόφασης είχαν γίνει προσλήψεις ειδικών συνεργατών χωρίς να διαθέτουν τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που προβλέπονται από την ως άνω κανονιστική απόφαση, γ) διαπιστώθηκαν υπερβάσεις των ανωτάτων ορίων απολαβών των απασχολούμενων, δ) αμφιβολίες για την αναγκαιότητα πρόσληψης τρίτων εκπαιδευτών και συντονιστών πρακτικής άσκησης, ε) ανάθεση διδασκαλίας μαθημάτων σε στελέχη και υπαλλήλους του ΟΕΕΚ, στ) πραγματοποίηση ωρών διδασκαλίας καθ’ υπέρβαση του ανωτάτου ορίου, ζ) πρόσληψη εκπαιδευτών και συντονιστών πρακτικής άσκησης, χωρίς να διαθέτουν τα απαιτούμενα από το νόμο προσόντα, η) διαπιστώθηκε μη δυνατή η εκτέλεση της συμβατικής υποχρέωσης των συντονιστών που εργάζονταν σε δημόσιες υπηρεσίες, καθόσον η πρακτική άσκηση των σπουδαστών πραγματοποιούταν σε ώρες λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών και θ) μη σύννομη καταβολή επιδόματος θέσης στους προϊσταμένους Οργανικών Μονάδων του ΟΕΕΚ, καθόσον η υπουργική απόφαση, με βάση την οποία γινόταν η τοποθέτηση τους με απόφαση του Δ.

Σ. του ΟΕΕΚ, βρισκόταν εκτός νομοθετικής εξουσιοδότησης. Στη συνέχεια, διενεργήθηκε από τον Ο.Ε.Ε.Κ. η από 21.7.2003 ένορκη διοικητική εξέταση (ΕΔΕ), η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ελεγχόμενοι δεν είχαν διαπράξει παράβαση καθήκοντος ούτε επέδειξαν δόλια συμπεριφορά ως προς την είσπραξη των αποδοχών τους, δοθέντος ότι αυτοί δεν συμμετείχαν στην έκδοση των διοικητικών πράξεων, ενώ παρείχαν πράγματι εργασία και δεν παραπλάνησαν την υπηρεσία ως προς αυτό.

Η ως άνω ΕΔΕ δεν ασχολήθηκε με το θέμα του ύψους των αποδοχών των ελεγχόμενων, κρίνοντας ότι αρμόδιο γι’ αυτό ήταν κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου που είχε συγκροτηθεί με έργο την ταυτοποίηση των στοιχείων του πρωτογενούς ελέγχου του κλιμακίου του Γ.Λ.Κ. και την επιβολή καταλογισμών των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών.

Ακολούθως, ο δεύτερος των .εναγομένων, Γ. Κ. (ήδη έβδομος αναιρεσείων), κατέθεσε την από 27.6.2003 μήνυση κατά του ενάγοντος και της ως άνω συναδέλφου του Ε. Γ., ισχυριζόμενος στη μήνυση αυτή ότι το περιεχόμενο της ως άνω έκθεσης ελέγχου ήταν άδικο και δυσφημιστικό για τον ίδιο, καθόσον ο ως άνω έλεγχος δεν στηρίχθηκε στο νόμο που ίσχυε για τον υπολογισμό των αμοιβών των απασχολούμενων στον Ο.Ε.Ε.Κ.

και των εκπαιδευτών και συντονιστών πρακτικής άσκησης που απασχολούνταν στα Ι.Ε.Κ.. Ο ενάγων, με τη σειρά του, κατέθεσε την από 3.2.2004 μήνυση κατά του Γ. Κ. για τη διάπραξη σε βάρος του από τον τελευταίο των αδικημάτων της ψευδούς καταμήνυσης, της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφήμησης, ενώ άσκησε και την από 20.4.2004 αγωγή κατά του Γ.

Κ., με την οποία ζητούσε από τον τελευταίο χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τα ισχυριζόμενα στην από 27.3.2003 (27-6-2003 μήνυση). Κατά την εκδίκαση της μήνυσης του ενάγοντος από το Δ’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, κατέθεσαν ως μάρτυρες υπεράσπισης του Γ. Κ., οι πρώτος, τέταρτος και πέμπτος των εναγομένων(ήδη πρώτος, ένατος των αναιρεσειόντων και μη διάδικος) και το ανωτέρω Δικαστήριο με την 61796/2008 απόφαση του έκρινε ένοχο τον Γ.

Κ.. Στη συνέχεια με τις .../14.8.2003 και .../26.2.2004 αποφάσεις της διεύθυνσης οικονομικής επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομικών, ανατέθηκε στον ενάγοντα και στο συνάδελφο του Π. Κ. να εκδώσουν καταλογιστικές πράξεις σε βάρος των ελεγχόμενων με βάση την ανωτέρω από 11.11.2002 έκθεσης ελέγχου μισθοδοσίας. Ο ενάγων, λόγω των έγγραφων διαμαρτυριών του Γ.

Κ., ζήτησε με αίτηση του από τη διεύθυνση Επιθεώρησης του ανωτέρω Υπουργείου τη διερεύνηση ύπαρξης στο πρόσωπο του λόγου εξαίρεσης, λόγω της δικαστικής τους διαμάχης. Η ανωτέρω διεύθυνση με την .../24.2.2006 απόφαση της εξαίρεσε τον ενάγοντα από τη διενέργεια του ελέγχου για τον Γ. Κ. και τη σύζυγο του Σ. Π., για τους οποίους συνεχίστηκε ο έλεγχος από τους επιθεωρητές Ν.

Ν. και Γ. Σ.. Μετά τη διενέργεια ελέγχου εκδόθηκε από τον ενάγοντα και τον συνάδελφο του, η από 31.5.2006 πορισματική έκθεση ελέγχου μισθοδοσίας και πρόσθετων αμοιβών στον ΟΕΕΚ, η οποία καταλήγει στα ίδια συμπεράσματα, με αυτά της από 11.2.2002 έκθεσης ελέγχου μισθοδοσίας, όπως παραπάνω αναφέρονται, μεταξύ των οποίων και ότι ο πρώτος εναγόμενος Γ.

Σ. (πρώτος αναιρεσείων) ως διατάκτης των δαπανών, ο δεύτερος εναγόμενος (έβδομος αναιρεσείων), ως υπεύθυνος έκδοσης των χρηματικών ενταλμάτων και οι υπόλοιποι εναγόμενοι, ως εισπράξαντες αποδοχές, άλλοι καθ’ υπέρβαση των ανωτάτων ορίων απολαβών και άλλοι δίχως να διαθέτουν τα απαιτούμενα προσόντα πρόσληψης τους στα ΙΕΚ.

Το πόρισμα αυτό διαβιβάστηκε με το ...5.6.2006 έγγραφο της διεύθυνσης οικονομικής επιθεώρησης του Υπουργείου Οικονομικών, που συνέταξαν οι ως άνω επιθεωρητές, στον αρμόδιο Εισαγγελέα για τη διερεύνηση τυχόν τέλεσης αξιόποινων πράξεων. Στο ως άνω έγγραφο γίνεται μνεία ότι με το πόρισμα δεν γίνεται καταλογισμός αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών στους ελεγχόμενους, καθόσον ήδη είχε αρχίσει η διαδικασία προληπτικού ελέγχου δαπανών από το αρμόδιο κλιμάκιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου....Από τα παραπάνω αποδειχθέντα προκύπτει ότι ο ενάγων δεν υπέπεσε στο αδίκημα αποσιώπησης λόγου εξαίρεσης (ΠΚ 254) και ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων είναι αναληθής.

Ο ενάγων δεν αποσιώπησε λόγο εξαίρεσης, αντίθετα γνωστοποίησε στην υπηρεσία την ύπαρξη δικαστικής διαμάχης με το δεύτερο εναγόμενο και τη σύζυγο του και η υπηρεσία του με απόφαση της, όπως ανωτέρω εκτίθεται, τον εξαίρεσε από τη διαδικασία ελέγχου και σύνταξης πορίσματος ως προς το δεύτερο εναγόμενο και τη σύζυγο του, ενώ για τους λοιπούς εναγομένους δεν συνέτρεχε λόγος εξαίρεσης, δεδομένου ότι η κατάθεση αυτών ως μαρτύρων υπεράσπισης του δεύτερου εναγομένου, χωρίς τη συνδρομή λοιπών στοιχείων, σε δικαστική διαμάχη που ο δεύτερος εναγόμενος προκάλεσε με τη μήνυση του, δεν αποτελεί και λόγο εξαίρεσης.

Επιπλέον, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι και η αίτηση του ενάγοντος προς την υπηρεσία του, προκειμένου αυτή να κρίνει αν συντρέχει στο πρόσωπο του λόγος εξαίρεσης ως προς το δεύτερο εναγόμενο και τη σύζυγο του ήταν προσχηματική και με σκοπό να μην εξαιρεθεί και ως προς τους άλλους εναγόμενους, καθόσον, πέραν της ανυπαρξίας στοιχείων προς απόδειξη του ισχυρισμού αυτού, η ίδια η υπηρεσία του ενάγοντος δια των οργάνων της- τρίτων ως προς τον ενάγοντα προσώπων- ελέγχοντας στο σύνολο του το σχετικό φάκελο;

έκρινε εξαιρετέο τον ενάγοντα μόνο για το δεύτερο εναγόμενο και τη σύζυγο του. Εξάλλου, η συλλογή στοιχείων που έγινε από τον ενάγοντα σε σχέση με όλους ανεξαιρέτως τους εναγομένους, έως την ημέρα της εξαίρεσης του ως προ το δεύτερο εναγόμενο και τη σύζυγο του, πραγματοποιήθηκε κατόπιν αιτήματος της ίδιας της υπηρεσίας του (ενάγοντος) και από αυτήν κρίθηκε ότι η προαναφερόμενη δικαστική διένεξη δεν αποτελούσε λόγο εξαίρεσης του ως προς τη διαδικασία συγκέντρωσης στοιχείων διότι αυτή (διαδικασία) επιβαλλόταν να είναι ενιαία και ότι η συγκέντρωση στοιχείων καθ’ αυτή δεν συνιστά συμμετοχή στο ουσιαστικό μέρος της υπόθεσης, που είναι η αξιολόγηση των στοιχείων και η κατάρτιση της πορισματικής Έκθεσης (βλ.

το .../12.6.2007 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Επιθεώρησης ΔΔ, Ν.Π. & ΔΕΚΟ της Γενικής Γραμματείας Φορολογικών και Τελωνειακών Θεμάτων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών). Περαιτέρω, όσον αφορά τον ισχυρισμό των εναγομένων περί εσφαλμένης εφαρμογής διατάξεων ως προς τη διαδικασία των προσλήψεων και του υπολογισμού των αποδοχών τους και της κατ’ αποτέλεσμα άδικης αναφοράς στο πόρισμα για τέλεση εκ μέρους τους πειθαρχικών και ποινικών αδικημάτων και μάλιστα ότι προέβη ο ενάγων στη σύνταξη της έκθεσης και του πορίσματος με δόλιο τρόπο, κινούμενος από ταπεινά κίνητρα άδικης δίωξης τους.

Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων είναι αναληθής και μάλιστα ήταν αυτοί (εναγόμενοι) σε γνώση της αναλήθειας ότι ο ενάγων δολίως δεν εφάρμοσε το ορθό νομοθετικό πλαίσιο με μοναδικό σκοπό να προκαλέσει την δίωξη τους. Ειδικότερα, ο ενάγων, κατ’ αρχήν, πριν συντάξει την από 11.11.2002 έκθεση του, δεν γνώριζε τους εναγόμενους, δεν τον συνέδεε σχέση φιλίας ή εχθρότητας.

Επίσης, κατά τη διάρκεια του ελέγχου, ενεργώντας στο πλαίσιο της δοθείσας εντολής, ο ενάγων και ο συνάδελφος του Π. Κ. ζήτησαν από τους εναγομένους την προσκόμιση εγγράφων και την υποβολή εξηγήσεων και ακολούθως προχώρησαν στη σύνταξη του πορίσματος τους με την καταχώρηση των πραγματικών περιστατικών που διαπίστωσαν και τα οποία αξιολόγησαν κατά την κρίση και τη συνείδηση τους.

Ακολούθως, οι ελεγκτές ορθά ερμήνευσαν και εφάρμοσαν τους κανόνες δικαίου, προκειμένου να καταλήξουν στις διαπιστώσεις τους σε ότι αφορούσε την πρόσληψη και τα προσόντα των συντονιστών πρακτικής άσκησης, το επίδομα θέσης, και τον τρόπο υπολογισμού των αποδοχών των απασχολούμενων στον ΟΕΕΚ. Έτσι, ορθώς έκριναν επί των προσλήψεων συντονιστών πρακτικής άσκησης, όπως αυτό επιβεβαιώθηκε από το ...2007 έγγραφο του ΟΕΕΚ, στο οποίο αναφέρεται ότι οι προϋποθέσεις πρόσληψης των συντονιστών πρακτικής άσκησης καθορίζονται από τις διατάξεις της παρ.9 περ.Α "Ωρομίσθιοι Εκπαιδευτές" του άρθρου 19 του κεφ.

Ε της 121/92 Κανονιστικής Απόφασης και ότι δεν θεσπίζεται δυνατότητα πρόσληψης συντονιστών κατά παρέκκλιση των ως άνω διατάξεων, η δε πρόσληψη αυτών γίνεται από τον πίνακα της παρ.4 του άρθρου 19 που ισχύει για τους εκπαιδευτές, ενώ από τις ανωτέρω προϋποθέσεις εξαιρείται η εποπτεία των καταρτιζόμενων. Επίσης, ορθώς εφάρμοσαν το νόμο που ισχύει για τον τρόπο υπολογισμού των αποδοχών, με την εφαρμογή των ειδικών διατάξεων που ρυθμίζουν θέματα ανώτατου ορίου απολαβών στα Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης, όπως αυτό προκύπτει από τα πρακτικά της 28ης Γενικής Συνεδρίασης της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου (βλ.

και το από 27.3.2007 έγγραφο παροχής πληροφοριών της 22ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ. και το από 31-10-2007 έγγραφο της ίδιας Διεύθυνσης όπου αναφέρεται ότι στις αποδοχές στα ΙΕΚ εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις- που εφαρμόστηκαν και στο από 31.5.2006 πόρισμα- και ότι οι εκκαθαριστές αποδοχών των ΙΕΚ οφείλουν να γνωρίζουν και να εφαρμόζουν τις ειδικότερες αυτές διατάξεις.

Εξάλλου το ίδιο νομοθετικό πλαίσιο εφαρμόστηκε και από τους ελεγκτές Ν. Ν. και Γ. Σ., που διενήργησαν τον έλεγχο για τον Γ. Κ. και τη σύζυγο του, όπως αυτό εμφαίνεται στο από 8.5.2007 πόρισμα τους, στο οποίο επιπλέον διαπιστώνεται η υπέρβαση του ανωτάτου ορίου αποδοχών, καθώς και ότι η πρόσληψη της συζύγου του Γ.

Κ., Σ. Π., ως συντονίστριας πρακτικής άσκησης, έγινε δίχως η τελευταία να διαθέτει τα απαιτούμενα από το νόμο προσόντα. Από κανένα δε στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι υποδείχθηκε από τον ενάγοντα προς τους ανωτέρω ελεγκτές του δεύτερου εναγομένου και της συζύγου του, ο τρόπος της διενέργειας του ελέγχου και η απόφαση που αυτοί θα καλούνταν να πάρουν με τη σύνταξη της σχετικής έκθεσης τους.

Ο ισχυρισμός, λοιπόν, των εναγομένων ότι ο τρόπος υπολογισμού των αποδοχών τους ήταν διαφορετικός από εκείνον που αναφέρεται παραπάνω και εφαρμόστηκε από τον ενάγοντα στην έκθεση ελέγχου και στο πόρισμα και ειδικά ότι αυτός έπρεπε να γίνει, σύμφωνα και με την .../11.1.2001 εγκύκλιο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, σε ετήσια βάση επί του συνόλου των ακαθάριστων αποδοχών και των ακαθάριστων πρόσθετων αμοιβών και με διαίρεση των δύο αυτών ποσών δια του 12 να ανάγονται σε μηνιαία βάση, πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, όπως ήδη ανωτέρω αναφέρθηκε, εφαρμογή έχουν οι ειδικές διατάξεις που ρυθμίζουν θέματα ανώτατου ορίου απολαβών στα Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης, γεγονός που οι εκκαθαριστές αποδοχών των ΙΕΚ όφειλαν να γνωρίζουν και να εφαρμόζουν τις ειδικότερες αυτές διατάξεις.

Επίσης απορριπτέος είναι και ο ισχυρισμός των εναγομένων που αφορά την πρόσληψη και τα προσόντα των συντονιστών πρακτικής άσκησης και ειδικά ότι σύμφωνα με το εδάφιο β’ της παρ. 9 του άρθρου 19 της με αριθ. 121/1992 Κανονιστικής Υπουργικής Απόφασης και της .../7.10.2004 εγκυκλίου της Δ/νσης Κατάρτισης του ΟΕΕΚ δεν απαιτείται τυπικά προσόντα και εξειδίκευση αντίστοιχα των αντικειμένων των ασκούμενων αλλά συνέπεια και υπευθυνότητα στον έλεγχο των θεσμοθετημένων διαδικασιών, καθόσον όπως ήδη παραπάνω αναφέρθηκε, το νομοθετικό πλαίσιο για τα προσόντα και την πρόσληψη των συντονιστών πρακτικής άσκησης δεν είναι αυτό που ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, αλλά αυτό που εφάρμοσαν οι ελεγκτές.

Στη συνέχεια, αποδείχθηκε ότι διαβιβάστηκε το από 31.5.2006 πόρισμα προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, με αναφορά ότι προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις τέλεσης αξιόποινων πράξεων. Πλην, όμως η ανωτέρω διαβίβαση δεν προέκυψε ότι έγινε από εμπάθεια του ενάγοντος ή για την εξυπηρέτηση προσωπικού του συμφέροντος, αλλά προς εκπλήρωση υποχρέωσης που επιβάλλεται από το νόμο (ΚΠΔ 37 παρ.2).

Επίσης, δεν μπορεί να αποδοθεί στον ενάγοντα ότι διέρρευσε το περιεχόμενο της από 11.11.2002 έκθεσης ελέγχου στις εφημερίδες ή ότι εξυπηρετούσε ο ίδιος πολιτικές σκοπιμότητες, λόγω της δημοσίευσης της εν λόγω έκθεσης στην εφημερίδα "..." υπό την μορφή καταγγελίας από τον τότε βουλευτή Α. Ρ. και αργότερα στην εφημερίδα "...".

Και αυτό διότι ήδη από το Φεβρουάριο 2003 κοινοποιήθηκε η έκθεση στον ΟΕΕΚ, στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και στις αρμόδιες Διευθύνσεις του Υπουργείου Οικονομικών, ενώ προκύπτει ότι αντίγραφα της ως άνω έκθεσης απεστάλησαν στον Πρόεδρο του Ελεγκτικού Συνεδρίου, στον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και στον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών.

Με βάση τα παραπάνω είναι αναληθής ο ισχυρισμός των εναγόμενων για διάπραξη εκ μέρους του ενάγοντος του αδικήματος της παράβασης καθήκοντος και συγκεκριμένα ότι ο ενάγων με πρόθεση δεν εφάρμοσε την νομοθεσία που όφειλε να εφαρμόσει αλλά προέβη σε αυθαίρετες ερμηνείες, προκειμένου να τους βλάψει και να ωφεληθεί ενόψει των δικαστικών εκκρεμοτήτων που είχε συμμετέχοντας και στη σύνταξη του δεύτερου πορίσματος, ώστε να επιβεβαιώσει την αρχική του έκθεση και να κερδίσει την από 20.4.2004 αγωγή που είχε ασκήσει κατά του δεύτερου εναγομένου.

Τελούσαν δε αυτοί σε γνώση της αναλήθειας, καθόσον ο δεύτερος των εναγομένων κατέθεσε πρώτος την από 26.3.2006 μήνυση του κατά του ενάγοντος και στην ποινική δίκη κατέθεσαν οι λοιποί εναγόμενοι ως μάρτυρες υπεράσπισης του δεύτερου εναγομένου. Αποτέλεσμα των ανωτέρω ήταν ο ενάγων- ελεγκτής των εναγομένων να εμπλακεί σε δικαστική διαμάχη μαζί τους με δική τους πρωτοβουλία.

Ούτε ανταποκρίνεται στην αλήθεια ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ενάγων παραβίασε τη νομοθεσία κατά τη σύνταξη του από 31.5.2006 πορίσματος, προκειμένου ο ίδιος να επιβεβαιώσει την αρχική του έκθεση και με τον τρόπο αυτό να κριθεί βάσιμο το περιεχόμενο της από 20.4.2004 αγωγής του κατά του δεύτερου εναγομένου και ακολούθως να πετύχει την καταβολή αποζημίωσης και τούτο διότι ο ενάγων και στο δεύτερο πόρισμα του ενήργησε μέσα στα πλαίσια της εντολής που είχε λάβει από την υπηρεσία του και τα όσα διαλαμβάνονται στο πόρισμα του ανταποκρίνονται στις διαπιστώσεις που είχε διατυπώσει στην αρχική του έκθεση, που μέχρι την σύνταξη της (11.11.2002) δεν υπήρχε δικαστική διαφορά μεταξύ του ενάγοντος και του δεύτερου εναγομένου.

Επομένως, τα επικαλούμενα από τους εναγόμενους γεγονότα και αξιολογικές κρίσεις που στηρίζονται στα παραπάνω γεγονότα, που αναφέρονται και στην υποβληθείσα μήνυση τους κατά του ενάγοντος και αφορούν τη διάπραξη εκ μέρους του τελευταίου (ενάγοντος) των αδικημάτων της ψευδούς καταμήνυσης, της αποσιώπησης λόγου εξαίρεσης, της παράβασης καθήκοντος, καθώς και τη μεροληψία του ενάγοντος κατά τη διενέργεια του ελέγχου, την εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων, την υπέρβαση από εμπάθεια της ελεγκτικής του εξουσίας, τα ευτελή και ιδιοτελή κίνητρα του ενάγοντος, προκειμένου να κινηθεί σε βάρος τους ποινική δίωξη, είναι αναληθή και οι εναγόμενοι γνώριζαν ότι αυτά είναι αναληθή και διατυπώθηκαν από αυτούς (εναγομένους) με απώτερο σκοπό να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος ως ατόμου και ως υπαλλήλου, αφού τον εμφάνισαν ως υπάλληλο που εκμεταλλεύεται τη θέση του και παραβιάζοντας το νόμο εξυπηρετεί ιδιοτελείς σκοπούς, ως υπάλληλο που στη δεδομένη στιγμή της ελεγκτικής εξουσίας του άσκησε αυτήν παραβιάζοντας εν γνώσει του τον νόμο, προκειμένου να εξυπηρετήσει προσωπικές και πολιτικές σκοπιμότητες......

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο, συντασσόμενο με την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε βάσιμη κατ’ ουσίαν την ένδικη αγωγή, περιόρισε όμως, κατά μερική παραδοχή της εφέσεως των ήδη αναιρεσειοντων, το ύψος της καταβλητέας στον ενάγοντα, ήδη αναιρεσίβλητο, χρηματικής ικανοποιήσεως στο ποσό των 20.000 € , από το πρωτοδίκως επιδικασθέν ποσό των 40.000 €.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 932 Α.Κ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 362, 363 και 367 του Π.Κ., οι προϋποθέσεις εφαρμογής των οποίων συντρέχουν εν προκειμένω, καθόσον τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό της νομικής εννοίας της προσβολής της προσωπικότητος του αναιρεσιβλήτου, με συμπεριφορά συνιστώσα συκοφαντική δυσφήμηση και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής και την απόρριψη της εκ της διατάξεως του άρθρου 367 παρ.1 Π.Κ.

ενστάσεως των αναιρεσειόντων. Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφαση του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ’ αυτήν την απαιτουμένη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό των προδιαληφθεισών ουσιαστικών διατάξεων και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτών.

Τούτο δε διότι αναφέρονται στην απόφαση, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενό της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι τα γεγονότα που διαλαμβάνονται στην κατά του αναιρεσιβλήτου μήνυση των αναιρεσειόντων και αφορούν τη διάπραξη εκ μέρους του των αδικημάτων της ψευδούς κατ’ αυτών καταμηνύσεως, της αποσιωπήσεως λόγου εξαιρέσεως, της παραβάσεως καθήκοντος, καθώς και την επίδειξη εκ μέρους του μεροληψίας κατά τη διενέργεια του ελέγχου, την εξ εμπάθειας υπέρβαση της ελεγκτικής του εξουσίας, την εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων και τα ευτελή και ιδιοτελή κίνητρα αυτού, προκειμένου να κινηθεί σε βάρος τους ποινική δίωξη, είναι αναληθή και οι αναιρεσείοντες τα ισχυρίσθηκαν εν γνώσει της αναληθείας τους και με σκοπό να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του αναιρεσιβλήτου ως ατόμου και ως υπαλλήλου, και συνεπώς τέλεσαν εις βάρος του την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφημήσεως και του προξένησαν ηθική βλάβη που θεμελιώνει τη ένδικη αξίωση του προς επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως.

Επομένως οι περί του αντιθέτου (τέσσαρες συνολικώς) λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση επάλληλες αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία δηλαδή και εκ πλαγίου παραβίαση των προειρημένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων τυγχάνουν αβάσιμοι.

Ειδικότερα, με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση για την απόρριψη του ισχυρισμού και λόγου εφέσεως αυτών περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής από τον αναιρεσίβλητο του υφισταμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο παροχής των υπηρεσιών τους και διενεργείας του ελέγχου, νομικού καθεστώτος ως προς τον υπολογισμό των αποδοχών τους, ο οποίος, σύμφωνα με τον διάταξη του άρθρου 104 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως είχε ερμηνευθεί με αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου και με την .../11.1.2001 εγκύκλιο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, έπρεπε να γίνει σε ετήσια βάση επί του συνόλου των ακαθαρίστων αποδοχών και των ακαθάριστων προσθέτων αμοιβών τους και με διαίρεση των δύο αυτών ποσών δια του 12 να αναχθούν σε μηνιαία βάση.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, διότι, όπως ορθώς δέχθηκε το Εφετείο και αναφέρεται στη προσβαλλομένη απόφαση του, στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνουν, εφαρμογής οι αναφερόμενες στις πορισματικές εκθέσεις του αναιρεσιβλήτου και του Π. Κ. και εφαρμοσθείσες ειδικές διατάξεις (άρθρο 19 του ν. 2470/1997) που ρυθμίζουν θέματα ανωτάτου ορίου απολαβών των απασχολουμένων και στα Ινστιτούτα Επαγγελματικής Καταρτίσεως.

Επί προσθέτως δε ο αυτός ως άνω αναιρετικός λόγος τυγχάνει και αλυσιτελής, αφού και αληθής υποτιθέμενος ο προαναφερθείς ισχυρισμός των αναιρεσειόντων δεν αναιρεί, ενόψει των λοιπών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, την αδικοπρακτική συμπεριφορά και ευθύνη τούτων και δεν συνεπάγεται την εσφαλμένη νομική υπαγωγή αυτής στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Εξάλλου με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό και λόγο εφέσεως αυτών που αφορά την πρόσληψη και τα προσόντα των συντονιστών πρακτικής ασκήσεως και δη ότι σύμφωνα με το άρθρο 19 της υπ’ αριθμ.. 121/1992 Αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων δεν απαιτούνται τυπικά προσόντα και εξειδίκευση των αντικειμένων των ασκουμένων, όπως αναφέρει στην έκθεση του ο αναιρεσίβλητος, αλλά συνέπεια και υπευθυνότητα στον έλεγχο των θεσμοθετημένων διαδικασιών, παρεβίασε την εν λόγω υπουργική απόφαση και συνακολούθως τις εφαρμοσθείσες διατάξεις των άρθρων 362-363 του Π.Κ.. Και ο λόγος αυτός αναιρέσεως πέραν του αλυσιτελούς της προβολής του για την αμέσως ανωτέρω αναφερομένη αιτιολογία, τυγχάνει επί πλέον αβάσιμος, διότι, όπως ορθώς δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, οι προϋποθέσεις προσλήψεως των συντονιστών πρακτικής ασκήσεως καθορίζονται από τις διατάξεις της παρ.9 περ.Α περί ωρομισθίων εκπαιδευτών της 121/92 Κανονιστικής Αποφάσεως, που εφήρμοσε και ο αναιρεσίβλητος, και δεν θεσπίζεται δυνατότητα προσλήψεως συντονιστών κατά παρέκκλιση των διατάξεων τούτων, η δε πρόσληψη τους γίνεται από τον πίνακα της παρ.4 του άρθρου 19 που ισχύει για τους εκπαιδευτές.

Περαιτέρω με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι και πάλι τους δύο πρώτους ως άνω λόγους αναιρέσεως περί εσφαλμένης εφαρμογής από το Εφετείο της νομοθεσίας ως προς την διαδικασία προσλήψεως αυτών και τον τρόπο υπολογισμού των αποδοχών τους, ψέγουν την προσβαλλλομένη απόφαση διότι με πλημμελείς αιτιολογίες απέρριψε τον βάσιμο ισχυρισμό τους περί δολίας εσφαλμένης εφαρμογής από τον αναιρεσίβλητο των ανωτέρω διατάξεων και περί αποσιωπήσεως από αυτόν λόγου εξαιρέσεως, ο οποίος (ισχυρισμός) σε κάθε περίπτωση ήταν απολύτως εύλογος και όχι εν γνώσει τους ψευδής, καθόσον αποτελούσε σθεναρή και απολύτως εύλογη πεποίθησή τους, με βάση την συμπεριφορά του, ότι υπέπεσε στις αντίστοιχες αξιόποινες πράξεις και συνεπώς δεν στοιχειοθετείται η τέλεση εκ μέρους των του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως τυγχάνει απαράδεκτος, διότι υπό την επίκληση αιτιάσεων από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται ευθέως η εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού δεν συντρέχει εν προκειμένω οποιαδήποτε εκ των εξαιρετικών περιπτώσεων που αναφέρονται στην διάταξη αυτή.

Απαράδεκτος επίσης ως αναγόμενος στην εκτίμηση των αποδείξεων είναι και ο τέταρτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλομένη απόφαση, διότι με την απόρριψη του προαναφερθέντος ισχυρισμού τους, ότι η υποβολή της μηνύσεως τους οφείλεται στην εύλογη πεποίθηση αυτών για την νομιμότητα της υπηρεσιακής καταστάσεως και την άδικη δίωξή τους από τον αναιρεσίβλητο, εσφαλμένως δεν εφήρμοσε την περί απλής δυσφημήσεως διάταξη του άρθρου 362 Π.Κ.

και συνακολούθως δεν αποδέχθηκε την εκ του άρθρου 367 παρ. 1 Π.Κ. ένστασή τους.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί δε η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθούν επί πλέον αυτοί, ως ηττηθέντες (άρθρα 176, 183 και 191 παρ,2 Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου , κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό εκτιθέμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Σεπτεμβρίου 2014 αίτηση των : 1)Γ. Σ. του Γ. 2) Κ. Τ. του Μ. 3) Δ. Τ. του Μ. 4) Ά. Σ..5) Δ.-Ι. Α., 6) Π.-Β. Π., 7) Γ. Κ. του Σ., 8) Χ. Π. του Α., 9) Γ. Κ. του Ι., 10) Ε. Ν. του Δ. και 11) Α. Γ. του Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ.3058/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουλίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ