Supreme Court dismisses appeal on property ownership, ruling lower court correctly rejected claim due to lack of uninterrupted possession.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Single Member Court of Appeal in Rhodes. The appellant argued the lower court ignored specific documents proving her property was within a village boundary and that she had uninterrupted possession, but the court found these arguments legally insufficient. The court determined the lower court correctly rejected the claim because the appellant failed to demonstrate uninterrupted possession for the required ten-year period, making the dismissal of the original suit legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal must be rejected if the lower court's decision was based on correct legal reasoning and facts, specifically regarding the requirement of uninterrupted possession for property ownership claims against the state.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1363 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1363/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Αθανάσιο Θεοφάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 2α Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: E. M. C. (Ε. Μ. Κ.) S. (Σ.) του E. F. (Έ. Φ.), κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γιασεμώ Καραγιάννη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-7-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 200/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 10/2019 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-2-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη, από 10.02.2021, αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 10/2019, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, το οποίο δικάζοντας την από 07.11.2017 έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθμ. 200/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 24.07.2016 αγωγή αναγνωριστική κυριότητας από τα άρθρα 4§1 στοιχ.
β' του ν. 3127/2003 και 6§2 στοιχ. α' του ν. 2664/1998 της αναιρεσείουσας, έκανε δεκτή τη έφεση, εξαφάνισε την ως άνω εκκαλουμένη απόφαση και, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την αγωγή. Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 Κ.Πολ.Δ.).
Στο άρθρο 4 του ν. 3127/2003 "Τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις" ορίζονται τα εξής: "Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον:
α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.02.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ." (παρ. 1). "Οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου δεν ισχύουν για εκτάσεις που στο σχέδιο πόλης ή στους οικισμούς αποτελούν κοινόχρηστους χώρους ή πάρκα και άλση." (παρ. 2).
Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Ελληνικό Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών, και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας", που μεταρρυθμίστηκε και συμπληρώθηκε με το ν.δ. 29.06/29.06.1917 "Περί μεταρρυθμίσεως και συμπληρώσεως του νόμου ΔΞΗ της 6ης Οκτωβρίου 1912 περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών, και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και του οποίου η εκτέλεση προβλέφθηκε με το β.δ.
από 30.06/30.06.1917 "Περί εκτελέσεως του νόμου ΔΞΗ περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών, και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας, ως ούτος μετερρυθμίσθη και συνεπληρώθη δια του από 290Ιουνίου ε.ε. νομοθετικού διατάγματος" και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που εκδόθηκαν με βάση αυτόν (ν. ΔΞΗ) από τις 12.09.1915 μέχρι και τις 16.05.1926 όπως και του άρθρου 21 του ν.δ.
της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. με το άρθρο 53 του Εισ.Ν.Α.Κ. και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "Περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της έκτακτης χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.09.1915, αφού, μετά τη χρονολογία αυτή, δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου.
Έτσι, κατ' εφαρμογήν των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, κατ' εξαίρεση, είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος, όταν αυτό βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, εφόσον κάποιος το νέμεται αδιαταράκτως μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή μέχρι τις 19.03.2003, επί δέκα (10) έτη με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία υπέρ του ίδιου του νεμομένου ή νεμηθέντος ή υπέρ των δικαιοπαρόχων του, εφόσον ο νόμιμος τίτλος έχει καταρτιστεί και μεταγραφεί μετά τις 28.02.1945, εκτός εάν, κατά την κτήση της νομής, ο επικαλούμενος κυριότητα ή οποιοσδήποτε από τους δικαιοπαρόχους του ήταν κακής πίστεως, ή επί τριάντα (30) έτη, εκτός αν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστεως, δηλαδή εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά τον χρόνο κτήσεως της νομής στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του Α.Κ.
Η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Ελληνικού Δημοσίου εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Ελληνικού Δημοσίου, νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα (30) έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι τις 19.03.2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ. 1 περίπτ.
α' και β' του ίδιου νόμου και όχι εφόσον κάποιος που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Ελληνικού Δημοσίου το νέμεται αδιατάρακτα επί τριάντα (30) έτη οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, χωρίς να ενδιαφέρει αν συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο του Ελληνικού Δημοσίου αδιατάρακτα και μετά την έναρξη της ισχύος του.
Τούτο προκύπτει τόσον από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων που χρησιμοποιούν τη φράση " ... νέμεται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών ..." και όχι νεμήθηκε πριν από την έναρξη ισχύος αυτού, όσο και από το γενικότερο δικαιοπολιτικό σκοπό τους, ο οποίος συνίσταται στην κατ' εξαίρεση και υπό προϋποθέσεις νομιμοποίηση των αυθαιρέτως κατεχομένων δημοσίων κτημάτων που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως ενόψει της συντάξεως του Εθνικού Κτηματολογίου, αλλά και στην προστασία των δημοσίων κτημάτων, η οποία δεν συντελείται με την ολική κατάργηση του κανόνα του απαράγραπτου των δικαιωμάτων του Ελληνικού Δημοσίου επί των ακινήτων του που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλεως για τον μετά τις 11.09.1915 χρόνο, όπως θα συνέβαινε στην περίπτωση που γινόταν δεκτή η τελευταία εκδοχή.
Άλλωστε στον ίδιο νόμο δεν περιέχεται όσον αφορά το άρθρο 4 η γενική καταργητική ρήτρα, που κατά κανόνα τίθεται στους νόμους, ότι κάθε διάταξη που είναι αντίθετη με τον παρόντα νόμο ή ρυθμίζει θέματα που διέπονται από αυτόν καταργείται. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 του Α.Κ. η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα.
Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, συνιστά δε διατάραξη της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του. Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξεως του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διαταράξεως.
Δεν συνιστά διατάραξη η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα, η οποία αντιμετωπίζεται με την αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 του Κ.Πολ.Δ.). Η διατάραξη της νομής κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 984 του Α.Κ. αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη κατά το άρθρο 989 του Α.Κ.
Η έννοια όμως της φράσεως "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμόμενου το δημόσιο κτήμα από τον κατά τον νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο.
Η παρενόχληση αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο (Ολ.Α.Π. 11/2015, Α.Π. 22/2021, ΑΠ 22/2021, ΑΠ 807/2019, ΑΠ 23/2019). Τέτοιος δε νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του Ελληνικού Δημοσίου επί του δημοσίου κτήματος είναι, πλην άλλων, και η από το τελευταίο, πριν από τις 19.03.2003, υποβολή τόσο δηλώσεως ιδιοκτησίας του για την επίδικη έκταση προκειμένου αυτή να καταχωρηθεί ως δημόσια έκταση, όσο και ενστάσεως κατά της αποφάσεως της πρωτοβάθμιας επιτροπής που δικαιώνει τον προβάλλοντα δικαίωμα κυριότητας ιδιώτη επ' αυτής. (ΑΠ 225/2017).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση ή μη του κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχτηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο (Ολ.ΑΠ 2/2019, Ολ.ΑΠ 8/2018, ΑΠ 3/2022, ΑΠ 24/2021).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο με Κ.Α.Ε.Κ. ..., έκτασης 153 τ.μ., βρίσκεται στη θέση ... του Δήμου ... και συνορεύει, βορειοανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Α.
Κ. Μ. και Γ. Δ. Μ., δυτικά με διώροφη οικοδομή Φ., νότια με δημοτικό δρόμο, ανατολικά με δημοτικό δρόμο και ακίνητο ιδιοκτησίας της ενάγουσας, βόρεια και δυτικά ομοίως με ακίνητο ιδιοκτησίας της ενάγουσας και νότια με ακίνητο με Κ.Α.Ε.Κ. .... Η ενάγουσα το απέκτησε δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου αγοράς της συμβολαιογράφου Ρόδου, Μαρίας Καρποδίνη - Καντιδενού, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σύμης, στον τόμο 52 και αριθμό 91.
Το εν λόγω ακίνητο φέρεται καταχωρημένο στο Κτηματολόγιο Σύμης ως ανήκον στο Ελληνικό Δημόσιο, επειδή βρισκόταν εκτός του οικισμού, σύμφωνα με την υπ' αριθ. ... απόφαση της Επιτροπής εκδίκασης ενστάσεων. Ειδικότερα σύμφωνα με το με αριθμ. 72274/11-10-2016 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Δωδεκανήσου, το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε ως ανήκον στην κυριότητα του Δημοσίου, κατόπιν αποδοχής της με αριθμ. ...
ένστασης της Διεύθυνσης Δασών Δωδεκανήσου, με τη με αριθμ. ... απόφαση της επιτροπής ελέγχου των ενστάσεων του ΟΚΧΕ. Όπως προκύπτει από το ίδιο έγγραφο, το επίδικο ακίνητο ενέπιπτε κατά το μεγαλύτερο τμήμα του εμβαδού 143,59 τ.μ. εντός του ευρύτερου πολυγώνου ... (διαχρονικά δασικού χαρακτήρα) στον αρχικό δασικό χάρτη του ΟΤΑ Σύμης, που καταρτίσθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 998/1979, πριν την αντικατάστασή του με το ν. 3208/2003.
Στο ανωτέρω πολύγωνο δασικού χαρακτήρα εντάσσονται τα δάση και οι δασικές εκτάσεις, που εμφανίζονται στις Α/Φ παλαιότερης λήψης -1960- και τα δάση και οι δασικές εκτάσεις που εμφανίζονται σε Α/Φ πρόσφατης λήψης -1992- και στις αυτοψίες, ως υπαγόμενο στις διατάξεις περί αβάτων κλιτύων ορέων (άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 998/1979), χωρίς δασική βλάστηση μεν αλλά με φρυγανώδη ή χορτολιβαδική βλάστηση ή με πετρώδεις - βραχώδεις εξάρσεις ή και γενικά ακάλυπτους χώρους.
Για τον λόγο αυτό το επίδικο γεωτεμάχιο [που ενέπιπτε στο πολύγωνο ...] δηλώθηκε με τη με αριθμ. ... δήλωση της Διεύθυνσης Δασών Δωδεκανήσου, κατά την κτηματογράφηση του ΟΤΑ Σύμης. Το δικαίωμα κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου δεν προκρίθηκε κατά την αρχική δήλωση της Διεύθυνσης Δασών Δωδεκανήσου, αλλά μετά την εξέταση της με αριθμ. ...
ένστασης. Σύμφωνα με τη με αριθμ. ... απόφαση της Επιτροπής εκδίκασης ενστάσεων, που έκανε δεκτή την ένσταση της Διεύθυνσης Δασών Δωδεκανήσου, "το γεωτεμάχιο βρίσκεται εκτός των ορίων του οικισμού και πρέπει να αποδοθεί στο Ελληνικό Δημόσιο". Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι δικαιοπάροχοί της (άμεσοι και απώτεροι) νέμονταν το ως άνω ακίνητο, συνεχώς και αδιατάρακτα από το έτος 1910 έως και την έναρξη ισχύος (19-3- 2003) του Ν. 3127/2003.
Όμως και αν ακόμη υποτεθεί ως αληθής ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι οι άνω δικαιοπάροχοί της νέμονταν το επίδικο, ασκώντας σ' αυτό διακατοχικές πράξεις επί συνεχή τριακονταετία μέχρι την 19-3-2003 (έναρξη ισχύος του Ν. 3127/2003), η νομή τους δεν ήταν αδιατάρακτη, δεδομένου ότι η Διεύθυνση Δασών Δωδεκανήσου πριν τις 19-3-2003 υπέβαλε τη με αριθμ. ...
δήλωση ιδιοκτησίας του Ελληνικού Δημοσίου για την επίδικη έκταση (εμπίπτουσα στο πολύγωνο ...) προκειμένου να καταχωρηθεί αυτή ως δημόσια έκταση. Όμως, όπως προεκτέθηκε, για την απόκτηση από ιδιώτη ακινήτου που ανήκει στο Δημόσιο, πρέπει, εκτός των λοιπών προϋποθέσεων, να αποδειχθεί συνεχής αδιατάρακτη τριακονταετής νομή και όχι κακή πίστη από τους διαδόχους νομής μέχρι την έναρξη ισχύος του άνω νόμου (19.3.2003) και όχι μεταγενέστερα.
Μετά ταύτα, με την υποβολή δήλωσης ιδιοκτησίας από το εκκαλούν για την επίδικη έκταση και την καταχώρησή της κατά την πρώτη ανάρτηση ως δημόσιας έκτασης, πράξη διαταρακτική της νομής της εφεσίβλητης προγενέστερη του κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, χρονικού σημείου της 19-3-2003 ανεξαρτήτως των λοιπών προϋποθέσεων, δεν συντρέχει εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 3127/2003, για απόκτηση κυριότητας ακινήτου που ανήκει στο Δημόσιο, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπάρχει απλή αμφισβήτηση της νομής εκ μέρους του εκκαλούντος, με την υποβολή της άνω με αριθμ. ... δήλωσης ιδιοκτησίας για την επίδικη έκταση και ότι αυτή έγινε εν αγνοία της. Ο ισχυρισμός αυτός της ενάγουσας κρίνεται αβάσιμος καθόσον όταν αυτή υπέβαλε στο υπό σύσταση Εθνικό Κτηματολόγιο την από 5/12/2001 με την με αριθμ.
πρωτ. ... δήλωση της του Ν. 2308/1995 και τον προαναφερόμενο τίτλο ιδιοκτησίας της στο επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την ίδια την ενάγουσα απόσπασμα προσωρινού κτηματολογικού πίνακα της β' ανάρτησης με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 28-02-2003, που της χορηγήθηκε, αναγράφεται στις παρατηρήσεις ότι τμήμα του επίδικου γεωτεμαχίου εμβαδού 143,59 τ.μ.
διεκδικείται κατά κυριότητα από το Ελληνικό Δημόσιο. Με βάση τα προαναφερόμενα, έπρεπε η ένδικη αγωγή να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε την ενάγουσα κυρία του επίδικου ακινήτου και διέταξε τη διόρθωση της αντίστοιχης κτηματολογικής εγγραφής, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά τους βάσιμους σχετικούς λόγους εφέσεως.". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας οι προϋποθέσεις του άρθρου 4§1 στοιχ. α' του ν. 3127/2003 και έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η, κατά τα ανωτέρω, αναγνωριστική κυριότητας επί του επιδίκου αγωγή της, δεν παραβίασε την, ως άνω, ουσιαστικού δικαίου διάταξη, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε, εφόσον ως προς το γεγονός της επικαλούμενης αδιατάρακτης νομής της αναιρεσείουσας δέχτηκε ότι ουδέποτε υπήρξε τέτοια κατά το ενδιαφέρον χρονικό διάστημα, ενόψει της υποβολής ενστάσεως εκ μέρους του αναιρεσίβλητου αναφορικά με το εριζόμενο ζήτημα της κυριότητας του επιδίκου και της εκδόσεως θετικής αποφάσεως επί της εν λόγω ενστάσεως εκ μέρους της αρμόδιας επιτροπής.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμ.11 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Ο αναιρετικός λόγος από την περίπτωση α' του ως άνω άρθρου ιδρύεται όταν το δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικά μέσα που δεν περιλαμβάνονται στα περιοριστικώς καθοριζόμενα από το άρθρο 339 του Κ.Πολ.Δ. αποδεικτικά μέσα, ή όταν περιλαμβάνονται σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση τους στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Για το ορισμένο όμως του λόγου αυτού πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο, α) ποια είναι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη το δικαστήριο, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, β) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου έχουν ληφθεί υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, που δεν τα επιτρέπει ο νόμος και γ) ο λόγος για τον οποίο ήταν ανεπίτρεπτα από τον νόμο τα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 538/2021, ΑΠ 1088/2019, ΑΠ 1454/2017, Α.Π. 702/2008).
Επιπροσθέτως, για να ιδρυθεί, κατά τα λοιπά, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει το αποδεικτικό μέσο να είναι χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση (με τεκμήρια) απόδειξη γεγονότων, που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, που επιδρά δηλαδή στο διατακτικό, παραδεκτό και νόμω βάσιμο ή ισχυρισμό περί αρχής έγγραφης αποδείξεως (Ολ.Α.Π. 1190/1982, Α.Π. 1852/2007, Α.Π. 911/2002).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. ... απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Εκδικάσεως Ενστάσεων του Εθνικού Κτηματολογίου, η οποία είναι διοικητικό όργανο και της οποίας τα μέλη δεν είχαν τις κατάλληλες επιστημονικές γνώσεις και την κατάλληλη εξειδίκευση, με αποτέλεσμα να κάνουν δεκτή την ένσταση της Διευθύνσεως Δασών Δωδεκανήσου, με το αιτιολογικό ότι το επίδικο γεωτεμάχιο βρίσκεται εκτός των ορίων του οικισμού και πρέπει να αποδοθεί στο αναιρεσίβλητο.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αόριστος και αποβαίνει απορριπτέος ενόψει του ότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ο λόγος για τον οποίο, κατά την αναιρεσείουσα, η απόφαση της ως άνω επιτροπής συνιστά ανεπίτρεπτο από τον νόμο αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της εκτιμήσεως της αναιρεσείουσας ότι η επιτροπή αυτή είναι διοικητικό όργανο και της οποίας τα μέλη δεν είχαν τις κατάλληλες επιστημονικές γνώσεις και την κατάλληλη εξειδίκευση.
Περαιτέρω, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου και το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης αποφάσεως αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμ.11 εδάφ. γ' του Κ.Πολ.Δ., ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο τέσσερα έγγραφα που αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε σ' αυτό.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και τούτο διότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, τον οποίο (προφανώς) επιστήριζαν τα ανωτέρω έγγραφα, δηλαδή ότι το επίδικο ακίνητο κείται εντός των ορίων του οικισμού ... της νήσου ..., είναι κατά παρέκκλιση άρτιο και οικοδομήσιμο και ευρίσκεται εκτός του δασικού χάρτη, αξιολογήθηκε μεν αρνητικά από το εκδόσαν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Εφετείο, πλην όμως αυτό (Εφετείο) δεν απέρριψε την αγωγή για τον λόγο αυτό, με την παραδοχή δηλαδή ότι το επίδικο κείται εκτός των ορίων του οικισμού...
και είναι δάσος ή δασική έκταση, αλλά για τον λόγο ότι η αναιρεσείουσα δεν είχε αδιατάρακτη νομή επ' αυτού κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και, επομένως, το διατακτικό της αποφάσεως δεν υπήρξε λογικό αποτέλεσμα της ως άνω παραδοχής. Τέλος, με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του το υπ' αριθμ.
πρωτ. ... έγγραφο της Διευθύνσεως Δασών Δωδεκανήσου, το οποίο αναφερόταν στον αρχικό και ήδη ανακληθέντα δασικό χάρτη του Ο.Τ.Α. Σύμης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περίπτ. α' του Κ.Πολ.Δ. είναι αβάσιμος και, για τον λόγο αυτό, πρέπει να απορριφθεί και τούτο διότι ο ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίου επικλήθηκε και προσκομίστηκε το έγγραφο αυτό δεν ήταν από αυτούς που επιστήριξαν το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σύμφωνα και με όσα, αμέσως προηγουμένως, σημειώθηκαν.
Κατόπιν τούτων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495§3 εδάφ. ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του αναιρεσίβλητου, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα αυτού (αναιρεσίβλητου), τα οποία θα καταλογιστούν μειωμένα (άρθρα 176, 183, 191§2 Κ.Πολ.Δ., 22§§1, 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως τούτο ισχύει μετά την έκδοση της Κ.Υ.Α. 134423ΟΙΚ./08.12.1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.
Β' 11/20.01.1993) που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5§12 του ν. 1738/1987).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.02.2021 αίτηση της E. M. C. S. του E. F. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 10/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300,00€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ