Legislator Case Law & Legislation
1364/2008 AI generated

1364/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1364/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/5/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1460/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8795/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/3/2007 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1364/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, η το πρώτο στην έκκλητη δίκη, με την έφεση του ενάγοντος επιχειρούμενη μεταβολή της βάσης της αγωγής, από την εκ της σύμβασης δανείου με τον εναγόμενο απαίτηση, σε σύμβαση δανείου με τη σύζυγο του εναγομένου και σε θεμελίωση της αγωγικής ευθύνης του εναγομένου σε εγγύηση παρασχεθείσα υπέρ της εκ δανείου ευθύνης της συζύγου του, είναι δικονομικά απαράδεκτη και πρέπει να αποκρούεται σαν τέτοια και αυτεπάγγελτα.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1364 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1364/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A'1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Δημήτριος Λοβέρδος), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λιάρο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Κοσμά-Πρεβεζάνου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/5/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1460/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8795/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/3/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός, ανέγνωσε την από 30/4/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των πρώτου (και κατά τα δύο μέρη του), δεύτερου (κατά το δεύτερο μέρος του) και τρίτου (κατά το δεύτερο μέρος του) λόγων της αναίρεσης και την αναίρεση της υπ' αριθμόν 8795/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο (δηλαδή κατά παραβίαση δικονομικής διάταξης) κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 526 εδ. α' και β' του ΚΠολΔ "είναι απαράδεκτη στην κατ' έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ο αντίδικος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα". Εξάλλου, από τα άρθρα 216 και 224 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τα άρθρα 361, 806 και 1034 του Α.Κ.

συνάγεται ότι η εκ δανείου αγωγή για επιδίκαση (επιστροφή) του δανεισθέντος ποσού, για την πληρότητά της στηρίζεται στη μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου σύμβαση, κατά την οποία ο πρώτος ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει κατά κυριότητα, με την οικεία παράδοση της νομής, χρήματα ορισμένης ποιότητας και ποσότητας εξαιτίας δανείου στο τελευταίο, και αυτός ανέλαβε την υποχρέωση λαμβάνοντας το δάνεισμα, να αποδώσει σ' εκείνον (ενάγοντα δανειστή) άλλα χρήματα, της ίδιας ποιότητας και ποσότητας, καθώς και στην εκ μέρους του ενάγοντος εκπλήρωση της σύμβασης (ΑΠ 768/2004).

Επομένως, η το πρώτο στην έκκλητη δίκη, με την έφεση του ενάγοντος επιχειρούμενη μεταβολή της βάσης της αγωγής, από την εκ της σύμβασης δανείου με τον εναγόμενο απαίτηση, σε σύμβαση δανείου με τη σύζυγο του εναγομένου και σε θεμελίωση της αγωγικής ευθύνης του εναγομένου σε εγγύηση παρασχεθείσα υπέρ της εκ δανείου ευθύνης της συζύγου του, είναι δικονομικά απαράδεκτη και πρέπει να αποκρούεται σαν τέτοια και αυτεπάγγελτα.

Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του δικογράφου της από 18-5-2004 αγωγής του αναιρεσίβλητου, προκύπτει ότι αυτός ισχυρίσθηκε τα εξής για τη θεμελίωση της αγωγικής ευθύνης του εναγομένου. "... από το ποσό των 26.000.000 δρχ. ή 76.302,27 Ευρώ κατέβαλε το ποσό των 6.000.000 δρχ. ή 17.608,22 Ευρώ και το υπόλοιπο ποσό των 20.000.000 δρχ.

ή 58.694,06 Ευρώ συμφώνησε λόγω δανείου με τον εναγόμενο, και αποδέχθηκε δύο συν/κές έκδοσής μου στην Αθήνα στις 17-11-2002, σε διαταγή μου, ποσού 29.347,29 Ευρώ, λήξεως της 10-8-2002 και 10-9-2002 τις οποίες μου παρέδωσε ως εξόφληση του δανείου που κατέβαλα για λογαριασμό του λόγω χρεών προς τη Δ.Ο.Υ. Μυκόνου και ανέλαβε την υποχρέωση με τη συμφωνία μας αυτή να μου καταβάλει το οφειλόμενο ποσό 58.694,58 Ευρώ ή 20.000.000 δρχ., η δε συμφωνία μας αναφέρεται στην παραπάνω έννομη σχέση του δανείου...

Η κατάρτιση των συναλλαγματικών και η καταβολή του παραπάνω ποσού είναι σαφές ότι εκδόθηκαν για την πληρωμή χρεών του εναγομένου που κατέβαλε για λογαριασμό του στη ΔΟΥ Μυκόνου, λόγω δανείου, μεταβιβάσας στον εναγόμενο κατά κυριότητα το ως άνω ποσό των χρημάτων και αυτός ανέλαβε την υποχρέωση να μου το αποδώσει έντοκα από της επομένης της λήξης εκάστης συναλλαγματικής, ως δάνειο ορισμένου χρόνου...

Επειδή παραιτούμαι από το αγωγικό δικαίωμα της από 8-12-2003 επιταγής προς πληρωμή της υπ' αριθ. 10284/2003 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε με βάση της πιο πάνω συν/κές ως ομόλογο, η παραίτηση όμως αυτή δεν καθιστά απαράδεκτη την αγωγή που στηρίζεται στην υποκειμένη σχέση η αιτία της συν/κής.

Εξ άλλου, με τις κατατεθείσες στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο από 11-1-2005 έγγραφες προτάσεις του ο αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε, επαναλαμβάνοντας τους πιο πάνω βασικούς αγωγικούς ισχυρισμούς του... "οι επίδικες συν/κές εκδόθηκαν μετά την υπογραφή του συμβολαίου πώλησης, τις οποίες αποδέχθηκε ο εναγόμενος ποσού 10.000.000 εκάστης και αφορούσε το ποσό που κατέβαλα για λογαριασμό του προς τη Δ.Ο.Υ.

Μυκόνου, το οποίο υποχρεούται κατά νόμο να μου καταβάλει διότι μου το οφείλει λόγω δανείου προς δική του διευκόλυνση...". Μετά την απόρριψη της αγωγής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθ. 1460/2005 απόφασή του, ο αναιρεσίβλητος άσκησε την από 14-2-2006 έφεσή του στην οποία ισχυρίσθηκε για πρώτη φορά ότι... "οι δύο επίδικες συν/κές αποτελούν εγγύηση αποπληρωμής χρεών της συζύγου του εναγομένου προς τη Δ.Ο.Υ.

Μυκόνου, το δε πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων γιατί έπρεπε να δεχθεί οι δύο συν/κές αποτελούν εγγύηση αποπληρωμής χρεών της συζύγου του εναγομένου τα οποία εξοφλήθηκαν στις 17-11-2001". Η για πρώτη φορά με το δικόγραφο της έφεσης επίκληση από τον αναιρεσίβλητο ως εκκαλούντα - ενάγοντα τέτοιας συμφωνίας παροχής ατομικά δανείου προς τη σύζυγο του αναιρεσείοντος ως εναγομένου, και η θεμελίωση της αγωγικής ευθύνης του τελευταίου στην εγγυητική του μόνο ευθύνη από τη διάταξη του άρθρου 847 του Α.Κ.

για την ατομική εκ δανείου οφειλή της συζύγου του, αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της μοναδικής βάσης της αγωγής με το αρχικό περιεχόμενό της που προαναφέρθηκε, και για το λόγο αυτό ήταν απαράδεκτη κατ' άρθρ. 526 του ΚΠολΔ. Το απαράδεκτο δε αυτό, καίτοι λαμβανόμενο υπόψη και αυτεπάγγελτα, ρητά προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα ως εκκαλούντα με τις από 19-9-2006 έγγραφες προτάσεις του που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της έφεσης του αναιρεσίβλητου στο Εφετείο.

Το Εφετείο Αθηνών που δίκασε την έφεση του αναιρεσίβλητου οδηγήθηκε στην παραδοχή της, στην εξαφάνιση της προσβαλλόμενης πρωτόδικης απόφασης, και στην παραδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου με τις ακόλουθες σκέψεις. "Ο εκκαλών, από το έτος 1965, διατηρούσε, στην Αθήνα, επί της οδού ..., στο Σύνταγμα, επιχείρηση εμπορίας χρυσού και πολυτίμων λίθων, χονδρικής πώλησης, μέχρι το έτος 2002, οπότε συνταξιοδοτήθηκε.

Ο εφεσίβλητος με τη σύζυγό του, Α, διατηρούσε δύο καταστήματα εμπορίας χρυσού, λιανικής πώλησης, στη νήσο Μύκονο. Ο εφεσίβλητος και η σύζυγος του συνεργάζονταν με τον εκκαλούντα, από τον οποίο αγόραζαν, κοσμήματα, τα οποία μεταπουλούσαν στα καταστήματα τους. Κατά τη διάρκεια της εμπορικής αυτής συνεργασίας το ζεύγος Χ-Α όφειλε στον εκκαλούντα το ποσό των 55.000.000 δραχμών.

Για την εξόφληση του χρέους αυτού συμφωνήθηκε διακανονισμός της οφειλής ως εξής: Η σύζυγος του εφεσίβλητου εξέδωσε πέντε τραπεζικές επιταγές, σε διαταγή της, τις οποίες οπισθογράφησε στον εκκαλούντα. Οι επιταγές αυτές ήταν πληρωτέες στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, υποκατάστημα Μυκόνου, με αριθμούς 1) ..., ποσού 12.000.000 δραχμών, 2) ..., ποσού 12.000.000 δραχμών, 3) ..., ποσού 10.000.000 δραχμών, 4) ..., ποσού 12.000.000 δραχμών και 5) ..., ποσού 10.000.000 δραχμών, με ημερομηνία έκδοσης 30-6-1999, 30-7-1999, 20-8-1999, 30-8-1999 και 20-9-1999, αντίστοιχα και συνολικού ποσού, 54.000.000 δραχμών.

Επειδή οι παραπάνω επιταγές δεν εξοφλήθηκαν, ο εκκαλών πέτυχε την έκδοση της υπ' αρ. 14922/1999 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με βάση τις 2η, 3η και 5η των τραπεζικών επιταγών, καθώς επίσης της υπ' αρ. 14923/1999) διαταγής πληρωμής με βάση την 1η και 4η τούτων, οι οποίες θα σχολιαστούν, ειδικότερα, παρακάτω.

Ακολούθως, ο εκκαλών με βάση τους ως άνω εκτελεστούς τίτλους επεδίωξε αναγκαστική εκτέλεση και κατάσχεσε αναγκαστικά με την υπ' αρ. 90/27-7-2000 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή, ..., το υπό στοιχείον Α1 διαμέρισμα και την υπό στοιχείο Υ8 αποθήκη του υπογείου, μιας πολυκατοικίας, που βρίσκεται στην ..., επί της οδού ... .

Ενόψει του αναγκαστικού πλειστηριασμού των ακινήτων αυτών ο εκκαλών και η σύζυγός του εφεσιβλήτου συμβιβάστηκαν και συμφώνησαν να μεταβιβάσει η ως άνω οφειλέτης (με βάση τις πέντε τραπεζικές επιταγές) στον εκκαλούντα ένα αγροτικό ακίνητο, ιδιοκτησίας της, που βρίσκεται στη Μύκονο, έναντι συνολικού τιμήματος 62.000.000 δραχμών.

Για το λόγο αυτό συντάχθηκε, στις 17-11-2002, στο γραφείο του εκκαλούντα, το με αρ. .../2001 συμβόλαιο, της συμ/φου Πειραιά, Μαρίας Παπαδοπούλου, στο οποίο ως αντικειμενική αξία του ακινήτου αναγράφεται το ποσό των 35.201.980 δραχμών. Η πωλήτρια, σύζυγος του εφεσίβλητου, αδυνατούσε λόγω χρεών προς την Εφορία, να εκδώσει φορολογική ενημερότητα, ώστε να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση του ακινήτου.

Για το λόγο αυτό ο εκκαλών εξέδωσε, την προηγουμένη ημέρα, δηλαδή στις 16-11-2001, κατόπιν συμφωνίας, την με αρ. ..... τραπεζική επιταγή, πληρωτέα επί της ALFA BANK, ποσού 26.000.000 δραχμών. Την επιταγή αυτή η συμ/φος την παρέδωσε στη ΔΟΥ Μυκόνου, από την οποία είχε εκδοθεί το υπ' αρ. .../.../... αποδεικτικό ενημερότητας για χρέη προς το Δημόσιο της πωλήτριας, με το οποίο παραγγέλεται η συμ/φος να παρακρατήσει από το τίμημα πώλησης το ποσό του χρέους προς την ΔΟΥ Μυκόνου.

Τα περιστατικά αυτά δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους. Άλλωστε, μνημονεύονται και στο πωλητήριο συμβόλαιο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε, ότι στο ως άνω συμβόλαιο αναφέρεται, ότι κατά τη δήλωση των συμβαλλομένων, δηλαδή του εκκαλούντα και της συζύγου του εφεσίβλητου, το τίμημα πώλησης (35201980) το πλήρωσε ολόκληρο ο εκκαλών -αγοραστής στην πωλήτρια, με την καταβολή του ποσού των 9.201.980 δραχμών, σε μετρητά, πριν την υπογραφή του συμβολαίου και χωρίς την παρουσία της συμ/φου και με την παράδοση της ως άνω τραπεζικής επιταγής των 26.000.000 δραχμών.

Τα παραπάνω όμως, περιστατικά δεν είναι από εκείνα, που έγιναν από την συμ/φο, με την ιδιότητά της ως δημοσίου υπαλλήλου, ή ενώπιον της, ώστε να αποτελούν πλήρη απόδειξη, κατ άρθρο 438 ΚΠολΔ, έναντι πάντων, οπότε δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη αυτών, παρά μόνον, εάν προσβληθούν ως πλαστά. Αντίθετα, όσα αναφέρονται στο συμβόλαιο, σχετικά με τον τρόπο εξόφλησης του τιμήματος πώλησης, (κατά τη δήλωση των συμβαλλομένων), είναι περιστατικά την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει η συμ/φος και συνεπώς, γι' αυτά χωρεί ανταπόδειξη.

Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ότι από την παραπάνω τραπεζική επιταγή της ALFA ΒΑΝΚ, ποσού 26.000.000 δραχμών, μόνον το ποσό των 6.000.000 δραχμών αφορούσε το τίμημα πώλησης του ακινήτου και ότι ο εκκαλών, δεν κατέβαλε καθόλου μετρητά χρήματα. Αντίθετα, το ποσό των 600.000 δραχμών συνυπολογίστηκε με το χρέος της πωλήτριας από τις προαναφερόμενες πέντε τραπεζικές επιταγές, συνολικού ποσού 56.000.000 δραχμών, που σημειωτέον, ουσιαστικά αφορούσε το ισόποσο χρέος του εφεσίβλητου από την εμπορική συνεργασία αυτού με τον εκκαλούντα και το σύνολο, δηλαδή 62.000.000 δραχμές αποτέλεσε το τίμημα πώλησης του αγροτικού ακινήτου.

Συγχρόνως, την ίδια ημέρα, (17-11-2001), ο εφεσίβλητος αποδέχθηκε δύο συναλλαγματικές, εκδόσεως του εκκαλούντα, στις 17-11-2001 και λήξης στις 10-8-2002 και 10-9-2002, ποσού αντίστοιχα 10.000.000 δραχμών, καθεμιά και συνολικά 20.000.000 δραχμών. Οι παραπάνω συναλλαγματικές εκδόθηκαν από τον εκκαλούντα για να εξασφαλιστεί η απαίτησή του, ύψους 20.000.000 δραχμών (26.000.000 δρχ.

που χορήγησε με την επιταγή της ALFA ΒΑΝΚ - 6.000.000 δρχ., το τίμημα πώλησης), ποσό το οποίο έδωσε λόγω δανείου στην πωλήτρια, σύζυγο του εφεσίβλητου, με την τραπεζική ως άνω επιταγή, για να εξοφλήσει την Δ.Ο.Υ. Μυκόνου και να εκδοθεί η ενημερότητα, ώστε να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση του ακινήτου. Επίσης, την ίδια ημέρα (17-11-2001) ο εκκαλών υπέγραψε δήλωση, στην οποία, κατ' ακριβή διατύπωση, αναφέρει τα εξής: "...

δηλώνω ότι ουδεμία απαίτηση έχω ή διατηρώ από την Α, έχοντας πλήρως ικανοποιηθεί από τις σε βάρος τους 14922 και 14923 διαταγές πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, υποχρεούμενος όπως άμεσα επιστρέψω σ' αυτούς το απόγραφο των παραπάνω διαταγών πληρωμής και όλους τους τίτλους (επιταγές) με βάση τους οποίους εκδόθηκαν οι διαταγές αυτές και μη διατηρώντας άλλη απαίτηση κατ' αυτών μέχρι σήμερα από αυτή ή άλλη αιτία, άλλως παραιτούμενος από τις απαιτήσεις μου, ως άφεση χρέους".

Ακολουθούν οι υπογραφές του ζεύγους Χ-Α και του εκκαλούντα. Ήδη ο εφεσίβλητος ισχυρίζεται, ότι ουδεμία απαίτηση έχει ο εκκαλών εναντίον του. Επίσης, υποστηρίζει, ότι η επιταγή των 26.000.000 δραχμών αποτελούσε τίμημα πώλησης, ότι οι δύο επίδικες συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 20.000.000 δραχμών είχαν εκδοθεί λευκές, ως προς την ημερομηνία έκδοσης αυτών, περί το έτος 1997, ως εγγύηση καταβολής του χρέους της συζύγου του προς τον εκκαλούντα και, ειδικότερα, προς εξασφάλιση των υπό στοιχείων 3175492-1 και 3175495-4 τραπεζικών επιταγών, τις οποίες είχε εκδώσει αυτή, ποσού 12.000.000 δραχμών καθεμιά, για τις οποίες επίσης, είχε εκδοθεί η υπ'αρ. 14923/1999 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως έχει προαναφερθεί.

Ισχυρίζεται επίσης, ο εφεσίβλητος, ότι, μετά την εξόφληση του χρέους της συζύγου του προς τον εκκαλούντα, με την μεταβίβαση του ακινήτου της προς αυτόν, δεν υπάρχει πλέον έγκυρη αιτία έκδοσης των συναλλαγματικών, των οποίων η αξίωση είναι ανενεργής. Με τον ισχυρισμό αυτό προβάλλει την ένσταση της αντισυμβατικής συμπλήρωσης των δύο επίδικων συναλλαγματικών, που είχαν εκδοθεί ατελείς, εκ μέρους του εκδότη τους (εκκαλούντα) ως προς την ημερομηνία έκδοσης (17-11-2001) και, κατ' επέκταση την έλλειψη υποκείμενης αιτίας (άρθρο 10 Ν. 5325/1932).

Η ένσταση αυτή όμως δεν αποδεικνύεται ως ουσιαστικά βάσιμη. Πιο συγκεκριμένα, οι δύο ως άνω τραπεζικές επιταγές για την εξασφάλιση της πληρωμής των οποίων, εκδόθηκαν, κατά τους ισχυρισμούς του εφεσίβλητου, οι δύο συναλλαγματικές, έχουν ημερομηνία έκδοσης το έτος 1999, ενώ οι συναλλαγματικές, όπως ο εφεσίβλητος συνομολογεί, εκδόθηκαν από τον εκκαλούντα και έγιναν αποδεκτές από τον εφεσίβλητο, το έτος 1997.

Επομένως, κατά τον εφεσίβλητο, οι συναλλαγματικές εκδόθηκαν, πριν να γεννηθεί η αξίωση την οποία εξασφάλιζαν, δηλαδή πριν την έκδοση των δύο τραπεζικών επιταγών, γεγονός, που αντιβαίνει στη λογική. Το ίδιο επαναλαμβάνει η σύζυγος του εφεσίβλητου στην κατάθεση της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Συγκεκριμένα κατέθεσε, ότι οι συναλλαγματικές έχουν υπογραφεί τέσσερα χρόνια πριν το 2001. Εκτός τούτου όμως, τα ποσά των δύο ως άνω επιταγών και των δύο συναλλαγματικών δεν ταυτίζονται αριθμητικά. Οι επιταγές είναι συνολικού ποσού 24.000.000 δραχμών (12.000.000 δραχμές καθεμιά), ενώ οι συναλλαγματικές 10.000.000 δραχμές καθεμιά και συνολικά 20.000.000 δραχμές.

Ούτε όμως από τη δήλωση άφεσης χρέους του εκκαλούντα εξάγεται συμπέρασμα υπέρ της άποψης του εφεσίβλητου. Ειδικότερα, με τη δήλωση της 17-11-2001 ο εκκαλών συνομολογεί, ότι δεν έχει καμιά απαίτηση εναντίον του εφεσιβλήτου και της συζύγου του, από τις δύο διαταγές πληρωμής (14922/1999 και 14923/1999) και από τις επιταγές με βάση τις οποίες εκδόθηκαν οι διαταγές πληρωμής, χωρίς πουθενά να γίνεται αναφορά για τις δύο συναλλαγματικές, που ήδη (κατά την άποψη του εφεσιβλήτου) είχαν εκδοθεί, το έτος 1997, γεγονός, το οποίο, αν ήταν αληθές, θα έπρεπε η δήλωση άφεσης χρέους να συμπεριλαμβάνει και τις δύο συναλλαγματικές.

Επίσης, στη δήλωση ο εκκαλών ομολογεί ότι δεν έχει καμιά απαίτηση κατά του ζεύγους Χ-Α "μέχρι σήμερα", δηλαδή εννοεί την 17-11-2001. Όμως, οι δύο επίδικες συναλλαγματικές έχουν μεταγενέστερη ημερομηνία λήξης και συγκεκριμένα, στις 10-8-2002 και 10-9- 2002.

Συνεπώς, κατά τη σύνταξη της δήλωσης δεν ήταν ληξιπρόθεσμο χρέος και γι' αυτό δεν έγινε αναφορά γι' αυτές στην δήλωση άφεσης χρέους. Ας σημειωθεί, ότι ο εφεσίβλητος συνομολογεί, ότι οι δύο συναλλαγματικές ήταν λευκές. μόνον ως προς την ημερομηνία έκδοσης και δεν προβάλλει παραποίηση αυτών για άλλα στοιχεία τους.

Επομένως, από όλα τα παραπάνω περιστατικά το Δικαστήριο τούτο κρίνει ότι ο εφεσίβλητος οφείλει στον εκκαλούντα το ποσό των δύο επίδικων συναλλαγματικών (20.000.000 δραχμών) τις οποίες αποδέχτηκε, στις 17-11-2001, προς εξασφάλιση της απαίτησης του εκκαλούντα, σε βάρος της δανειολήπτριας συζύγου του, ποσό το οποίο ο εκκαλών της χορήγησε λόγω δανείου, για να εξοφληθεί το χρέος της προς τη Δ.Ο.Υ.

Μυκόνου και να καταστεί εφικτή η ολοκλήρωση της μεταβίβασης του ακινήτου της προς αυτόν. Η εκκαλουμένη απόφαση όμως, κατέληξε σε αντίθετο αποτέλεσμα και απέρριψε την αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κρίνοντας έτσι, έσφαλε και για το λόγο αυτό πρέπει να εξαφανιστεί, κατά παραδοχή του 1ου λόγου της έφεσης, (με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται για κακή εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού), ως ουσιαστικά βάσιμου.

Στη συνέχεια, πρέπει να διακρατηθεί η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, για να ερευνηθεί η αγωγή, η οποία είναι νόμιμη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 21 επ., 33 επ., 47 Ν. 5325/1932 "περί συν/κής" και άρθρα 847 επ. ΑΚ (σύμβαση εγγύησης), κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό του δικογράφου της αγωγής, εφόσον ανεξάρτητα από τον εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό του ενάγοντα, που στηρίζει την αγωγή στον νόμο περί συν/κής, σε συνδυασμό με τις διατάξεις περί συμβάσεως δανείου και ο οποίος δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, τα περιστατικά που θεμελιώνουν τη συρρέουσα ως άνω αγωγική αξίωση (άρθρα 847 επ.

ΑΚ) περιέχονται με πληρότητα στο αγωγικό δικόγραφο. Επομένως, οι αντίθετοι ισχυρισμοί του εναγομένου πρέπει να απορριφθούν. Ακολούθως, η αγωγή, για την οποία έχει καταβληθεί το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου, όπως μνημονεύει η εκκαλουμένη απόφαση, πρέπει να γίνει δεκτή ως προς την αγωγική βάση, που στηρίζεται στον Νόμο περί συν/κής, κατά το ποσό των 42.932,78 ευρώ, μετά τον επιτρεπτό περιορισμό του αγωγικού αιτήματος, με δήλωση παραίτησης του ενάγοντα, που εμπεριέχεται στο εφετήριο (άρθρα 294, 297, 299 ΚΠολΔ), κατά το ποσό των 15.761,27 ευρώ, το οποίο, όπως συνομολογεί εισέπραξε με το από 18-6-2002 ένταλμα της Τράπεζας Αττικής (δηλαδή 20.000.000 δραχμές ή 58.694,05 ευρώ μείον 15.761,27)".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και παρέβλεψε την προαναφερθείσα απαράδεκτη μεταβολή της αρχικής βάσης της αγωγής του αναιρεσίβλητου, κατά παράβαση της δικονομικού δικαίου διάταξης του άρθρου 526 του ΚΠολΔ δεν κήρυξε το απαράδεκτο που προκλήθηκε και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ. Εξάλλου, με τις ίδιες παραδοχές του το Εφετείο, αφ' ενός μεν δεν έλαβε υπόψη του ως "πράγμα", τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής του αναιρεσίβλητου αλλά και το βασικό αγωγικό ισχυρισμό ως δικαστική ομολογία του αναιρεσίβλητου κατά την έννοια επίσης του "πράγματος" ότι οι ένδικες συναλλαγματικές ως ομόλογα κατέτειναν σε απόδειξη της υποκειμένης στις ίδιες συναλλαγματικές αιτίας του δανείου, ατομικά προς τον αναιρεσίβλητο ως εναγόμενο, αφ' ετέρου δε έλαβε υπόψη του με την έννοια "του πράγματος" επίσης, την έννομη σχέση της εγγύησης, ως θεμελιωτική της αγωγικής ευθύνης του αναιρεσείοντος, καίτοι μη επικληθείσα με το δικόγραφο της αγωγής, και υπέπεσε και στις τρεις περιπτώσεις στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ.

Πρέπει επομένως, να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι οι αντίστοιχοι λόγοι της αναίρεσης, πρώτος και κατά τα δύο μέρη του (από τους αριθμούς 8 και 14), δεύτερος κατά το δεύτερο μέρος του (από τον αριθμό 8) και τρίτος (κατά το δεύτερο μέρος του) (από τον αριθμό 8) και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Εξ άλλου, οι λοιποί λόγοι αναίρεσης κατ' εκτίμηση ασκούνται επικουρικά για τη περίπτωση της μη ευδοκίμησης των πιο πάνω λόγω αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14, και αφορούν την βάση της αγωγής που έγινε δεκτή από την προσβαλλόμενη κατ' ουσίαν και είχε όμως απαράδεκτα προβληθεί για πρώτη φορά στο Εφετείο (εγγυητική ευθύνη για ατομικό δάνειο προς τη σύζυγο του εναγομένου).

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), και για τις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την αριθ. 8795/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ