Supreme Court dismisses employee's claim for reinstatement and damages against a public broadcaster regarding a non-detrimental transfer.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the employee's lawsuit seeking reinstatement and damages against a defunct public broadcasting company, now represented by the State. The employee argued that her transfer from a directorship to a general staff position constituted a detrimental change, but the court found the move was a lawful exercise of the employer's right to reassign staff based on existing regulations. Consequently, the court rejected the claim that the transfer was a unilateral detrimental modification, ruling in favor of the employer.
Legislator headnote
AI generatedArticles 18 paragraph 14 and 24 of the General Personnel Regulations of the Public Broadcasting Company; The employer's right to reassign an employee to general staff after the termination of a directorship does not constitute a unilateral detrimental modification if the employee accepts the provisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1363 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1363/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Σοφία Τζουμερκιώτη και Λουκά Μόρφη Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "…… Α.Ε.), η οποία έχει καταργηθεί και εκπροσωπείται από το καθολικό της διάδοχο καλούν: Ελληνικό Δημόσιο, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από α)τον Υπουργό Οικονομικών, και β)την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." νόμιμα εκπροσωπούμενης ως ειδικής διαχειρίστριας του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της καταργηθείσης ... που μεταβιβάστηκαν στο Δημόσιο. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λαλλά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της εφεσίβλητης - καθής η κλήση: Ε. συζ. Δ. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γιάννη Καρούζο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/2/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 773/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 4352/2009 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 564/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Κατόπιν αυτής εκδόθηκε η 2477/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε το Ελληνικό Δημόσιο με την από 22/2/2016 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1419/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την 2477/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση. Η υπόθεση επαναφέρεται με την από 12/9/2017 κλήση του καλούντος. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ενάγουσα με την από 06.02.2007 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της ανώνυμης εταιρίας ..., η οποία καταργήθηκε και διάδοχός της είναι το Ελληνικό Δημόσιο, νόμιμα εκπροσωπούμενο από Ειδικό Διαχειριστή, ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε στις 19/11/1975 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την ..., αρχικά ως φροντίστρια studio, από 11/10/1976 ως υπάλληλος γραφείου και από 20/3/2002 τοποθετήθηκε στο Τμήμα Ροής της ...
με ειδικότητα Σκηνοθέτη. Ότι, από 6/11/2004 με κοινή απόφαση των Γενικών Διευθυντών τηλεόρασης και Ραδιοφωνίας της ανατέθηκαν καθήκοντα Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Περιφερειακών Ραδιοφωνικών Σταθμών της ΕΡΑ, θέση από την οποία παρείχε τις υπηρεσίες της ευσυνείδητα, αποδοτικά και αποτελεσματικά κατά τα ειδικώς εκτιθέμενα.
Ότι η ... με την 310207/13.01.2006 απόφαση του Γενικού Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Ραδιοφωνίας της εναγόμενης απήλλαξε αυτήν των ως άνω καθηκόντων της και ότι στη συνέχεια για χρονικό διάστημα εννέα (9) μηνών παρέλειψε να της αναθέσει καθήκοντα και μόλις τον Οκτώβριο 2006 την τοποθέτησε στο τμήμα Ταινιοθήκης σε θέση απλής υπαλλήλου.
Ακολούθως, επικαλούμενη ότι, η κατά τα άνω υπηρεσιακή μετακίνησή της συνιστά παράνομη και σε κάθε περίπτωση καταχρηστική μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της καθώς και προσβολή της προσωπικότητάς της, ζήτησε: α) ν' αναγνωρισθεί ότι η ως άνω υπ' αριθμό 310207/13.01.2006 Απόφαση του Γενικού Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Ραδιοφωνίας της εναγόμενης συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή, β) Να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ως Διευθύντριας Περιφερειακών Ραδιοφωνικών Σταθμών άλλως σε οποιαδήποτε άλλη θέση ιδίας στάθμης, με απειλή χρηματικής ποινής ως μέσο εκτέλεσης της ως άνω διάταξης, γ) Να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να της καταβάλει ποσό 33.500 ευρώ ως αποζημίωση για την αποστέρηση του διευθυντικού επιδόματος και του επιδόματος παράστασης και ποσό 20.000 ευρώ ως αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης και γ) Να διαταχθεί η παράλειψη προσβολής της προσωπικότητάς της και της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεως εργασίας της στο μέλλον.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ολικά την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη με την 773/2008 απόφασή του, κατά της οποίας ασκήθηκε από την εναγόμενη έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 4352/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως ασκήθηκε από την εναγόμενη η από 14/09/2009 αίτηση αναίρεσης, η οποία έγινε δεκτή με την 564/2011 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και αναιρέθηκε η δευτεροβάθμια απόφαση για τον από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ λόγο.
Μετά την έκδοση της 564/2011 αποφάσεως του ΑΠ, το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την προσβαλλόμενη 2477/2015 απόφασή του, με την οποία, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ως προς την διάταξη περί της έναρξης της τοκοφορίας, και αφού κράτησε την υπόθεση για κατ' ουσίαν εκδίκαση, δέχθηκε την αγωγή. Κατά της 2477/2015 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ασκήθηκε η από 22.02.2016 αίτηση αναίρεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η 1419/2017 απόφαση, με την οποία αναιρέθηκε η ως άνω 2477/2015 απόφαση ως προς το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ και κρατήθηκε η υπόθεση για ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση μετά από επίσπευση του επιμελεστέρου των διαδίκων.
Νόμιμα φέρεται για νέα συζήτηση η υπόθεση, μετά από δεύτερη αναίρεση, ενώπιον του τμήματος αυτού, για ουσιαστική εκδίκαση με την από 12.09.2017 κλήση των αναρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσης Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε" που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία " ...", ως ειδική διαχειρίστρια του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της καταργηθείσης ..., σύμφωνα με το άρθρο 581 παρ.1 ΚΠολΔ, μετά την έκδοση της ως άνω 1419/2017 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου Από τη διάταξη του άρθρ. 7 του Ν. 2112/1920, κατά την οποία "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλο θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι` ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου" προκύπτει ότι η εκ μέρους του εργοδότη μονομερής και βλαπτική για τον εργαζόμενο μεταβολή των όρων της συμβάσεώς του δεν επιφέρει τη λύση αυτής ούτε υποχρεώνει τον μισθωτό να αποχωρήσει από την εργασία του αλλά παρέχει σε αυτόν το δικαίωμα είτε να αποδεχθεί τη μεταβολή και να παραμείνει στην εργασία του είτε να θεωρήσει τη μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως από τον εργοδότη και αποχωρώντας από την εργασία του να αξιώσει την οφειλόμενη αποζημίωση είτε να αποκρούσει τη μεταβολή και να εξακολουθήσει να προσφέρει την εργασία του υπό τους αρχικούς όρους αξιώνοντας την τήρηση αυτών, οπότε, αν ο εργοδότης αποκρούσει την παροχή εργασίας με τους όρους αυτούς, καθίσταται υπερήμερος και ο μισθωτός δικαιούται να απαιτήσει μισθούς υπερημερίας.
Προϋπόθεση για τα παραπάνω είναι η μονομερής ενέργεια εκ μέρους του εργοδότη, η οποία δεν συντρέχει όταν γίνεται κατ` ενάσκηση δικαιώματος αναγνωρισμένου από τον νόμο ή τον κανονισμό εργασίας, ο οποίος έχει ισχύ νόμου. Βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει και όταν ο εργοδότης αναθέτει στον εργαζόμενο καθήκοντα υποδεέστερης ειδικότητας ή θέσεως στην επιχείρηση, που συνεπάγονται δυσμενείς υλικές ή ηθικές συνέπειες ως προς το κύρος και την προσωπικότητά του.
Εξάλλου, ο εργοδότης ασκώντας το από το άρθρ. 652 του ΑΚ συναγόμενο διευθυντικό δικαίωμα αυτού, στο οποίο υπόκειται ο εργαζόμενος με σχέση εξαρτημένης εργασίας, έχει την εξουσία να καθορίζει αυτός το είδος, τον τόπο, τον χρόνο και της άλλες συνθήκες παροχής της εργασίας και να ρυθμίζει κάθε θέμα που αφορά στην οργάνωση και τη λειτουργία της επιχείρησής του προς επίτευξη των σκοπών της.
Βασικός περιορισμός του διευθυντικού δικαιώματος τίθεται από την απαγορευτική διάταξη του άρθρ. 281 του ΑΚ, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί να ασκεί το δικαίωμα αυτό καταχρηστικώς. Ετσι υπάρχει καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη όταν αυτό ασκείται μεν σύμφωνα με τους όρους της εργασιακής συμβάσεως, του νόμου ή του εσωτερικού κανονισμού εργασίας αλλά όμως κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, οπότε η απόφασή του είναι αντίθετη προς τον νόμο και θεωρείται άκυρη.
Δεν συνιστά όμως κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος ούτε, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας ή συμβατική ή επί τη βάσει διατάξεων κανονισμού εργασίας που έχει ισχύ νόμου ή ΣΣΕ κανονιστικής ισχύος περικοπή ορισμένου επιδόματος που χορηγείται ως μισθολογική προσαύξηση για ορισμένη ειδική αιτία, σχετιζόμενη με το είδος της εργασίας του μισθωτού ή τη θέση του στην επιχείρηση, εφόσον το επίδομα αυτό οφείλεται μόνο για τον χρόνο που συντρέχει η αιτία για την οποία χορηγείται.
Περαιτέρω, με το άρθρ. 18 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού (ΓΚΠ) της αναιρεσείουσας, ο οποίος έχει ισχύ νόμου, αφού εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρ. 19§4 του Ν. 1730/1987, εγκρίθηκε με την 8255/22/815/1989 απόφαση του αναπληρωτή Προεδρίας της Κυβερνήσεως και δημοσιεύθηκε νομίμως (ΦΕΚ 283/1989, Τεύχ. Β`), ρυθμίζονται τα θέματα που αναφέρονται στους βαθμούς και την εξέλιξη του προσωπικού και στις τοποθετήσεις των προϊσταμένων.
Ειδικότερα, κατά την παράγραφο 9, "Η ανάθεση καθηκόντων γίνεται ως εξής: α).... β).... γ) Προϊσταμένων Τομέων, Διευθύνσεων και Ανεξάρτητων Υποδιευθύνσεων από τον αρμόδιο Γενικό Διευθυντή". Κατά την παράγραφο 11 : "Η ανάθεση καθηκόντων προϊσταμένου ισχύει για τρία (3) χρόνια), ενώ κατά την παράγραφο 12, "με απόφαση του οργάνου που τον επέλεξε και με την ίδια διαδικασία προϊστάμενος μπορεί να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του και πριν από τη λήξη της 3ετίας λόγω πλημμελούς ασκήσεως των καθηκόντων του με βάση συγκεκριμένα στοιχεία.
Η παρούσα δεν ισχύει για την απαλλαγή από τα καθήκοντά τους των Προϊσταμένων Ταμείων και των Διευθυντών". Σημειωτέον ότι το δεύτερο αυτό εδάφιο της παρ. 12 προστέθηκε μεταγενεστέρως και συγκεκριμένα με την 2235/Ε/1994 απόφαση του Υπουργού Προεδρίας (ΦΕΚ Β`63), που εκδόθηκε, επίσης, κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 19 παρ. 4 του Ν.1730/1987 και είναι προφανές ότι, παρά την κάπως ασαφή διατύπωση, στην έννοια των "Διευθυντών" περιλαμβάνονται οι Προϊστάμενοι Διευθύνσεων, αφού κατά το άρθρο 19 παρ. 1 του Κανονισμού οι τελευταίοι ευρίσκονται στην ίδια θέση της ιεραρχικής κλίμακας του προσωπικού με τους Τομεάρχες ("οι θέσεις της ιεραρχικής κλίμακας του προσωπικού της ...
είναι οι εξής: Πρόεδρος - Διευθύνων Σύμβουλος, Εντεταλμένοι Σύμβουλοι, Γενικοί Διευθυντές, Προϊστάμενοι Διευθύνσεων - Τομεάρχες....") και συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος παροχής στην ... της δυνατότητας να απαλλάσσει το πιο πάνω προσωπικό από τα καθήκοντά του χωρίς τη συνδρομή του στοιχείου της πλημμελούς άσκησης αυτών.
Επίσης, στην παράγραφο 4 ορίζεται ότι, "Το προσωπικό που δεν ασκεί ή έπαψε να ασκεί καθήκοντα προϊσταμένου αποτελεί βασικό προσωπικό και εκτελεί υπηρεσιακό έργο της ειδικότητάς του, ανεξάρτητα από τον βαθμό ή το μισθολογικό κλιμάκιο που κατέχει". Ακόμα, με το άρθρ. 13 αρ. 12 ορίζεται ότι "στους υπαλλήλους που ασκούν καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσιακών Μονάδων της ...
ή των Υπηρεσιών που επιτρέπεται απόσπαση για υπηρεσιακούς λόγους καταβάλλεται κατά τον χρόνο άσκησης των καθηκόντων αυτών επίδομα ή πριμ, των οποίων η έναρξη καταβολής, το ύψος και τα ειδικά κριτήρια καθορίζονται με απόφαση του ΔΣ της ..., μετά από γνώμη της πολυπληθέστερης δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης......"(ΑΠ 564/2011).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 ν.δ. 3789/1957, 12 παρ. 4 ν. 1767/1988, 8 παρ. 3 ν. 2224/1994 "περί κανονισμών εργασίας κ.τ.λ." οι όροι του εφαρμοζόμενου με ισχύ νόμου Κανονισμού Εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και συνεπώς, η διεπόμενη από τέτοιο Κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας του μισθωτού περιέχει και τους όρους του Κανονισμού (Ολ.
ΑΠ 42/2002, ΑΠ 693/2007, ΑΠ 1419/2017). Στη προκειμένη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, τα νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα, που λήφθηκαν όλα υπόψη, τις υπ' αριθμό…./2012 και …/2012 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαλιάδας και Ιωάννινων αντίστοιχα, που λήφθηκαν μετά από προηγούμενη κλήση της ενάγουσας, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, κάτοχος πτυχίου σκηνοθεσίας της σχολής κινηματογραφίας - τηλεόρασης της Σχολής Σ., προσλήφθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία κατά την 19.11.1975 με σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου για να εργασθεί ως φροντίστρια studio, το πτυχίο της δε αυτό αναγνωρίσθηκε από την τελευταία ως τίτλος σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Κατά την 01.01.1976 κατετάγη στην ειδικότητα της Υπαλλήλου Γραφείου, υπηρέτησε στο Γ` Πρόγραμμα του Ραδιοφώνου και ακολούθως κατά την 11.10.1976 μετακινήθηκε στον Τομέα Ρεπορτάζ της Υπηρεσίας Ειδήσεων και Ενημερωτικών Εκπομπών. Κατά την 20-2-1977 τοποθετήθηκε στο Γραφείο του Β` Γενικού Διευθυντού Εκπομπών και Προγραμμάτων, την 24-3-1978 τοποθετήθηκε στο Τμήμα Ειδικών Θεμάτων της Δ/νσης Διοικητικού και από την 30-7-1987 υπηρετούσε στο Τμήμα Τηλεόρασης.
Την 2-10-1989 τοποθετήθηκε στο Τμήμα Πωλήσεων την Υποδ/νσης Προγράμματος της .... Την 16-2-1990 τοποθετήθηκε στην Υποδ/νση Απόδημου Ελληνισμού, ενώ από 8-3-1991 της ανατέθηκαν τα καθήκοντα της Προϊσταμένης Ειδικών Εκπομπών - Παραγωγών του Απόδημου Ελληνισμού. Την 26-3-2002 τοποθετήθηκε στο Τμήμα Ροής της ΝΕΤ με την ειδικότητα της Σκηνοθέτου και την 6-12-2004 με την 310.203/6-12-2004 Κοινή Απόφαση των Γενικών Διευθυντών Τηλεόρασης και Ραδιοφωνίας της αναιρεσείουσας της ανατέθηκαν καθήκοντα της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Περιφερειακών Ραδιοφωνικών Σταθμών της ΕΡΑ με τις εξής αρμοδιότητες που ορίζει το άρθρο 25 του Υπηρεσιακού Οργανισμού ...:
α) Η ευθύνη του γενικού σχεδιασμού και προγραμματισμού της λειτουργίας και της ανάπτυξης του δικτύου των Περιφερειακών ραδιοφωνικών Σταθμών σε συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες, β) Η εποπτεία και η μέριμνα για την παροχή στήριξης του έργου και της λειτουργίας των Περιφερειακών Ραδιοφωνικών Σταθμών, γ) Η ευθύνη για το συντονισμό και τη δικτύωση των Περιφερειακών Ραδιοφωνικών Σταθμών με τα κεντρικά προγράμματα της ΕΡΑ καθώς και μεταξύ τους, δ) Ο σχεδιασμός, η οργάνωση και η παραγωγή προγραμμάτων στήριξης των Περιφερειακών Ραδιοφωνικών Σταθμών με τα κεντρικά προγράμματα της ΕΡΑ καθώς και μεταξύ τους, ε) Η επιλογή των εξωτερικών συνεργατών για τις ανάγκες του προγράμματος των Περιφερειακών Ραδιοφωνικών Σταθμών με τη χρησιμοποίηση των αναγκαίων τεχνικών μέσων, στ) Η συνεργασία με τη Διεύθυνση Marketing και Διαφήμισης για τη διαμόρφωση της τιμολογιακής πολιτικής και της πώλησης διαφημιστικού χρόνου του προγράμματος των Περιφερειακών Ραδιοφωνικών Σταθμών σε τοπικό επίπεδο και στην κεντρική διαφημιστική αγορά.
Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι παρείχε τις υπηρεσίες και εκτελούσε τα καθήκοντα της με ευσυνειδησία και υπηρεσιακή επάρκεια και εκτελούσε σύμφωνα με το νόμο και τα οριζόμενα στον Υπηρεσιακό Οργανισμό της ... (άρθ. 25) αποσκοπώντας στην εποπτεία και στη μέριμνα για την παροχή στήριξης, οργάνωσης και το συντονισμό του έργου και της λειτουργίας των Περιφερειακών Ραδιοφωνικών Σταθμών.
Αντίθετα, το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα εκτελούσε πλημμελώς τα καθήκοντά της δεδομένου ότι από υπαιτιότητά της δεν μπορούσε να συνεργασθεί τόσο με τον Προιστάμενο της Γενικό Διευθυντή Ραδιοφωνίας, όσο και με τους υφισταμένους της, οι οποίοι ήταν Προιστάμενοι των περιφερειακών Ραδιοφωνικών Σταθμών [ Π.
Κ. (Πύργου) και την Α. Σ. (Ιωαννίνων],και τούτο με μέγιστη ζημία της ... καθόσον τα έσοδα από διαφημίσεις των περιφερειακών σταθμών μειώθηκαν κατά ποσοστό 7,5% κατά το χρονικό διάστημα που η ενάγουσα ασκούσε καθήκοντα διευθύντριας. Με την υπ' αριθμ. 310.207/13-1-2006 απόφαση του Γενικού Διευθυντή Διεύθυνσης Ραδιοφωνίας της εναγόμενης, την απήλλαξε των ανωτέρω καθηκόντων της ως Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Περιφερειακών Ραδιοφωνικών Σταθμών.
Ακολούθως, κατά την 19/10/2006, γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα, δια του υπ' αρ. πρωτ. 19/10/2006 υπηρεσιακού εγγράφου της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού, ότι το Πρωτοβάθμιο Υπηρεσιακό Συμβούλιο (Π.Υ.Σ.) της εναγόμενης, με την υπ' αρ. 7/11-10-2006 απόφασή του την τοποθέτησε στο Τμήμα Ταινιοθήκης, της Διεύθυνσης Προγράμματος της ....
Κατά της ανωτέρω απόφασης η ενάγουσα άσκησε την από 23/10/2006 (29514/2006) ένστασή της, ενώπιον του Δευτεροβαθμίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου (Δ.Υ.Σ) της εναγόμενης αιτιώμενη σε βάρος της για υποβιβασμό, από την θέση της προϊσταμένης, με τοποθέτησή της στο Τμήμα Ταινιοθήκης. Το ανωτέρω Υπηρεσιακό Συμβούλιο, με το πρακτικό-απόφαση της συνεδρίασης 9/11/2006 λαμβάνοντας υπόψη, ως αναφέρεται στο περιεχόμενό του, την απορριπτική εισήγηση, την προσβαλλόμενη απόφαση και τις υπηρεσιακές ανάγκες της ..., απέρριψε την ανωτέρω προσφυγή της ενάγουσας.
Από τα παραπάνω αποδεικτικά μεσα αποδείχθηκε ότι η αιτία της απαλλαγής της ενάγουσας των ως άνω καθηκόντων της, υπήρξε η αδυναμία σύγκλισης και συνεργασίας ιδίως δε με τον αμέσως ιεραρχικό προϊστάμενό της Γενικό Διευθυντή της ΕΡΑ, Α. Α., ο οποίος μάλιστα της διαβίβασε το 310297/16-2-2005, έγγραφο στο οποίο μεταξύ άλλων ανέφερε ότι "τρεις φορές σας κάλεσα τον τελευταίο καιρό και δεν παρουσιαστήκατε στο γραφείο μου προφασιζόμενη "φόρτο" εργασίας.....Σας παρακαλώ για μια πιο στενή δημιουργική συνεργασία, δεδομένου ότι στους περιφερειακούς σταθμούς υπάρχουν σοβαρά προβλήματα..."..
Ανεξάρτητα όμως από την μομφή που αποδίδεται στην ενάγουσα για έλλειψη συνεργασίας με τον ως άνω Γενικό Διευθυντή της ΕΡΑ, με δυο προϊστάμενους περιφερειακών Ρ/Σ, τον Π. Κ. (Πύργου) και την Α. Σ. (Ιωαννίνων) και τις αιτιάσεις της εναγόμενης σε βάρος της ενάγουσας περί μειώσεως των εισπράξεων από τις διαφημίσεις, και κατ' ακολουθία ανεξάρτητα από την πλημμελή ή μη εκτέλεση των καθηκόντων της ενάγουσας ως Διευθύντριας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 παρ, 11 και 12 ΓΚΠ/..., που προαναφέρθηκαν, η απαλλαγή των Προϊσταμένων Τομέων και Διευθυντών μπορεί να γίνει και πριν από τη λήξη της τριετίας από την ανάληψη καθηκόντων -όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, που η απαλλαγή της ενάγουσας έγινε μετά παρέλευση '"ενός έτους από της αναλήψεως των καθηκόντων της - και χωρίς να συντρέχει το στοιχείο της πλημμελούς άσκησης καθηκόντων.
Το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας είναι καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ, διότι υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου και ως εκ τούτου υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή εκ μέρους της αναιρεσείουσας των όρων της εργασιακής σχέσεως της αναιρεσίβλητης.
Το ως άνω Πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 773/2008 απόφαση θεμελίωσε την κρίση του αυτή περί καταχρηστικής ασκήσεως του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας και μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης στην παραδοχή ότι η απαλλαγή της τελευταίας από τα καθήκοντά της έγινε πριν από τη λήξη της τριετούς θητείας της χωρίς να υπάρχει σοβαρός λόγος ή πλημμελής άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων της.
Όμως, η παραδοχή αυτή προσκρούει κατά νόμο στον ΓΚΠ/..., δεδομένου ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 §§11 και 12 του ΓΚΠ/... που προαναφέρθηκαν, η απαλλαγή των Προϊσταμένων Τομέων και Διευθυντών μπορεί να γίνει και πριν από τη λήξη της τριετίας και χωρίς να συντρέχει το στοιχείο της πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων.
Η ως άνω υπηρεσιακή μετακίνηση της ενάγουσας και η προβλεπόμενη από τον ως άνω Κανονισμό περικοπή των αποδοχών της κατά το ποσό των 1500 ευρώ, που αποτελούσε επίδομα ευθύνης προϊσταμένου και έξοδα παράστασης, που σύμφωνα με το άρθρ. 13 αρ. 12 του ΓΚΠ/... καταβάλλεται "στους υπαλλήλους που ασκούν καθήκοντα Προϊσταμένου Υπηρεσιακών Μονάδων" δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή ούτε αποτελεί καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, αφού η ...
κατά τα άρθρα 18 και 13 του ΓΚΠ/... είχε το δικαίωμα και πριν από την πάροδο της τριετίας να απαλλάξει την αναιρεσίβλητη από τα καθήκοντα της και να διακόψει την χορήγηση των αυξημένων αποδοχών μετά την παύση της ασκήσεως των καθηκόντων ως Διευθύντριας με επακόλουθο την επιστροφή αυτής στο χαμηλότερο κλιμάκιο ιεραρχίας που κατείχε πριν από την τοποθέτησή της.
Επομένως, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, οι προαναφερόμενες αλλαγές στο καθεστώς εργασίας της αναιρεσίβλητης έγιναν στα πλαίσια του κατά το άρθρο 652 του ΑΚ διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας, το οποίο δεν περιοριζόταν από τις παραπάνω διατάξεις του κανονισμού προσωπικού της τελευταίας ή από διάταξη άλλου νόμου ή από όρο της ατομικής συμβάσεως, και όχι κατά προφανή υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του διευθυντικού δικαιώματος, μη συντρεχούσης στην προκειμένη περίπτωση μονομερούς βλαπτικής μεταβολής (βλ.
ΑΠ 1457/2000, ΑΠ 1419/2017). Πρέπει ν' αναφερθεί περαιτέρω ότι Η ...-Α.Ε. με τις ως άνω διατάξεις της παρ. 14 του αρθ. 18 του ΓΚΠ/..., είχε εκ των προτέρων επιφυλάξει γι' αυτήν το δικαίωμα της επαναφοράς της υπαλλήλου, που έπαυσε να ασκεί καθήκοντα προϊσταμένου, στο βασικό προσωπικό και της απασχόλησης αυτού στο έργο της ειδικότητάς του, γεγονός που γνώριζε και αποδέχθηκε η αναιρεσίβλητη, αφού οι ως άνω διατάξεις του με ισχύ νόμου Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της ...
αποτελούν περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας της (ΑΠ Ολ 42/02) χωρίς η επαναφορά αυτή να αποτελεί μειωτική και βλαπτική ενέργεια. Ως εκ τούτου, η επαναφορά της ενάγουσας, μετά την απαλλαγή της από τα καθήκοντά της ως Διευθυντρίας, στο βασικό προσωπικό, και η τοποθέτησή της με την 7/2006 απόφαση του ΠΥΣ στην ίδια Διεύθυνση Προγράμματος, της ιδίας Γενικής Διεύθυνσης Τηλεόρασης, όπου υπηρετούσε αυτή πριν της ανατεθούν καθήκοντα Διευθυντρίας, ήταν νόμιμη, καθόσον η μετακίνησή της στο βασικό προσωπικό δεν αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή, αλλά άσκηση δικαιώματος εκ μέρους της ..., στηριζομένη στις ως άνω διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 14 του ΓΚΠ της ...-Α.Ε (ΑΠ 1457/2000, ΑΠ 1419/2017).
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση, δεχόμενο την αγωγή : α) αναγνώρισε ότι η ως άνω υπ' αριθμό 310207/13.01.2006 Απόφαση του Γενικού Διευθυντή της Γενικής Διεύθυνσης Ραδιοφωνίας της εναγόμενης συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή, β) υποχρέωσε την εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας ως Διευθύντριας Περιφερειακών Ραδιοφωνικών Σταθμών άλλως σε οποιαδήποτε άλλη θέση ιδίας στάθμης, με απειλή χρηματικής ποινής ως μέσον εκτέλεσης της ως άνω διάταξης, γ) αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγόμενης να της καταβάλει ποσό 33.500 ευρώ ως αποζημίωση για την αποστέρηση του διευθυντικού επιδόματος και του επιδόματος παράστασης και ποσό 10.000 ευρώ ως αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης έσφαλε, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και την εφαρμογή του νόμου και γι' αυτό ο σχετικός λόγος της έφεσης του εναγομένου είναι ουσιαστικά βάσιμος.
Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, και αφού κρατηθει και δικασθεί κατ' ουσίαν η υπόθεση, ν' απορριφθεί η από 06.02.2007 αγωγή.
Τα δικαστικά έξοδα του καλούντος- εναγομένου και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της καθ' ης η κλήση- ενάγουσας, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 του Ν.3693/1957, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται την έφεση τυπικά και κατ` ουσία Εξαφανίζει την εκκαλούμενη 773/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την από 06.02.2007 αγωγή.
Απορρίπτει την αγωγή αυτή.
Επιβάλλει σε βάρος της ενάγουσας τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου, τα οποία ορίζει και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Σεπτεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ