Supreme Court dismisses National Bank's appeal regarding evidence discrepancies not amounting to material error.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the National Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The bank argued that the lower court accepted evidence with minor date discrepancies without proper proof, violating procedural rules. The court ruled that such minor variations do not constitute a material error warranting reversal.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(10) of the Code of Civil Procedure; Art. 576(2) of the Code of Civil Procedure: An appellate court must reject an appeal based on evidence discrepancies unless they materially alter the case facts or constitute a fundamental procedural violation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1364 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1364/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Μαϊου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Γρηγοράκη.
Του αναιρεσιβλήτου: ......, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-1-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 3320/2000 προδικαστική, 53/2005 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 9808/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Μαρτίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 23 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την με επικληση προσκομιζόμενη από την αναιρεσείουσα ..... έκθεση επιδόσεως της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας ..... προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, μετά της κάτωθι αυτής πράξεως ορισμού δικασίμου για την στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο και μετά κλήσεως προς συζήτηση `για τη δικάσιμο αυτή, με παραγγελία της επισπεύδουσας τη συζήτηση αναιρεσείουσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, ούτε κατέθεσε, κατ΄ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.
Πολ.Δ., δήλωση μη παραστάσεως κατά την εκφώνηση της υποθέσεως την άνω δικάσιμο. Επομένως, κατ΄ άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. , πρέπει το δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία του νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου. Ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα.
Εξ άλλου, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται όταν τα περιστατικά της αγωγής δεν συμπίπτουν απολύτως με αυτά που (προέκυψαν από τις αποδείξεις και) έγιναν δεκτά με την απόφαση, αν δεν διαφέρουν ουσιωδώς εκείνων (Α.Π. 185/1998). Στην προκείμενη περίπτωση, στην αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από την επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει, εκτίθεται ότι στις 20-7-1995 ο ενάγων, κατόπιν αιτήσεως περί αποκτήσεως μεριδίων των αμοιβαίων κεφαλαίων ΔΗΛΟΣ, που υπέβαλε στο υποκατάστημα της εναγομένης τράπεζας στα ....., κατέβαλε στην πρώτη εναγομένη, η οποία εργαζόταν ως υπάλληλος της δεύτερης στο υποκατάστημα αυτό και την οποία γνώριζε λόγω των συναλλαγών που διενεργούσε από το συγκεκριμένο υποκατάστημα, 10.000.000 δραχμές και αγόρασε 10 μερίδια αξίας 1.000.000 δραχμών το καθένα, με απόδοση 20% για ένα έτος, σύμφωνα με τις διαβεβαιώσεις της πρώτης εναγομένης, παρέλαβε δε το σχετικό τραπεζικό έγγραφο για τη συναλλαγή αυτή.
Ότι στις 21-7-1996 δεν ανέλαβε το ποσό των 12.000.000 δραχμών αλλά ανανέωσε την επένδυση κατά τον ίδιο τρόπο για ένα ακόμη έτος, στις 21-11-21996 δε παρέδωσε στην πρώτη εναγομένη στο ίδιο υποκατάστημα της δεύτερης εναγομένης ποσό 4.750.000 δραχμών για την απόκτηση 47, 5 μεριδίων του ίδιου αμοιβαίου κεφαλαίου, με λήξη την 21-7-1997, που έληγε και το πρώτο και απόδοση 12, 5%.
Ότι, ενώ στις 21-7-1997 έπρεπε να λάβει ποσό 19. 300. 000 δραχμών (10.000.000+4.750.000+οι αποδόσεις των τόκων), κατόπιν συνεννοήσεως με την πρώτη εναγομένη που έγινε στο ίδιο υποκατάστημα, συμφώνησε να τοποθετηθεί το ποσό των 17.000.000 δραχμών στο ίδιο αμοιβαίο κεφάλαιο για ένα έτος με απόδοση 15%, κατόπιν αιτήματός του δε να του χορηγήσει η πρώτη εναγομένη το αποδεικτικό της σχετικής συναλλαγής, αυτή του εξήγησε ότι τα χρήματά του κατατέθηκαν ως τμήμα μεγαλύτερου ποσού 100.000.000 δραχμών μαζί με άλλο καταθέτη, εξάδελφό της, για να έχουν μεγαλύτερη απόδοση, στο όνομα του οποίου είχε εκδοθεί και το σχετικό αποδεικτικό συναλλαγής, διαβεβαίωση στην οποία πείσθηκε λόγω της χωρίς πρόβλημα μέχρι τότε συνεργασίας τους.
Ότι στις 21-7-1998 δεν έλαβε το ποσό των 19.550.000 δραχμών, ήτοι το πιο πάνω κεφάλαιο και την ετήσια απόδοση 15% σ αυτό, επειδή η πρώτη εναγομένη, ενεργώντας κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας που της είχε αναθέσει η δεύτερη εναγομένη και εκμεταλλευόμενη τη θέση της αυτή, δεν διέθεσε τα χρήματα που της κατέβαλε για την αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων, όπως του είχε δηλώσει, αλλά τα υπεξήρεσε και τα ιδιοποιήθηκε, εξ αιτίας δε της παράνομης και υπαίτιας πράξης της εναγομένης αυτής (πρώτης) ζημιώθηκε το ποσό των 19.550.000 δραχμών.
Με βάση το ιστορικό αυτό της αγωγής, ζητεί ο ενάγων να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, εις ολόκληρον η κάθε μία, να του καταβάλουν ως αποζημίωση το άνω ποσό, με το νόμιμο τόκο. Το Εφετείο, το οποίο δίκασε την έφεση κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, που εκδόθηκε επί της άνω αγωγής, δέχθηκε, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, μεταξύ άλλων ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης (ήδη αναιρεσείουσας) τράπεζας ότι δεν υφίσταται ευθύνη της από την πρόστηση, αφού η άνω υπάλληλος, κατά τις ημεροχρονολογίες που φέρονται να έλαβαν χώρα οι επίδικες συναλλαγές της με τον ενάγοντα ήταν σε κανονική άδεια, όπως προκύπτει από έγγραφα της τράπεζας και επί πλέον η 21-7-1996 ήταν ημέρα Κυριακή, με συνέπεια οι επίμαχες συναλλαγές να έλαβαν χώρα εκτός του τραπεζικού υποκαταστήματος και να διακόπτεται έτσι ο (μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης και της υπηρεσίας που της είχε ανατεθεί) αιτιώδης σύνδεσμος (αναγκαίος για την εκ προστήσεως ευθύνη της).
Ότι, με εξαίρεση την τελευταία συναλλαγή, της 21-7-1997, η οποία πράγματι έλαβε χώρα εκτός του άνω υποκαταστήματος της αναιρεσείουσας, οι λοιπές συναλλαγές έλαβαν χώρα εντός του άνω υποκαταστήματος, σε ημέρες και ώρες λειτουργίας του, μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης, κατά τη διάρκεια της εργασίας της, με απόκλιση ολίγων ημερών από τις ημεροχρονολογίες που αναγράφονται στις χορηγηθείσες από την πρώτη εναγομένη αποδείξεις.
Με το να δεχθεί το Εφετείο ότι οι άνω συναλλαγές έγιναν με απόκλιση ολίγων ημερών από τις ημεροχρονολογίες που αναγράφονται στις χορηγηθείσες από την πρώτη εναγομένη αποδείξεις, χωρίς να έχει ταχθεί με την προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου θέμα αποδείξεως, ούτε να διεξαχθεί σχετική απόδειξη, ότι οι συναλλαγές αυτές έγιναν σε ημερομηνίες άλλες από εκείνες που αναφέρονται στην αγωγή, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ., αφού, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, δεν στοιχειοθετείται ο άνω λόγος αναιρέσεως, όταν τα περιστατικά της αγωγής δεν συμπίπτουν απολύτως με αυτά που προέκυψαν από τις αποδείξεις και έγιναν δεκτά με την απόφαση, αν τα τελευταία δεν διαφέρουν ουσιωδώς των πρώτων, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση, όπου η μόνη (μη ουσιώδης) διαφοροποίηση μεταξύ των επικληθέντων με την αγωγή και των γενόμενων δεκτών με την προσβαλλόμενη απόφαση περιστατικών αναφέρεται στην κατά τα άνω μικρή χρονική τους απόκλιση.
Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 10 του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος και μοναδικός λόγος της αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ΄ ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως. Διάταξη για καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου δεν θα διαληφθεί στο διατακτικό, διότι ο τελευταίος δεν παρέστη και δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.
Τέλος, μετά την απόρριψη της αιτήσεως, η με το αναιρετήριο υποβαλλόμενη αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν πρέπει να εξετασθεί, αφού η εξέτασή της προϋποθέτει την παραδοχή της αιτήσεως και την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η οποία έχει εκτελεσθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-3-2006 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της 9808/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2007.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ